Δευτέρα, 28 Φεβρουαρίου 2011

«Θρησκευτικά: Η αναγκαία απάντηση για το νόημα της γνώσης»


ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΕΝΩΣΙΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ
Χαλκοκονδύλη 37. 10432 ΑΘΗΝΑ
Τηλ. 2105224180-FAX. 2105224420
Iστοχώρος: www.petheol.gr
e-mail: panenthe@otenet.gr και enosis@petheol.gr

ΣΤΗΝ ΗΜΕΡΙΔΑ ΤΟΥ ΒΟΛΟΥ
( Ενημέρωση των μελών μας)


Όπως είναι γνωστό, το Σάββατο 19 Φεβρουαρίου 2011 πραγματοποιήθηκε στο Συνεδριακό Κέντρο Θεσσαλίας, στο Βόλο, Θεολογική Ημερίδα που συνδιοργάνωσαν η Ιερά Μητρόπολις Δημητριάδος και Αλμυρού, η Ένωση Θεολόγων Μαγνησίας - που είναι το Παράρτημα της ΠΕΘ στο Νομό, και ο Σύμβουλος Θεολόγων Λαρίσης - Μαγνησίας.
Η Ημερίδα είχε το θέμα: «Θρησκευτικά: Η αναγκαία απάντηση για το νόημα της γνώσης».
Η Ένωσή μας προσκλήθηκε να στείλει εκπροσωπό της και με χαρά δέχτηκε.
Έτσι πήγαν στο Βόλο και έλαβαν μερος στην Ημερίδα ο Αντιπρόεδρος Ηλίας Φραγκόπουλος και ο υπεύθυνος του Τομέα Παιδείας Δημήτριος Βογιατζής. Η υποδοχή και φιλοξενία μας ήταν εξαιρετική και απολύτως αδελφική, με αγάπη και εκτίμηση. Που βεβαίως είναι αμοιβαία. Γι' αυτό και ευχαριστούμε τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη κ. Ιγνάτιο, τον Σχολικό Σύμβουλο κ. Ποντίκα και τον Πρόεδρο του τοπικού Παραρτήματος της ΠΕΘ κ. Τριαντάφυλλο Πασσιά.
Από μερους της ΠΕΘ απεθύνθηκε ο παρακάτω χαιρετισμός: Σεβασμιώτατε, κ. Σύμβουλε, κ. Πρόεδρε της τοπικής Ενώσεως Θεολόγων, σεβαστοί πατέρες, κύριοι καθηγητές, κυρίες και κύριοι, αγαπητοί αδελφοί.
Από μέρους της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων θέλουμε πρώτα μεν να εκφράσουμε τη χαρά μας γιατί στη δύσκολη αυτή εποχή για τον κλάδο μας, ο θεολογικός κόσμος της Ελλάδας δείχνει
-δραστηριότητα και ζωντανή παρουσία,
- ενδιαφέρον για τα ζητήματα που μας απασχολούν και τις εξελίξεις των εκπαιδευτικών προβλημάτων,
-διάθεση μελέτης και έκφρασης θεωρητικών και επιστημονικών θέσεων γι' αυτά και
-ικανότητα αντιμετώπισής τους στο στίβο της καθημερινής προσπάθειας.
Και όλα αυτά σε βαθμό όχι συνηθισμένο.
Θέλουμε επίσης να εκφράσουμε θερμές τις ευχαριστίες μας πρός τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Δημητριάδος και Αλμυρού κ. Ιγνάτιο και στην Ιερά Μητρόπολη, προς τον Σύμβουλο Θεολόγων Λαρίσης και Μαγνησίας κ. Απόστολο Ποντίκα και προς το Παράρτημα της ΠΕΘ Νομού Μαγνησίας και τον Πρόεδρό του κ. Τριαντάφυλλο Πασσιά, που μας απηύθυναν την πρόσκληση και μας έδωσαν τη δυνατότητα να είμαστε μαζί σας σήμερα.
Και τέλος, θέλουμε να ευχηθούμε ο Παντοδύναμος Κύριός μας να ενισχύει, να φωτίζει και να μας οδηγεί όλους εις « οδούς σωτηρίας». Όχι μόνο εμάς, αλλά πρωτίστως και κυρίως τα παιδιά μας, και το λαό μας ολόκληρο, που τόση ανάγκη έχουν σήμερα απ' τη διδασκαλία και το φώς Του στο δρόμο της ζωής τους.
Όσον αφορά το θέμα της Ημερίδας, τούτο μόνον θα ήθελα να πώ: Η γνώση , σαν αξία της ανθρώπινης ζωής, δεν μπορεί μόνη της να είναι αυτάρκης. Δεν μπορεί να είναι αυταξία. Τότε η αξία της αποκτά ύπαρξη και γίνεται πραγματικότητα, όταν έχει αποτελέσματα μέσα στην κοινωνική ζωή. Όταν βοηθά τον άνθρωπο να γίνεται κάτι παραπάνω. Κάτι πιό σοβαρό, κάτι πιό αξιόλογο από άτομο που έχει απλώς και μόνο πλούτο συσσωρευμένων γνώσεων και τίποτε άλλο. Όταν μ' αυτές τις γνώσεις αναπτύσσει την προσωπικότητά του την πνευματική, αλλά και την ηθική και βέβαια την κοινωνική του παρουσία. Όταν αυτές οι γνώσεις καλλιεργούν την όλη συνείδησή του.
Έτσι λοιπόν εμείς, οι δάσκαλοι, οι θεολόγοι άν θέλετε να εξειδικεύσουμε, οφείλουμε να αποβλέπουμε στη διάπλαση της ηθικής προσωπικότητας, του χαρακτήρα των παιδιών μας.
Δέν αρκεί να αποβλέπουμε να τα κάνουμε, όπως έλεγε, μάλλον έγραψε κάποτε, ο γνωστός σ' όλους σας Καθηγητής των παιδαγωγικών της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης , ο κ. Ιωάννης Κογκούλης, «ρεζερβουάρ γνώσεων» και τίποτε άλλο. Εύχομαι ολόψυχα αυτήν την αληθινή καλλιέργεια να πετυχαίνουμε πάντοτε με βάση την ορθόδοξή μας πίστη.


***

Στην παρέμβαση που μας δόθηκε η δυνατότητα να κάνουμε κατά τη διάρκεια της β' συνεδρίας, αναφερθήκαμε πρώτα στο θέμα του σχεδίου της Επιτροπής που εργάζεται στο Υπουργείο Παιδείας ( με ανακοινώσεις στον Τύπο κατά τον περασμένο Οκτώβριο πρώτα, και Ιανουάριο κατόπιν), το οποίο σχέδιο ωθεί το ΜτΘ σε μιά δύσκολη ομάδα επιλογής και διαμορφώνει έτσι τις χειρότερες δυνατές συνθήκες επιλογής του. Τονίσαμε ότι το θέμα πέρα απ' τους όποιους θεωρητικούς λόγους ( ή ιδεολογικούς) το υπαγόρευσαν, είναι καθαρά θέμα πρακτικό στη ζωή του σχολείου. Όταν οι ομάδες επιλογής είναι 6 ή 7, τοτε κάθε μαθητής θα εντάσσει τον εαυτόν του στη μία απ ' αυτές, λογικά τα 5/6 των μαθητών της ταξης, εξ ανάγκης θά έχουν εγκαταλείψει την τελευταία ομάδα που περιλαμβάνει τα Θρησκευτικά. Θά απομένει το 1/6 ( ή το 1/7) για να επιλέξει το μάθημα ή άλλο μάθημα της ίδιας ομάδας που περιλαμβάνει βέβαια κυρίως τα Οικονομικά μαθήματα και την Κοινωνιολογία, μαθήματα απαραίτητα για συγκεκριμένες σπουδές. Όσο κι' άν θέλουν το ΜτΘ κάποια παιδιά, θά πιέζονται αρνητικά, από τις ανάγκες των περαιτέρω σπουδών τους. Έτσι δεν πρόκειται ( με το σχέδιο του Υπουργείου) για δυνατότητα επιλογής της θρησκευτικής διδασκαλίας, αλλά για πλήρη εξοβελισμό του, αναγκαστικό μάλιστα, απ' το πρόγραμμα του Λυκείου.
Συνεχίζοντας την παρέμβασή μας αναπτύξαμε τα παρακάτω:
Το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε δεν είναι πρόβλημα του ΜτΘ. Είναι της παιδείας μας. Μέ δυό σκέλη. ( Επιτρεψτε τις εντελώς επιγραμματικές αναφορές σ' όλα τα παρακάτω).
α) Προσφορά μόνο γνώσεων.
όχι διαμόρφωση χαρακτήρων-προσώπων. Βαδίζουμε πρός ένα σχολείο γνώσεων. Εγκαταλείπουμε το παιδί σέ όποιους άλλους διαμορφωτές.
Είναι αστεία η άποψη ότι ο νέος άνθρωπος διαμορφώνεται μόνος του,όπως εκείνος θέλει, σύμφωνα με τις δικές του προσωπικές αντιλήψεις. Όμως αυτές οφείλει να τις δημιουργήσει στο παιδί η οικογένεια και το σχολείο.
β) Η Ελληνική παιδεία εγκαταλείπει , τείνει να εγκαταλείψει τη θρησκευτική-κοινωνική-ηθική-ακόμα και την εθνική (γιά τη δημοκρατική θά ήθελα να πώ περισσότερα, όμως δεν επαρκεί ο χρόνος) καλλιέργεια συνείδησης.
Εδώ εντάσσεται το πρόβλημα του ΜτΘ.
Εάν αποδεχθούμε το σχολείο γνώσεων,τότε φυσιολογικά θά διαμορφώσουμε ένα απλώς γνωστικό- πολιτιστικό-θρησκειολογικό μάθημα.
Εάν αποβλέπουμε ακόμα στην ανάγκη να οδηγήσουμε τα παιδιά μας- σάν πραγματικοί δάσκαλοι- στην διάπλασή τους σε προσωπικότητες με αρχές και αξίες που θά αποδέχονται και θά ασκούν στη ζωή τους. Τότε το ΜτΘ θα πρέπει να τους οδηγεί στην πίστη των πατέρων τους, των πατέρων μας.
Τούτο σημαίνει ότι το ΜτΘ θα πρέπει να έχει «ομολογιακό» χαρακτήρα ή όπως εμείς πιό ελληνότροπα λέμε Ορθόδοξο Χριστιανικό Θεολογικό χαρακτήρα.
Γιά τους όρους : ομολογία- ομολογιακό- κατήχηση- κατηχητικό- γνωστικό, πολιτιστικό, θρησκειολογικό κ.ά. πολύ θά ήθελα να μιλήσω.... ο χρόνος όμως δεν επιτρέπει. Επισημαίνω μόνο ότι υπάρχει φόβος στο θεολογικό κόσμο για την ορολογία. Γιατί; Δεν το κατανοώ.
Εμείς θέλουμε εκπαίδευση που να οδηγεί τα παιδιά στη ζωή... στην κοινωνία. Έτσι θέλουμε και το ΜτΘ. Θα ήθελα να συστήσω σ' όσους δεν την διάβασαν- να διαβάσουν την ομιλία που έκανε το Δεκέμβριο του 2008 στη Θεολογική Σχολή του Καποδιστριακού ο γερμανός καθηγητής Thomas Kothmann. Δείχνει το τι γίνεται σχετικά στη Γερμανία. Είναι εξαιρετικά σημαντική. Όσον αφορά στο θέμα της «πιεστικής επιβολής» στα παιδιά της πίστης των Ελλήνων- των Ορθοδόξων Ελλήνων (να συνεννοούμαστε: της πίστης των πατέρων τους), να πώ μόνο δυό πράγματα:
α) Υπάρχει πρώτα η παράδοση του λαού μας. Και η έκφραση αυτής της παράδοσης στο Σύνταγμα και τους Νόμους του Κράτους. Ναί, είμαστε Χριστιανοί και θέλουμε τα παιδιά μας να εξακολουθήσουν να είναι χριστιανοί Ορθόδοξοι. Όσο και άν δεν το θέλουν κάποιοι άλλοι. Μή χριστιανοί.
β) Οι διεθνείς διακηρύξεις αναγνωρίζουν το δικαίωμα αυτό σέ κάθε άνθρωπο, σέ κάθε γενεά. Δέν θά αναφέρω Συμβάσεις Ρώμης ή Διακηρύξεις Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ή ό,τι άλλο. Είναι πολύ γνωστά άλλωστε. Θά προσθέσω τουτο μόνο. Και τελειώνω.
Ο πόλεμος κατά της πίστης μας, και κατ' επέκταση κατά του μαθήματος, κατά κάθε θρησκευτικής διδασκαλίας, γίνεται από τη μαχόμενη αθεΐα.
Πού μάς επιτίθεται, για να μή τολμούμε να αναπτύξουμε τη διδασκαλία των παιδιών μας. Όμως , το είπα και άλλοτε, άς μή φοβούνται. Η όποια διδασκαλία των δασκάλων δεν υποχρεώνει ποτέ κανένα. Το ζήτημα της αποδοχής και της βίωσης , της πίστης στο Χριστό, αλλά και όποιας πίστης, είναι προσωπικό του κάθε ανθρώπου. Καί είναι αγώνας ζωής.
Η διδασκαλία στο σχολείο δείχνει ένα δρόμο. Η συνεργασία με την Εκκλησία δείχνει το πώς θά κατορθωθεί. Κάποιοι μπορεί να τον ακολουθήσουν από τα πρώτα τους χρόνια. Κάποιοι θά αγωνίζονται μεχρι τα 40,50,60. Αλλοι μεχρι τα 80 - μεχρι το τέλος. Καί για μενα και για όλους είναι ζήτημα αγώνα , η πίστη. Δεν είναι θέμα επιτυχημένης ή όχι διδασκαλίας στο σχολειό. Ας μη προσπαθούν λοιπόν αυτή τη διδασκαλία να την αποδυναμώσουν, να την καταργήσουν.
Εμείς, θέλουμε με τη θρησκευτική διδασκαλία μας, θέλουμε να δείχνουμε στα παιδιά μας τον κόσμο και τη ζωή του και το Χριστό και τη διδασκαλία Του, αλλά και να αποδείχνουμε ότι ο Χριστός «νενίκηκεν τον κόσμον»..
Και μη με κατηγορήσετε ότι μ αυτά οδηγώ στο μίσος πρός την ετερότητα.
Γιατί ο Χριστός μας δίδαξε να αγαπάμε. Καί εμείς θέλουμε να αγαπάμε.

Επίσης έγιναν ερωτήσεις και συμμετοχή στις συζητήσεις σε διάφορα άλλα σημεία των εισηγήσεων και από τον Δημήτρη Βογιατζή και από τον Ηλία Φραγκόπουλο.
Γενικά η όλη συμμετοχή στην ημερίδα θεωρούμε ότι ήταν ιδιατέρως ικανοποιητική.


Ηλίας Χρ. Φραγκόπουλος - Δημήτριος Βογιατζής

Πηγή: http://www.petheol.gr/

Το κρεμμύδι της γριάς (Θ.Ντοστογιέφσκι)


Γράφει ὁ μεγάλος ρῶσσος φιλόσοφος λογοτέχνης Θεόδωρος Ντοστογιέφσκι στό βιβλίο-ἀριστούργημά του «Ἀδελφοί Καραμάζωφ».
Σέ ἕνα χωριό ζοῦσε μιά σεβάσμια γερόντισσα. Τήν ἐκτιμοῦσε ὅλος ὁ κόσμος. Μά πιό πολύ ἐκτιμοῦσε ἡ ἴδια τόν ἑαυτό της.
Μιά ἡμέρα, ἡ γερόντισσα αὐτή πέθανε ὅπως ὅλοι. Ἔκλεισε τά μάτια της καί «κοιμήθηκε». Μά ὅταν σέ λίγο ξύπνησε, στήν ἄλλη ζωή, διαπίστωσε (πρός μεγάλη ἀγανάκτησή της!), ὅτι εἶχε βρεθεῖ σέ μιά μεγάλη λίμνη φωτιά. Καί βλέποντας κάποια στιγμή τόν ἄγγελό της στήν ὄχθη, τοῦ φώναξε:
-Κάποιο λάθος ἔγινε! Ἐγώ, πρόσωπο σεβαστό, δέν ἔπρεπε νά βρίσκομαι ἐδῶ!
Ὁ ἄγγελος τήν συμπόνεσε. Καί φιλοτιμήθηκε νά ψάξει νά βρεῖ ἐλαφρυντικά, νά τήν βοηθήσει. Καί θυμήθηκε, ὅτι κάποτε εἶχε δώσει σέ μιά ζητιάνα ἕνα φρέσκο κρεμμύδι, πού ἔτυχε καί ὁ ἄγγελος τό εἶχε μαζί του. Κρατώντας το λοιπόν ἀπό τά φύλλα τῆς τό ἔρριξε μπροστά της.
-Πιάσε το, νά σέ τραβήξω ἔξω. (Τῆς εἶπε).
Ἐκείνη τό ἔπιασε. Καί ὁ ἄγγελος ἄρχισε νά τήν τραβάει ἔξω ἀπό τήν λίμνη-φωτιά. Καί βλέποντάς την νά βγαίνει ἀπό τό πῦρ τῆς κόλασης ἁρπάχτηκαν ἀπό ἐπάνω της (ἀπό τά πόδια της, ἀπό τά χέρια της, ἀπό τά ροῦχα της), ἄλλοι πολλοί· μέ τήν ἐλπίδα νά βγοῦν καί αὐτοί· νά σωθοῦν!
Ἀλλά ἡ σεβάσμια γερόντισσα θύμωσε ἐναντίον τους! Ἦταν κατάσταση αὐτή; Νά κρεμαστεῖ ἡ ἀληταρία τοῦ κόσμου ἀπάνω της;
Καί ἄρχισε νά τούς κλωτσάει μέ ἀγανάκτηση.
-Τί εἶναι ἐτοῦτο πάλι! Μέ τό δικό μου κρεμμύδι θέλουν νά σωθοῦν ὅλοι αὐτοί;
Καί τό βλαστάρι τοῦ κρεμμυδιοῦ κόπηκε. Καί ὅλοι αὐτοί, καί ἡ σεβάσμια γερόντισσα μαζί, ξανάπεσαν στό αἰώνιο πῦρ.
Καί τώρα μία ἐρώτηση-ἀπορία:
-Γιατί κόπηκε τό κρεμμύδι;
Ἀπάντηση:
-Γιατί ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη. Καί θέλει νά ἔχουμε ἀγάπη. Ὅμως· ἡ γερόντισσα αὐτή δέν εἶχε ἀγάπη. Ἄν εἶχε ἀγάπη, θά ἔλεγε:
-Κάμε, Θεέ μου, μέ τήν εὐσπλαγχνία Σου, πιασμένοι ἀπό τοῦτο τό κρεμμύδι, νά βγοῦμε ὅλοι ἀπό ἐδῶ. Νά μή μείνει ἄνθρωπος στήν κόλαση κανένας.
Πηγή: εδώ 

Μια προφητική συνέντευξη του Οδυσσέα Ελύτη πριν 30 χρόνια για τον Ελληνισμό, την Ελληνικότητα και την Παιδεία!


