Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012

Σχολή Βελλάς και ιστορικές προκλήσεις. Χθες – σήμερα

Σχολή Βελλάς και ιστορικές προκλήσεις
Χθες – σήμερα1

Γεώργιος Δ. Παναγόπουλος
Επίκ. Καθηγ. ΑΕΑ Βελλάς /Ιωαννίνων

«Πρόκειται για τις ορίζουσες αυτού που θα αποκαλέσω βελλαϊτικό ιδεώδες. Πίστη στο Χριστό σε έναν κόσμο που αιμάσσει από εθνοτικές αντιπαλότητες τότε, και από το χυδαίο υλοζωισμό σήμερα, συνιστά ακραία πρόκληση για την ελευθερία μας· και ελληνική γλώσσα και παιδεία υπό καθεστώς φρικώδους αμάθειας και καθυστέρησης τότε, αλλά και λειτουργικού αναλφαβητισμού σήμερα είναι οριακή δοκιμασία των πνευματικών αντοχών μας».

«Το μεταπολιτευτικό ιδεολόγημα περί δημοκρατίας και σοσιαλισμού θα παραχωρήσει τη θέση του στο «μετά»: όλα θα είναι «μετά από κάτι», και το κυριότερο: μετά τον Ελληνισμό. Στον μετα-ελληνικό αστερισμό λοιπόν, όχι πια ως κοινωνία, όχι ως σώμα κοινών ιστορικών βιωμάτων, κοινής ιστορικοπολιτισμικής συνείδησης και ψυχικής ζωής, αλλά ως χώρος συγκυριακού συναγελασμού ελληνοφώνων υπό τη διαλυτική αίρεση και της τυπικής κατάργησης της εθνικής κυριαρχίας και συλλογικής μας αξιοπρέπειας».

«Κλήρος δικός μας λοιπόν : η ελευθερία· εχθρός μας: οι φενακιστικές παραχαράξεις της· και όπλα μας: «λόγος έμπρακτος» και «πράξις έλλογος» (για να θυμηθούμε τον άγιο Ισαάκ το Σύρο): λόγος και πράξη φωτισμού, αφύπνισης, και διαρκώς ανανεούμενης αυτοσυνειδησίας, αλλά και θάρρους για αυτοκριτική και αναπροσανατολισμό».

«Η Ρωμιοσύνη, ελληνόφωνη, σλαβόφωνη, αραβόφωνη, κάθε λαλιάς, έχει εγχαραγμένη στην ιστορική της σάρκα «τὰ στίγματα τοῦ Χριστοῦ», άρα την αλήθεια ότι η όντως χειραφέτηση έγκειται στην χαρισματική μεταμόρφωση της ανθρώπινης φύσης και της κτίσης σύμπασας» «Η καρδιά του βελλαϊτικού παιδευτικού ιδεώδους δεν μπορεί παρά να ριζώνει στην πείρα ζωής που διαποτίζει την παύλεια αυτή ρήση· και δεν μπορεί παρά να προσανατολίζεται μονίμως με πυξίδα τη ρωμαίικη κοσμοαντίληψη».

Εισαγωγική σημείωση

Πολύ πριν ο Κάρολος Μαρξ συμπληρώσει την γνωστή ρήση του Χέγκελ για την επανάληψη στην Ιστορία διατυπώνοντας την περίφημη φράση «ότι τα ιστορικά γεγονότα λαμβάνουν χώρα δύο φορές, την πρώτη ως τραγωδία και την δεύτερη ως φάρσα», η αρχέγονη σοφία των λαών της Ανατολής είχε προβεί στην αποκρυστάλλωση της ιδέας μιας περιοδικής ανακύκλησης της Ιστορίας υπό τη μορφή μυθολογικών αφηγήσεων στις οποίες η Ιστορία παρουσιάζεται ωσάν το μοιραίο κύλισμα ενός τροχού, χάρη στο οποίο ανακυκλώνεται η ανθρώπινη περιπέτεια διανύοντας μακρά μεταβατικά στάδια, τις γνωστές μας από την Ινδία Γιούγκα, ή τις περιώνυμες Εποχές του Ησιόδου (πρβλ. M. L. West, Early Greek Philosophy and the Orient, Oxford 1971).
Ο Ηρόδοτος, εξάλλου, απηχεί την αντίληψη της ιστορικής ανακύκλησης, όταν μιλά για τον «κύκλο τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων» που «περιφερόμενος οὐκ ἐᾷ αἰεὶ τοὺς αὐτοὺς εὐτυχεῖν», και ο Θουκυδίδης θα επαναδιατυπώσει το σχήμα δίχως το μυθολογικό του περίβλημα νοηματοδοτώντας το από ανθρωπολογική σκοπιά («γιγνόμενα καὶ ἐσόμενα ἕως ἂν ἡ αυτὴ φύσις τῶν ἀνθρώπων ᾖ»). Πάντα στον ελληνικό χώρο οι ιδέες αυτές βρήκαν την αρχετυπική τους έκφραση στην διδασκαλία για τον μεγάλο Ενιαυτό, ενώ ένας διανοητής του επιπέδου του Πλάτωνα θα τους προσδώσει φιλοσοφικό ένδυμα ανοίγοντας το δρόμο στην θεωρία της «αιώνιας επιστροφής» που θα προβληθεί συστηματικά από τους Στωικούς και θα επανακάμψει αίφνης με την εμφάνιση του νιτσεϊκού νεοπαγανισμού το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα.

Από την άλλη πλευρά οι Προφήτες του αρχαίου Ισραήλ, ξένοι προς το παγανιστικό κοσμοείδωλο της Ελλάδας και γαλουχημένοι εντός της περιρρέουσας χαρισματικής ατμόσφαιρας της πίστης στον ένα Θεό, Γιαχβέ-Κύριο του σύμπαντος και του γίγνεσθαι, θα αρθρώσουν μια μάλλον σπειροειδή-γραμμική περί ιστορίας αντίληψη. Όμως και αυτοί, ορμώμενοι από την βιωματικά κυρωμένη πεποίθηση ότι η θεία παντοκρατορία δεν καταργεί αλλά προϋποθέτει την ανθρώπινη συνευθύνη για την διαμόρφωσή των όρων της ιστορικοπολιτικής εξέλιξης, θα προβούν στην διατύπωση του σχήματος «αμαρτία – τιμωρία – μετάνοια» ως μεταϊστορικού ερμηνευτικού εργαλείου, ενσωματώνοντας με τον τρόπο αυτό την κυκλικότητα ως δομικό στοιχείο στο σχήμα του καθοδηγουμένου από τον Παντοκράτορα Θεό ιστορικού γίγνεσθαι. Δεν είναι ασφαλώς αποδεδειγμένος ο ισχυρισμός του Κλ. Κοχ ότι οι άγιοι Προφήτες Ιεζεκιήλ και Ιερεμίας καταπιάστηκαν με την έννοια του χρόνου υπό την οπτική γωνία της ανίχνευσης του δομικού ρόλου που ενδέχεται να παίζουν στην ιστορία της σχέσης του Θεού με τον εκλεκτό λαό Του συγκεκριμένοι αριθμοί ετών και οι χρονικές περίοδοι που αυτοί οι αριθμοί ορίζουν, είναι όμως μάλλον βέβαιο ότι δεν κατανοούσαν τον ιστορικό χρόνο με τους όρους της επίπεδης γραμμικότητας που συνήθως θεωρείται ότι προσιδιάζει στην ιουδαιοβιβλική και χριστιανική κοσμοαντίληψη (βλ. Kl. Koch, Die Profeten II: Babylonisch-persische Zeit, Stuttgart 1988).

Προς τί η μακρά και κάπως ανορθόδοξη αυτή εισαγωγή;
Απαντώ ευθέως: Μελετώντας την ιστορική συγκυρία που πλαισιώνει δύο γεγονότα σταθμούς της εκκλησιαστικής μας εκπαιδεύσεως, αφ’ ενός την ίδρυση το 1911 της Σχολής Βελλάς, και αφ’ ετέρου την συμπλήρωση συν Θεώ μιας εκατονταετίας λειτουργίας της το 2011, ανίχνευσα μια σειρά ιστορικών αντιστοιχιών ή παραλλήλων εκπλήσσουσας ομοιότητας, που μπορεί να μην αρκούν για να παρακινηθώ σε ένα γενικότερο αναστοχασμό επί του ερωτήματος της περιοδικής ανακύκλησης του ιστορικού γίγνεσθαι, μου υπέδειξαν όμως σε κάθε περίπτωση έναν τρόπο συνθεώρησης των πεπρωμένων του Ελληνισμού εντός ενός εκατονταετούς κύκλου. Όταν, επομένως, ο πανοσιολογιότατος Πρόεδρος της Δ. Ε. της ΑΕΑ Βελλάς μου απηύθυνε την τιμητική πρόταση να είμαι ο εισηγητής στο φετινό φιλολογικό μνημόσυνο για τον αοίδιμο Αρχιεπίσκοπο Σπυρίδωνα Βλάχο, τον ιδρυτή και εμψυχωτή της υπεραιωνόβιας πλέον Σχολής μας, άδραξα την ευκαιρία για να εκθέσω δημοσίως τον προβληματισμό που υπαινίχθηκα μόλις ανωτέρω.

