Τρίτη 17 Απριλίου 2012

«ΤΟΤΕ ΥΠΑΡΧΕΙΣ, ΟΤΑΝ ΠΑΡΑΙΤΗΘΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ» («Κάποιοι, ποὺ πέρυσι γιόρταζαν μαζί μας τὴν Ἀνάσταση, φέτος δὲν εἶναι ἀνάμεσά μας»)

Τουλάχιστον σωστὰ πληροφορημένοι 

Τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ

.         Κάποιοι, πο πέρυσι γιόρταζαν μαζί μας τν νάσταση, φέτος δν εναι νάμεσά μας, δν πάρχουν πιά. χουμε κόμα τν ασθηση τς παρουσίας τους, νωπ κα ζωνταν τν εκόνα τους, οκεο τ χαμόγελο, τ βλέμμα, τζεστασι τς φωνς τους. λλ δν πάρχουν πιά. Κι σο περνον τ χρόνια ο πουσίες στν προσωπικό μας ρίζοντα πληθαίνουν. Ὥσπου νὰ προστεθεῖ στοὺς ἀπόντες καὶ ἡ δική μας αἰσθητὴ ἀτομικότητα. Κάποια νύχτα τῆς Ἀνάστασης, ὅσοι μᾶς ἀγαποῦν καὶ τοὺς ἀγαπᾶμε, θὰ γιορτάζουν χωρὶς ἐμᾶς. Τὸ ζωντανό μας κορμὶ ποὺ σήμερα αἰσθάνεται, σκιρτάει, ἐκφράζεται, τὰ μάτια ποὺ μᾶς ἀνοίγουν τὴ θέα τοῦ κόσμου, τὸ στόμα ποὺ μιλάει, τὰ χείλη ποὺ φιλοῦν, τὰ δάχτυλα ποὺ ψηλαφοῦν, αὐτὸ ποὺ εἴμαστε αἰσθητὰ καὶ πραγματικά, θὰ μεταλλάξει σὲ παγωμένο, ἀναίσθητο, ἀνενέργητο κουφάρι. Θὰ πρέπει, σὰν ὁποιοδήποτε σκουπίδι νὰ ταφεῖ βαθιὰ στὸ χῶμα, νὰ μὴ μολύνει ἡ δυσωδία τῆς ἀποσύνθεσής του τὸ περιβάλλον τῶν ὅσων ἐπιζοῦν.
.         Καὶ ὅμως, δύο χιλιάδες χρόνια τώρα, ἑκατομμύρια οἱ χριστιανοὶ στὸν κόσμο συνεχίζουν νὰ γιορτάζουν Ἀνάσταση. Μιλοῦν γιὰ νίκες καταπάνω στὸν θάνατο, γιὰ νέκρωση τοῦ θανάτου, γιὰ πέρασμα στὴν ἀθανασία καὶ στὴν ἀφθαρσία σύνολου τοῦ γένους τῶν βροτῶν. Πρόκειται ἄραγε γιὰ παρατεινόμενη στοὺς αἰῶνες συλλογικὴ παραίσθηση; Γιὰ συνεχιζόμενη μαζικὴ παραίτηση ἀπὸ τὴ λογική; Γιὰ πελώρια καλοστημένη ἐξαπάτηση ποὺ συμπαρασύρει γενιὲς γενεῶν;
.         Τουλάχιστον κάποιες ἄλλες θρησκεῖες βρῆκαν στὸν Πλατωνισμὸ μία δογματικὴ καὶ ἀναπόδεικτη, ἀλλὰ κομψὴ σὰν νοητικὸ σχῆμα αἰτιολόγηση τῆς ἀθανασίας τοῦ ἀνθρώπου: Αὐτὸ τὸ κορμὶ ποὺ μαραίνεται, φθίνει καὶ τελικὰ πεθαίνει καὶ ἀποσυντίθεται μέσα στὴ δυσοσμία, δὲν εἶναι αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος. O ἄνθρωπος εἶναι ἡ «ψυχή», τὸ «πνεῦμα», κάτι ἄυλο καὶ θεῖο ποὺ ὑπάρχει «μέσα» μας καὶ μᾶς καθιστᾶ λογικὰ ὄντα μὲ αὐτοσυνείδηση, γλώσσα, ἐλευθερία. Ὅταν πεθαίνουμε, ἡ ψυχὴ «βγαίνει» ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ πηγαίνει κάπου «ἀλλοῦ», ὅπου διασώζει τὴν κυρίως πραγματικότητα τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης.