Ατενίζοντας το μέλλον οι ποιητές, μιλούν για πράγματα και γεγονότα που ούτε φανταζόμαστε εμείς οι "κοινοί θνητοί".
Δείτε στο video τον κορυφαίο Έλληνα ποιητή σε συνέντευξη πριν 30 χρόνια να μιλά για τον Ελληνισμό και την Ελληνικότητα, τις αξίες και τις ιδεολογικές ρίζες του Έλληνα. Αναφέρεται στον κίνδυνο αλλοίωσης της φυσιογνωμίας του στην Ευρώπη και το παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον (γεγονός πλέον) και προτείνει ως λύση στο πρόβλημα την διάσωση, προβολή και εφαρμογή αυτών των αξιών. 

Κυριακή, 27 Φεβρουαρίου 2011

Με το τραγούδι αντιστεκόμαστε!


ΦΕΓΓΑΡΑΚΙ ΜΟΥ ΛΑΜΠΡΟ
Οταν, πριν ένα χρόνο, άρχισα να τραγουδώ στον Παντελή μου το "φεγγαράκι μου λαμπρό", δεν πίστευα ότι είναι ένα χρηστικό τραγούδι αλλά ένα άσμα αφηγούμενο τους κόπους παρελθόντων ετών, για την απόκτηση της γνώσης.
Ηταν δηλαδή σαν να του μάθαινα ιστορία, τραγουδιστά.
Τώρα πια, φοβούμαι πως σε λίγα χρόνια που ο Παντελής, συν Θεώ, θα πηγαίνει σχολείο, θα αναγνωρίζει στο τραγούδι καταστάσεις βιωματικές καθώς τα σχολεία κλείνουν υπό τον εξωραϊσμένο όρο "συγχώνευση".
Συν και χώνευση. Δηλαδή, περίπου, να τα χωνέψουμε τα σχολειά το ένα μέσα στο άλλο, μέχρι να μην μείνει (σχεδόν) κανένα. 
Ετσι είναι οι Ευρώπες, έτσι οι σύγχρονες τακτικές.
Θα φτάσουμε να ξεκινούν, πάλι, ξημερώματα οι μαθητές και δρόμο παίρνουν, δρόμο αφήνουν να φτάνουν στο κεφαλοχώρι ή την μεγάλη πολιτεία, για να μάθουν λίγα γράμματα: Σε ένα σχολείο που δεν θα τους δίνει την αληθινή ιστορία, θα έχει εξαλείψει τα της ορθοδοξίας και γενικώς θα έχει καταστεί ένα άχρωμο και άοσμο πράγμα, ακίνδυνο για τις αρχές της Νέας Τάξης και άκρως επικίνδυνο για την αξιοπρέπεια του ανθρώπου και την ελευθερία των ιδεών.
Κι αν ακριβώς δεν πηγαίνουν τα παιδιά με τα πόδια, αγουροξυπνημένοι γονείς, εκνευρισμένοι και με το καθημερινό ξόδιασμα της βενζίνης, θα τρέχουν και δεν θα φτάνουν, για ποιόν ακριβώς λόγο και με ποιόν σκοπό;
Ο λόγος: Επειδή, τάχα, κάνουμε οικονομία για να σώσουμε την Ελλάδα από την πτώχευση.
Ο σκοπός: Να αποκτήσουν τα παιδιά γνώσεις.
Ο αληθινός λόγος: Οσο λιγότερα σχολεία, τόσο πιο ακίνδυνοι, για την εξουσία, πολίτες.
Ο αληθινός σκοπός: Πολίτες δίχως τήν ιδιαιτερότητα της εθνικότητας και την ρίζα μιας τρυφερής θρησκείας που τους συγκροτούν σε αυριανούς επαναστάτες, κατά του παγκόσμιου αίσχους.
Να μην έχουν τα παιδιά μας, κοινές ρίζες και αφετηρίες. 
Να διακοπεί η επαφή με κείνους που έγιναν ορόσημα και οδοδείκτες και έτσι οι αυριανοί αυτής της χώρας να είναι απλά ένοικοι που λίγο θα τους νοιάζει αν θα τους λένε Ελληνες ή τίποτε.
Η απόλυτη κυριαρχία του "τίποτε" που ετοιμάζει τις τρίβους της παγκόσμιας υποταγής και της υποτέλειας.
Ενα απέραντο και ιδιότυπο στρατόπεδο συγκέντρωσης αδιάφορων για την τελειότητα και την αγιότητα ανθρώπων, που θα γίνουν αριθμοί και μάλιστα δικαιωματικά, καθώς, εκ προμελέτης, θα έχουν πάψει να είναι άνθρωποι, δηλαδή άνω θρώσκοντες....
Ενα στρατόπεδο ομοιομορφίας: Δίχως τον διαφορετικό τρόπο που έρχεται η άνοιξη σε τούτη τη χώρα, χωρίς τον αλλιώτικο χειμώνα μιας άλλης γης, δίχως να νιώθουμε το ξεχωριστό του ηλιοβασιλέματος, όταν ο ήλιος κάνει τις ειδικές γωνίες πτώσης πάνω από τα βουνά της Ελλάδος και τις αλλιώτικες πάνω από τις πεδιάδες μιας άλλης πατρίδας, χωρίς οι ανατολές να μυρίζουν σε μια πατρίδα γιασεμί και σε άλλη μυριστικά της εκεί χώρας, με το delete της μνήμης σε μόνιμη ενεργοποίηση, μέχρι οι κινητοποιούσες πατρίδες, να καταστούν απολιθώματα δίπλα σε κείνα των πάλαι ποτέ, δεινοσαύρων...
Ομως εμείς είμαστε ακόμη εδώ......
Εμείς, οι τελευταίοι της μνήμης. 
Εμείς που θα συνεχίσουμε να μιλάμε και τώρα πια να ουρλιάζουμε, τους κοπετούς ενός προαναγγελθέντος θανάτου.
Είμαστε ακόμη εδώ για να τραγουδάμε, σαν ύμνο εθνικό, το φεγγαράκι το λαμπρό και να δείχνουμε στα μωρά μας πού είναι αυτό το φεγγαράκι, στις νύχτες των καλοκαιριών που δεν μπορούν να μας στερήσουν.
Είναι εδώ το κλάμα μας που θα γίνει φθόγγος νέας ελληνικής γλώσσας συνθηματικής και θα λέμε πάλι "Λόλα να ένα μήλο" και θα δείχνουμε τα δέντρα που οι ρίζες τους φτάνουν σε κόκαλα πατέρων που δεν τους βρήκαμε να τους ξεθάψουμε και θα τους αφήσουμε πια εκεί, για να κοκκινίζει το μήλο της μικρής Λόλας και΄νάναι αυτό ο μυστικός κώδικας της αντίστασης.
Θα ξαναπούμε στα παιδιά την αλήθεια, ένα βράδυ, στο νανούρισμα "Κοιμήσου και παρήγγειλα στην Πόλη τα προικιά σου" και ο άγγελος τους θα τα πηγαίνει στις κατακόμβες των κρυφών συναξαριών και θα ευλογεί την αθωότητα της ονειρικής γνώσης.
Είμαστε ακόμη εδώ και είμαστε ακόμη Ελληνες......
Παντελή, θα σου ξαναπώ "φεγγαράκι μου λαμπρό" και θα σε μάθω να μην βολεύεσαι με λιγότερο ήλιο...
Και όταν μου απαντήσεις " Σώπα όπου νάναι θα χτυπήσουν οι καμπάνες" θα πω, γαληνεμένη, "νυν απολύεις...έφτιαξα τον επόμενο Ελληνα...."

Πηγή: http://anazhthseis-elena.blogspot.com/

Σάββατο, 26 Φεβρουαρίου 2011

ΑΓΑΠΗ ΝΑΙ· ΑΛΛΑ ΠΟΙΑ ΑΓΑΠΗ;

«ἐφ' ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε»
(Ματθ. κε' 40).

π. Γεώργιος Μεταλληνός

1. Η σημερινή ευαγγελική περικοπή έρχεται να μας υπενθυμίσει μια μεγάλη αλήθεια. Την περασμένη Κυριακή μίλησε το ιερό Ευαγγέλιο για την αγαθότη­τα του Θεού- Πατέρα, που περιμένει το πλάσμα του να επιστρέψει. Αυτό όμως δεν πρέπει να μας κάμει να ξεχάσουμε και την δικαιοσύνη Του. Ο Θεός δεν είναι μονάχα στοργικός Πατέρας. Είναι και δίκαιος Κριτής. «Οὔτε ὁ ἔλεος αὐτοῦ ἄκριτος, οὔτε ἡ κρίσης ἀνελεήμων» λέγει ο Μ. Βασίλειος. Θα κρίνει τον Κόσμο, μας λέγει το Ευαγγέλιο, και μάλιστα όχι αυθαίρετα, αλλά σύμφωνα με τα έργα μας. Μας φέρνει, λοιπόν, η σημερινή περικοπή ενώπιον του γεγονότος της κρίσε­ως. Και λέμε «γεγονότος», γιατί η παγκόσμια κρίση αποτελεί για την πίστη μας εσχατολογική βεβαιότητα και πραγματικότητα, που ομολογείται σ' αυτό το Σύμ­βολο μας ως εκκλησιαστική πίστη: «Και πάλιν ἐρχόμενον κρῖναι ζῶντας καί νεκρούς...».

Καλούμεθα, λοιπόν, σήμερα να συνειδητοποιή­σουμε τρία πράγματα Πρώτον, ότι Κριτής μας θα είναι ο Ι. Χριστός, ως Θεός. Σωτήρ ο Χριστός αλλά και Κριτής. Αν την πρώτη φορά ήλθε ταπεινός στη γη, «ἵνα σώσῃ τόν κόσμον», τώρα θα έλθει «ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ», ίνα κρίνη τον κόσμον. Αυτός που έγινε για μας «κατάρα» πάνω στον Σταυρό, έχει κάθε δικαίωμα να μας κρίνει, αν αφήσαμε να μείνει μέσα μας και στην κοινωνία μας ανενέργητη η θυσία Του. Δεύτε­ρον θα κρίνει όχι μόνο τούς Χριστιανούς, ούτε μόνο τούς εθνικούς, όπως πίστευαν οι Εβραίοι για την κρί­ση του Θεού. Θα κρίνει όλους τούς ανθρώπους, χρι­στιανούς και μη, πιστούς και απίστους. Τρίτον βάση της κρίσεως, το κριτήριο, θα είναι η αγάπη. Η στάση μας δηλαδή απέναντι στους συνανθρώπους μας. Καθο­λική - παγκόσμια η κρίση, καθολικό - παγκόσμιο και το κριτήριο. Ο παγκόσμιος νόμος της ανθρωπιάς, στον όποιο συναντώνται όλοι, χριστιανοί και μη. Και όσοι εγνώρισαν τον Χριστό και όσοι δεν μπόρεσαν να τον γνωρίσουν και γι' αυτό έμειναν μακριά από το Ευαγγέλιό Του. Στο νόμο αυτό, δεν υπάρχει χώρος για προφάσεις και δικαιολογίες. Η πείνα, η δίψα, η γύ­μνια, η αρρώστια, η φυλακή βοούν, δεν μπορούν να μείνουν κρυφά, για να έχει το δικαίωμα να ισχυρισθεί κάποιος πώς δεν τα πρόσεξε... Δεν μπορεί να τ' αγνοή­σει κανείς, χωρίς προηγουμένως να παύσει να έχει συναισθήματα ανθρώπου, αν δεν έχει τελείως «αχρειώσει», εξαθλιώσει, την εικόνα του Θεού μέσα του.

2. Το συγκλονιστικό μεγαλείο και την φρικτότητα της ώρας της Κρίσεως ζωγραφίζουν με υπέροχα χρώ­ματα οι ύμνοι της ημέρας. «Ὦ, ποία ὥρα τότε! ὅταν... τίθωνται θρόνοι καί βίβλοι ἀνοίγωνται, καί πράξεις ἐ­λέγχωνται καί τά κρυπτά τοῦ σκότους δημοσιεύον­ται»! Είναι φρικτή και η απλή σκέψη της ώρας της κρίσεως, γιατί όχι μόνο υπενθυμίζει την ανετοιμότητά μας να εμφανισθούμε μπροστά στο βήμα του φοβερού Κριτού, αλλά και διότι αποκαλύπτει την τραγικότητα της ζωής μας, την οποία δαπανάμε μέσα σε έργα μα­ταιότητος, που δεν αντέχουν στο φως της αιωνιότητος. Δεν δικαιούμεθα ενώπιον του κριτού μας για όσα ο κόσμος θεωρεί μεγάλα και σπουδαία: γνώσεις, θέ­σεις, τίτλους, αξιώματα, πλούτο, δόξα. Αυτά όλα είναι δυνατό μάλιστα να οδηγήσουν στην καταδίκη μας.

Κρινόμεθα βάσει της έμπρακτης εφαρμογής της αγά­πης μας. Όχι ως άτομα δηλαδή, αλλά ως μέλη της αν­θρώπινης κοινωνίας. Ο θεός δεν έπλασε άτομα, αυτό­νομα και ανεξάρτητα. Μάς έπλασε, για να γίνουμε πρόσωπα και κοινωνία προσώπων. Και οι μεγαλύτε­ρες αρετές, αν μείνουν απλώς ατομικές, είναι μετοχές χωρίς αντίκρυσμα ενώπιον του Μεγάλου Κριτού. Για­τί δεν βρήκαν την πραγμάτωση τους μέσα στην αν­θρώπινη κοινωνία. Δεν καταξιώθηκαν σε διακονίες. Έτσι λ.χ. η γνώση είναι θεία ευλογία, όταν όμως θηρεύεται για χάρη του συνανθρώπου, για την διακονία του πλησίον. Το ίδιο και η εγκράτεια και η ευλάβεια, και η νηστεία και σύνολη η άσκησή μας. Αν όλα αυ­τά γίνονται για μια ατομική δικαίωση και όχι ως δια­κονία των αδελφών, των πλησίον, μας ελέγχει η φωνή του Θεού: «Ἔλεον θέλω καὶ οὐ θυσίαν» (Ματ. θ΄ 13)! Αγάπη θέλω και όχι την θρησκευτικότητα, που αποβλέπει στην αυτοέξαρση και την αυτοπροβολή. Πού βλέπει τον τύπο ως πεμπτουσία της ευσέβειας.

3. Ο κόσμος έχει μάθει να εξαγοράζει τα πάντα, ακόμη και τις συνειδήσεις. Στο χώρο όμως της πίστε­ως δεν ισχύει ο νόμος αυτός. Η ατομική ευσέβεια δεν μπορεί να εξασφαλίσει θέση στην βασιλεία του Θεού, αν δεν γίνει πρώτα εκκλησιαστική, αν δεν συνοδεύε­ται δηλαδή από τα έργα της αγάπης. Ο στίβος του χριστιανού είναι και η κοινωνία και όχι μόνο το «ταμιείον». Εις το ταμιείον του καταφεύγει ο Χριστια­νός για τον πνευματικό του ανεφοδιασμό. Ποτέ όμως δεν εξαντλείται η πολιτεία του στο στενό χώρο της α­τομικότητας του. Αν η πνευματικότητα μας είναι ορ­θή, θα οδηγεί σε ανιδιοτελή αγάπη. Ας το ακούσουμε μια για πάντα: Το επιχείρημα των γλυκανάλατων χρι­στιανών της ανευθυνότητος και του «λάθε βιώσας» δεν έχει καμμιά δύναμη: «Κύτταξε την ψυχή σου» δεν σημαίνει τίποτε περισσότερο από δειλία και υποχώ­ρηση, αν δεν συνοδεύεται και από το στίβο: «Πάλευσε για να φτιάξεις τη χριστιανική σου κοινωνία». Διαφορετικά είμασθε κατά λάθος ανάμεσα σε χριστια­νούς. Η θέση μας είναι κάπου στην Άπω Ανατολή, στη νέκρωση του νιρβάνα.

4. Αισθάνομαι όμως την ανάγκη να προλάβω στο σημείο αυτό μια απορία. Αν κρινόμασθε βάσει της έμπρακτης αγάπης μας, τότε που πηγαίνει η πίστη; Ποια σημασία έχει ο υπέρ της πίστεως και της καθαρότητος του δόγματος αγώνας; Αν δεν έχει διαστά­σεις αιώνιες, τότε γιατί να γίνεται;

Κατά την ώρα της κρίσεως η πίστη, και ως αφο­σίωση και ως διδασκαλία, δεν αποκλείεται, όπως πι­στεύουν εν πρώτοις πολλοί. Προϋποτίθεται. Κριτής μας είναι Ο ΧΡΙΣΤΟΣ. Μας σώζει η μας κατακρίνει η συμπεριφορά και στάση μας απέναντι του. Γιατί μας διευκρινίζει ότι στο πρόσωπο Του αναφέρεται κάθε πράξη μας προς τον συνάνθρωπό μας, καλή ή κακή. Ηθικά αδιάφορες πράξεις δεν υπάρχουν. Αν τονίζει σαν κριτήριο την αγάπη, δεν σημαίνει πώς θέλει ν' αποκλείσει την πίστη. Θέλει να προλάβει ακριβώς την καταδίκη της πίστεως εκ μέρους μας σ' ένα σύνολο θεωρητικών αληθειών χωρίς ανταπόκριση και εφαρ­μογή στη ζωή μας. Όπως ο κεκηρυγμένος άθεος και ο συνειδητός αρνητής της πίστεως μεταφράζει την α­θεΐα και απιστία του σε αντίθεα έργα, έτσι και ο πιστός πρέπει να κάμει την πίστη του κινητήρια δύναμη της ζωής του. Γιατί «ἡ πίστις χωρὶς τῶν ἔργων» (Ιακ. β΄ 20) της α­γάπης, είναι νεκρά. Δεν αποκλείει, λοιπόν, την πίστη, αφού αυτή είναι η προϋπόθεση του ορθού βίου και της σωτηρίας. Αλλά και κάτι περισσότερο. Όχι μόνο «ὁ μή πιστεύσας» (εις τον Χριστό) δεν σώζεται, αλλά και ο μη ορθώς πιστεύσας. Ο Θεός δεν είναι μόνο α­γάπη, είναι και αλήθεια (Ιωαν. ιδ' 6· Α' Ιωαν. δ' 8· δ' 16· ε' 6) και μάλιστα Αυτοαλήθεια. Όποιος προδίδει την αλήθεια προδίδει και την αγάπη. Η αγάπη του Χριστού «συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ» (Α΄ Κορ. ιγ΄ 6) συζεί δηλαδή και συνευδοκιμεί με την αλήθεια, δεν υπάρχει χωρίς αυ­τήν. Να λοιπόν πώς καταξιώνεται ο αγώνας για την καθαρότητα του δόγματος. Γιατί είναι αγώνας για την αγάπη, είναι η μεγαλύτερη εκκλησιαστική διακονία. Είναι αγώνας πρώτιστα κοινωνικός, γιατί γίνεται χά­ριν του Λαού του Θεού, για να μείνει ανεπηρέαστος α­πό την πλάνη, που είναι πραγματική αυτοκτονία.

Αδελφοί μου!

Όταν ο Χριστός μας ανέφερε την παραβολή της Κρίσεως, οι λόγοι του μπορούσαν να νοηθούν όχι μό­νο σε συνάρτηση προς τούς συγχρόνους του, αλλά και προς όσους έζησαν πριν απ' Αυτόν. Όσοι δεν γνώρισαν τον Χριστό, μπορούν να έχουν λόγους να κριθούν μόνον για την αγάπη τους, μολονότι αγάπη χωρίς πίστη στον Θεό δεν είναι ποτέ δυνατόν να υπάρχει. Όποιος ειλικρινά ασκεί την αγάπη «δέχεται» τον Θεό, έστω και αν τον αγνοεί. Ο άπιστος δεν δύνα­ται να έχει παρά μόνο φαινομενικά αγάπη. Και μόνο εκεί, που υπάρχει βάπτισμα και «άγιο Πνεύμα», είναι δυνατό να υπάρξει «τελεία αγάπη», αγάπη χριστιανι­κή.

Το ζήτημα όμως πρέπει, νομίζω, να τεθεί κατ' άλ­λο τρόπο. Όταν εμείς σήμερα ακούμε την παραβολή, δύο χιλιάδες χρόνια μετά την σάρκωση του Υιού του Θεού, πώς είναι δυνατόν να χωρίσουμε από την αγά­πη μας την (ορθή) πίστη; Το Ευαγγέλιο λέγει καθαρά: «ὁ… μὴ πιστεύων ἤδη κέκριται, ὅτι μὴ πεπίστευκεν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ μονογενοῦς υἱοῦ τοῦ Θεοῦ» (Ίωαν. γ' 18). Μετά την ένσαρκη δηλαδή οικονομία η κρίση εί­ναι συνέπεια της στάσης κάθε ανθρώπου έναντι του Χρίστου. Κριτήριο μένει η αγάπη. Αγάπη όμως που προϋποθέτει την εις Χριστόν πίστη. Γιατί αυτή είναι η μόνη αληθινή. Αυτή μονάχα δικαιώνει και σώζει...

ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΈΡΟΥ
ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ
ΦΩΣ ΕΚ ΦΩΤΟΣ
«Κηρύγματικές σκέψεις στα ευαγγελικά αναγνώσματα»
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"
Θεσσαλονίκη
Πηγή: http://www.impantokratoros.gr/metallhnos_kyriakh_apokreo.el.aspx

Οι δρόμοι για την τελειότητα είναι πολλοί. Μια διδακτική ιστορία.


«Κάποτε, στην ώρα της προσευχής στο κελί του, ο μέγας Μακάριος άκουσε μια φωνή άνωθεν, να του λέγει:

-Μακάριε, πρέπει να ξέρεις, πώς, παρά τις προσευχές και την άσκησή σου, δεν έφτασες ακόμη στα μέτρα της αρετής, πού έχουν ανέβει εκείνες οι δύο γυναίκες, στη τάδε πολιτεία.

Το πρωί ο Γέροντας σηκώθηκε, άρπαξε το ξύλινο ραβδί του και πήρε το δρόμο για την πολιτεία εκείνη. Όταν έφτασε, ρώτησε κι έμαθε, που μένουν εκείνες οι γυναίκες και χτύπησε την πόρτα τους. Βγήκε λοιπόν ή μία γυναίκα και τον υποδέχτηκε στο σπίτι, με πολύ χαρούμενο πρόσωπο. Ώσπου να καθίσει ο Γέροντας να πάρει μια ανάσα, ήρθε και ή άλλη. Τότε τις κάλεσε και τις δυο κοντά του και μόλις κάθισαν τους λέει:

-Έκαμα όλο το δρόμο και υπέμεινα τόση κούραση, ώσπου από την έρημο να φτάσω ίσαμε εδώ. Σάς παρακαλώ, λοιπόν, να μου πείτε ποια είναι ή πνευματική σας εργασία και οί αρετές, πού αγωνίζεστε ν’ ασκείτε.

Εκείνες απαντούν, με πολλή απλότητα

-Πίστεψε μας, άγιε Γέροντα, πώς δεν μένουμε έξω από τα κρεβάτια των συζύγων μας. ποια εργασία πνευματική λοιπόν, περιμένεις από μας;

Όμως, ο Γέροντας τους έβαλε μετάνοια και τις παρακάλεσε να του φανερώσουν την αρετή τους.

Βλέποντας τότε την πολλή υπομονή του, είπαν στον άγιο Γέροντα

-Εμείς είμαστε ξένες για τούτο τον κόσμο, κ’ έτυχε να παντρευτούμε συζύγους, πού ήταν αδέλφια κατά σάρκα’ Από τότε, πού ζούμε σε τούτο το σπίτι με τους άνδρες μας, δεν θυμούμαστε να ‘ χουμε μαλώσει ποτέ μεταξύ μας, ούτε να πούμε άσχημη κουβέντα ή μια στην άλλη. πάντα μας ζούμε, όλα τα χρόνια με ειρήνη και ομόνοια, αγαπημένες. Κάποτε μας ήρθε ένας περίεργος λογισμός: Να εγκαταλείψουμε τους άνδρες μας και να πάμε σ’ ένα γυναικείο μοναστήρι να ζήσουμε. Κάναμε αγώνα και παρακαλέσαμε πολύ τους άνδρες μας να αφήσουν να φύγουμε. Μα δεν τα καταφέραμε να τους πείσουμε. Έτσι, καθώς δεν πετύχαμε αυτό το σκοπό μας, κάναμε μια συμφωνία (οι δυο μας με το Θεό): να μη βγει ποτέ απ’ το στόμα μας κανένας κοσμικός λόγος, αδιαφόρετος.

Ακούγοντας τούτα τα λόγια ό άγιος εκείνος Γέροντας, θαύμασε και είπε:

-Αληθινά δεν παίζει κανένα ρόλο το ν’ ακολουθεί κανείς τον παρθενικό βίο ή τον έγγαμο, το νά’ ναι μοναχός ή κοσμικός, για να του χαρίσει ό Θεός το πνεύμα του και το έλεος του’ εκείνο, πού μονάχα ζητάει από μας είναι ή προαίρεση.

Ό Γέροντας οικοδομήθηκε πνευματικά πολύ από την αρετή τους κ’ επέστρεψε στο κελί του, στην έρημο δοξάζοντας το Θεό»

Προέλευση: http://vatopaidi.wordpress.com/2011/02/26/%CE%BF-%CE%BC%CE%AD%CE%B3%CE%B1%CF%82-%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BF%CE%B9-%CE%B4%CF%85%CE%BF-%CE%B3%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%AF%CE%BA%CE%B5%CF%82/

Προκαθάρωμεν ... Δοξαστικό των αίνων, Κυριακή της Απόκρεω

Ψυχοσάββατο και Κυριακή των Απόκρεω


Το Σάββατο πριν από την Κυριακή της Απόκρεω, λέγεται - «Σάββατο των Ψυχών» ή Ψυχοσάββατο. Είναι το πρώτο από τα δύο Ψυχοσάββατα του έτους (το δεύτερο επιτελείται το Σάββατο πριν από την Κυριακή της Πεντηκοστής).

Ο λόγος που το καθιέρωσε η Εκκλησία μας, παρ' ότι κάθε Σάββατο είναι αφιερωμένο στους κεκοιμημένους, είναι ο εξής: Επειδή πολλοί κατά καιρούς απέθαναν μικροί ή στην ξενιτιά ή στη θάλασσα ή στα όρη και τους κρημνούς ή και μερικοί, λόγω πτώχειας, δεν αξιώθηκαν των διατεταγμένων μνημοσυνών, «οι θείοι Πατέρες φιλανθρώπως κινούμενοι θέσπισαν το μνημόσυνο αυτό υπέρ πάντων των άπ' αιώνος εύσεβώς τελευτησάντων Χριστιανών».

Επειδή την Κυριακή της Απόκρεω ποιούμε ανάμνηση της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού και οι κεκοιμημένοι μας ακόμη δεν κρίθηκαν, τους μνημονεύουμε σήμερα και, επικαλούμενοι το άπειρο έλεος Του, παρακαλούμε τον Θεό με το μνημόσυνο πού κάνουμε, να τους αναπαύσει. Συγχρόνως δε, ενθυμούμενοι και εμείς το θάνατο και «διεγειρόμεθα προς μετάνοιαν...».

Πηγή: Ορθόδοξος Συναξαριστής

Παρασκευή, 25 Φεβρουαρίου 2011

Ποιοι χρειάζονται το Νόμο για την «ξενοφοβία» και τον «ρατσισμό»; (Πολυπολιτισμός και μεταμοντέρνα αντίληψη ελέγχου της ελευθερίας του λόγου και όχι μόνο)


Εν μέσω απεργιακών κινητοποιήσεων και δραματικών εξελίξεων στην οικονομία το Υπουργείο Δικαιοσύνης αποφάσισε να εισάγει σε Δημόσια Διαβούλευση το Σχέδιο Νόμου για την καταπολέμηση ιδιαίτερα σοβαρών μορφών και εκδηλώσεων ρατσισμού και ξενοφοβίας, μέσω του ποινικού δικαίου.

Προβληματίστηκα με το εν λόγω Νομοσχέδιο και έκανα μια μικρή έρευνα, διότι τις προσεχείς μέρες είναι σίγουρο ότι θα τύχει ευρύτερης προσοχής από πολλούς, πλην όμως, ως συνήθως γίνεται, η παραπληροφόρηση και η άγνοια, καραδοκούν.

Ας δούμε πως έχουν τα πράγματα στο δίκαιό μας. Στην Ελλάδα μέχρι σήμερα εφαρμόζεται ο Νόμος 927/1979.



Ποιος είναι ο Νόμος 927/1979; Είναι ο νόμος με τον οποίο η Ελληνική Πολιτεία εφήρμοσε στο ελληνικό δίκαιο, την υπ’ αριθ. 9464 Διεθνή Σύμβαση, η οποία συνήφθη υπό την αιγίδα του ΟΗΕ στις 07.03.1966 στην Νέα Υόρκη, ακολουθώντας τον οδό που χάραξε το ψήφισμα 1904/XVIII της Γενικής Συνέλευσης, και υιοθετήθηκε από την Γενική Συνέλευση με το ψήφισμα 2106/ΧΧ στις 21.12.1965 και την οποία πρωτογενώς κύρωσε η χώρα μας, με το Ν.Δ. 494/1970 «Περί κυρώσεως της διεθνούς συμβάσεως περί καταργήσεως πάσης μορφής φυλετικών διακρίσεων», εν μέσω δικτατορίας παρακαλώ. Κρατήστε το γιατί έχει ενδιαφέρον για πιο μετά…



Μάλιστα με το Άρθρο 24 Ν. 1419/1984 αργότερα ορίστηκε ότι όπου στο Ν. 927/1979 “περί κολασμού πράξεων ή ενεργειών αποσκοπουσών εις φυλετικάς διακρίσεις” αναφέρεται η φυλετική ή εθνική καταγωγή, προστίθεται και η περίπτωση του θρησκεύματος.



Καταρχήν λοιπόν, τα κράτη που υπέγραψαν τη Διεθνή Σύμβαση, συμφώνησαν να απαγορεύσουν τις φυλετικές και εθνικές διακρίσεις στις σχέσεις τους με τους πολίτες τους ή τους κατοίκους της επικράτειάς τους.



Ως φυλετική τώρα διάκριση, κατά την Σύμβαση (άρ. 1 παρ. 1) νοείται «πάσα διάκριση, εξαίρεση, παρεμπόδιση ή προτίμηση βασιζομένη επί της φυλής, του χρώματος, της καταγωγής ή της εθνικής ή εθνολογικής [ethnic] προελεύσεως». Κατανοητό νομίζω.



Εμείς κυρώσαμε την εν λόγω Διεθνή Συνθήκη με το Ν.Δ. 494/1970 «Περί κυρώσεως της διεθνούς συμβάσεως περί καταργήσεως πάσης μορφής φυλετικών διακρίσεων».



Ταυτόχρονα όμως το Σύνταγμά μας (άρ. 5 παρ. 2 εδ. α΄ Συντάγματος) ήδη προβλέπει ότι

«2. Όλοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση εθνικότητας, φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων. Εξαιρέσεις επιτρέπονται στις περιπτώσεις που προβλέπει το διεθνές δίκαιο.»



Επομένως ο ορισμός της ως άνω Σύμβασης, τυγχάνει στενότερος του άρ. 5 παρ. 2 εδ. α΄ Συντάγματος.



Το Σύνταγμα μας λοιπόν ήδη προστατεύει τα ανθρώπινα δικαιώματα και συνάμα απαγορεύει, στις σχέσεις κράτους, αφενός και κάθε ανθρώπου εβρισκομένου εν τη ελληνική επικρατεία αφετέρου, τις διακρίσεις λόγω γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων και κατά τούτο, όχι μόνο είναι ήδη εναρμονισμένο με την Σύμβαση, αλλά επεκτείνει την προστασία του σε δικαιώματα τα οποία αρχικώς δεν καλύπτονται από τον ορισμό της Διεθνούς Σύμβασης.



Ωστόσο ενδιαφέρον πολύ παρουσιάζουν οι διατάξεις της Διεθνούς Σύμβασης που περιλαμβάνονται στο άρθρο 4 αυτής. Καθορίζεται κατά κάποιο τρόπο μια διεθνής υποχρέωση των κρατών που τη συνυπογράφουν, να απαγορεύσουν τις εθνικές – φυλετικές διακρίσεις με θετικό τρόπο (νομοθετώντας κυρίως μέσω των Ποινικών τους Νόμων). Δηλαδή υποχρεώνει τα κράτη που την κυρώνουν, να εισάγουν εσωτερικού δικαίου διατάξεις που να καθιερώνουν άμεση ενέργεια αυτής της πρόβλεψης της Συνθήκης και σε τρίτους μεταξύ τους (ιδιωτικές σχέσεις) και όχι μόνο στις δημοσίου χαρακτήρα σχέσεις των κρατών, αφενός και των πολιτών τους ή των κατοίκων της επικράτειάς τους, αφετέρου. Και ενώ πολλά κράτη (Αυστρία, Βέλγιο, Γαλλία, Ιρλανδία, Ιταλία, ΗΒ και βεβαίως οι ΗΠΑ) επιφυλάχθηκαν της διάταξης αυτής, διακηρύσσοντας ότι το επίμαχο άρθρο 4, δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως περιορίζον ή περιγράφον τα βασικά συνταγματικά δικαιώματα που καθορίζονταν στα συντάγματά τους (αναλογικά με το δικό μας άρθρο 5 Συντάγματος), εμείς, όχι μόνο δεν διακηρύξαμε κάτι τέτοιο, αλλά αντιθέτως νομοθετήσαμε και το Ν. 927/1979, με τον οποίο στην ουσία καταστήσαμε κοινό ποινικό αδίκημα την φυλετική ή εθνική διάκριση και στις μεταξύ των κατοίκων ή πολιτών της χώρας, σχέσεις.



Μεγάλη κατάκτηση θα έλεγε κανείς, αν ήδη με το Σύνταγμά μας δεν προβλέπονταν στο άρθρο 25 παρ. 1 ότι «Τα δικαιώματα αυτά [εννοεί τα ατομικά δικαιώματα, περιλαμβανομένου και του δικαιώματος του άρθρου 5 παρ. 2 εδ. α΄] ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Δηλαδή το Σύνταγμα μας ήδη επιβάλει το σεβασμό των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων όχι μόνο στις σχέσεις Κράτους και Πολίτη αλλά και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών.



Με βάση όλα α παραπάνω αναρωτιέται κανείς επί ποιου θέματος έρχεται σήμερα να νομοθετήσει το Υπουργείο; Τι ακριβώς θέλει να εξυπηρετήσει;



Το νέο πόνημα του Υπουργείου Δικαιοσύνης φέρεται ότι ενσωματώνει στο εθνικό δίκαιο την Απόφαση-Πλαίσιο 2008/913/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 28ης Νοεμβρίου 2008 και την από 7 Μαρτίου 1966 Διεθνή Σύμβαση «περί καταργήσεως πάσης μορφής φυλετικών διακρίσεων» που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 494/1970.



Καταρχήν ενδιαφέρουσα είναι η πρεμούρα να ενσωματωθεί στο Εθνικό Δίκαιο μια Απόφαση, που στον νομικό κόσμο δεν παράγει δεσμευτικότητα για τα κράτη μέλη ανάλογης της Οδηγίας. Δεν ενσωματώνουμε Οδηγία και πολύ περισσότερο, Ευρωπαϊκό Κανονισμό, αλλά απλή Απόφαση. Τη στιγμή που εκκρεμεί από μέρους της Ελλάδας η ενσωμάτωση δεκάδων κρίσιμων Οδηγιών και Κανονισμών, για τις οποίες συρόμαστε στα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια, είναι το λιγότερο παράξενο, να επιδεικνύει η πολιτεία μας τόση σπουδή για μια απλή Απόφαση. Και εν πάσει περιπτώσει, πως η Ελληνική Πολιτεία δεν εξετάζει με καλύτερη ματιά το περιεχόμενο αυτής της Απόφασης, ιδωμένο και με τους οφθαλμούς του στενού εθνικού συμφέροντος; Ψιλά γράμματα θα μου πείτε, αλλά κατωτέρω υπάρχουν κάποια ενδιαφέροντα σημεία για προβληματισμό.



Για τη δε Διεθνή Σύμβαση τα είπαμε. Ωστόσο η απορία είναι εύλογη για το πώς γίνεται, εν έτει 2011, το νέο Νομοσχέδιο να ισχυρίζεται ότι ενσωματώνει μια Διεθνή Σύμβαση, ενώ ήδη με το Ν.Δ. 494/1970 «Περί κυρώσεως της διεθνούς συμβάσεως περί καταργήσεως πάσης μορφής φυλετικών διακρίσεων» και ήδη με τον Ν. 927/1979, αυτή η Διεθνής Συνθήκη έχει εδώ και 40 περίπου χρόνια όχι μόνο ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο, αλλά παράγει και άμεση τρινενέργεια στις ιδιωτικές σχέσεις και όχι μόνο στις σχέσεις κράτους – πολίτη ή κατοίκου, άσχετο αν το Σύνταγμα της Ελλάδος, ήδη από το 1975 όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, παρέχει επαρκή και άμεση προστασία. Περίεργο και αυτό ίσως…

Διαβάζοντας τώρα το σχέδιο Νόμου, κανείς θα εκπλαγεί. Ωραίοι νεολογισμοί και έννοιες περίεργες.

Ας πάρουμε το άρθρο 2 του Σχεδίου Νόμου.

Στο Άρθρο 2 τώρα του Νομοσχεδίου εισάγεται η έννοια της «εχθροπάθειας» όπου ο νομοθέτης τη νοεί αναφερόμενη τόσο στην καλλιέργεια όσο και στην εξωτερίκευση αισθημάτων μίσους και αντιπαλότητας.

Προσπαθώ να εντοπίσω στην Διεθνή Σύμβαση και στην ως άνω Απόφαση-Πλαίσιο 2008/913/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 28ης Νοεμβρίου 2008 την οποία ενσωματώνει το εν λόγω Νομοσχέδιο, την έννοια της εχθροπάθειας, αλλά ματαιοπονώ. Απλά δεν υπάρχει.

Δεν θα σας κουράσω με το να σας αναφέρω τα εν λόγω άρθρα αναλυτικά. Μια έρευνα του καθενός ή της καθεμιάς σας στο διαδίκτυο μπορεί να σας διαφωτίσει. Εκεί όμως που θα σταθώ λίγο είναι στο γεγονός ότι μια προσεκτική ματιά του Σχεδίου Νόμου αφενός και της Απόφασης-Πλαίσιο 2008/913/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 28ης Νοεμβρίου 2008 και της Διεθνούς Σύμβασης του 1966 αφετέρου, θα σας καταδείξει, χωρίς να είστε ειδικός, μια διαφορά στην λεκτική αποτύπωση του ελληνικού Νομοθετήματος. Θα αισθανθείτε ότι ο Έλληνας νομοθέτης προχωρά πιο πέρα από το γράμμα της σχετικής Απόφασης ή της Διεθνούς Σύμβασης.

Αυτό όμως που είναι πραγματικά ενδιαφέρον, είναι η διαστροφή των εννοιών.

Πάρετε για παράδειγμα την έννοια της «γενεαλογικής καταβολής», όπως περιγράφεται στο άρθρο 1 παρ. 1 α) της Απόφασης. Πως την ενσωματώνει ο Έλληνας Νομοθέτης; Κρατηθείτε … «γενετήσιο προσανατολισμό»… Σας φαίνεται διαφορετικό; Είναι! Η μια έννοια περιγράφει γενεαλογικά χαρακτηριστικά, η άλλη σεξουαλικές προτιμήσεις και ιδιαιτερότητες.

Επίσης η Απόφαση εισάγει την έννοια της «εθνοτικής καταγωγής» και ο Έλληνας νομοθέτης σπεύδει να την υιοθετήσει. Γιατί; Ποια η διαφορά της εθνικής από την εθνοτική καταγωγή και πως ο νομοθέτης έρχεται να υπογραμμίσει αυτή τη διάκριση στην Ελλάδα; Ποιοι π.χ. είναι αυτοί που έχουν διαφορετική «εθνοτική» καταγωγή σε σχέση με τους Έλληνες; Μήπως η εθνοτική καταγωγή αναφέρεται στις μειονότητες και ποιες είναι οι εθνοτικές μειονότητες στην Ελλάδα, δεδομένου ότι το επίσημο κράτος αναγνωρίζει, μέχρι σήμερα τουλάχιστον, μια μειονότητα στην Ελλάδα και αυτή δεν είναι «εθνοτική», αλλά «θρησκευτική»; Έχουν κάτι άλλο στο μυαλό τους; Μπορεί.



Δείτε επίσης τις διατάξεις για τη Θρησκεία. Στην Απόφαση Απόφαση-Πλαίσιο 2008/913/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 28ης Νοεμβρίου 2008 ορίζεται στο Προοίμιο ότι «Ο όρος «θρησκεία» θα πρέπει να νοηθεί ως αναφερόμενος γενικά σε πρόσωπα τα οποία προσδιορίζονται βάσει θρησκευτικής πίστης ή πεποιθήσεων» ενώ στο Άρθρο 1 παρ. 3 ορίζεται ότι «Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, η αναφορά στη θρησκεία θεωρείται ότι καλύπτει, τουλάχιστον, συμπεριφορά η οποία συνιστά πρόσχημα για να κατευθύνονται οι πράξεις κατά ομάδας προσώπων ή μέλους τέτοιας ομάδας που προσδιορίζεται βάσει φυλής, χρώματος, γενεαλογικών καταβολών, ή εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής». Τι λέει το Σχέδιο Νόμου στους Ορισμούς του; Ότι «ο όρος πρέπει να νοηθεί ως αναφερόμενος γενικά σε πρόσωπα τα οποία προσδιορίζονται βάσει θρησκευτικής πίστης ή άλλων περί την πίστη πεποιθήσεων» και μάλιστα η Αιτιολογική Έκθεση μας λέει ρητά, ότι ο ορισμός είναι επίτηδες τόσο ευρύς, ώστε να περιλαμβάνει και την αθεΐα. Κορυφαίο; Έχει και άλλο…



Οι έννοιες των πράξεων ή ενεργειών δυναμένες να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βία όπως ορίζονται στον Ν. 927/1979, ή οι έννοιες της δημόσιας υποκίνησης βίας ή μίσους ή της δημόσιας επιδοκιμασίας, ή άρνησης ή χονδροειδούς υποτίμησης εγκλημάτων πολέμου ή εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, που εισάγει η Απόφαση-Πλαίσιο 2008/913/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 28ης Νοεμβρίου 2008, μεταβάλλονται σε έννοιες όπως, πρόκληση ή διέγερση σε βιαιοπραγία ή εχθροπάθεια, ή εγκωμιασμός ή άρνηση ή εκμηδένιση της σημασίας εγκλημάτων γενοκτονίας ή εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας. Δεν σας παραξενεύουν οι νεολογισμοί; Η αιτιολογική έκθεση τους βρίσκει λογικούς και μάλιστα συνήθεις και νομικά επαρκώς ορισμένους. Λέτε;



Η Απόφαση-Πλαίσιο 2008/913/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 28ης Νοεμβρίου 2008 αναφέρει ότι η τέλεση πράξης που αναφέρεται στο στοιχείο α) (δηλαδή η δημόσια υποκίνηση βίας ή μίσους που στρέφεται κατά ομάδας προσώπων ή μέλους ομάδας, που προσδιορίζεται βάσει της φυλής, του χρώματος, της θρησκείας, των γενεαλογικών καταβολών ή της εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής) με δημόσια διάδοση ή διανομή φυλλαδίων, εικόνων ή άλλου υλικού, θα πρέπει να τιμωρείται επίσης. Τι λέτε να έκαναν τα δικά μας ξεφτέρια, ε; Ερμήνευσαν ότι αυτή η περίπτωση καταλαμβάνει ειδικά και το διαδίκτυο και την ηλεκτρονική ανταλλαγή ιδεών ή απόψεων, εισάγοντας μάλιστα και ειδικό άρθρο (άρθρο 5) σύμφωνα με το οποίο «Για τη μέσω του διαδικτύου τέλεση των εγκλημάτων του παρόντος νόμου απαιτείται: α) ο δράστης να είναι σωματικώς παρών στην Ελλάδα, ανεξάρτητα από το αν για τη πράξη του χρησιμοποιεί υλικό που φιλοξενείται σε σύστημα πληροφορικής στην Ελλάδα, ή β) το υλικό που χρησιμοποιεί ο δράστης να φιλοξενείται σε σύστημα πληροφορικής που βρίσκεται στην Ελλάδα, ανεξάρτητα από το αν αυτός είναι σωματικώς παρών στην Ελλάδα». Και πως θα αποδεικνύεται αυτό; Θα υπάρχει ηλεκτρονική παρακολούθηση των ινχών μας; Και αν ναι ποιος θα την αναλάβει; Τρικυμία εν κρανίω.





Αλλά τίποτα δεν είναι τυχαίο. Μας το λένε άλλωστε ευθέως. Όπως μας πληροφορεί η αιτιολογική έκθεση του Νομοσχεδίου, ο παρόν Νόμος 927/1979 όπως ισχύει έχει εφαρμοστεί ελάχιστα και κρίνεται «ανεπαρκής» ενόψει των σοβαρών προκλήσεων που αντιμετωπίζει σήμερα η χώρα μας και την μετάβασή της σε μια πολύ – πολιτισμική κοινωνία, με αποτέλεσμα να θεωρείται επιβεβλημένη η εισαγωγή ενός σύγχρονου και αποτελεσματικότερου νομοθετήματος (άρθρο 3 Αιτιολογικής Έκθεσης). Για να δικαιολογήσουν λοιπόν τις πραγματικές βλέψεις και σκοπούς τους, σε πλήρη εναρμόνιση με τον Νόμο για την Ιθαγένεια και την ολοκλήρωση της αποδόμησης της κοινωνικής και εθνικής συνοχής αυτού του Έθνους, σήμερα εισάγουν ένα κακέκτυπο της Απόφασης-Πλαίσιο 2008/913/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 28ης Νοεμβρίου 2008 προκειμένου να ποινικοποιήσουν κάθε διαμαρτυρία ή κάθε διαφορετική φωνή.
Και μην εκπλαγείτε αν σας πουν πιο μετά ότι εν πάσει περιπτώσει, ο νόμος δεν κάνει τίποτα περισσότερο από το να εξειδικεύει τη Διεθνή Συνθήκη του 1966 και την σχετική ευρωπαική Απόφαση και μιας και αναφέρεται σε διεθνή κείμενα, τα οποία η Ελλάδα έχει αποδεχθεί, βάσει και του Συντάγματος υπερισχύουν στην εσωτερική έννομη τάξη.

Θυμίστε τους ότι κάθε επικυρωμένη διεθνής σύμβαση (και όχι απλής ευρωπαικής Απόφασης) υπερισχύει κατ’ άρ. 28 παρ. 1 Συντ. μόνο κάθε αντιθέτου διατάξεως νόμου∙ όχι όμως και κάθε αντίθετης διάταξης του Συντάγματος. Η διεθνής σύμβαση ερμηνεύεται σύμφωνα με το Σύνταγμα και όχι αντιστρόφως. Αν το γράμμα και το πνεύμα της σύμβασης δεν συνάδει με το Σύνταγμα, μαντέψτε ποιος χάνει… Και το Σύνταγμά μας δεν προστατεύει μόνο τα ανθρώπινα δικαιώματα όπως περιγράψαμε και παραπάνω αλλά και τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα της ελευθερίας λόγου, γνώμης, συνάθροισης και ιδεών. Άλλωστε η ίδια η Απόφαση ορίζει στο άρθρο 7 αυτής ότι :
«1. Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο δεν συνεπάγεται μεταβολή της υποχρέωσης σεβασμού θεμελιωδών δικαιωμάτων και θεμελιωδών νομικών αρχών, συμπεριλαμβανομένων της ελευθερίας της έκφρασης και της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι, όπως κατοχυρώνονται στο άρθρο 6 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. 2. Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο δεν συνεπάγεται υποχρέωση των κρατών μελών να λαμβάνουν μέτρα που αντιβαίνουν προς τις θεμελιώδεις αρχές τους σχετικά με την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και την ελευθερία της έκφρασης, ιδίως την ελευθερία του τύπου και την ελευθερία της έκφρασης σε άλλα μέσα ενημέρωσης, όπως προκύπτουν από τις συνταγματικές παραδόσεις ή τους κανόνες που διέπουν τα δικαιώματα, τις ευθύνες και τις διαδικαστικές εγγυήσεις για τον τύπο ή άλλα μέσα ενημέρωσης, όταν οι κανόνες αυτοί αναφέρονται στον καθορισμό ή τον περιορισμό της ευθύνης.».

Η συνέχεια νομίζω θα παιχθεί επί των δικαστηρίων.

Πηγή: Ierofantis

Ένας καταπληκτικός ιστότοπος για τον ελληνικό πολιτισμό απο το Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού


Το Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού έχει εδώ και χρόνια πάρει την πρωτοβουλία και έχει στήσει έναν πολύ καλό ιστότοπο για θέματα Ελληνικής Ιστορίας, Τέχνης και άλλα.

Στην διεύθυνση http://web.ime.gr/ θα βρει ο επισκέπτης links με παραπομπή σε θεματικές ενότητες με διάφορες δραστηριότητες.

Επίσης στην διεύθυνση http://theodoros.ime.gr/ θα παρακολουθήσει την ιστορίκη, κοινωνική, θρησκευτική κ.λπ. κατάσταση του Βυζαντίου τον 10ο αιώνα μέσα απο τα βήματα ενός μοναχού, του Θεόδωρου. Στη συγκεκριμένη περιήγηση μπορούν οι μαθητές να συμμετέχουν με δραστηριότητες.

Επίσης στην διεύθυνση http://www.e-history.gr/ θα μπορέσει να έχει μια πλήρη παρουσίαση όλων των Περιόδων της Ελληνικής ιστορίας.

Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

Η απαξίωση του μαθήματος της Ιστορίας και η κατ' ουσία κατάργησή του στο Λύκειο

του Μιχάλη Η. Παπαδόπουλου

(Ο Μιχάλης Παπαδόπουλος είναι φιλόλογος στο Πειραματικό Λύκειο Αναβρύτων και Δρ Παιδαγωγικής)

Τα τελευταία χρόνια, εμφανίζεται αισθητή μείωση στην ποιότητα αλλά και την ποσότητα της ιστορικής γνώσης που αποκτούν οι μαθητές το δημόσιο Γυμνάσιο και Λύκειο, κάτι που όπως φαίνεται, αποτελεί συνειδητή εκπαιδευτική επιλογή στο πολιτικό περιβάλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο η Ιστορία ως μάθημα υποβαθμίστηκε καθώς είτε εντάχτηκε σε ευρύτερα γνωστικά αντικείμενα, όπως για παράδειγμα, οι «Ανθρωπιστικές Σπουδές» (Humanities) στην Αγγλία, είτε διδάχτηκε με σκοπό οι μαθητές να κατανοήσουν καλύτερα την ιστορική πορεία κυρίως σύγχρονων κοινωνικών φαινόμενων, όπως της μετανάστευσης, της ευρωπαϊκής ένωσης, του τραπεζικού συστήματος ή του κοινοβουλευτισμού . Η εθνική Ιστορία, επίσης, τείνει να εγκαταλειφθεί ή να διδαχθεί επιλεκτικά, με σκοπό οι μαθητές να περιοριστούν σε ορισμένα μόνο «σπουδαία» γεγονότα ή προσωπικότητες πάντα στο πνεύμα της ευρωπαϊκής συνεργασίας, όπως αυτή συστήνεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε).
Στην Ελλάδα, ειδικότερα, τα τελευταία χρόνια η υποβάθμιση της ιστορικής παιδείας στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού συστήματος πήρε τα εξής χαρακτηριστικά :
• Η έλλειψη κατάλληλης και διαρκούς επιμόρφωσης έχει απομακρύνει τους εκπαιδευτικούς από τις σύγχρονες εξελίξεις στον τομέα της ιστοριογραφίας και της διδακτικής με αποτέλεσμα, συχνά, να μην νιώθουν έτοιμοι να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του μαθήματος.
• Τα σχολικά βιβλία Ιστορίας είναι τις περισσότερες φορές ακατάλληλα για διδασκαλία και δυσνόητα .
• Η διδακτέα ύλη στα αναλυτικά προγράμματα είναι υπέρογκη, ενώ εξοβελίζονται σημαντικές περίοδοι της ελληνικής ιστορίας.
• Η εκάστοτε πολιτική ηγεσία θεωρεί σκόπιμο να αποσιωπήσει ή να διαστρεβλώσει σημαντικά ιστορικά γεγονότα ανάλογα με τις ιδεολογικές της καταβολές. Η αλλοιωμένη αυτή ιστορική γνώση έρχεται συχνά σε σύγκρουση όχι μόνο με τα επιστημονικά δεδομένα αλλά και με τη συλλογική συνείδηση, τις οικογενειακές αλλά και τοπικές μνήμες.
• Τα τελευταία χρόνια με το πρόσχημα ότι η Ιστορία μπορεί δήθεν να αναβιώσει παλιές έχθρες και πάθη, επιχειρείται η αφαίρεση σημαντικών περιόδων κυρίως της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Σε επίπεδο γλωσσικής διατύπωσης επιλέγεται, επίσης, μια ηπιότερη έκφραση, κάτι που ωστόσο δεν απομακρύνει τον κίνδυνο αστοχιών , όπως τον περίφημο πλέον «συνωστισμό της Σμύρνης ».
• Το μάθημα εξετάζεται στο Λύκειο ως αντικείμενο Γενικής Παιδείας είτε ανήκει στα επιλεγόμενα. Η φροντιστηριοποίηση του Λυκείου και η υποταγή του στις απαιτήσεις των πανελλαδικών εξετάσεων μετατρέπουν το μάθημα σε αγγαρεία και εμποδίζουν κάθε προσπάθεια για καλλιέργεια της ιστορικής σκέψης.
• Οι εκπαιδευτικοί θεσμοί , όπως οι πανελλαδικές εξετάσεις προάγουν είτε την αποστήθιση είτε την επιφανειακή πληροφόρηση και φυσικά, πάντα, τη συμμόρφωση με τις θέσεις του σχολικού βιβλίου.
Η υποβάθμιση αυτή συνοδευόμενη από άρθρα στον Tύπο , τα οποία ουσιαστικά συνηγορούσαν στην κατάργηση του μαθήματος οδήγησε στην περιθωριοποίησή του μαθήματος στον σχεδιαζόμενο νέο τύπο Λυκείου. Το μάθημα συγκαταλέγεται πλέον ανάμεσα στα επιλεγόμενα μαθήματα μαζί με την Κοινωνιολογία και τα Θρησκευτικά (Κοινωνικές Επιστήμες) αλλά και το μάθημα των Αρχαίων Ελληνικών στην Α’ Λυκείου (Αρχαιογνωσία). Οι μαθητές σίγουρα θα σκεφτούν αρκετά πριν επιλέξουν ένα μάθημα που παρουσιάζει δυσκολίες στη διδασκαλία και την κατανόησή του, αλλά και οι εκπαιδευτικοί που το διδάσκουν θα πρέπει να προάγουν τις δημόσιες σχέσεις τους, μήπως και συγκινήσουν κάποιους νέους που θα το επιλέξουν . Στη χειρότερη περίπτωση το μάθημα δεν θα διδαχθεί καθόλου, αφήνοντας νέους πολίτες στην αμάθεια σε σχέση με το ιστορικό παρελθόν του τόπου τους αλλά και στην στρεβλή πολιτική κρίση.
Τα κίνητρα των κέντρων εκείνων που στήριξαν την επιλογή αυτή και φαίνεται προς το παρόν να καταφέρνουν να περιθωριοποιήσουν το μάθημα της Ιστορίας στη δημόσια εκπαίδευση θα πρέπει να διακριθούν σε δύο κατηγορίες, σε επιστημονικά -επιστημολογικά κίνητρα και σε πολιτικά-ιδεολογικά.
Επιστημονικά και Επιστημολογικά κίνητρα

Τα τελευτά χρόνια το μάθημα της Ιστορίας διεθνώς τόσο στην πρωτοβάθμια όσο και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση αντιμετώπισε έναν ενορχηστρωμένο πόλεμο δεχόμενο κυρίως πυρά για την έλλειψη ενδιαφέροντος, την αναξιοπιστία, τη σχετικότητά του και την πολιτική ιδεολογία που υποκρύπτει . Παράλληλα, Η κίνηση της μεταμοντέρνας Ιστορίας γνώρισε ιδιαίτερη ανταπόκριση στο χώρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνδυαζόμενη με την τάση να ξαναγραφτεί η ιστορία με μια άλλη οπτική. Η μεταμοντέρνα θεώρηση της Ιστορίας αρνήθηκε το κύρος των ιστορικών πηγών αλλά και την αντικειμενικότητα της ιστορικής γνώσης και την ενέταξε στο χώρο της απλής ρητορικής αφήγησης.
Το μειωμένο ενδιαφέρον των μαθητών για την Ιστορία, όπως εμφανίζεται στον Τύπο και σε έρευνες θεραπεύει η χρήση της νέας τεχνολογίας στο μάθημα και η επιλογή του « πολλαπλού βιβλίου». Το μάθημα επομένως σύμφωνα με τους υποστηριχτές του μετασχηματισμού της διδασκαλίας της Ιστορίας, θα πρέπει να βάλει τους μαθητές στη διαδικασία να αναζητήσουν μόνοι τη γνώση στο διαδίκτυο ή σε άλλους οικείους σε αυτούς χώρους. Τα μέσο γίνεται το μήνυμα και η Ιστορία διαιρείται σε θέματα σύμφωνα μ ε το διδακτικό παράδειγμα της «διαθεματικότητας» και σε τομείς ανεξάρτητα από την ιστορική περίοδο και την ιστορική συνάφεια των γεγονότων. Η Ιστορία κατά αυτόν τον τρόπο μπορεί και να αυτοκαταργηθεί, αφού μπορεί να διδαχθεί ως πληροφορία και μέσα από τα Θρησκευτικά, την ,Κοινωνιολογία, την Τέχνη, τη Μαγειρική, τη Γεωγραφία, τη Γλώσσα και τη Λογοτεχνία, ακόμη και μέσα από τα Μαθηματικά. Την αποσπασματικότητα της ιστορικής πληροφορίας υπηρετεί και η ευρύτατα διαδεδομένη τα τελευταία χρόνια «Θεματική Ιστορία» που προτείνει την κάθετη ιστορική προσέγγιση με βάση το Θέμα κυρίως και λιγότερο την ένταξη των γεγονότων σε μια γενικότερη ιστορική αφήγηση.
Η πρόταξη επίσης, της λεγόμενης «Τοπικής Ιστορίας» και της «Μικροϊστορίας» σε σχέση με τη Γενική Ιστορία είχε ως αποτέλεσμα την αντικατάσταση σε πολλές περιπτώσεις της διδασκαλίας με τη μέθοδο των συνθετικών εργασιών project που πάντα στο ίδιο διαλυτικό πνεύμα προωθούν την επαφή του μαθητή με μεμονωμένες πηγές πληροφοριών από την οικογένεια, τον τόπο που διαμένει αλλά και στο διαδίκτυο.

Πολιτικά και ιδεολογικά κίνητρα
Η διάκριση σε ιδεολογικά και επιστημολογικά κίνητρα που επιχειρήσαμε, υπηρετεί κυρίως την καλύτερη κατανόηση των στοιχείων που παραθέτουμε και λιγότερο την πραγματική φύση τους αφού όπως δείχτηκε τόσο η διάδοση της μεταμοντέρνας θεώρησης όσο και η μικροϊστορία αποτελούν συνειδητές επιλογές της επίσημης εκπαιδευτικής πολιτικής σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Τα βαθύτερα επομένως αίτια που οδήγησαν σε σταδιακή υποβάθμιση την ιστορική παιδεία στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση υπήρξαν προπάντων πολιτικά και ιδεολογικά.
Πολιτικά από την άποψη ότι εξυπηρέτησαν συγκεκριμένα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα, αφού το μάθημα της Γενικής Ιστορίας ασκούσε ρητά ή άρρητα την πολιτική κρίση των μαθητών, ανιχνεύοντας κοινά σημεία στην πολιτική δράση ανάμεσα σε διαφορετικές εποχές και έκανε λόγο για επαναστατικά κινήματα, πολεμικές συγκρούσεις, ιδεολογίες και κοινωνικές τάξεις. Αντίθετα, η αποσπασματική ιστορική γνώση αποτέλεσε ένα άμεσα ελέγξιμο γνωστικό πεδίο που χρησιμοποιήθηκε κατάλληλα, για να ικανοποιήσει κυρίως τους ιδεολογικούς στόχους.
Έτσι, στο πεδίο της ιδεολογίας η υποβάθμιση της Ιστορίας ουσιαστικά εξυπηρέτησε τον οικονομικό φιλελευθερισμό και το συσχετισμό των πολιτικών δυνάμεων όπως αυτός διαμορφώθηκε μετά την πτώση των σοσιαλιστικών καθεστώτων στην ανατολική Ευρώπη. Η εθνική ιστορία συγκεκριμένων χωρών, όπως της Ελλάδας, αποτέλεσε εμπόδιο στη διάδοση της παγκοσμιοποίησης και στην οικονομική πολιτική «των ανοιχτών συνόρων». Επίσης, η ανάδυση εθνικιστικών αποσχιστικών κινημάτων σε ορισμένες χώρες κυρίως της πρώην Σοβιετικής Ένωσης είχε περισσότερο χαρακτήρα παραχάραξης της Ιστορίας του Β Παγκοσμίου Πολέμου και λιγότερο εθνικής ιστορίας. Η αλλοίωση της ιστορικής μνήμης αλλά και της ιστοριογραφίας όπως την ξέραμε μέχρι πριν λίγα χρόνια ξεκίνησε από τι πρώην σοσιαλιστικές χώρες και συνεχίστηκε σε όλη την Ευρώπη, εξισώνοντας το φασισμό με τον κομμουνισμό, και αποκρύπτοντας τα συγκρουσιακά φαινόμενα (πολέμους, επαναστάσεις, γενοκτονίες, εμφυλίους πολέμους ) στην Ευρωπαϊκή Ιστορία των δύο τελευταίων αιώνων.
Επιχειρήθηκε έτσι, η κατασκευή μιας δήθεν κοινής ευρωπαϊκής κουλτούρας ακόμη και σε έθνη που λεηλατήθηκαν και ερημώθηκαν από τις δυτικές σταυροφορίες και την επέμβαση των δυτικών αυτοκρατοριών. Υπερπροβλήθηκε το οικονομικό στοιχείο χωρίς να αναφέρονται οι ανταγωνισμοί και οι συγκρούσεις κυρίως κατά τον Μεσαίωνα, που οδήγησαν ακόμη και στη δημιουργία πολλών σημερινών ευρωπαϊκών κρατών. Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθούν προσχηματικά και δυσνόητα σχολικά βιβλία με θέμα την κοινή ευρωπαϊκή κληρονομιά, που ούτε διδάχτηκαν ποτέ συστηματικά ούτε κατάφεραν να περάσουν στους μαθητές του Λυκείου την ευρωπαϊκή αυτή συνείδηση. Η σύγχρονη αντιφατική πολιτική της ΕΕ στην οικονομία, οι «ανθρωπιστικοί της πόλεμοι μετά το 1990, και η εμπλοκή της στους πολέμους του Ιράκ, της Σερβίας , του Κοσσόβου και του Αφγανιστάν, αποσάθρωσαν ακόμη περισσότερο παρά συντελούσε στην οικοδόμηση αυτού του στόχου.
Έτσι η ΕΕ και η τωρινή πολιτική ηγεσία του υπουργείου Παιδείας της Ελλάδας προέκριναν τελικά τη λύση της αφαίρεσης της Ιστορίας από τη Γενική μόρφωση των μαθητών του Λυκείου. Με αυτόν τον τρόπο πιστεύουν ότι οι μαθητές και οι γονείς τους θα γίνουν πιο χειραγωγήσιμοι σε θέματα πολιτικής ιστορίας κυρίως μέσω της ενημέρωσης του Τύπου και της Τηλεόρασης. Οι νεότερες ιστοριογραφικές τάσεις των μεγάλων Αμερικανικών πανεπιστημίων αλλά και των πολυεθνικών εκδοτικών οίκων θα περάσουν πιο εύκολα στην κοινή γνώμη και σε όσους απλά ενδιαφέρονται για την ιστορία. Η ιστορική γνώση όμως, δεν αποτελεί μόνο πληροφοριακό υλικό αλλά οικοδομεί πολιτική κρίση και συμπεριφορά. Εκπαιδεύοντας ανιστόρητους πολίτες δίνουμε τροφή στο ρατσισμό, τον φασισμό της καθημερινής ζωής, το σωβινισμό. Κάποτε, σε σύντομο πάντως χρονικό διάστημα τα ιστορικά λάθη του παρελθόντος θα μας εκδικηθούν.

http://m.alfavita.gr/artro.php?id=24278
Πηγή: Ανεμοδείκτης

Τετάρτη, 23 Φεβρουαρίου 2011

Γι’αυτό η λαϊκή μας παράδοση είναι τόσο σπουδαία.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας φτωχός φουστανελάς που είχε τη μανία να ζωγραφίζει.

Τον έλεγαν Θεόφιλο. Τα πινέλα του τα κουβαλούσε στο σελάχι του, εκεί που οι πρόγονοί του βάζαν τις πιστόλες και τα μαχαίρια τους. Τριγύριζε στα χωριά της Μυτιλήνης, τριγύριζε στα χωριά του Πηλίου και ζωγράφιζε. Ζωγράφιζε ό,τι του παράγγελναν, για να βγάλει το ψωμί του. Υπάρχουν στον Άνω Βόλο κάμαρες ολόκληρες ζωγραφισμένες από το χέρι του Θεόφιλου, καφενέδες στη Λέσβο, μπακάλικα και μαγαζιά σε διάφορα μέρη που δείχνουν το πέρασμά του -αν σώζουνται ακόμη.

Ο κόσμος τον περιγελούσε. Του έκαναν μάλιστα και αστεία τόσο χοντρά, που κάποτε τον έριξαν κάτω από μιαν ανεμόσκαλα και τού ‘σπασαν ένα δυο κόκαλα. Ο Θεόφιλος, ωστόσο, δεν έπαυε να ζωγραφίζει σε ό,τι έβρισκε. Είδα πίνακές του φτιαγμένους πάνω σε κάμποτο, πάνω σε πρόστυχο χαρτόνι. Τους θαύμαζαν κάτι νέοι που τους έλεγαν ανισόρροπους oι ακαδημαϊκοί. Έτσι κυλούσε η ζωή του και πέθανε ο Θεόφιλος, δεν είναι πολλά χρόνια, και μια μέρα ήρθε ένας ταξιδιώτης από τα Παρίσια. Είδε αυτή τη ζωγραφική, μάζεψε καμιά πενηνταριά κομμάτια, τα τύλιξε και πήγε να τα δείξει στους φωτισμένους κριτικούς που κάθονται κοντά στο Σηκουάνα.

Και οι φωτισμένοι κριτικοί βγήκαν κι έγραψαν πως ο Θεόφιλος ήταν σπουδαίος ζωγράφος. Και μείναμε με ανοιχτό το στόμα στην Αθήνα. Το επιμύθιο αυτής της ιστορίας είναι ότι λαϊκή παιδεία δε σημαίνει μόνο να διδάξουμε το λαό αλλά και να διδαχτούμε από το λαό.

Πηγή: Γιώργου Σεφέρη, «Δοκιμές», εκδ. Ίκαρος, Αθήναι 1981




*ΘΕΟΦΙΛΟΣ: Λαικός ζωγράφος που γεννήθηκε στη Βαρειά το 1866 και έζησε στη Μυτιλήνη στη Σμύρνη και στα χωρία του Πηλίου . Εγινε γνωστός από τον Λέσβιο τεχνοκριτικό Ελευθεριάδη ή Τεριάντ. Υπάρχει μουσείο με έργα του στη Βαρειά της Μυτιλήνης.
Πηγή: Ολυμπία

Αρέθας Καισαρείας.Ο φωτισμένος ανθρωπιστής επίσκοπος

(Αναφορά σε μια μεγάλη πνευματική μορφή της Εκκλησίας και της ιστορίας)

Λάμπρου Κ. Σκόντζου, Θεολόγου - Καθηγητού


Η Ελληνοορθοδοξία γεννήθηκε και αναπτύχθηκε μέσα στα πλαίσια του ελληνικού πολιτισμού. Από τα πρώτα κιόλας αποστολικά χρόνια και μέχρι τους πρώτους βυζαντινούς αιώνες ο Χριστιανισμός ήρθε σε επαφή με τον ελληνικό πολιτισμό και προσέλαβε όλα εκείνα τα πολύτιμα στοιχεία που του ήταν απαραίτητα στην αποστολή του, όπως την υπέροχη ελληνική γλώσσα, τη φιλοσοφία, τον τρόπο σκέψης και δράσης, τους πολιτικούς θεσμούς, κλπ. Αυτό σημαίνει πως η Ελληνοορθοδοξία διέσωσε και εν πολλοίς συνέχισε τον κλασσικό αρχαιοελληνικό πολιτισμό. Οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας είναι σχεδόν όλοι στο σύνολό τους ελληνικής καταγωγής και φορείς της ελληνικής παιδείας και του πολιτισμού.

Από τότε και μέχρι σήμερα τα δυο μεγάλα πνευματικά μεγέθη Ελληνισμός και Χριστιανισμός παραμένουν άρρηκτα ενωμένα και πορεύονται στο χρόνο ως ενιαίος πια φορέας, προσφέροντας στην ανθρωπότητα πολύτιμες υπηρεσίες πολιτισμού και ανθρωπιάς. Η ιστορία είναι ο αψευδής μάρτυρας αυτής της πραγματικότητας. Το Βυζάντιο έχει να παρουσιάσει άπειρα τέτοια παραδείγματα. Μια από τις φωτεινές μορφές της Εκκλησίας μας, η οποία συνένωσε άριστα τις αιώνιες και σωτήριες αρχές της χριστιανικής διδασκαλίας με τις θαυμαστές ιδέες της κλασσικής αρχαιότητας, υπήρξε ο Αρέθας επίσκοπος Καισαρείας της Καππαδοκίας. Συγκαταλέγεται δε, όπως θα δούμε, μεταξύ των μεγάλων μορφών της Εκκλησίας και της ιστορίας.

Γεννήθηκε γύρω στο 850 στην Πάτρα και γι’ αυτό ονομάζονταν Πατρεύς. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στη γενέτειρα του. Οι ανώτερες σπουδές του έγιναν στην Κωνσταντινούπολη κοντά στο πατριάρχη Φώτιο. Ο φωτισμένος δάσκαλος και ιεράρχης μύησε το νεαρό και ανήσυχο Αρέθα στην αναζήτηση της αλήθειας μέσω της ευαγγελικής διδασκαλίας και της αρχαιοελληνικής σκέψης. Ο μέγας Φώτιος έπεισε τον Αρέθα, όπως και πλήθος άλλων φιλομαθών νέων, για την ανάγκη στροφής και προς τις κλασσικές σπουδές, παράλληλα με τη θεολογία και για τη δημιουργία ενός νέου ανθρωπιστικού ιδεώδους, του ελληνοχριστιανικού. Το γεγονός αυτό υπήρξε η αφετηρία της λεγόμενης βυζαντινής αναγέννησης. Άλλωστε είναι γνωστό πόσο υψηλή στάθμη σπουδών προσφέρονταν την εποχή εκείνη στη Βασιλεύουσα, στην οποία λειτουργούσαν τουλάχιστον δύο φημισμένα πανεπιστήμια.

Η ανώμαλη πολιτική και κυρίως η εκκλησιαστική κατάσταση που επικρατούσε στην Κωνσταντινούπολη κατά τη διάρκεια των σπουδών του εκεί δεν τον άφησε αδιάφορο. Πήρε ενεργό μέρος υπέρ του δασκάλου του Φωτίου, γεγονός που συνετέλεσε ώστε να γίνει γνωστός στους ηγετικούς κύκλους της πρωτεύουσας και να εκτιμηθούν τα σπάνια χαρίσματά του και η λαμπρή του μόρφωση. Έτσι εισήλθε στις τάξεις του ιερού κλήρου και γύρω στο 900 εξελέγη αρχιεπίσκοπος Καισαρείας, ποιμαίνοντας επάξια την επαρχία του ως το θάνατό του το 935.

Η ποιμαντική του δράση υπήρξε σπουδαία και πολύπλευρη. Ανέπτυξε έντονη εκκλησιαστική, πνευματική, μορφωτική, κοινωνική και πολιτική δραστηριότητα στην επισκοπή του. Η οξύνοιά του, η μεγάλη πολύπλευρη μόρφωσή του, η ευρύτητα της σκέψης του, η προσωπική του ακτινοβολία και το κύρος του τον κατέστησαν εξέχουσα μορφή πνευματικού άνδρα της εποχής του. Για το λόγο αυτό χρησιμοποιήθηκε τόσο από τον Οικουμενικό Πατριαρχικό Θρόνο όσο και από την πολιτική ηγεσία σε πάμπολλες διπλωματικές αποστολές για τη διευθέτηση σπουδαίων εκκλησιαστικών και πολιτικών ζητημάτων της αυτοκρατορίας.

Η επισκοπική του καριέρα, εκτός από την αξιοζήλευτη εκκλησιαστική του δράση, είναι συνδεμένη με την καλλιέργεια των κλασσικών σπουδών. Ο Αρέθας υπήρξε γνήσιος συνεχιστής του πνευματικού και μορφωτικού έργου του Φωτίου. Είναι ένας από τους σπουδαιότερους στυλοβάτες του βυζαντινού ανθρωπισμού και της αναγέννησης, η οποία εγκαινιάστηκε στην εποχή των Μακεδόνων και συνεχίστηκε ως την άλωση. Η κατάπαυση της εικονομαχικής έριδας, όπως είναι γνωστό απομόνωσε όλα εκείνα τα στοιχεία που εναντιώνονταν στην σύζευξη Ελληνισμού και Χριστιανισμού και την ανάπτυξη του ανθρωπισμού. Ας μη λησμονούμε ότι το εικονομαχικό ανεικονικό κίνημα, ιουδαϊκής – ισλαμικής- ανατολικής επίδρασης, υπήρξε έντονα εχθρικό προς τον Ελληνισμό, τη θύραθεν παιδεία, την ελεύθερη σκέψη και τον ανθρωπισμό. Η αποκρυστάλλωση του ορθοδόξου δόγματος έδωσε πια νέα πνοή και ορμή στην παιδεία και την πρόοδο. Ο δε Αρέθας υπήρξε ένας από τους κύριους εκφραστές αυτού του νέου κλίματος.

Ο φωτισμένος επίσκοπος, χωρίς να παραμελεί τα ποιμαντικά του καθήκοντα, αφιερώθηκε με πάθος στη συλλογή, συντήρηση, αντιγραφή και διάδοση έργων των αρχαίων Ελλήνων και παλαιών εκκλησιαστικών συγγραφέων. Πολύ σύντομα δημιούργησε την περίφημη Βιβλιοθήκη του Αρέθα, αποτελούμενη από χιλιάδες έργα της κλασσικής αρχαιότητας και της πρωτοχριστιανικής περιόδου. Επίσης επιδόθηκε με πάθος στην ερμηνεία των έργων της κλασσικής και μετακλασσικής αρχαιότητας. Σπουδαία υπήρξαν τα προλεγόμενα, τα σχόλια, τα υπομνήματα και οι διορθώσεις του Αρέθα στα έργα των αρχαίων φιλοσόφων. Ταυτόχρονα οργάνωσε πολυπληθές επιτελείο ταχυγράφων και καλλιγράφων αντιγραφέων με επικεφαλής τον Γρηγόριο Βαάνη, οι οποίοι αντέγραφαν παλαιούς σπάνιους και δυσεύρετους κώδικες, τους οποίους ανακάλυψε με πολύ κόπο ο φωτισμένος ιεράρχης. Η πλούσια συλλογή του περιλάμβανε έργα φιλοσοφικά, γραμματικά, λεξικογραφικά, μαθηματικά, γεωγραφικά, έργα των σοφιστών, ρητόρων, ποιητών, κλπ. Χάρη στην Βιβλιοθήκη του Αρέθα διασώθηκε το μεγαλύτερο μέρος των έργων του Πλάτωνα, του Λουκιανού, του Παυσανία, του Κυρίλλου Αλεξανδρείας, κ.α.

Αξιοζήλευτο είναι επίσης και το προσωπικό συγγραφικό έργο του Αρέθα, το οποίο δυστυχώς στο μεγαλύτερο μέρος του παραμένει ανέκδοτο. Έγραψε σπουδαία ερμηνευτικά έργα στην Αγία Γραφή, με εξέχουσα την ερμηνεία στην Αποκάλυψη του Ιωάννου. Ερμήνευσε επίσης δύσκολα χωρία της Αγίας Γραφής. Αξιόλογα είναι ακόμα, όπως προαναφέραμε, τα σχόλια στους αρχαίους Έλληνες και εκκλησιαστικούς συγγραφείς, όπως και οι λόγοι και οι επιστολές του. «Από το συγγραφικό του έργο ο Αρέθας, σημειώνει ο καθηγητής Βλάσιος Φειδάς, αναδεικνύεται σε εξέχουσα πνευματική προσωπικότητα, όχι μόνο για την ευρύτητα της μόρφωσής του αλλά και για το μεγάλο ενδιαφέρον του για την αξιοποίηση της προγενέστερης πνευματικής κληρονομιάς» (Εγκυκλ. Πάπυρος, τομ.2, σελ.386).

Ο Αρέθας ανήκει αναμφίβολα στις μεγάλες πνευματικές μορφές της ιστορίας, γνήσιο τέκνο του υψηλού πνευματικού κλίματος του Βυζαντίου. Αυτός όπως και άλλοι πολλοί μεγάλοι Πατέρες και εκκλησιαστικοί άνδρες, υπήρξαν οι γνήσιοι εκφραστές της Ελληνορθόδοξης παράδοσης, και θεμελιωτές του βυζαντινού ανθρωπισμού, που συνεχίζονται μέχρι σήμερα στη ζωή της Εκκλησίας και του λαού μας. Η προσωπικότητα και το έργο αυτού του φωτισμένου επισκόπου αποτελεί ισχυρό ράπισμα σε όλους εκείνους οι οποίοι «βλέπουν» της Εκκλησία εχθρική προς τον ελληνικό πολιτισμό. Ο Αρέθας είναι ένας από εκείνους ο οποίος συνέβαλλε τα μέγιστα για τη διάσωση του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, ο οποίος ημιθανής όντας στο τέλος της αρχαιότητας νεκραναστήθηκε με την ενσωμάτωσή του στην Ελληνοορθοδοξία. Ο φωτισμένος επίσκοπος Αρέθας είναι ένας από τους πάμπολλους πνευματικούς φάρους, που διαθέτει η Εκκλησία μας και οι οποίοι οριοθετούν στην ανθρωπότητα την πορεία της προόδου, της ανθρωπιάς και του πολιτισμού.
Πηγή: Ακτίνες

Όταν η Φιλοσοφία συνάντησε τη Θεολογία...

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΦΙΛΟΣΟΦΩΝ ΣΤΟΝ 21ο ΑΙΩΝΑ

Όταν η Φιλοσοφία συνάντησε τη Θεολογία...


* Ομιλία του διακεκριμένου καθηγητή Ιατρικής του ΑΠΘ κ. Σταύρου Μπαλογιάννη σε εκδήλωση της Ένωσης Θεολόγων Λάρισας

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Δευτέρα, 21 Φεβρουαρίου 2011

Στα μηνύματα των προσωκρατικών φιλοσόφων, μέσα στα οποία υπήρχαν, εν είδει σπερματικού λόγου, η μεγάλη αλήθεια για τον ένα Θεό καθώς, επίσης, και μεγάλες και συγκλονιστικές αλήθειες της χριστιανικής πίστης που ενσωματώθηκαν αρμονικά από μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας μας στο ευαγγελικό μήνυμα, εστίασε την ομιλία του ο διακεκριμένος καθηγητής Ιατρικής του ΑΠΘ και Διευθυντής της Νευρολογικής κλινικής του ΑΧΕΠΑ κ. Σταύρος Μπαλογιάννης μιλώντας χθες το μεσημέρι σε εκδήλωση που διοργάνωσε η Ενωση Θεολόγων ν. Λάρισας στην αίθουσα της Χριστιανικής Εστίας.
Έχοντας ως θέμα ομιλίας «Το μήνυμα των Ελλήνων Φιλοσόφων στο 21ο αιώνα» ο κ. Μπαλογιάννης, επισημαίνοντας την υπαρξιακή κρίση που βιώνει ο άνθρωπος της εποχής μας, τόνισε ότι αυτό που προέχει σήμερα είναι να αναζητήσει και ανακαλύψει ο άνθρωπος τον εσωτερικό του κόσμο, τον έσω – άνθρωπο, και προς αυτή την κατεύθυνση, υπογράμμισε, μπορεί να μας βοηθήσει η σκέψη των προσωκρατικών φιλοσόφων, καθώς αυτή έχει πολλά κοινά σημεία με την απελευθερωτική αλήθεια του μηνύματος που έφερε στο κόσμο, αρκετούς αιώνες μετά τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους, ο Χριστός.
Συγκεκριμένα ο ομιλητής αναφέρθηκε στον φιλόσοφο Παρμενίδη τον Ελεάτη (6ο αιώνα π.Χ.), ο οποίος έχοντας όπως και άλλοι σπουδαίοι αρχαίοι Ελληνες φιλόσοφοι μονοθεϊστικές αντιλήψεις, μίλησε για τον «κόσμο του φωτός», δηλ. την αλήθεια που θα μας βοηθήσει να φθάσουμε στο «Ον», στο «όντως Ον», δηλαδή στο Θεό. Με τη φιλοσοφική του σκέψη ο Παρμενίδης καλεί τον σημερινό άνθρωπο να αναζητήσει, με οδηγό τη συνείδηση, την αλήθεια ως εσωτερικό στοιχείο του εαυτου του, το οποίο συνυφαίνεται με την προσωπικότητά του. Και, φυσικά, τόνισε ο κ. Μπαλογιάννης, αυτή η αλήθεια δεν είναι άλλη από τον Τριαδικό Θεό, την οποία όταν βρεί ο άνθρωπος αποκτά και την εσωτερική του ειρήνη και σταθερότητα, ξεφεύγει απ’ το ημίφως και αρχίζει να ζει στο φως, στο «φως που έρχεται», κατά την προφητική έκφραση του Παρμενίδη.
Ο ομιλητής αναφέρθηκε επίσης στον προσωκρατικό φιλόσοφο Ξενοφάνη ο οποίος είχε μιλήσει για τον ένα Θεό («Εις Θεός») , καλώντας τους ανθρώπους να τον υμνούν για να ανακαινίζεται ο εσωτερικός τους κόσμος. Ο κ. Μπαλογιάννης σημείωσε εν προκειμένω την ταυτόσημη θέση που εξέφρασε αιώνες αργότερα ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος κάνοντας λόγο την ψυχοθεραπευτική συμβολή που συνεπάγεται για τον άνθρωπο η τέλεση της θείας λατρείας, για την γαλάνη στην οποία οδηγούμασε υμνώντας το Θεό. Για τον φιλόσοφο Ηράκλειτο ο κ. Μπαλογιάννης υπογράμμισε ότι ήταν εκείνος που μίλησε (τον 6 αι. π.Χ) για το «Λόγο» που «κυβερνά τα πάντα» και που «είναι η μοναδική αρχή», θυμίζοντας μας έντονα την αρχή του κατά Ιωάννη Ευαγγελίου («Eν αρχή ην ο Λόγος….» (Ιωαν., 1,1), «ο Λόγος σάρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν» (Ιωαν., 1, 14). Επεσήμανε επίσης ότι ο Ηράκλειτος είν’ αυτός που μας διδάσκει για την αξία της αληθινής γνώσης, λέγοντάς μας ότι «αξία δεν έχουν οι πολλές γνώσεις, αλλά η ορθή αξιοποίηση της αληθινής γνώσης, η οποία έγκειται στο Παν (= Θεός) στο οποίο συγκλίνουν τα πάντα». Για τον Δημόκριτο ο ομιλητής υπογράμμισε ότι αυτό που μας διδάσκει είναι ότι η «η ευτυχία ή η δυστυχία δεν εξαρτάται από το χρυσό (= πλούτο) που κατέχει ο άνθρωπος, αλλά από τη κατάσταση της ψυχής του», μια διδαχή η οποία έχει και καθαρά χριστιανικό περιεχόμενο.
Τέλος, ο κ. Μπαλογιάννης αναφέρθηκε στους Τρείς Ιεράρχες - τον Μεγ. Βασίλειο ο οποίος θεωρείται ότι υπήρξε ο Αριστοτέλης του χριστιανισμού, το Γρηγόριο το Θεολόγο που χαρακτηρίζεται ως ο Πλάτωνας της χριστιανικής φιλοσοφικής σκέψης και τον Ιωάννη το Χρυσόστομο που αναφέρεται ως ο Δημοσθένης της χριστιανικής αγάπης – οι οποίοι, όπως τόνισε ο κ. Μπαλογιάννης, με το ανεπανάληπτο δογματικό τους έργο και την οικουμενικότητα που πηγάζει από τη δράση τους, κατάφεραν να συγκεράσουν αρμονικά την αρχαία ελληνική γραμματεία και την φιλοσοφία με τη χριστιανική πίστη, «ντύνοντας» όπου αυτό ήταν απαραίτητο με το ένδυμα της ελληνικής σοφίας τη χριστιανική εξ αποκαλύψεως γνώση του Θεού, κάνοντάς την έτσι κατανοητή στους ανθρώπους. Σημείωσε μάλιστα ο ομιλητής ότι ο Μεγ. Βασίλειος είχε μιλήσει για την αρχαία ελληνική γραμματεία κάνοντας λόγο για «νέκταρ της ελληνικής φιλοσοφίας».
- Καταλήγοντας ο πανεπιστημιακός καθηγητής, τόνισε ότι το «φώς της ελευθερίας» στο οποίο μας οδηγεί η σκέψη των προσωκρατικών, ταυτίζεται με φώς της χριστιανικής αλήθειας και αυτό για εμας τους Ελληνες έχει ιδιαίτερη αξία γιατί η λέξη Ελλάδα ετυμολογείται από τη λέξη «σέλας» που σημαίνει φως, άρα εμείς οι Ελληνες είμαστε οι γιοί του φωτός – το φώς γεμίζει τη ψυχή μας – και γι’ αυτό θα πρέπει να ζούμε πνευματικά και να βιώνουμε τις ακατάλυτες ελληνορθόδοξες αξίες, δίνοντας έτσι νόημα φωτεινό στη βιοτή μας, μακριά από τις συνθήκες της συναισθηματικής σύνθλιψης στις οποίες ζει ο σημερινός μέσος άνθρωπος. Μπορούμε και πρέπει να αισιοδοξήσουμε αφήνοντας το φώς του Χριστού να μπεί στις καρδιές μας, στις ψυχές μας. Και όλα θ’ αλλάξουν…
* Τον καθηγητή της Ιατρικής και θεολόγο κ. Μπαλογιάννη προλόγισε ο πρόεδρος του παραρτήματος Λάρισας της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων (ΠΕΘ) κ. Βασ. Στεργιούλης, ενώ στην εκδήλωση παραβρέθηκαν δεκάδες θεολόγοι εκπαιδευτικοί, εκπρόσωποι τοπικών φορέων και πλήθος κόσμου.
ΧΑ.ΑΝ.
Πηγή: Ελευθερία Λάρισας

Για να θυμηθούμε πως κάποτε σ’ αυτήν εδώ τη χώρα, υπήρχαν αληθινοί διανοούμενοι...


Το κείμενο που ακολουθεί, αποτελεί απόσπασμα από το τελευταίο μάθημα στους φοιτητές της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης του Συνταγματολόγου Αριστόβουλου Μάνεση, πριν συλληφθεί το 1968 από το δικτατορικό καθεστώς για τις δημοκρατικές του ιδέες. Δημοσιεύτηκε στο βιβλίο του "Συνταγματική Θεωρία και Πράξη", Θεσσαλονίκη 1980, με τίτλο "Το τελευταίο μάθημα επί δικτατορίας".

Ψίθυροι κυκλοφορούν απειλητικά, τις τελευταίες αυτές μέρες, για επικείμενες "εκκαθαρίσεις" στο Πανεπιστήμιο. Το γεγονός ότι μεταξύ των ονομάτων των υπό απόλυση καθηγητών αναφέρεται και το δικό μου -και αυτό δεν το θεωρώ διόλου περίεργο- μου παρέχει το δικαίωμα και μου επιβάλλει το καθήκον να σας καταστήσω, σήμερα που βρίσκομαι ακόμη κοντά σας, κοινωνούς ορισμένων σκέψεών μου που ίσως δεν θα μπορώ να σας τις πω αύριο [...]

Θα μιλήσω χωρίς περιστροφές για την ηθικοπολιτική πλευρά του ζητήματος. Κάτω από τις συνθήκες που ζούμε η σιωπή δεν είναι "χρυσός"~ είναι "λίβανος και σμύρνα". Διότι η σιωπή μπορεί να ερμηνευθεί σαν αποδοχή ή συναίνεση: "ο σιωπών δοκεί συναινείν", qui tacet consentire videtur (=όποιος σιωπά φαίνεται ότι συναινεί), κατά το ρωμαϊκό δίκαιο. Δεν έχω λοιπόν το δικαίωμα να σιωπήσω, αφού σωπαίνοντας θα εμφανιζόμουν ως αποδεχόμενος ή ανεχόμενος τα όσα γίνονται. Υπάρχουν στη ζωή, την ατομική και την κοινωνική, στιγμές που πρέπει κανείς να πει το μεγάλο "ναι" ή το μεγάλο "όχι".

Σε τέτοιες στιγμές, σαν τις τωρινές, το ουσιώδες είναι, πιστέψτε με, να προστατεύσει κανείς τον εαυτό του, όχι από τη δίωξη, αλλά από τον εξευτελισμό. Να περισώσει την αξιοπρέπειά του ως ανθρώπου, ως πολίτη, ως επιστήμονα. Και έτσι να περιφρουρήσει, επίσης, το κύρος της πανεπιστημιακής έδρας που έχει την τιμή να κατέχει, η οποία, ως έδρα της πολιτικής ελευθερίας, είναι φυσικό, εφόσον βρίσκεται στο ύψος της, να δέρνεται από τις πολιτικές καταιγίδες...

Φαίνεται ότι ήδη έφτασε η ώρα να εφαρμοσθούν οι υποθήκες που έχουν εξαγγελθεί. Σε ό,τι με αφορά, το ξαναδηλώνω: όσο θα μπορώ να διδάσκω το μάθημα του Συνταγματικού Δικαίου, θα το διδάσκω σαν μάθημα της πολιτικής ελευθερίας. Αν δε το αποψινό μου μάθημα συμβεί να είναι το τελευταίο, θα ήθελα να σας παρακαλέσω να κρατήσετε από τη διδασκαλία μου την ουσία της: τη σημασία της πολιτικής ελευθερίας, ως ιστορικής κατακτήσεως για την παραπέρα εξέλιξη του κοινωνικού βίου και ως προϋποθέσεως για τη γενικότερη απελευθέρωση και καταξίωση του ανθρώπου. Και επειδή θεωρία και πράξη είναι αλληλένδετες, το ουσιώδες είναι να μείνει κανείς ελεύθερος, όρθιος και αλύγιστος απέναντι στους καταναγκαστικούς και ιδεολογικούς μηχανισμούς των κρατούντων.
• Μην επιτρέψετε να σας εξανδραποδίσουν.
• Διατηρήστε, μέσα στους ζοφερούς και άρρωστους καιρούς, άγρυπνη και ανυπόταχτη τη σκέψη σας,
• περιφρουρήστε την άγια υγεία και ρωμαλεότητα της ψυχής σας,
• κρατήστε στητό και αγέρωχο το ωραίο ανάστημά σας.