Η παρούσα εισήγηση διαιρείται σε δυο μέρη. Στο πρώτο θα αποπειραθώ να αναδείξω την παραλληλία της ιστορικής συγκυρίας που διαμορφώθηκε για τον Ελληνισμό στην αφετηρία και το τέλος του χρονικού διαστήματος που ορίζουν αφ’ ενός τα τέλη του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα και αφετέρου η καμπή από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Στο δεύτερο μέρος θα εκθέσω εν συντομία τις συντεταγμένες που κατά την ταπεινή μου αντίληψη ορίζουν την φύση και την αποστολή της εκκλησιαστικής Παιδείας υπό το φως των ομοιοτήτων αλλά και των διαφορών των ιστορικών προκλήσεων που αντιμετώπισε η πατρίδα μας τότε, όταν πριν 100 χρόνια ολοκληρωνόταν εθνικά με την απελευθέρωση του βόρειου Ελληνισμού, και σήμερα, οπότε και βρίσκεται στο κρισιμότερο ίσως σταυροδρόμι της νεότερης ιστορίας της.


Παράλληλα και αντιπαράλληλα: Η ειρωνεία της ιστορίας ή ιστορία μιας ειρωνείας;

Η Σχολή Βελλάς ιδρύεται το 1911 από τον τότε Μητροπολίτη Βελλάς και Κονίτσης Σπυρίδωνα ενόσω ακόμα η Ήπειρος αποτελούσε τμήμα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και ήταν διαιρεμένη σε πέντε σαντζάκια. Η Σχολή μας ανήκε στο σαντζάκι (νομό) Ιωαννίνων, αλλά η εκπαιδευτική της εμβέλεια επρόκειτο μετ’ ου πολύ να υπερβεί κατά πολύ τα συγκεκριμένα διοικητικά όρια, κάτι που ανταποκρινόταν βεβαίως στις επιδιώξεις του ιδρυτή της. Η Σχολή ως γνωστόν λειτουργεί στην αρχική της φάση, και για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα στη συνέχεια, ως Ιεροδιδασκαλείο, έχει δηλ. ως στόχο να εφοδιάσει την ευρύτερη περιοχή, κυρίως όμως την ύπαιθρο χώρα, που στερείται των διδακτηρίων που κοσμούν τα αστικά κέντρα, με δασκάλους κληρικούς ικανούς να μεταλαμπαδεύσουν στον χριστιανικό πληθυσμό τα νάματα της εκκλησιαστικής παράδοσης και να κρατήσουν ζωντανή την ελληνική συνείδηση και γλώσσα. Αν βασιστούμε στην τουρκική απογραφή του έτους 1908 ο χριστιανικός πληθυσμός της Ηπείρου, του οποίου τις ανάγκες θα καλούνταν να καλύψουν οι απόφοιτοι της Σχολής, ανερχόταν σε 326.778 έναντι 174. 802 μουσουλμάνων (Β. Κόντης, «Ἤπειρος», στο: Ἔκδ. Ἀθηνῶν (ἔκδ.), Ἱστορία του Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, τόμ. ΙΔ΄, Αθήνα 1977, 385-387).

Όμως η Ήπειρος επρόκειτο μετ’ ου πολύ να διαιρεθεί. Απελευθερώθηκε μεν ολόκληρη το 1913 από τον Ελληνικό στρατό, διαμελίσθηκε εντούτοις εντός του ίδιου έτους προκειμένου με το βόρειο τμήμα της να προικοδοτηθεί το νεοσυσταθέν κράτος της Αλβανίας, την δημιουργία του οποίου με τα συγκεκριμένα σύνορα επέβαλαν η Αυστροουγγρική αυτοκρατορία και η από το 1871 ενωμένη Ιταλία. Προφανής στόχος τους ήταν να εμποδίσουν την έξοδο της Σερβίας στην Αδριατική και τον πλήρη έλεγχο των στενών της Κερκύρας από του Έλληνες. Η Βελλά ιδρύεται, επομένως ως φορέας φωτισμού του γένους των ορθοδόξων Ελλήνων, σε μια εποχή που η εκ νέου έξαρση των εθνικιστικών ανταγωνισμών μεταξύ των βαλκανικών κρατών, αλλά και των εθνοτήτων που διαβιούσαν εντός του οθωμανικού κράτους, προμήνυε κατά τρόπο σαφή την επερχόμενη πολεμική σύρραξη για την εκδίωξη των Οθωμανών από τα Βαλκάνια. Η Βελλά είναι η απάντηση του οξυδερκούς Σπυρίδωνος στην ιστορική πρόκληση των καιρών: Είναι η απάντηση της παιδείας σε έναν κόσμο που πατάει πάνω σε κάρβουνα τα οποία σε λίγο θα αναφλεγούν.

Δεν ήταν, βέβαια, ο μόνος που διείδε την ανάγκη αυτή. Ήδη από το 1870 υπό την καθοδήγηση του εθναρχικού κέντρου της Ορθοδοξίας στο Φανάρι πλήθος σχολείων οργανώνονται και λειτουργούν στον τουρκοκρατούμενο βαλκανικό χώρο χρηματοδοτούμενα κυρίως από προσφορές πλουσίων ομογενών αλλά και συλλόγων. Όμως ο χώρος της Ηπείρου, τόπος ωσμωτικής συνύπαρξης για αιώνες του ελληνικού με το αλβανικό στοιχείο, παρουσιάζεται ιδιαίτερα ευαίσθητος: θαρρείς ότι τα πάντα σ’ αυτόν τον χώρο θα εξαρτηθούν για το ορθόδοξο γένος από τον φωτισμό μέσω της Παιδείας: Αν στην γειτονική Μακεδονία η αντίσταση των ελληνικών εστιών θα πραγματωθεί στα συνεφαπτόμενα επίπεδα της παιδείας και της πολεμικής δράσης ένοπλων εθνικών ομάδων που θα οργανώσουν ιεράρχες όπως ο Γερμανός Καραβαγγέλης για να αντισταθούν στα βουλγαρικά κομιτάτα, στην Ήπειρο ο αγώνας δίνεται ήδη από την εποχή του αγίου Ευγενίου Γιαννούλη του Αιτωλού και του δασκάλου του Αναστάσιου του Γόρδιου πρωταρχικά με την ανιδιοτελή στράτευση για την γλώσσα και το αυτοθυσιαστικό κήρυγμα για το Χριστό. Και είναι αυτή ακριβώς η παράδοση των λαϊκών φωτιστών του γένους (την οποία καλλιεργεί ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Άρτης Νεόφυτος Μαυρομάτης και σφραγίσει τελικώς με το αίμα της θυσίας του ο Πατροκοσμάς στο Κολικόντασι), που ως ζώσα παρακαταθήκη θα κληθεί να ενσωματώσει στο όραμά της η Σχολή Βελλάς: πίστη Χριστού και ελληνοπαιδεία. Πρόκειται για τις ορίζουσες αυτού που θα αποκαλέσω βελλαϊτικό ιδεώδες. Πίστη στο Χριστό σε έναν κόσμο που αιμάσσει από εθνοτικές αντιπαλότητες τότε, και από το χυδαίο υλοζωισμό σήμερα, συνιστά ακραία πρόκληση για την ελευθερία μας· και ελληνική γλώσσα και παιδεία υπό καθεστώς φρικώδους αμάθειας και καθυστέρησης τότε, αλλά και λειτουργικού αναλφαβητισμού σήμερα είναι οριακή δοκιμασία των πνευματικών αντοχών μας.

Ιδού η πρώτη παραλληλία ιστορικών προκλήσεων: Η κρίση της χριστιανικής αυτοσυνειδησίας μας τότε και τώρα προβάλλει ως παραμόνιμο κάλεσμα για μια εκκλησιαστική Σχολή, η οποία μάλιστα εκατό χρόνια μετά έχει αποκτήσει status ανωτάτου εκπαιδευτικού ιδρύματος· αλλά και η τραγικά ελλειμματική παιδεία των βασανισμένων κατοίκων της Ηπείρου πριν 100 χρόνια βρίσκει το σύστοιχο φαινόμενό της στον σημερινό λειτουργικό αναλφαβητισμό μιας ανατριχιαστικά μεγάλης μερίδας συμπατριωτών μας, στο σύγχρονο κενό νοήματος πάνω από το οποίο αιωρείται επώδυνα η μεγάλη πλειοψηφία του ιστορικού έθνους μας.

Παραλλήλων συνέχεια: Τα τέλη του 19ου βρίσκουν το αλβανικό στοιχείο, σύνοικο του ελληνικού στην ευρύτερη περιοχή της βόρειας κυρίως Ηπείρου και του σερβικού στο Κόσσοβο, στην πρώιμη φάση του εθνοτικού αυτοπροσδιορισμού του. Βέβαια δύσκολα μπορούμε να μιλήσουμε για συγκροτημένο αλβανικό έθνος κατά την περίοδο αυτή, επειδή ο αλβανικός πληθυσμός σύγκειται κυρίως από ορεσίβιες φατρίες, τις οποίες έσπρωξαν στο επίπεδο έθνους-κράτους, όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Rene Ristelhueber μόνον τα συμφέροντα Αυστρίας και Ιταλίας (Ιστορία των βαλκανικών λαών, ελλ. μτφρ. Α. Μεθενίτη / Αθ. Στεφανίδη, Αθήνα 2005, 290 και 295). Επιπλέον η πλειοψηφία των Αλβανών είναι μουσουλμάνοι (αν και ετερόδοξοι, καθότι Μπεκτασίδες) και δεν οραματίζονται την απόσχισή τους από την Οθωμανική αυτοκρατορία· διαφυλάσσουν όμως με πείσμα το καθεστώς αυτοδιοίκησης που απολαμβάνουν από καιρό, ενώ μια άτυπη πνευματική ιντελιγκέντσια επιδιώκει την αναγνώριση από την Πύλη του δικαιώματος χρήσης της γλώσσας τους στα σχολειά περιοχών που οι Αλβανοί θεωρούν πάτρια εδάφη τους.

Έτσι ο Συνασπισμός του Πρίσρεν, που ιδρύεται το 1878 αποσκοπεί πρώτον, στην προστασία των εδαφών που θεωρεί αλβανικά από τυχόν προσάρτησή τους από ξένες δυνάμεις, κυρίως όμως από την Ελλάδα, στην οποία το Συνέδριο του Βερολίνου είχε προσκυρώσει τη γραμμή Θυάμιδος/Καλαμά, και δεύτερον, στην επίτευξη ενός αυτονόμου καθεστώτος εντός της οθωμανικής επικράτειας. Νέα ώθηση θα δεχτεί ο αλβανικός εθνικισμός ως συνέπεια της εξέγερσής του Ίλιντεν το 1903, της στάσης των Βουλγάρων της Μακεδονίας εναντίον των Οθωμανών, την οποία η σημερινή επίσημη ιστοριογραφία των Σκοπίων προβάλλει ως ορόσημο στην κατασκευασμένη Ιστορία του φαντασιακού «μακεδονισμού» που υιοθετεί. Το Νοέμβριο του 1905 στη Βίτολα (το ελληνοβλαχικό Μοναστήρι) μια όμαδα νέων Αλβανών διανοουμένων ιδρύει την Επιτροπή για την Απελευθέρωση της Αλβανίας ενώ το επόμενο έτος, το 1906, χρονιά που ο Σπυρίδων Βλάχος χειροτονείται Μητροπολίτης Βελλάς και Κονίτσης η οργάνωση επιχειρεί να δολοφονήσει τον ελληνορθόδοξο μητροπολίτη Κορυτσάς, του οποίου η δράση ενοχλεί ιδιαίτερα τον αλβανικό εθνικισμό (βλ. γενικότερα B. Jelavich, Ιστορία των Βαλκανίων, ελλ. μτφρ. Στ. Γιαννοπούλου, τόμ. ΙΙ, Αθήνα 2006).

Τα έτη 1908 και 1909 σημαδεύεται από αλλεπάλληλα γεγονότα καθοριστικά για την πορεία όχι μόνον του αλβανικού εθνικισμού αλλά και την πορεία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ένα κίνημα στασιαστών αξιωματικών του τρίτου Σώματος του Οθωμανικού στρατού της Θεσσαλονίκης, που κατάγονταν από διαφορετικές φυλετικές ομάδες αλλά ενώνονταν από την μασονική ιδιότητά τους και ομονοούσαν σε μια φαινομενικά φιλελεύθερη ατζέντα εκσυγχρονισμού του απολυταρχικού καθεστώτος του σουλτάνου Αμπτούλ Χαμίντ, καταλαμβάνουν την εξουσία στην Κωνσταντινούπολή. Αμέσως θέτουν εκ νέου σε ισχύ το οθωμανικό Σύνταγμα του 1876 και υπόσχονται ισονομία σε όλους του υπηκόους της αυτοκρατορίας ανεξαρτήτως εθνικοθρησκευτικής ταυτότητας. Κύματα ενθουσιασμού εγείρονται στην αυτοκρατορία, πρωτίστως όμως μεταξύ των Αλβανών, πολλοί εκ των οποίων συνεργάστηκαν με του Νεότουρκους ελπίζοντας στην ικανοποίηση των αυτοδιοικητικών τους αιτημάτων. Επρόκειτο περί πλάνης οικτράς: κάτω από την μηλωτή της δυτικοστρεφούς φιλελεύθερης ρητορικής περί ισοπολιτείας κρυβόταν το πλέον απεχθές πρόσωπο του τουρκικού σοβινισμού, το οποίο μετά από λίγο επρόκειτο -φευ- να εκδηλωθεί σε σειρά γενοκτονικών πρακτικών εναντίον κυρίως, αλλά όχι μόνον, των Αρμενίων και των Ελλήνων. Ο σοβινιστική πολιτική των Νεοτούρκων όμως προκάλεσε ξανά την αντίδραση των απογοητευμένων Αλβανών. Στην απογοήτευσή τους ήλθε να προστεθεί ο φόβος από την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Βουλγαρίας και την προσάρτηση της Βοσνίας Ερζεγοβίνης από την Αυστροουγγρική αυτοκρατορία το καθοριστικό έτος 1909. Το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, όπως μας πληροφορεί η B. Jelavich (βλ. ένθ. αν., 146-147), Αλβανοί ηγέτες συσκέπτονται στο Ελπμασάν. Επιβεβαιώνουν την υιοθέτηση του λατινικού αλφαβήτου για την γραπτή αλβανική (μια γλώσσα με προφορική μόνον παράδοση, δίχως γραπτά μνημεία μέχρι την έναρξη της φιλεκπαιδευτικής δράσης των αδελφών Σαμί και Ναΐμ Φράσσερι περί τα τέλη του 19ου αιώνα) και αποφασίζουν -αυτό πρέπει ιδιαιτέρως να προσεχθεί- την ίδρυση διδασκαλικής ακαδημίας, ιδέα που πραγματοποιείται χωρίς χρονοτριβή το ίδιο κιόλας έτος. Τελικά το Μάρτιο του 1910 ξεσπά αλβανική εξέγερση, που οι Τούρκοι θα καταστείλουν τρεις μήνες μετά. Χωρίς να έχουμε στην διάθεσή μας βαρύνοντα στοιχεία, τολμούμε εδώ να υποθέσουμε ότι η ίδρυση αλβανικής διδασκαλικής ακαδημίας το 1909 θα πρέπει να βάρυνε ιδιαίτερα στην απόφαση του Σπυρίδωνα να ιδρύσει δύο χρόνια αργότερα το Ιεροδιδασκαλείο της Βελλάς.

Σε κάθε περίπτωση η Βελλά ιδρύεται και λειτουργεί σε μια εποχή που ένα δίκτυο ανταγωνιστικών εθνικιστικών ρευμάτων πυκνώνει στην Βαλκανική και σε μία περιοχή που διεκδικείται ευθέως από τους Αλβανούς εθνικιστές. Σε μια ανάλογη θέση βρισκόμαστε και εμείς σήμερα: Το σύγχρονο αλβανικό κράτος πρόκειται να εορτάσει του χρόνου τα εκατό χρόνια της ανεξαρτησίας του, όντας, για να αστειευτούμε λίγο, κατά δύο έτη μικρότερο σε ηλικία από την Σχολή μας. Ο πρωθυπουργός του προέβαλε προ μηνών, ωσάν ιδιόμορφο προανάκρουσμα των εορταστικών εκδηλώσεων, τον ιταμό ισχυρισμό ότι τα πραγματικά όρια της Αλβανίας εκτείνονται μέχρι των Αμβρακικό. Πριν λίγα χρόνια η εκ νέου αφυπνιζόμενη εθνικιστική επιθετικότητα του μικρού βόρειου γείτονά μας είχε εκφραστεί με την μορφή σύναψης στρατιωτικής συνεργασίας με την Τουρκία αλλά και την παλίμβουλη στάση του στο θέμα της χάραξης της αιγιαλίτιδας ζώνης με την Ελλάδα.

Όμως και ο τουρκικός παράγων εμφανίζεται εκ νέου την τελευταία δεκαετία με ηγεμονικές αξιώσεις στην ευρύτερη γεωπολιτική σκακιέρα, διεκδικώντας ρόλο περιφερειακής δυνάμεως. Ο τρόπος με τον οποίο επενδύει ιδεολογικά τις αξιώσεις της η Τουρκία της τρομερής τρόικας Έρντουαν/Γκιουλ/Νταβούτογλου έχει προσφυώς χαρακτηριστεί «Νέο-οθωμανισμός». Με ανανεωμένη την αυτοσυνειδησία της ως ηγετικής δύναμης του Ισλάμ η σύγχρονη Τουρκία μπορεί να παραλληλισθεί με την προ εκατονταετίας Οθωμανία των Νεοτούρκων: Πίσω από το προπέτασμα καπνού που συνιστά η ρητορική περί εκσυγχρονισμού και προσαρμογής στο ευρωπαϊκό κεκτημένο αναβιώνει ένας επιθετικός εθνικισμός με αντεστραμμένα πρόσημα: Πριν έναν αιώνα ήταν από το στρατό (Νεότουρκοι) που εκπορεύθηκε το αίτημα του ψευδώνυμου εκσυγχρονισμού χωρίς επίκληση στο Ισλάμ· σήμερα είναι μια αναδυόμενη πολιτικο-θρησκευτική ελίτ που, ενάντια στη θέληση του στρατού, αναλαμβάνει το εγχείρημα του εξευρωπαϊσμού με επίκληση ταυτόχρονα μιας εκδοχής του πολιτικού Ισλάμ. Κοινός επιδιωκόμενος στόχος και στις δύο περιπτώσεις: ο (νέο) οθωμανικός ηγεμονισμός. (Για το ρόλο του πολιτικού Ισλάμ στην σύγχρονη Τουρκία συνιστάται εκθύμως η μελέτη των πονημάτων του καθ. Ι. Μάζη).

Η ανίχνευση παραλληλιών ανάμεσα στο χθες και στο σήμερα μας οδηγεί εν τέλει στην Γερμανία. Εδώ οι αντιστοιχίες μπορούν να διαγνωσθούν χωρίς ιδιαίτερο κόπο.
Η γερμανική ενοποίηση υπό τον Μπίσμαρκ το 1870 φέρνει στο προσκήνιο των ευρωπαϊκών ανταγωνισμών αυτό το «αργοπορημένο έθνος», όπως αποκαλούσε τους Γερμανούς ο Νίτσε. Λίγο μετά η Γερμανία αποτελεί την μεγαλύτερη στρατιωτική και βιομηχανική δύναμη της γηραιάς ηπείρου, που χρόνο με το χρόνο αυξάνει σταθερά, προκαλώντας εύλογα την ανασφάλεια των γειτόνων της Γάλλων και Ρώσων. Όμως η ανασφάλεια ήταν το εγγενές χαρακτηριστικό πρωτίστως της ίδιας της Γερμανίας: Για διακόσια και πλέον χρόνια ο ευρύτερος γερμανικός χώρος ήταν κατακερματισμένος σε εκατοντάδες μικρά κρατίδια και αποτέλεσε το μόνιμο θέατρο όλων των μεγάλων πολέμων της Ευρώπης: Από τον Τριακονταετή πόλεμο του πρώτου μισού του 17ου αιώνα, που ερήμωσε τη Γερμανία και είχε ως αποτέλεσμα την εξόντωση του 30 % του πληθυσμού της, τους ποικίλους πολέμους διαδοχής του 18ου αιώνα, μέχρι και τους ναπολεόντειους η γερμανικές χώρες ήταν το θύμα των ευρωπαϊκών πολέμων: Τώρα, μετά την ενοποίηση, και κυρίως μετά την απομάκρυνση του ταχυδακτυλουργού της Realpolitik Μπίσμαρκ, πλησίαζε η ώρα να αλλάξει το ρόλο του θύματος με αυτό του θύτη. Τίποτε δεν μνημειώνει επιτυχέστερα σε συμβολικό επίπεδο την απόφαση της μεταμπισμαρκικής ελίτ (δηλ. της Γερμανίας μετά τον Μπίσμαρκ) να διεκδικήσει ακόμα και με την βία την ευρωπαϊκή ηγεμονία από ό,τι ο λόγος του τότε υπουργού των Εξεωτερικών Μπέρναρντ φον Μπύλοφ και η διαβόητη ομιλία περί των Ούννων του κάιζερ Γουλιέλμου Β΄ (V. Ullrich, Die nervöse Großmacht 1871-1918. Aufstieg und Niedergang des deutschen Kaiserreichs, Frankfurt am Main 1999).
Το Δεκέμβρη του 1897 ο Μπύλοφ εξέθεσε δίχως περιστροφές την ατζέντα ενός έθνους που ένιωθε πολύ ισχυρό πλέον για να μην πολεμήσει για την ηγεμονία, αλλά αρκετά ασθενές, λόγω της γεωπολιτικής του θέσης, για να εμπιστευθεί τα άλλα έθνη στον καιρό της ειρήνης: «Οι εποχές που ο Γερμανός εγκατέλειπε στον έναν γείτονά του τη γη, στον άλλο τη θάλασσα, για να κρατήσει ο ίδιος τον ουρανό, όπου θρονιάζεται η καθαρή αλήθεια, παρήλθαν. Με ένα λόγο: δεν θέλουμε να θέσουμε κανέναν στη σκιά, αλλά απαιτούμε τη θέση μας στον ήλιο (wir verlangen unseren Platz an der Sonne)». Πολύ πιο ωμός ο Κάιζερ τον Ιούλιο του 1900 θα αποχαιρετίσει το γερμανικό εκστρατευτικό σώμα που απέπλεε από το Μπρεμερχάφεν για την Κίνα προκειμένου να αναλάβει η Γερμανία το εκεί αποικιοκρατικό της μερίδιο, ζητώντας ανηλεή σκληρότητα όμοια με αυτή που επέδειξαν οι Ούννοι του βασιλιά Έτζελ πριν από χίλια χρόνια, μένοντας με αυτόν τον τρόπο για πάντα στην ιστορία.
Είναι προφανές, όπως προσφυώς σημείωσε ο Κίσσινγκερ (Διπλωματία, ελλ. μτφρ. Γ. Κοβαλένκο, Αθήνα 1995), ότι στην μετά τον Μπίσμαρκ Γερμανία η μετριοπάθεια ήταν αγαθό εν ανεπαρκεία. Μία τέτοια στάση δεν αντανακλά μόνον την αίσθηση της αύξουσας ισχύος· αφήνει παράλληλα να διαφανεί το βαθύ αίσθημα φόβου και ανασφάλειας που διέτρεχε σαν ηλεκτρικό ρεύμα την ραχοκοκαλιά τον νευρικό αυτό γίγαντα. Πίσω από την ελάχιστα πρωσική θεατρικότητα των τρόπων του υπερφίαλου κάιζερ κρυβόταν η σπασμωδικότητα που θα διακρίνει την πλειοψηφία των ενεργειών της άρχουσας ελίτ του γερμανικού έθνους μέχρι και το τέλος του β΄ παγκοσμίου πολέμου δικαιώνοντας απόλυτα το χαρακτηρισμό του Volker Ullrich για την Γερμανία ως «νευρική υπερδύναμη». Έτσι στην ασθμαίνουσα προσπάθειά της να καταλάβει τη «θέση της στον ήλιο», για την οποία μίλησε ο Μπύλοφ, προκάλεσε μια ώρα αρχύτερα αυτό που ο Μπίσμαρκ αποκάλεσε “cauchemar de coalitions”, τον εφιάλτη της περικύκλωσης της Γερμανίας από εχθρικούς συνασπισμούς. Επρόκειτο για μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Πράγματι η Ρωσία εξ ανατολών, είδε την διείσδυση του Γερμανοαυστριακού παράγοντα στα Βαλκάνια και το Βόσπορο ως απειλή των ζωτικών συμφερόντων της στην περιοχή, και οι Αγγλογάλλοι εκ Δυσμών, για διαφορετικούς ο καθένας λόγους, ήταν θέμα χρόνου να γεφυρώσουν, έστω προσωρινά, τις διαφορές τους με την ρωσική αρκούδα προκειμένου να αντιμετωπίσουν της ιμπεριαλιστική Γερμανία με την σύμπηξη της γνωστής μας Entente cordiale.

Εκφεύγει των ορίων της παρούσας εισήγησης η περιγραφή των σταδίων που οδήγησαν, θαρρείς νομοτελειακά, στο ανατριχιαστικό σφαγείο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Όμως όσα ήδη διελήφθησαν επιτρέπουν, υποθέτω, έναν πρόχειρο αλλ’ όχι ανέρειστο παραλληλισμό με την γερμανική ενοποίηση του τέλους του 20ου αιώνα και τα όσα ακολούθησαν μετά την απομάκρυνση των μετριοπαθών πολιτικών της παλαιάς γενιάς τύπου Χέλμουτ Κολ.

Έτσι, τη στιγμή που μιλάμε η Γερμανία αποτελεί και πάλι, όπως πριν από εκατό χρόνια, την ισχυρότερη χώρα της ηπειρωτικής Ευρώπης. Η ηγεμονική πολιτική που ακολουθεί η άρχουσα ελίτ των πολιτικών και της ιδιάζουσας συμμαχίας του βιομηχανικού με το τραπεζικό κεφάλαιο μπορεί να μην εκφράζεται πλέον με την ακατέργαστη φρασεολογία του κάιζερ, είναι εν τούτοις αισθητή και προφανής. Εξίσου προφανής ωστόσο είναι και η βαθιά ανασφάλεια που διακατέχει την γερμανική ηγεσία: Το σημερινό πείσμα των Γερμανών να πειθαρχήσει στις δημοσιονομικές νόρμες τους η σπάταλη νότια Ευρώπη, μηδέ της Γαλλίας εξαιρουμένης, δίνει το μέτρο του διαχρονικά εγγενούς φόβου των Γερμανών για την υποτίμηση του νομίσματός τους· αποκαλύπτει επίσης το νευρικό άγχος της Γερμανίας να προλάβει την τεράστια πρόκληση που αντιπροσωπεύει για τα συμφέροντά της ο ανοικονόμητος γιγαντισμός της Κίνας, ο εξ ανατολών κίνδυνος, και ο εντεινόμενος νομισματικός πόλεμος κατά του Ευρώ στον οποίο επιδίδονται οι Αμερικανοί, ο εκ δυσμών κίνδυνος. Τούτο το άγχος αποτελεί απλώς επανέκδοση του παλαιού εφιάλτη του Μπίσμαρκ για μια ενδεχόμενη περικύκλωση της Γερμανίας «εἴδεσι μόνον διηλλαγμένου», όπως θα έλεγε ο Θουκυδίδης. Μόνον που σήμερα σε αντίθεση με το χθες, οι γερμανικοί φόβοι δεν αρθρώνονται πια σε ευρωπαϊκή, αλλά σε πλανητική κλίμακα. Καταλαβαίνει κανείς ευχερώς γιατί η Γερμανία αντιμετωπίζοντας εκ νέου τα φαντάσματά της, μεγεθυμένα αυτή τη φορά σε πλανητική κλίμακα, θα αντιμετωπίσει έννοιες όπως «ευρωπαϊκή αλληλεγγύη» με την ίδια αποστροφή που οι διάδοχοι του Μπίσμαρκ απέρριψαν την συνετή αλλά πολύπλοκη πολιτική του της ισορροπίας δυνάμεων. Είναι επίσης ευνόητο ότι σε μία τέτοια περίπτωση οι χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, και ιδίως η σακατεμένη Ελλάδα, θα αντιμετωπισθούν από την Bundesrepublik ως χώρες μειωμένης εθνικής κυριαρχίας, αυτό δηλ. που παλαιότερα λέγαμε «προτεκτοράτα»!

Ας έλθουμε όμως τώρα σε μία συνοπτική συνθεώρηση της Ελλάδας του τότε και του σήμερα : Η Βελλά ιδρύεται το 1911 εντός των ορίων του οθωμανικού κράτους για να περιέλθει στην Ελλάδα λίγο αργότερα με την δια των όπλων εκδίωξη των Οθωμανών από την Ήπειρο. Όμως η Ελλάδα του διαδόχου Κωνσταντίνου και του πρωθυπουργού Βενιζέλου, η οποία σε συνεργασία με την Σερβία του μετριοπαθούς Πάσιτς και την Βουλγαρία του δημιουργού της βαλκανικής Entente Ιβάν Γκέσοφ καταλύει την οθωμανική κυριαρχία στα Βαλκάνια και διπλασιάζεται, είναι μια οιονεί νεκραναστημένη Ελλάδα. Ήταν χάρη στις προσπάθειες των κυβερνήσεων Γ. Θεοτόκη και Ελ. Βενιζέλου, που η ρημαγμένη από μία χρεοκοπία (1895) κι έναν πόλεμο (1897) αλλά και τελούσα υπό ΔΟΕ Ελλάδα της Μελούνας ανακάμπτει, εξοπλίζεται, συνάπτει με διπλωματική επιδεξιότητα συμμαχίες και ολοκληρώνεται εθνικά.
Οι παραλληλισμοί με το σήμερα πρόδηλοι, αλλά και διαφορές διόλου επουσιώδεις: Η Ελλάδα του τέλους του 19ου χρεοκοπεί μετά από έναν ξέφρενο και ξεδιάντροπα τοκογλυφικό δανεισμό μιας δεκαπενταετίας. Αιτία της «δημοσιονομικής παραφροσύνης» ήταν το μεγαλόπνοο πρόγραμμα δημιουργίας υποδομών από τις κυβερνήσεις Τρικούπη, ο οποίος από το 1880 έως το 1895 βρίσκεται με μικρά διαλείμματα στην εξουσία. Όπως σημειώνεται, ἡ δανειακή πολιτική του Τρικούπη «υπεδούλωσε τας πλουτοπαραγωγικάς πηγάς της χώρας και κατ’ επέκτασιν κατέλυσεν ουσιαστικώς την εθνικήν ανεξαρτησίαν…» (Νικολάου Α. Βέη (ἐπιμ.), Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους τοῦ Κ. Παπαρρηγοπούλου, Ἔκδοσις ἑβδόμη μετὰ προσθηκῶν σημειώσεων καὶ βελτιώσεων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νεωτέρων ἱστορικῶν δεδομένων, Ἀθῆναι 1957, 282). Όσον αφορά ειδικώς την δεκαετία 1880-1890 «το συνολικόν ονομαστικόν ποσόν των δανείων ήτο 643.000.000 φράγκα, ενώ εις την πραγματικότητα μόνον 463.000.000 παρεχώρησαν οι ξένοι δανεισταί. Εντός της ως άνω δεκαετίας το ελληνικόν κράτος επλήρωσε 455.000.000 χρυσά φράγκα εις τοκοχρεωλύσια προς τους τραπεζικούς οίκους των Παρισίων», τα συμφέροντα των οποίων εκπροσωπούσε -φευ- ο ελληνικής καταγωγής τραπεζίτης Βλαστός, και βέβαια του Λονδίνου, ιδίως δε στον οίκο του αγγλοεβραίου χρηματέμπορα Χάμπρο, ο οποίος απετέλεσε για δεκαετίες αληθινή βδέλλα του ελληνικού προϋπολογισμού.

Αντίστοιχους ισχυρισμούς ακούμε από τα χείλη σύγχρονων αναλυτών για τα δάνεια που άρχισε να συνάπτει με αφροσύνη η χώρα μας από τις αρχές τις δεκαετίας του 1980. Όμως, τα δάνεια του τέλους του 19ου επέτρεψαν στον Τρικούπη να μετακυλήσει το έλλειμμα προς τα μπρος –έστω και με το αναπόφευκτο τίμημα της χρεοκοπίας- συντηρώντας έναν προϋπολογισμό δυσανάλογα μεγάλο με το εθνικό εισόδημα της χώρας, προκειμένου ο μεσολογγίτης πολιτικός να δημιουργήσει σημαντικές υποδομές, μέρος των οποίων επιβιώνουν μέχρι τις ημέρες μας. Αντιθέτως, τα δάνεια του τέλους του 20ου αιώνα σωρεύθηκαν κυρίως και πρωτίστως για να καθέξει και να διατηρήσει την εξουσία ένα κόμμα, και η παρασιτική ψευδοελίτ που εξέθρεψε, εκμαυλίζοντας έναν μεγάλο μέρος του λαού μέσω μιας τεχνητής καταναλωτικής ευζωίας. H επονείδιστη κατάληξη δεν είναι μόνον η ακήρυχτη χρεοκοπία, αλλά, το χειρότερο, η δραστική απομείωση της εθνικής μας κυριαρχίας δια της υπαγωγής του συνόλου της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου υπό καθεστώς υποθήκης και του κράτους υπό απροκάλυπτη ξένη κηδεμονία. Αν τα δάνεια του Τρικούπη ήταν ο δείκτης της «μεγαλομανίας» ενός δημιουργικού πολιτικού, τα δάνεια του τέλους του 20ου αιώνα ήταν ο δείκτης του «αριβισμού» ενός Ηρόστρατου.

Επιπρόσθετες ομοιότητες που εκπλήσσουν: α) Όπως στις μέρες μας έτσι και κατά τη δεκαετία του 1890 της χρεοκοπίας της Ελλάδος είχε προηγηθεί η χρεοκοπία της Αργεντινής (Η παραλληλία αυτή προφανώς υποδηλώνει αρκετά σε σχέση με τον τρόπο που κινούνται τα λιμνάζοντα χρηματιστικά κεφάλαια προς την περιφέρεια σε περιόδους κρίσεων υπερσυσσώρευσης στο καπιταλιστικό κέντρο).
β) Η Ελλάς είχε κατά το δεύτερο μισό του 19ου προσχωρήσει στην λατινική νομισματική ένωση (επιβίωμα της οποίας στη γλώσσα μας είναι η συνήθεια να αποκαλούμε τα χρήματα «φράγκα»). Όπως και σήμερα, με την ΟΝΕ , έτσι και τότε μια από τις προτεινόμενες λύσεις προς αντιμετώπιση της κρίσης ήταν η αποχώρηση από την Λατινική νομισματική Ένωση. Εν τούτοις οι ομοιότητες δεν συνεπάγονται ταυτότητα. Σήμερα εντός της ΟΝΕ αδυνατούμε να υποτιμήσουμε το νόμισμά μας: κατ’ ουσίαν στερούμαστε παντελώς κάθε δυνατότητας νομισματικού ελέγχου. Αντιθέτως, κατά την περίοδο 1880-1893 η δραχμή μπορούσε να υποτιμηθεί, όπως και έγινε.
γ) Και στις δυο περιόδους δεσπόζουν στα εν Ελλάδι πράγματα με τις ευλογίες της πολιτικής εξουσίας παρασιτικές επιχειρηματικές και χρηματιστικές ελίτ. Σήμερα τις αποκαλούμε «διαπλεκόμενα συμφέροντα», τότε τύπος και λαός τους αποκαλούσε «χρυσοκανθάρους». Επρόκειτο περί εξεχόντων εκπροσώπων του ελληνικού παροικιακού κεφαλαίου, οι οποίοι επιδίδονταν εκτός Ελλάδος σε κολλυβιστικές και εμπορομεσιτικές εργασίες με αποτέλεσμα να αποκτήσουν τεράστιες περιουσίες ως μεσάζοντες μεταξύ των εξαρτημένων χωρών όπου δρούσαν (Αίγυπτος, Οθωμανία, κ.α.) και του ανεπτυγμένου καπιταλιστικού κόσμου. Ως αποτέλεσμα της κρίσης που ξέσπασε διεθνώς μετά το 1870-1880 οι εκπρόσωποι του παροικιακού κεφαλαίου δραστηριοποίηθηκαν παρασιτικώς στην Ελλάδα με δύο κυρίως τρόπους: Αφ’ενός επωφελήθηκαν των σκανδαλωδών διευκολύνσεων που τους προσέφερε ο Τρικούπης για να επενδύσουν σε αγροτική γη στις προσφάτως προσαρτηθείσα από την Ελλάδα Θεσσαλία (η κύρια αιτία του θεσσαλικού προβλήματος γης που θα απασχολήσει για δεκαετίες την χώρα εντοπίζεται εδώ). Αφ’ ετέρου, οι Έλληνες χρηματομεσίτες θα συνδράμουν με την τεχνογνωσία τους το δανειακό πρόγραμμα της Ελλάδος δρώντας ως εκπρόσωποι των χρηματιστικών συμφερόντων ευρωπαϊκών οίκων όπως ο Συγγρός και ο Βλαστός, που μόλις αναφέραμε.
δ) Τέλος αν κάθε τούρτα έχει κερασάκι, τότε και η τούρτα των ελληνικών χρεοκοπιών δεν μπορεί να εξαιρεθεί. Για να ευθυμήσουμε λοιπόν κάπως αναφέρουμε εν είδει παρεκβάσεως ότι το κερασάκι εδώ είναι τα… υποβρύχια. Εάν στα τέλη του 20 ου αι. σύμβολο της ανήκεστης φαυλότητας του πολιτικού μας κόσμου, αλλά και ανεκδοτολογική ρήση, έγιναν τα υποβρύχια που γέρνουν, η πρώτη χρεοκοπία και η ενδημική φαυλότητα του τέλους του 19ου είχε ως προανάκρουσμα την αγορά ενός υποβρυχίου υπό της ελληνικής κυβερνήσεως από τη σουηδική εταιρεία Νόρντενφελτ. Μεσάζων ο διαβόητος Σερ Μπάζιλ Ζαχάροφ, Έλλην εκ Μ. Ασίας, που επέπρωτο να αναδειχθεί στο μεγαλύτερο έμπορο όπλων του 20ου αιώνα. Με προτροπή του οι Έλληνες ιθύνοντες παραβρέθηκαν στην εκδήλωση επίδειξης του νέου υποβρυχίου μαζί με εκπροσώπους άλλων ενδιαφερομένων χωρών. Και ενώ άπαντες απεχώρησαν μετά την αποτυχημένη δοκιμή, η Ελλάς προέβη στην αγορά του «υπερόπλου», το οποίο βεβαίως δεν επρόκειτο ποτέ να χρησιμοποιηθεί λόγω της καταφανούς επιχειρησιακής του ανεπάρκειας.


Πολιτισμικά «παράδειγματα» και εκκλησιαστική παιδεία στο σταυροδρόμι της ιστορίας

Στο δεύτερο μέρος της εισήγησης θα εκθέσω ένα γενικότερο συλλογισμό για την εκκλησιαστική μας παιδεία υπό το πρίσμα της συνύφανσης της ποιμαντικής ευθύνης της Εκκλησίας με το εκάστοτε κυρίαρχο πολιτισμικό πρότυπο/παράδειγμα.

Με αφορμή την προηγηθείσα συγκριτική θεώρηση δύο εποχών επιλέγω εδώ την συγκριτική αξιολόγηση των δύο κυρίαρχων ιδεολογικών μοντέλων της νεότερης Ελλάδας: Το «μεγαλοϊδεατικό», υπό την αιγίδα του οποίου πορευθήκαμε μέχρι την καταβύθιση του ονείρου στις ακτές της Ιωνίας, και το σύγχρονο μεταπολιτευτικό του αριστερογενούς εθνομηδενισμού. Χωρίς περιστροφές, φρονώ ότι το ιδεολογικό μοντέλο που αρθρώθηκε θεμελιακά, αν και με συγκυριακές παραλλαγές, γύρω από το όραμα της Μεγάλης Ιδέας αποδείχθηκε εκ των πραγμάτων ασύγκριτα γονιμότερο από την μεταπολιτευτική πρόταση συγκρότησης του πολιτικού και κοινωνικού γεγονότος, η πεμπτουσία της οποίας καταστάλαξε εν τέλει στο «απόλυτο μηδέν».
Ασφαλώς, ουδείς θα αμφισβητήσει το ότι η Μεγάλη Ιδέα λειτούργησε ως ιδεολογικός μοχλός προώθησης και επίτευξης πολιτικών στόχων των αρχουσών ομάδων του ελληνικού βασιλείου από το πρώτο μισό κιόλας του 19ου αιώνα μέχρι την τραγική κατάληξη της μικρασιατικής εκστρατείας το ’22· λησμονείται όμως ότι η ιδεολογική παράμετρος δεν μπορεί να αποσυνδεθεί καισαρικά από το κοινωνικό, και ότι εν τελική αναλύσει κάθε πολιτικό-κοινωνικό ενέργημα είναι ιδεολογικά διαμεσολαβημένο. Σε αυτή την περίπτωση η καταγγελία του ιδεολογικού χαρακτήρα ενός κυρίαρχου παραδείγματος, παραβιάζει απλώς ανοικτές θύρες αφήνοντας το ίδιο ανερμήνευτη τη λειτουργία του. Ακόμα, το ότι και το ιδεολόγημα της «Ελληνορθοδοξίας», που μετά την θνησιγενή μεταξική απόπειρα προβολής του γ΄ ελληνικού πολιτισμού αναδύθηκε ως η κυρίαρχη αφήγηση του μετεμφυλιακού κράτους της Δεξιάς, εκφυλίστηκε σε μία από τις οδυνηρότερες γελοιογραφήσεις την περίοδο των Απριλιανών, δεν επιτρέπει επ’ ουδενί τον συσκοτισμό των πραγματικών ιστορικοπολιτισμικών ερεισμάτων του «μεγαλοϊδεατικού μοντέλου»: Τούτο σημαίνει ότι ο κυρίαρχος «μύθος» του Νέου Ελληνισμού μέχρι και το ’81 υπήρξε δημιουργικός, παρ’ όλη την κάποτε ανήκεστη κακοήθεια των δρώντων ιστορικών προσώπων και τις αντιξοότητες των συγκυριών (ή μάλλον θα πρέπει να πούμε ακριβώς ένεκα αυτών;)! Στο κάτω-κάτω από το έδαφος του δεν ξεπετάχτηκε μόνον ο χυδαίος κομματαρχισμός του Κωλέττη, ο τραγελαφικός ειρηνοπόλεμος του Δηλιγιάννη, ή η παλαιοημερολογιτική αρχαιολατρία του Μιστριώτη· από τούτη τη μήτρα αναβλάστησαν, έστω κι αν χρειάστηκε να αρδευτούν με φρέσκα νάματα, η εθνική εξόρμηση του ’12- ’13, το ορόσημο αξιοπρέπειας της Πίνδου, η λεβεντιά της αντίστασης στα κατοχικά χρόνια, αλλά και η έκπληξη της γενιάς του ’30 καθώς και ο καταληκτικός απόηχός της τη δεκαετία του ’60.

Το «μεγαλοϊδεατικό» όραμα ήταν γόνιμο παρά τις αντιφάσεις του, γιατί δεν ήταν ένα απλό ιδεολόγημα, ένα άσαρκο κατασκεύασμα μιας γραφειοκρατικής ιντελιγκέντσιας. Και τούτο γιατί τόσο ο μεγαλοϊδεατισμός όσο και η οψιγενής εκδοχή του, η Ελληνορθοδοξία, απετέλεσαν συμβολικές ιδρύσεις που διέθεταν ψηλαφητό ιστορικό αντίκρισμα. Και μόνον η παραπομπή στον Απ. Βακαλόπουλο αρκεί για να θυμηθούμε ότι το γένος καλλιεργεί ένα πρωτο-μεγαλοϊδεατικό όραμα ήδη από την επαύριον της πρώτης άλωσης και της καταστροφής της αυτοδύναμης κρατικής του οντότητας από τους Φράγκους (1204). Η διαχρονία του Ελληνισμού ήταν βιωματική βεβαιότητα των Ρωμιών του μείζονος ελληνικού χώρου ήδη από την πρώτη περίοδο της Τουρκοκρατίας, τραγουδιέται σε δημώδη στιχουργήματα, ιστορείται στους νάρθηκες των Εκκλησιών, προβάλλεται ως καύχημα προς τους ξένους, γίνεται προφητεία ανάστασης και καημός που κάποτε προσλαμβάνει αποκαλυπτικές διαστάσεις.

Διόλου παράδοξο, λοιπόν, ότι το μεταπολιτευτικό «παράδειγμα» αυτής ακριβώς της ψευδοπροοδευτικής εθνοαποδόμησης καταρρέει μαζί με την ελληνική κοινωνία συμπαρασύροντας σε έσχατη ανυποληψία λείψανα αξιακών μεγεθών βάναυσα τραυματισμένων. Και τούτο επειδή το μεταπολιτευτικό μοντέλο δεν είχε ούτε μπορούσε να έχει τη δημιουργική δυναμική του προηγουμένου: Ήταν αυτό λοιπόν που κατασκευάστηκε και «φορέθηκε» στανικώς στην ελληνική κοινωνία μέσω των εκπαιδευτικών δομών και ενός γκανγκστερικού συστήματος διαπλοκής πολιτικών όλων των αποχρώσεων, και αδίστακτων φεουδαρχών της δήθεν ενημέρωσης. Στόχος τους η μεθοδευμένη μετατροπή της πατρίδας μας από χώρα σε χώρο, και των Ελλήνων από λαϊκό σώμα με κοινή ψυχική ζωή και έρμα πολιτισμού σε αγελαία μάζα ψυχωτικών καταναλωτών πλήρως στερημένη από εκείνα τα ζώπυρα αντίστασης στον εξανδραποδισμό που μόνο το πάντρεμα της γνώσης με τον πόνο μπορεί να προσφέρει σε ένα λαό (είναι αυτό που η ορθόδοξη πατερική Παράδοση αποκαλεί σύζευξη «πράξης και θεωρίας»).

Όμως το «σύστημα» δεν έχει παίξει ακόμα τα ρέστα του. Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, οι αυτουργοί του τερατώδους εγκλήματος της διάλυσης ενός ιστορικού λαού μοιάζουν έτοιμοι να ηγηθούν της νέας εποχής, της εποχής του μετα-ελληνισμού: Το μεταπολιτευτικό ιδεολόγημα περί δημοκρατίας και σοσιαλισμού θα παραχωρήσει τη θέση του στο «μετά»: όλα θα είναι «μετά από κάτι», και το κυριότερο: μετά τον Ελληνισμό. Στον μετα-ελληνικό αστερισμό λοιπόν, όχι πια ως κοινωνία, όχι ως σώμα κοινών ιστορικών βιωμάτων, κοινής ιστορικοπολιτισμικής συνείδησης και ψυχικής ζωής, αλλά ως χώρος συγκυριακού συναγελασμού ελληνοφώνων υπό τη διαλυτική αίρεση και της τυπικής κατάργησης της εθνικής κυριαρχίας και συλλογικής μας αξιοπρέπειας.

Υπό το φως των μόλις διαληφθέντων θα νόμιζε κανείς πως η εδώ προτεινόμενη στάση είναι η ολοκληρωτική αυτοπαραίτηση. Η εντύπωση είναι οπωσδήποτε επιφατική: Προσωπικώς απεχθάνομαι εξ ιδιοσυγκρασίας την πεισιθάνατη στάση. Αλλά και το γένος μας εκ παραδόσεως διέσωζε οιονεί ενστικτωδώς την αίσθηση του τραγικού: τη βιωματική επίγνωση του βαρύ κλήρου της ελευθερίας. Κλήρος δικός μας λοιπόν : η ελευθερία· εχθρός μας: οι φενακιστικές παραχαράξεις της· και όπλα μας: «λόγος έμπρακτος» και «πράξις έλλογος» (για να θυμηθούμε τον άγιο Ισαάκ το Σύρο): λόγος και πράξη φωτισμού, αφύπνισης, και διαρκώς ανανεούμενης αυτοσυνειδησίας, αλλά και θάρρους για αυτοκριτική και αναπροσανατολισμό.

Επιγραμματικά θα έλεγα ότι όλα τούτα συνοψίζονται σε μια διττή στόχευση που εξάπαντος δεν μπορεί να αγνοήσει η εκκλησιαστική παιδεία:

α) Είναι ανάγκη να ξανακερδίσουμε για λογαριασμό της παιδείας και της μάθησης την κοινωνική εμβέλεια και την πολιτική δραστικότητα που πάλαί ποτε χαρακτήριζε τον θεωρητικό στοχασμό. Θα λέγαμε ότι είναι ανάγκη να ξαναπαντρέψουμε τη θεωρία με την πράξη, προσδίδοντας εκ νέου στον επιστήμονα λόγο και το γνωσιακό εγχείρημα τη δυναμική εκείνη που παλαιότερα τους επέτρεπε να δρουν ως καταλύτης πολιτικών εξελίξεων. Η γνώση, για να είναι γνώση, δεν μπορεί παρά να συνιστά αυτό που ο Γιάσπερς αποκάλεσε «κοινωνήσιμο ενέργημα» και ο Ηράκλειτος «μετοχή στον κοινό λόγο»· σε διαφορετική περίπτωση εκφυλιζόμαστε σε φασματικούς πρωταγωνιστές σχολαστικών αντιπαραθέσεων, που σε τελική ανάλυση δεν ενδιαφέρουν κανέναν.

β) Αλλά ακριβώς το αίτημα αυτό της εκ νέου ανακάλυψης της γνώσης ως κοινωνικού ενεργήματος προϋποθέτει, αλλά και εν ταυτώ συνεπάγεται ένα τιτάνιο εγχείρημα: τον επανεγγραμματισμό του ελληνικού λαού, του μοναδικού ίσως λαού με τους περισσότερους αναλφάβητους… πτυχιούχους. Η Ελλάδα – και αυτό το καταθέτω από προσωπική πείρα – είναι ο μοναδικός ίσως ανθρωποβιότοπος του πλανήτη, στον οποίο ακόμα και πανεπιστημιακοί δάσκαλοι (αυτονοήτως όχι όλοι) έχουν πάρει διαζύγιο από το βιβλίο και τη βουλιμική ανάγνωση. Αν, τώρα, στην αλλεργική προς το βιβλίο αντίδραση του σύγχρονου «λόγιου» Έλληνα προσθέσει κανείς τις υψηλές οσφυοκαμπτικές επιδόσεις του απέναντι στους ισχυρούς της πολιτικής και του πλούτου, έχει τότε προ οφθαλμών του ολόκληρο το τοπίο παρακμής του Ελληνισμού.

Όμως εμείς μιλάμε εδώ για εκκλησιαστική παιδεία, όχι απλώς για επιστήμη ή μάθηση κοσμική. Και η ειδοποιός διαφορά της ορθόδοξης παιδευτικής πρότασης από τα θύραθεν εκπαιδευτικά μοντέλα είναι η εν Χριστώ μεταμόρφωση. Εδώ ακριβώς εντοπίζονται οι συντεταγμένες που ορίζουν το στίγμα του βελλαϊτικού ιδεώδους: Το αιτούμενο της διάσωσης της ελληνικότητας ως τρόπου ζωής που ενδιαφέρει πανανθρώπινα, και όχι ως έκφανση ναρκισσιστικής αυτοεπιβεβαίωσης μέσω μιας στείρας ιδεολογικής επίκλησης αρχαίων τροπαίων εγγράφεται, ή μάλλον, οφείλει να εγγράφεται αδιαλείπτως στο κεντρικό πρόταγμα της κατά Χριστόν παιδείας. Αν η Ρωμιοσύνη πρόκειται να επιβιώσει ως αυτό που πάντα ήταν, δηλ. πνευματικό μέγεθος οικουμενικής σπουδαιότητας, επιτομή και πεμπτουσία του μηνύματος της όντως ζωής και αγάπης που «ἀνέθορε ἐκ τάφου», τότε το παιδευτικό ιδεώδες μας δεν μπορεί παρά να αρθρώνεται γύρω από τον άξονα του «καινοῦ ἀνθρώπου τοῦ κατὰ Θεὸν κτισθέντος ἐν δικαιοσύνῃ» (Εφεσ. 4, 24).
Το τελευταίο επομένως που μας ενδιαφέρει δεν είναι η διάσωση μιας ιδεολογικής εκδοχής της ελληνικότητας· ούτε, πολύ περισσότερο, η εγκύστωση της συλλογικής μας συνείδησης σε ένα νεοπαγανιστικό διονυσιασμό της φυλής και του αίματος, σύμφωνα με τις αντιαισθητικές κραυγές των αγράμματων νεοναζί της λεγόμενης Χ.Α. Η παγίδευση του Ελληνισμού στην ασφυκτική μέγγενη του εθνικισμού, πολλώ δε μάλλον του ρατσισμού, ακυρώνει ipso facto τον ίδιο τον πυρήνα του, δηλ. την οικουμενικότητά του· προδίδει την διαχρονικότητά του ως ψυχικής και πνευματικής κοινότητας σφυρηλατημένης όχι στο ζοφερό αμόνι της βίας και της ισχύος, αλλά στο χαρισματικό χώρο του μαρτυρίου-μαρτυρίας υπέρ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας: Τούτο σημαίνει ότι και ο Ελληνισμός σώζεται μέσω του αέναου εν Πνεύματι εγκαινισμού του εντός του λαϊκού σώματος του Χριστού, της Εκκλησίας: Εδώ έγκειται και η ουσία της κοσμοϊστορικής επίτευξης των Καππαδοκών Πατέρων: στον εγκεντρισμό του ελληνικού πνευματικού «είναι» στην νέα πραγματικότητα ζωής που εγκαινιάστηκε με την ένσαρκη οικονομία του Ενός της Αγίας Τριάδος, και την μαρτυρική «ὑποταγὴ παντὸς νοήματος εἰς τὴν ὑπακοὴν τοῦ Χριστοῦ». Μόνον υπό το πρίσμα αυτό η ελληνικότητα διασώζεται ως διαιώνιο αλφαβητάρι ανάγνωσης της ανθρώπινης συνθήκης. Ίσως αυτό να εννοούσε ο Ελύτης όταν έγραφε: «Τὰ ἀνώτερα μαθηματικά μου τὰ ἔκανα στὸ σχολεῖο τῆς θάλασσας, ἰδοὺ καὶ μερικὲς πράξεις γιὰ παράδειγμα: Τὸ γινόμενο τῶν μυριστικῶν χόρτων ἐπὶ τὴν ἀθωότητα δίνει πάντοτε τὸ σχῆμα κάποιου Ἰησοῦ».

Και είναι ακριβώς αυτός ο τρόπος συγκρότησης του προσωπικού και συλλογικού βίου που υποδεικνύει προς τον χειμαζόμενο πλανήτη σε κάθε εποχή η οικουμενική Ορθοδοξία: το δρόμο της συσσταύρωσης με τον Χριστό στην μαρτυρική και εν ταυτώ λυτρωτική πορεία προς την εν Πνεύματι πρόγευση της Αναστάσεως. «Τὰ φαινόμενα πάντα δεῖται σταυροῦ… καὶ τὰ νοήματα πάντα χρήζει ταφῆς», υπογραμμίζει θεοφθόγγως ο άγιος Μάξιμος. Η Ρωμιοσύνη, ελληνόφωνη, σλαβόφωνη, αραβόφωνη, κάθε λαλιάς, έχει εγχαραμένη στην ιστορική της σάρκα «τὰ στίγματα τοῦ Χριστοῦ», άρα την αλήθεια ότι η όντως χειραφέτηση έγκειται στην χαρισματική μεταμόρφωση της ανθρώπινης φύσης και της κτίσης σύμπασας: Εκεί που πνέει το Πνεύμα του Θεού εκεί υπάρχει ελευθερία, μας θυμίζει ο Παύλος, για να προσθέσει σε μια φωτοειδή αποστροφή: «ἡμεῖς δὲ πάντες ἀνακεκαλυμμένῳ προσώπῳ τὴν δόξαν κυρίου κατοπτριζόμενοι τὴν αὐτὴν εἰκόνα μεταμορφούμεθα ἀπὸ δόξης εἰς δόξαν, καθάπερ ἀπὸ κυρίου πνεύματος» (Β΄ Κορ. 3, 18).

Η καρδιά του βελλαϊτικού παιδευτικού ιδεώδους δεν μπορεί παρά να ριζώνει στην πείρα ζωής που διαποτίζει την παύλεια αυτή ρήση· και δεν μπορεί παρά να προσανατολίζεται μονίμως με πυξίδα τη ρωμαίικη κοσμοαντίληψη. Πρόκειται για εκείνη τη θέαση ζωής που δεν υπέκυψε ποτέ στον «διαφωτιστικό» πειρασμό θεοποίησης της τεχνοκρατικής «προόδου», και γι’ αυτό αρνήθηκε να νοηματοδοτήσει τον άνθρωπο και τον προορισμό του με όρους εγκόσμιας ισχύος: Ο Ελύτης και πάλι συνοψίζει: «Κάθε πρόοδος στο ηθικό επίπεδο δεν μπορεί παρά να είναι αντιστρόφως ανάλογη προς την ικανότητα που έχουν η δύναμη κι ο αριθμός να καθορίζουν τα πεπρωμένα μας».

Η δικαίωση του ανθρώπου και των επιτεύξεών του τελεί αείποτε υπό την διαλυτική αίρεση της εν Χριστώ πρόσληψης και μεταμόρφωσή τους: τούτο σημαίνει ότι η ανθρώπινη ύπαρξη νοείται θεόνομα υπό την προοπτική του εκκλησιασμού του σύμπαντος κόσμου. Τούτη την αλήθεια συνοψίζουν τα προφητικού γένους λόγια του άγιου αρχιεπισκόπου της Ορθόδοξης του Χριστού Εκκλησίας, Ιλαρίωνος Τρόϊτσκυ, ειπωμένα σ’ ένα από τα πλέον οδυνηρά μεταίχμια της παγκόσμιας ιστορίας, όταν η διαφωτιστική ιδεοληψία της υλικής ανάπτυξης εγγραφόταν στα συμφραζόμενα της Ανατολής με την πλέον άτεγκτη μορφή της, το μπολσεβικικό αίτημα στρατοκρατικού μετασχηματισμού μιας ολόκληρης κοινωνίας σε τυφλή θεραπαινίδα μιας επιστημονικοφανούς θεωρίας που διεκδικούσε κύρος παπικού αλαθήτου: «Το ιδεώδες της Ορθοδοξίας δεν είναι η πρόοδος αλλά η μεταμόρφωση… Η Καινή Διαθήκη δεν γνωρίζει πρόοδο με την ευρωπαϊκή έννοια του όρου, με την έννοια δηλαδή της επί τα πρόσω κινήσεως επί του ενός ή του άλλου επιπέδου. Η Καινή Διαθήκη μιλά για την μεταμόρφωση της φύσεως, και για μια κίνηση συνεπεία αυτής της μεταμόρφωσης, όχι προς τα μπρος αλλά προς τα άνω, προς τον ουρανό, προς το Θεό».

Σχόλιο κατακλείδας: Ο τίτλος που στεγάζει θεματικά την εισήγησή μου «Σχολή Βελλάς και ιστορικές προκλήσεις» δεν υπαινίσσεται καύχηση για κεκτημένα· υπεμφαίνει περισσότερο ένα πρόβλημα προς επίλυση. Με βάση τα ανωτέρω λεχθέντα τολμώ να τον αναδιατυπώσω σε υποθετικό λόγο: Εάν η εκκλησιαστική παιδεία, αλλά και εν γένει η Ρωμιοσύνη, δεν αναμετρηθεί με τις οριακές προκλήσεις που αντιμετωπίζει, τότε τι άλλο μπορούμε να προσδοκούμε εκτός από μια αργή και επώδυνη, αλλά μη αναστρέψιμη καταβύθιση του ιστορικού μας έθνους στα λυμφατικά αζήτητα της Ιστορίας, Να θυμηθούμε το Βιργίλιο: «Una salus victis nullam sperare salutem», και να κλείσουμε πεσιμιστικά ένα κάλεσμα αφύπνισης; Προσωπικά θα αντισταθώ στον πειρασμό: θα προτιμήσω μια μάλλον προσευχητική στάση και μαζί με τον Σεφέρη θα προσευχηθώ: «όχι με αυτούς, Κύριε, Κύριε, όχι με αυτούς· ας γίνει αλλιώς το θέλημά σου»!


1 Το κείμενο αποτελεί ελαφρώς τροποποιημένη μορφή διαλέξεως, που δόθηκε στην ΑΕΑ Βελλάς στις 12/12/2012 στο πλαίσιο του καθιερωμένου ετήσιου φιλολογικού μνημοσύνου για τον μακαριστό Σπυρίδωνα Βλάχο.   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...