.         Τὴ σχηματικὴ αὐτὴ ἐκλαΐκευση τοῦ Πλατωνισμοῦ τὴν ἀπέρριψε ἐγκαίρως καὶ ἀπερίφραστα ἡ Ἐκκλησία. Ἐπέμεινε στὸν συνεπῆ ἐμπειρισμὸ διαστολῆς τοῦ κτιστοῦ ἀπὸ τὸ ἄκτιστο. Ἔτσι ἀπέφυγε καὶ τὸ σκάνδαλο τῶν ἐρωτημάτων ποὺ ἀφήνουν ἀναπάντητα σὲ πλατωνίζουσες θρησκεῖες: Τί γίνεται ἡ λογικὴ ψυχὴ ὅταν ἀρκεῖ ἕνα αὐτοκινητιστικὸ δυστύχημα (κάποιες κρανιοεγκεφαλικὲς κακώσεις) γιὰ νὰ τὴν ἐξαλείψει, νὰ ἀλλοτριώσει καίρια τὴ σκέψη, τὸν λόγο, τὴν κρίση, τὴ θέληση; Πῶς συμβιβάζεται τὸ «ἄτρεπτον» τῆς λογικῆς ψυχῆς μὲ τὴ γεροντικὴ ἄνοια, μὲ τὰ μογγολικὰ παιδιά, τὶς περιπτώσεις τῆς βαριᾶς ἰδιωτείας, τὰ χαμένα πρόσωπα τῶν ψυχασθενῶν; Ποῦ ἦταν ἡ ψυχὴ τῶν ἡμι-ἀνθρώπων τῆς προϊστορίας, τῶν σπηλαίων, τῆς λίθινης ἐποχῆς; Τὸ ἴδιο ἐρώτημα καὶ γιὰ τὶς μυριάδες τὰ νεκρωμένα ἔμβρυα, τὰ ἀναρίθμητα γονιμοποιημένα ὠάρια ποὺ ἀποβάλλονται ἀπὸ τὸ μητρικὸ κορμὶ λίγες ἑβδομάδες πρὶν ἀποκτήσουν μία παλλόμενη καρδιά.
.         Ἡ χριστιανικὴ Ἐκκλησία δὲν ἀντικειμενοποίησε ποτὲ τὴν ψυχή, τὴ λογικότητα, τὴν ἀθανασία. Ἁπλῶς ξεχώρισε τὴν ἐμπειρία ποὺ ἀποκτοῦμε μὲ τὶς γνωστικὲς ἱκανότητες τῆς φύσης ἀπὸ τὴν ἐμπειρία ποὺ ἀποκτοῦμε μὲ τὶς γνωστικὲς δυνατότητες τῆς σχέσης. Ἀσφαλῶς καὶ ἡ σχέση κατορθώνεται μέσῳ ἐνεργημάτων τῆς φύσης, ὅμως ἡ σχέση μπορεῖ ἐνδεχομένως νὰ συγκροτήσει καὶ ἐμπειρία ἐλευθερίας ἀπὸ τὴ φύση, ἐλευθερία ἀπὸ τοὺς ὑπαρκτικοὺς περιορισμοὺς (τὶς ἀναγκαιότητες) τῆς φύσης. Ἡ ἐλευθερία ἀπὸ τὴ φύση εἶναι μία ἐμπειρικὴ γνώση ποὺ δὲν ἀντικειμενοποιεῖται, ἀποκλείεται νὰ μεταφραστεῖ σὲ πληροφορία, μόνο «ὡς δι’ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι» εἰκονίζεται.
.         Γλώσσα ποὺ ὑπεμφαίνει τὴν ἐμπειρία τῆς ἐλευθερίας ἀπὸ τὴ φύση (τὴν ἐμπειρία νὰ ὑπάρχεις ὄχι ἐπειδὴ ἔχεις κορμί, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἀγαπᾶσαι καὶ ἀγαπᾶς) εἶναι καὶ ἡ Γιορτή. Ὄχι τὰ νοήματα τῶν ὕμνων τῆς Γιορτῆς, ὄχι τὰ κηρύγματα ποὺ θέλουν νὰ μεταβάλουν τὴ Γιορτὴ σὲ προπαγανδιστικὴ πληροφορία. Γλώσσα εναι  Γιορτ ς γεγονόςεἶναι ἡ ποιότητα τῆς γιορτινῆς