Και αν η Εξουσία, που την συμφέρει να έχει παθητικούς και πολιτικά αδιάφορους υπηκόους, σας πει ότι, έτσι κάνοντας, δεν είστε φρόνιμοι και νομοταγείς πολίτες, αποδείξτε της ότι καλός πολίτης είναι μόνον ο ελεύθερος πολίτης, ο συνειδητός, ενεργός και υπεύθυνος πολίτης. Και θυμίστε της ότι ο Περικλής είχε πει στον "Επιτάφιο": όποιος αδιαφορεί για τα πολιτικά πράγματα του τόπου του είναι, όχι φιλήσυχος, αλλ’ άχρηστος, "αχρείος" πολίτης.

Και μη ξεχνάτε, στις σημερινές δύσκολες για την Πατρίδα μας και το Λαό μας περιστάσεις, τα λόγια του ποιητή - και θέλω μ' αυτά να σας αποχαιρετήσω:

"Όσοι το χάλκεον χέρι
βαρύ του φόβου αισθάνονται,
ζυγόν δουλείας ας έχωσι~
θέλει αρετήν και τόλμην
η Ελευθερία".
Πηγή: Παρέμβαση
Εξαγόρευσις

Τρίτη, 22 Φεβρουαρίου 2011

Αγώνας για Μετάνοια


Ένας αδελφός εξομολογήθηκε στον Αββά Σισώη:

- Έπεσα, Πάτερ. Τί να κάνω τώρα;

- Σήκω, του είπε με τη χαρακτηριστική του απλότητα ο Άγιος Γέροντας.

- Σηκώθηκα, Αββά, μα πάλι έπεσα στην καταραμένη αμαρτία, ομολόγησε με θλίψη ο αδελφός.

- Και τί σε εμποδίζει να ξανασηκωθείς;

- Ως πότε; ρώτησε ο αδελφός.

-Έως ότου σε βρει ο θάνατος ή στην πτώση ή στην έγερση. Δεν είναι γραμμένο "όπου ευρώ σε εκεί και κρινώ σε"; εξήγησε ο Γέροντας. Μόνο ευχήσου στον Θεό να βρεθείς την τελευταία σου στιγμή σηκωμένος με την αγία μετάνοια.

Πηγή: Γεροντικό

Μοναχός Αββακούμ, Ο επικίνδυνος εναγκαλισμός «μεταπατερικότητος» και «μετανεωτερικότητος»

Ο ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΣ ΕΝΑΓΚΑΛΙΣΜΟΣ

«ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΟΤΗΤΟΣ» ΚΑΙ «ΜΕΤΑΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΟΣ»


Τοῦ Μοναχοῦ Ἀββακούμ

Ἡ διάσπαση τῆς Θεολογίας ὑπῆρξε, ἤδη ἀπό τούς πρώτους –μετά τήν Πεντηκοστή– αἰῶνες,προπομπός διάσπασης τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας καί ἐκκόλαμψης αἱρέσεων. Ὡς γνωστόν, στη Δύση ἡ διάσπαση τῆς Θεολογίας(ἀπό τούς χρόνους τοῦ Ἁγ. Αὐγουστίνου–ἰδιαιτέρως ὅμως κατά τη δεύτερη χιλιετία) ἦταν ὁ κύριος παράγοντας καί συνάμα ἡ ἀφετηρία τῆς ἐκκλησιολογικῆς πολυδιάσπασης. Ἡ δέ ἑδραίωση τῆς ἐπιστημονικῆς θεολογίας, ὡς κρατούσης θεολογίας στή Δύση –μέ τίς περίεργες μεθόδους δογματικῆς και ἀπολογητικῆς– συνέβαλε τά μέγιστα στήν κοσμική συρρίκνωση τῆς Θεολογίας καί πιό συγκεκριμένα στή συρρίκνωση καί ὑποβάθμιση τῆς χαρισματικῆς θεολογίας.

Στήν κατ᾽ ἀνατολάς Χριστιανοσύνη (Ὀρθοδοξία) κρατοῦσα θεολογία εἶναι ἡ χαρισματική θεολογία,συνυπάρχουσας καί τῆς ἐπιστημονικῆς θεολογίας, ἡ ὁποία ὑπηρετεῖται κυρίως στόν πανεπιστημιακό χῶρο. Στήν Ὀρθοδοξία μας δέν δημιουργεῖται πρόβλημα μεταξύ ἐπιστημονικῆς καί χαρισματικῆς θεολογίας, καθώς δέν πρόκειται για δύο θεολογίες, ἀλλά γιά τή μία και αὐτή Ὀρθόδοξη (πατερική) Θεολογία, μέ κάποιες ὁριοθετήσεις καί κάποιους προσδιορισμούς, ὡς προς τούς φορεῖς καί τούς τρόπους ἔκφρασής της, διαμορφωνόμενων ἔτσι καί ἀντίστοιχων ρόλων (ἐπιστημονικοῦ καί χαρισματικοῦ) τῆς αὐτῆς καί μιᾶς πάν τα Θεολογίας.

Σχηματικῶς: Ἡ ἐπιστημονική Θεολογία, μέσω τῆς ἐγκυκλίου/θύραθεν παιδείας, σέ παίρνει καί σε ὁδηγεῖ ὡς τόν προνάρθηκα τῆς Ἐκκλησίας καί ἀπό ἐκεῖ σέ παραλαμβάνει νά σέ ὁδηγήσει στά ἐνδότερα (μυστηριακή μετοχή–εὐχαριστιακό βίωμα) ἡ χαρισματική Θεολογία. Ἐσχάτως, ἀπό τόν ἀσφυκτικό κα- τά τίς τρεῖς τελευταῖες δεκαετίες ἐναγκαλισμό μεταξύ τῆς ἐπιστημονικῆς Θεολογίας καί τῆς Μετανεωτερικότητας, μᾶς προέκυψε… και μιά ἄλλη «θεολογία», τήν ὁποία οἱ θιασῶτες της, ἐκπροσωπώντας μια «θολούρα» θεολογικῆς διανόησης, τήν ὀνομάζουν ἄλλοτε «μεταπατερική» καί ἄλλοτε «νεοπατερική» θεολογία– μέ… ὑποστηλώματα τους ὅρους «συνάφεια» καί «σύνθεση».

Πρόκειται γιά ἐπικίνδυνο ἐγχείρημα, καθ᾽ ὅτι, ὡς προαναφέρθη, ἡ διάσπαση τῆς θεολογίας λειτουργεῖ πάντα ὡς προπομπός διάσπασης τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας. Και βέβαια τόν πρῶτο λόγο ἐπ᾽ αὐτοῦ (προληπτικῶς καί θεραπευτικῶς) ἔχει ἡ Ἱ. Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας.

Δέν πρέπει νά περνᾶ ἀπαρατήρητο τό ὅτι ἡ ἐπιδιωχθεῖσα κατά τις τρεῖς τελευταῖες δεκαετίες ζεύξη ἐπιστημονικῆς θεολογίας καί Μετανεωτερικότητας (=μεταμοντέρνας ἐποχῆς) δέν μπόρεσε νά εὐοδωθεῖ στόν πανεπιστημιακό χῶρο καί ἀναζήτησε στέγη, τήν ὁποία τελικῶς βρῆκε σέ Ἱ. Μητρόπολη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Μετά πολλῆς θαλπωρῆς μάλιστα καί μέ πρόσφορο περιβάλλον «εὐδοκίμησης», καθώς πρόκειται γιά «ἐργαστήρι θεολογίας», γιά τό ὁποῖο ὁ οἰκεῖος Μητροπολίτης καί καμαρώνει.

Ἐμεῖς ἀνησυχοῦμε. Καί συνάμα λυπούμεθα, διότι δέν προσδίδεται ὁ προσήκων σεβασμός στό διαχρονικῶς ἀκαταμάχητο δεδομένο, ὅτι, ὡς ἐκ τῆς φύσεώς της ἡ Θεολογία μας (χαρισματική καί ἀποκεκαλλυμένη– διά τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου, διά τῶν Ἀποστόλων τοῦ Κυρίου, διά τῶν ἁγίων Πατέρων καί τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων) δέν προσφέρεται νά καταστεῖ αὐτή ἕνα εἶδος «πειραματικῆς θεολογίας».

Ἡ ὁμολογητική, δογματική και εὐχαριστιακή (ἐσχατολογική) διάσταση τῆς Ὀρθόδοξης (πατερικῆς) Θεολογίας, δέν ἀφήνει περιθώρια «ἐργαστηριακῶν πειραματισμῶν», καθ᾽ ὅτι ἡ Θεολογία μας δέν ἔχει θεολογικά κενά ἤ ἄλυτα προβλήματα. Ὡστόσο ἡ Ἐκκλησία καί ἀναγνωρίζει καί τιμᾶ τήν ἔρευνα, τη μελέτη καί τήν εἰδικότερη ἐνασχόληση στά πλαίσια τῆς ἐπιστημονικῆς θεολογίας, ὅπως αὐτή λίγο πιό πάνω προσδιορίστηκε. Ἔρευνα καί μελέτη ὄχι γιά λύση, ἀλλά για ἐννόηση καί κατανόηση θεμάτων.

Τά περί «νεοπατερικῆς» καί «μεταπατερικῆς» θεολογίας ἰδεολογήματα καί οἱ μεθοδολογικές προσεγγίσεις τῆς «συνάφειας» και τῆς «σύνθεσης» τείνουν ὅλο καί περισσότερο νά ἐναρμονίζονται μέ τό σύγχρονο ἐκ δυσμῶν ρεῦμα περί μιᾶς «νέας θρησκευτικότητας» καί περί μιᾶς «ἄλλης θρησκευτικῆς συνείδησης». Ἐπιρροές ἀπό τό ρεῦμα αὐτό ἔχουν καί οἱ ἐμφανιζόμενες τάσεις στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία περί «λειτουργικῆς ἀνανέωσης» καί τά εὐτυχῶς περιορισμένης ἔκτασης ἐκφυλιστικά συμπτώματα συμπεριφορῶν σέ βάρος τῆς Παράδοσης καί τῆς τάξης τῆς Ἐκκλησίας μέ «μεταφράσεις»(=παραφράσεις στήν Δημοτική) λειτουργικῶν κειμένων καί χρήση τους σέ λειτουργικό χρόνο.

Στόν ἐναγκαλισμό της μέ την ἀντίληψη περί «νεοπατερικῆς σύνθεσης», περί «μεταπατερικότητας» καί περί «συναφειακῆς θεολογίας» ἡ Μετανεωτερικότητα ἔχει καταλυτικό ρόλο, καθ᾽ ὅτι στήν πράξη ἐπιβεβαιώνεται, πώς ὅ,τι ἦταν ὁ Διαφωτισμός γιά τήν ἐποχή του εἶναι ἡ Μετανεωτερικότητα στήν ἐποχή μας. Ὅπως τότε, ἔτσι καί τώρα στή Δύση (μέ πρόδηλες ἐπιρροές καί στόν τόπο μας) ἐπιδιώκεται «ἡ κοσμική καθαρότητα» τοῦ δημοσίου βίου τῶν ἀνθρώπων, μέσω ἀπομάκρυνσης καί ἀπομόνωσης τοῦ θρησκευτικοῦ στοιχείου (συμπεριφορῶν καί συμβόλων) ἀπό την καθημερινότητα, τοῦ περιορισμοῦ τῆς θρησκείας καί τῆς Ἐκ κλησίας στήν ἰδιωτική σφαίρα καί τόν παραγκωνισμό τῆς θρησκευτικότητας καί ἐκκλησιαστικότητας ὡς ἀτομικῆς ἁπλῶς ὑπόθεσης.

Αὐτή εἶναι ἡ λεγόμενη δημόσια ἤ κρατική «ἐκκοσμίκευση» ἤ και ἐπιδιωκόμενη στούς χρόνους μας (Μετανεωτερικότητα), ὡς στόχος κοσμικῆς καθαρότητας τοῦ δημοσίου βίου ἔχουσα σταθερά πρωταρχικό της σκοπό τόν πλήρη χωρισμό Κράτους καί Ἐκκλησίας. Χαρακτηριστικό τέτοιο δεῖγμα εἶναι ἡ Γαλλία. Ὅπως ὁρίζει τό ἄρθρο 1 τοῦ Γαλλικοῦ Συντάγματος τοῦ 1958, «Ἡ Γαλλία εἶναι ἀβασίλευτη πολιτεία, ἀδιαίρετη, χωρισμένη ἀπό τήν Ἐκκλησία, δημοκρατική και κοινωνική» (Διευκρίνηση: Ἀπαραίτητη ἐδῶ ἡ ἀντιδιαστολή ἀπό την ἔννοια τοῦ ὅρου «ἐκκοσμίκευση», ὅπως αὐτός χρησιμοποιεῖται στην ἐκκλησιαστική γλῶσσα: Στή μιά περίπτωση ἡ ἐκκοσμίκευση εἶναι κάτι τό ἐπιδιωκόμενο, ἐνῶ στήν περίπτωση τῆς Ἐκκλησίας εἶναι κάτι το ἀρνητικό καί ἀπωθούμενο).

Τό πιό ἄμεσα ἐπικίνδυνο ὅμως εἶναι ὅτι ἡ διείσδυση καί διάχυση αὐτῆς τῆς «θολούρας» τῆς Μετα- νεωτερικότητας στά θεολογικά πράγματα τῆς Ὀρθοδοξίας μπορεῖ νά ἀποτελέσει διαβρωτικό παράγοντα καί νά προκαλέσει κραδασμούς διάσπασης στήν Θεολογία, μέ ἀρνητικές ἐπιπτώσεις ἐπί τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας. Πρόκειται γιά ἕνα θέμα πρώτης προτεραιότητας στά πλαίσια τῶν ἁρμοδιοτήτων τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ ὁποίου πρέπει νά ἐπιληφθεῖ ἐγκαίρως καί νά ἀνακόψη τήν ἐκκόλαψη τῶν «συναφῶν» κινδύνων

«Ορθόδοξος Τύπος»18/02/2011

Σχέσεις Θεολογίας και Θετικών Επιστημών, του Μιχαήλ Γ. Τρίτου

Σχέσεις Θεολογίας και Θετικών Επιστημών


του Μιχαήλ Γ. Τρίτου
Κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ.
Από το βιβλίο «ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΤΟΥ ΔΙΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ:
ΘΕΟΛΟΓΙΑ, ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ ΚΑΙ ΘΕΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ -
ΠΡΑΚΤΙΚΑ Γ' ΣΥΜΠΟΣΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΙΚΩΝ ΣΧΟΛΩΝ ΑΘΗΝΩΝ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
9-10 ΜΑΪΟΥ 2006 ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ»
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2006

Οι σχέσεις Θεολογίας και Θετικών Επιστημών γνώρισαν δια μέσου των αιώνων περιόδους εντάσεων και αντεκδικήσεων, αλλά και περιόδους υφέσεως και αλληλοσεβασμού. Στην παρούσα εισήγηση με τον όρο Θεολογία εννοούμε τη χριστιανική και δη την Ορθόδοξο και με τον όρο Θετικές Επιστήμες τις Φυσικομαθηματικές, οι όποιες και θεωρούνται οι πλέον ακριβείς από αυτές.

Μέσα στα ιερά κείμενα της πίστεως μας υπάρχει διάχυτη η κατάφαση στη γνώση και την Επιστήμη, οι όποιες θεωρούνται δώρα του Θεού. Στο Α' κεφ. της Γενέσεως με τη φράση «και κατακυριεύσατε αυτής»1 η θεϊκή προτροπή για την έρευνα και την επιστημονική διερεύνηση της δημιουργίας είναι σαφής, όπως και στο βιβλίο της Εξόδου «και ενέπλησα αυτόν (Βεσελεήλ) πνεύμα θείον σοφίας και συνέσεως και επιστήμης εν παντί έργω διανοείσθαι»2. Σε άλλα σημεία της Παλαιάς Διαθήκης τονίζονται: «Ούτος ο Θεός ημών εξεύρε πάσαν οδόν επιστήμης»3, αλλά και «...Αυτός εδωκεν ανθρώποις επιστήμην ενδοξάζεσθαι εν τοις θαυμασίοις αυτού»4.

Την εναρμόνιση της Θεολογίας με τις Θετικές Επιστήμες πέτυχαν οι μεγάλοι Θεολόγοι της Εκκλησίας μας, προσεγγίζοντες το θέμα με την περί κτιστού και ακτίστου διδασκαλία. Οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας υπήρξαν πράγματι «πανεπιστήμονες». Αρκεί να διαβάσει κανείς την «εξαήμερο» του Μεγάλου Βασιλείου για να θαυμάσει τις γνώσεις του ανδρός στη Φυσική, στη Βιολογία και στην Αστρονομία. Για τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο η επιστημονική έρευνα και η θρησκευτική πίστη αποτελούν εξίσου χρέος του ανθρώπου. «Το ουν κατά φύσιν ζητείσθω, το δε υπέρ φύσιν σιγή τιμάσθω, ουχ ως φευκτέον, άλλ' ως απόρρητον, και σιωπή τιμάσθω άξιον»5. Η Θεολογία συνέβαλε αποφασιστικά στην έρευνα των Θετικών Επιστημών. Κατά το β' ήμισυ του ιη' αί. στην Ελλάδα εισηγητές των Θετικών Επιστημών ήσαν δύο Έλληνες κληρικοί, ο Ευγένιος Βούλγαρις και ο Νικηφόρος Θεοτόκης. Ο πρώτος συνέγραψε αστρονομικά, μαθηματικά, φυσικά συγγράμματα και μετέφρασε τους μεγαλύτερους θετικούς επιστήμονες της Δύσεως, ενώ ο Θεοτόκης εξέδωσε σε δύο τόμους αριθμητική, γεωγραφία, «στοιχεία φυσικής» και τα περί μετεώρου Φυσικής και περί ηλεκτρικής δυνάμεως6.

Μέχρι την εποχή της Αναγεννήσεως οι Θετικές Επιστήμες δεν είχαν χειραφετηθεί από τη Θεολογία. Η κριτική θεώρηση της Θεολογίας από την πλευρά της Επιστήμης αρχίζει τον ιζ' αί. με το πνευματικό κίνημα του Διαφωτισμού, το οποίο επιζητούσε να παραμερίσει όλες τις αυθεντίες πού στηρίζονταν στην παράδοση και να επιλύσει όλα τα προβλήματα, με βάση τον ορθό λόγο. Η επιστήμη κατά την περίοδο αυτή υποβιβάζει τη Θεολογία στο χώρο του μύθου και των δεισιδαιμονιών και γενικά σε ένα προεπιστημονικό στάδιο, πού ήταν προορισμένο να εκλείψει με την πρόοδο της Επιστήμης.

Κάκιστες υπηρεσίες στην εξέλιξη αυτή πρόσφερε η Δυτική Θεολογία, με τις απαράδεκτες διώξεις πού έκανε εναντίον των νέων ιδεών, μέσω της απαίσιας μνήμης Ιεράς Εξετάσεως.

Μετά τη γαλλική επανάσταση έχουμε μια τάση εναρμονίσεως Θεολογίας και Θετικών Επιστημών χάρη στην ϊδεοκρατική φιλοσοφία του G. Fr. W. Hegel (1775-1831). Μετά το θάνατο του Ηegel (1831) και τη διάσπαση της σχολής του, ή αριστερή πτέρυγα με επικεφαλής τους D. F. Strauss (1808-1874) και L. Feuerbach (1804-1872) ενέτειναν την πολεμική εναντίον της Θεολογίας. Αποκορύφωμα αυτής της πολεμικής αποτελεί η εμφάνιση των Κ. Μarx (1818- 1883) και F. Εngels (1820-1895), οι οποίοι στο όνομα του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού πέτυχαν την ιδεολογική στράτευση της Επιστήμης στην πολεμική εναντίον της Θεολογίας7.

Ήδη από τις αρχές του κ' αί. αρχίζει μια περίοδος υφέσεως και αλληλοσεβασμού στις σχέσεις Θεολογίας και Θετικών Επιστημών. Η Θεολογία και η Επιστήμη εκλαμβάνονται ως δύο κύκλοι του πολιτισμού με διαφορετικό περιεχόμενο, δύο διαφορετικές λειτουργίες της πνευματικής ζωής εξίσου αναγκαίες και απαραίτητες για την ανθρώπινη ύπαρξη8. Η Επιστήμη ασχολείται με την εντός τόπου και χρόνου εμπειρική πραγματικότητα. Η Θεολογία με το νόημα του κόσμου και της ζωής. Η Επιστήμη με το πότε και πώς έγινε ο κόσμος. Η Θεολογία με το ποιος και γιατί τον δημιούργησε. Γενικά η Επιστήμη δίνει απαντήσεις στα ερωτήματα για το πώς γίνεται το κάθε τί, όχι όμως για τη σκοπιμότητα του. Δίνει τα μέσα στον άνθρωπο να πετύχει τους σκοπούς, δεν του δίδει όμως τους σκοπούς9.

Αυτή η διαφορά του αντικειμένου και του έργου της Θεολογίας και της Επιστήμης οφείλεται στο γεγονός ότι κατάγονται από διαφορετικές ανάγκες του ανθρώπου. Η Επιστήμη από τη δίψα για γνώση, η Θεολογία από την ανάγκη για λυτρωμό. Κάθε προσπάθεια της μιας να μπει στα όρια της άλλης σημαίνει υπέρβαση αρμοδιοτήτων και πτώση στο λογικό σφάλμα της μεταβάσεως σε έτερο γένος10.

Οι περιπτώσεις συγκρούσεων, που παρατηρούνται κατά καιρούς μεταξύ των δύο αυτών πολιτιστικών μεγεθών, οφείλονται στο ότι ορισμένοι εκπρόσωποι τους υπερβαίνουν τα όρια των αρμοδιοτήτων τους και βγαίνουν έξω από τον κύκλο των δικαιοδοσιών τους.

Ενδεικτικά αναφέρουμε τον βιογενετικό νόμο του Χαΐκελ, ο όποιος για να τεκμηριώσει την θεωρία της εξελίξεως φωτογράφησε τρεις φορές το ίδιο έμβρυο και το παρουσίασε σε τρεις διαφορετικές εικόνες ως έμβρυο σκυλιού, ως έμβρυο πιθήκου και ως έμβρυο άνθρωπου, γεγονός πού καταγγέλθηκε ως πλαστογραφία στο χώρο της Επιστήμης11. Επίσης την κοσμοθεωριακή εκμετάλλευση της θεωρίας του Δαρβίνου, ο όποιος όμως μίλησε για διευθυνόμενη εξέλιξη, ενώ αναφερόμενος στο θέμα της δημιουργικής αρχής, δήλωσε ότι γι' αυτό μίλησαν καταφατικά τα μεγάλα πνεύματα της ιστορίας12.

Από την άλλη πλευρά και εμείς οι θεράποντες της Θεολογίας, οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε και τα δικά μας όρια και να αποφεύγουμε να δίνουμε την εντύπωση των επαϊόντων σε θέματα πού δεν είναι της αρμοδιότητας μας. Κυρίως να παύσουμε να εκλαμβάνουμε τις αλήθειες της πίστεως ως επιστημονικά αξιώματα και να εστιάζουμε την έννοια της θεοπνευστίας όχι στο πνεύμα, αλλά στο γράμμα του κειμένου. Ενδεικτικά αναφέρομαι στην ερμηνεία του πρώτου κεφαλαίου της Γενέσεως, πού δημιούργησε παλιότερα σφοδρές διαμάχες μεταξύ των θεολόγων και των θετικών Επιστημόνων. Όπως σωστά έχει λεχθεί, το βιβλίο της Γενέσεως δεν είναι ούτε εγχειρίδιο Βιολογίας, ούτε Ανθρωπολογίας, ούτε Φυσικής, αλλά βιβλίο θρησκευτικό, πού χρησιμοποιεί το κοσμοείδωλο της εποχής του, για να εκφράσει τη σχέση του Θεού με τον άνθρωπο στη δημιουργία και την ιστορία. Όσα γράφονται στο βιβλίο αυτό για τον άνθρωπο δεν εντάσσονται στην θεωρητική ανθρωπολογία, αλλά στην πρακτική σωτηριολογία13.

Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, αναφερόμενος στις διάφορες απόψεις πού επικρατούσαν στην εποχή του αναφορικά με το πού στηρίζεται ή γη, γράφει: «Καν ουν αφ' εαυτής, καν επί αέρος, καν επί υδάτων, καν επ' ουδενός δώμεν ηδράσθαι αυτήν, χρή μη αφίστασθαι της ευσεβούς εννοίας, αλλά πάντα ομού συγκρατείσθαι, ομολογείν και συνέχεσθαι τη δυνάμει του κτίσαντος»14.

Σχολιάζοντας τη θέση αυτή ο καθηγητής Νίκος Ματσούκας παρατηρεί: «Ο Δαμασκηνός, λοιπόν, επισημαίνει ότι κεντρική σπουδαιότητα έχει μόνο «η ευσεβής έννοια» («το ευλαβικό νόημα») και όχι η γνώση για τον τρόπο προελεύσεως και λειτουργικής διαδικασίας του κόσμου και της ζωής ... Όποιες και αν είναι οι επιστημονικές γνώσεις για τη διαδικασία εμφανίσεως και πορείας του κόσμου και της ζωής, κινούνται έτσι και αλλιώς στην επιφάνεια και ποτέ στο βάθος, πού δεν είναι ο κτιστός, αλλά ο άκτιστος κόσμος. Ποτέ η Θεολογία δεν μπορεί να αποφανθεί, αν μια επιστημονική ή φιλοσοφική γνώση για τη διαδικασία γενέσεως του κόσμου και της ζωής είναι ορθή με βάση τις αλήθειες πού αναφέρονται στην Αποκάλυψη»5.

Η παρατηρούμενη σήμερα ύφεση και αμοιβαία κατανόηση στις σχέσεις Θεολογίας και Θετικών Επιστημών, οφείλεται πρωτίστως στην εγκατάλειψη της απολύτου θέσεως ότι η Φυσική Επιστήμη είναι η μόνη πού μπορεί να γνωρίσει ασφαλώς τον κόσμο. Αυτό έγινε με την εγκατάλειψη όλων των επιστημονικών θεωριών του παρελθόντος με τις επαναστατικές έρευνες των μεγάλων Φυσικών του αιώνα μας, δηλ. της σχετικότητας του Αϊνστάιν, των Κβάντα του Μάξ Πλάνκ, της Κομπλαμενταριτέτ του Μπορ και της απροσδιοριστίας του Χαϊζεμπεργκ. Έτσι η επιστήμη αναγνωρίζει:

1. Ότι οι φυσικοί νόμοι δεν είναι αιώνιοι, αλλά προσωρινές μονάχα σταθερές στην εξελικτική πορεία του σύμπαντος.

2. Ότι η έρευνα στις θετικές επιστήμες είναι αντικειμενικο-υποκειμενική, αφού εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον ερευνητή και τον τρόπο πού κάνει τις παρατηρήσεις του16. Π.χ. άλλα από τα πειράματα δείχνουν ότι το φως είναι μόρια ή «φωτοκύτταρα» και άλλα ότι είναι κύματα. Και

3. Ότι στις θετικές επιστήμες δεν έχουμε μόνον την έννοια του ανεξιχνίαστου για τον άνθρωπο και δυναμένου να γνωσθεί υπό προϋποθέσεις, αλλά με την έννοια του απολύτως απροσίτου για τις ανθρώπινες δυνατότητες17. Με πολλή ειλικρίνεια η σύγχρονη επιστήμη μας πληροφορεί ότι το 95% του σύμπαντος μας είναι άγνωστο, αφού αυτό πού ονομάζεται από τους επιστήμονες «σκοτεινή ύλη» δεν ξέρουμε ακόμη τί είναι18.

Η Θεολογία, ως ή κορυφαία των ανθρωπιστικών Επιστημών, καλείται να διαλεχθεί με τις Θετικές Επιστήμες επισημαίνουσα' πρώτον την ύπαρξη ορίων στις επιστημονικές δυνατότητες και δεύτερον τους κινδύνους πού ελλοχεύουν από την αλόγιστη χρήση της τεχνολογίας.


Όσον αφορά το πρώτο είναι πλέον κοινή πεποίθηση στο χώρο των θετικών επιστημών ότι η επιστημονική γνώση είναι σχετική, μεταβλητή και περιορισμένη εν χωρώ και χρόνω. Εξαρτάται από τα δεδομένα της εμπειρικής πραγματικότητας και τη δυνατότητα της ανθρωπινής σκέψεως. Ο,τι είναι πέραν από αυτά αδυνατούμε να γνωρίσουμε. Όλα τα σύγχρονα επιστημονικά συμπεράσματα τόσο από τον χώρο της μικροφυσικής, όσο και της μακροφυσικής, κλονίζουν τη μηχανική νομοτέλεια του κοσμικού συνόλου και τον θετικό και οριστικό χαρακτήρα της επιστημονικής γνώσεως.

Με δεδομένη αύτη την αδυναμία των Θετικών Επιστημών η Θεολογία καλείται να μιλήσει για τη βιωματική διάσταση της εμπειρίας, πού είναι μια άλλη «γνώση», άλλου τύπου και άλλης ποιότητας, εντελώς διαφορετική από τη λογική επεξεργασία των δεδομένων19. Ο Αββά Ισαάκ στο θέμα αυτό είναι κατηγορηματικός' «Εστί γνώσις προηγουμένη της πίστεως και εστί γνώσις τικτομένη εκ της πίστεως. Η γνώσις η προηγουμένη της πίστεως εστί γνώσις φυσική, η δε τίκταμενη εκ της πίστεως γνώσις εστί πνευματική»20. Τη διάσταση αυτής της αλήθειας δεν διστάζει να αποδεχθεί και αυτός ο κορυφαίος εκπρόσωπος των Θετικών Επιστημών Ηeisenberg, ο όποιος θέτει το ερώτημα' «ποιος θα μπορούσε να ισχυρισθεί, ότι η αντικειμενική πλευρά είναι περισσότερο πραγματική από την υποκειμενική;»21. Η πρόσβαση στη γνώση αυτού του είδους γίνεται μέσω της πίστεως, η οποία είναι μια προσωπική αποκαλυπτική εμπειρία, πού αφαιρεί κάθε απόδειξη, κάθε ενδιάμεσο, κάθε αφηρημένη έννοια για τον αντικειμενικά υπάρχοντα Θεό22.

Όσον αφορά το δεύτερο, δηλ. την επισήμανση των κινδύνων από την αλόγιστη χρήση της Τεχνολογίας, η Θεολογία οφείλει να τονίσει ότι οι Θετικές Επιστήμες πρέπει να εγκαταλείψουν το πρόσχημια της ουδετερότητας και να συνειδητοποιήσουν την ευθύνη πού έχουν όσον αφορά τις πρακτικές επιπτώσεις και τους κινδύνους πού εγκυμονεί ή έρευνα και κυρίως το ποιος και πώς χρησιμοποιεί τα δεδομένα της. Δηλαδή οι Θετικές Επιστήμες πρέπει να ενεργούν περισσότερο ανθρωπιστικά και Λιγότερο κατακτητικά και να αξιοποιούν τα επιστημονικά τους επιτεύγματα για τη θετική ανάπτυξη της ζωής.

Βέβαια, αποτελεί κοινή διαπίστωση ότι δεν μπορούμε να ζούμε σήμερα χωρίς τις Θετικές Επιστήμες. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να τις απολυτοποιήσουμε ως τη μοναδική σωστική δύναμη, αφού παρά την εντυπωσιακή τους πρόοδο όχι μόνον δεν θεράπευσαν τα μεγάλα κοινωνικά δεινά των λαών, αλλά και σε πολλές περιπτώσεις τα περιέπλεξαν.

Από όλα όσα ειπώθηκαν συμπεραίνεται ότι ή Θεολογία με τις ηθικές αρχές, τις όποιες αυτή εκπροσωπεί αποτελεί τον αναγκαίο χώρο ζωής των Θετικών Επιστημών, για να μη χάσουν τον ορθό τους προσανατολισμό. Αλλά και η Θεολογία χρειάζεται τις Θετικές Επιστήμες για να έχει προσβάσεις στην κοσμική πραγματικότητα και να εκφράσει μέσω αυτών το διαχρονικά αναλλοίωτο σωστικό της μήνυμα. Εκείνο όμως πού αποτελεί αναντίρρητη αλήθεια και διατυπώνεται από τα στόματα κορυφαίων θεραπόντων των Θετικών Επιστημών, είναι ότι η Επιστήμη κρίνεται ανεπαρκής για το σύνολο των αναγκών του ανθρώπου, αφού αδυνατεί να απαντήσει στο υπαρξιακό και μεταφυσικό του πρόβλημα. Μόνον στο χώρο της Θεολογίας εκφράζεται η εμπειρική διάσταση της αλήθειας. Διασώζεται η αρχέγονη κληρονομιά του ανθρώπου. Ορίζεται το νόημα του υπάρχειν μέσα στον κόσμο. Δημιουργούνται προϋποθέσεις για την επανασύνδεση των διανθρωπίνων σχέσεων. Εξαλείφονται οι απανθρωποποιητικές παρενέργειες του τεχνικού πολιτισμού. Απαλύνεται η τραχύτητα των ενστίκτων και προσφέρεται η λύτρωση, την οποία καμιά άλλη ενδοκοσμική αξία δεν μπορεί να προσφέρει.

Υποσημειώσεις:

1Γεν. 1, 28.

2Έξοδ. 31,3.

3Βαρούχ 3, 37.

4Σοφ. Σειρ. 38,6.

5Λόγος εις το γενέθλιον του Σωτήρος ημών Ιησού Χρίστου, ΡG. 56, 388

6Ευαγγέλου Δ. Θεοδώρου Οικοδόμοι Πολιτισμού, Έκδ «Απαστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος», έν Αθήναις 1968, σ. 220

7Ν. Β. Χρονοπούλου, «Χριστιανική Πίστη και φυσική Επιστήμη», Κοινωνία 32 (1989), σ. 295.

8Νικολάου Λούβαρι, Συμπόσιον Όσιων, τ. α', Έκδ. «Αποστολικής Διακονίας», Αθήναι 1962, σ. 149.

9Γεωργίου Κοντοπούλου, «Η επιστήμη και το μέλλον του ανθρώπου», Διάλογος με τον Φοιτητή, Έκδ. «Αποστολικής Διακονίας», Αθήναι 1970, σ. 43.

10Ευαγγέλου Δ. Θεοδώρου, Οικοδόμοι Πολιτισμού, ό.π., σ. 213.

11Ευαγγέλου Δ. Θεοδώρου, Ή Αιωνία Αλήθεια, Έκδ. «Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος», εν Αθήναις 1971, σ. 109.

12Ό.π., σ. 102.

13 Ηλία Οικονόμου, Σύγχρονος ερμηνευτική προσέγγιση του Α κεφαλαίου της Γενέσεως, Αθήναι 1978, σ. 46.

14Εκθεσις ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως 1,1, ΡG. 24, 840.

15Ιωάννου Δαμασκηνού, Εκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως (Κείμενο-Μετάφραση, Εισαγωγή-Σχόλια Νίκου Ματσούκα), Έκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1998, σσ. 467-468, σημ. 55.

16Μέγα Φαράντου, Ο Θεός ατό χώρο των Φυσικών Επιστημών σήμερα (ανάτυπο), Αθήναι 1981, σ. 2.

17Του ίδιου, «Επιστήμη και θρησκεία», θεολογία 64 (1993), σ. 34.

18Αρχιεπισκόπου Τιράνων και Πάσης Αλβανίας Αναστασίου, «Η Ορθοδοξία προ της ραγδαίας εξελίξεως των θετικών επιστημών», στον Τόμο: «Επιστήμες, τεχνολογίες αιχμής και ορθοδοξία», Έκδ. Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 2002, σ. 36.

19Αρχιεπισκόπου Τιράνων και Πάσης Αλβανίας Αναστασίου, ό.π., σ. 36.

20Ασκητικά, Λόγος ιη. Περί τον πόσον γίνεται το μέτρον της γνώσεως και τα μέτρα τα περί της πίστεως, Έκδ. Βασ. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 1985, σ. 64.

21Χρονοπούλου, ό.π., σ. 298.

22Παύλου Ευδοκίμωφ, Η πάλη με τον Θεόν, Θεσσαλονίκη 1981, σ. 61

Πηγή: Ζωηφόρος
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...