χαρᾶς ποὺ δηλώνει μία ἐμπειρικὴ γνώση ἀνυπότακτη σὲ ἰδεολογήματα, συναισθηματισμούς, ψυχολογήματα. Μόνο μία ποίηση ἐξόχως ὑψηλὴ ὑποσημαίνει τὴν ἐμπειρία τῆς Γιορτῆς καὶ ὑπαινικτικὰ βεβαιώνει ὅτι ὁ θάνατος καταργήθηκε μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἅδης καθαιρέθηκε, ἄλλη βιοτὴ ἀπεριόριστης ζωῆς ἐγκαινιάστηκε. Ἂν δὲν εἴμαστε ἔμπειροι τοῦ γεγονότος τῆς Γιορτῆς, λογαριάζουμε τὸ τραγούδι σὰν παραλήρημα. Συνεχίζουμε νὰ μετρᾶμε ἀπὸ χρονιὰ σὲ χρονιὰ τοὺς πεθαμένους, μετρμε κα τ βήματα πο πομένουν γι ν φτάσει κα σ μς  θάνατος – ν δν προτιμήσει ν φτάσει μ λμα. Τὸ τραγούδι τῆς Γιορτῆς μένει στὰ ἀφτιά μας φολκλορικὸς ἀπόηχος ρομαντικῆς μυθολογίας.
.         Αὐτοαποκλεισμένοι ἀπὸ τὴν ἐμπειρία καὶ γκλειστοι σ μόνη τν πληροφορία ἂς εἴμαστε τουλάχιστον (ὅσο γίνεται) σωστὰ πληροφορημένοι: Νξέρουμε τι  χριστιανικ κκλησία, ταν δν εναι λλοτριωμένη σ φυσικ«θρησκεία»  σ δεολογία, δν ντικειμενοποιε τν ψυχή, τ λογικότητα, τνθανασία. Ἀθανασία, λ.χ., δὲν εἶναι γιὰ τὴν Ἐκκλησία ἡ ὕπαρξη, ὅπως ἡ φύση μας τὴν καθορίζει, σὲ μία ἐπ’ ἄπειρον παράταση στὸν χρόνο, ὅπως τώρα ἀδυσώπητα τὸν βιώνουμε. Καὶ λογικότητα δὲν εἶναι μόνο οἱ ἐγκεφαλικὲς λειτουργίες ποὺ ἐνεργοῦν τὴ σκέψη, τὴ γλώσσα, τὴν κρίση, τὴ μνήμη, τὴ φαντασία, ἀλλὰ ἡ ἰδρυτικὴ τῆς ὕπαρξής μας ἀναφορικότητα ποὺ ἀπηχεῖται στὴν πρὶν ἀπὸ τὴ σκέψη ἐπιθυμία τῆς ζωῆς ὡς σχέσης, ἐπιθυμία ποὺ γιὰ τὴν Ἐκκλησία ἐξισώνει τὸ «γνόντες» μὲ τὸ «γνωσθέντες ὑπὸ Θεοῦ» (Γαλ. δ´ 9). Ὅσο γιὰ τὴν «ψυχὴ» ἔχει σημασία τελείως διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν πλατωνική: παραπέμπει σὲ ἐκείνη τὴν αὐτοσυνείδητη ἑτερότητα ποὺ συνιστᾶ ὑπαρκτικὸ γεγονὸς μόνο ὡς ἀγάπη, δηλαδὴ ὡς ἐλευθερία ἀπὸ κάθε ἀναγκαιότητα τοῦ εἶναι καὶ τοῦ μὴ εἶναι.
.         ρχίζεις ν πάρχεις, μόνο ταν παραιτηθες π τν παρξη. Περίπου κάτι τέτοιο μοιάζει νὰ ὑπονοεῖ τὸ ἐπινίκειο μελώδημα «θανάτῳ θάνατον πατήσας». Ἀρκεῖ ἡ παραίτηση νὰ εἶναι ἐπειδὴ παράφορα ἀγαπᾶς, σὲ συνέχει ἔρωτας μανικός. Λειτουργεῖ σὰν σπέρμα Γιορτῆς ἔστω καὶ ἡ ἐπίγνωση τῆς πληροφορίας.

ἐφημ. «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 04.05.02

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου