Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2015

Πρωτοπρ. Θεόδωρος Ζήσης, Ποιός και γιατί άλλαξε τον οικουμενικό χαρακτήρα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου;



ΠΟΙΟΣ ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ ΑΛΛΑΞΕ ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ;
Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος ΖήσηςὉμότιμος Καθηγητής Α.Π.Θ.

1. Τὸν μητροπολίτη Μεσσηνίας καλύπτει ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης, ἀλλὰ μένει ὁ ἴδιος ἀκάλυπτος
Σὲ προηγούμενο ἄρθρο μας μὲ τίτλο «Μεταλλαγμένη καὶ ἀλλοιωμένη ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος», εἴχαμε ἐπισημάνει ὅτι, ἐνῶ ἐξ ἀρχῆς ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν ἐξέλιξη τῆς προσυνοδικῆς διαδικασίας ὅλοι ἐπίστευαν καὶ ἔλεγαν ὅτι ἡ Σύνοδος ἐκαλεῖτο νὰ καλύψει ἐπὶ οἰκουμενικοῦ ἐπιπέδου τὸ κενὸ τῆς συνοδικότητος ποὺ ὑπῆρχε ἐπὶ αἰῶνες,
εἴτε θεωρήσει κανεὶς ὡς τελευταία οἰκουμενικὴ σύνοδο τὴν Ζ´ (787) ἐναντίον τῶν εἰκονομάχων, εἴτε τὶς δύο ἄλ­λες ποὺ θεωροῦνται ὡς οἰκουμενικές, τὴν ἐπὶ Φωτίου (879-880) καὶ τὴν ἡσυχαστικὴ τοῦ 1351, αἰφνιδίως καὶ ἐνῶ βρισκόμαστε στὰ πρόθυρα τῆς συγ­κλήσεως τῆς Συνόδου προσπαθοῦν κάποιοι νὰ μᾶς μάθουν καὶ νὰ μᾶς διδά­ξουν ὅτι ἡ Σύνοδος δὲν συγκαλεῖται ὡς οἰκουμενική, ἀλλὰ εἶναι μία ἁπλὴ πανορθόδοξη Σύνοδος, στὴν ὁποία θὰ ἀκολουθήσουν σύντομα καὶ ἄλλες.
Εἴχαμε ἐκπλαγῆ ὅταν πληροφορηθήκαμε ὅτι σὲ ἐπίσημη ἐνημέρωση ποὺ ἔκανε στὸ σῶμα τῆς ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος πρὶν ἀπὸ ἕνα ἔτος, στὶς 8 Ὀκτωβρίου τοῦ 2014 ὁ μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος, ἐκπρόσωπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στὶς προσυνοδικὲς Ἐπιτροπὲς καὶ Διασκέψεις εἶπε ἐπὶ λέξει: «Ἡ ἰδία ἡ θεματολογία, ὡς αὕτη καθωρίσθη παν­ορθοδόξως καὶ ὁμοφώνως καὶ ὁ σκοπὸς τῆς συγκλήσεως τῆς Ἁγίας καὶ Με­γάλης Συνόδου, προσδιορίζει καὶ τὸν χαρακτῆρα Αὐτῆς τῆς Συνόδου οὐχὶ ὡς Οἰκουμενικῆς, ἀλλ᾽ ὡς ῾Αγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας»[1].
Ἡ ἔκπληξή μου ὀφειλόταν εἰς τὸ ὅτι μετέχων γιὰ κάποιο χρονικὸ διάστημα τῶν προσυνοδικῶν Ἐπιτροπῶν καὶ Διασκέψεων, ὡς θεολογικὸς σύμβουλος τῆς ἀντιπροσωπίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἐγνώριζα ἐκ τῶν ἔσω ὅτι ἐπισήμως ἡ Σύνοδος ἐθεωρεῖτο ὡς Οἰκουμενικὴ καὶ συνεκαλεῖτο ὡς Οἰκουμενική, ὀνομάσθηκε ὅμως Ἁγία καὶ Μεγάλη, διότι ἡ ἀναγνώριση τῆς οἰκουμενικότητος ἔπρεπε νὰ ἀφεθεῖ στὴν συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας. Ἐγνώριζα ἐπίσης ἀπὸ τὴν μελέτη τῆς σχετικῆς βιβλιογραφίας καὶ τῶν σχετικῶν κειμένων, ὅτι ὅλοι αὐτὸ ἐπίστευαν· καὶ ἐκεῖνοι ποὺ εἶχαν τὴν πρωτοβουλία τῆς συγκλήσεως καὶ τῆς προετοιμασίας, ἀλλὰ καὶ ὅσοι ἀντιδροῦσαν στὴν σύγκληση. Στὸ μνημονευθὲν ἄρθρο μου ἐν­δεικτικὰ παρέθεσα σχετικὲς μαρτυρίες τοῦ μητροπολίτου Γέροντος Χαλκη­δόνος Μελίτωνος, ὁ ὁποῖος προήδρευσε σὲ πολλὲς προσυνοδικὲς Ἐπιτροπὲς καὶ Διασκέψεις, τοῦ μητροπολίτου Μυτιλήνης Ἰακώβου, ὡς προέδρου τῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων τοῦ Ἐξωτερικοῦ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν δύο Ἁγίων Γερόντων, τοῦ Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς καὶ τοῦ Ἁγίου Φιλοθέου Ζερβάκου, τοῦ ὁποίου ἀναμένεται ἡ ἐπίσημη ἁγιοκατάταξη.
Διερωτόμουν λοιπὸν καὶ διερωτῶνται ὅλοι οἱ εἰδότες: Τί συνέβη ἐν τῷ μεταξύ, καὶ ἄλλαξε ὁ χαρακτήρας καὶ ἡ φύση τῆς Συνόδου; Γιατί τώρα πρὸς τὸ τέλος τῆς ἀφαιρεῖται τὸ γνώρισμα τῆς οἰκουμενικότητας; Ὅλοι προηγουμένως δὲν ἤξεραν τί ἔκαναν καὶ τί ἔλεγαν; Καὶ ἐὰν κατὰ τὸ μακρὸ αὐτὸ διάστημα τῆς προετοιμασίας, μοναδικὸ στὴν μακραίωνα συνοδικὴ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, συνέβη κάτι ποὺ ὁδήγησε σ᾽ αὐτὴν τὴν ἀλλαγή, τί εἶναι αὐτὸ καὶ πῶς καὶ πότε συνέβη; Ποιά Προπαρασκευαστικὴ Ἐπιτροπὴ ἢ Προσυνοδικὴ Διάσκεψη τὸ συζήτησε, τὸ ἐπρότεινε καὶ τὸ ἀποφάσισε; Τὸ γνωρίζουν καὶ τὸ ἀποδέχθηκαν οἱ σύνοδοι τῶν τοπικῶν αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν; Ἀρκεῖ μία ἁπλὴ ἐνημέρωση γι᾽ αὐτὴν τὴν οὐσιώδη μεταλλαγὴ καὶ ἀλλοίωση; Δὲν ἐχρειάζετο συζήτηση καὶ λήψη ἀποφάσεων;
Ὅ,τι ἀντισυνοδικὸ καὶ ἀντιδεοντολογικὸ ἔπραξε ὁ μητροπολίτης Μεσσηνίας ἐνημερώνοντας ἁπλῶς τὴν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος γιὰ ἀποφάσεις ποὺ λαμβάνονται ἀλλοῦ, ἀντὶ νὰ ζητήσει ἐπ᾽ αὐτοῦ τὴν γνώμη τῆς Ἱεραρχίας, ἔπραξε καὶ ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Βαρθολομαῖος ἐνημερώνοντας ἁπλῶς τὴν Ἱεραρχία τοῦ Θρόνου (29 Αὐγούστου 2015), ἡ ὁποία κατὰ τὸ ἥμισυ ἀνῆκε σὲ ἄλλο σῶμα, στὸ σῶμα τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Εἶναι καὶ αὐτὸ κάτι πρωτόγνωρο καὶ μοναδικό, ἀνώμαλο πάντως καὶ ἀντικανονικό, καὶ στὴν ἀνθρώπινη φυσιολογία καὶ στὴν συνοδικὴ ἱστορία· τὸ νὰ ἀνήκεις δηλαδὴ συγχρόνως σὲ δύο σώματα. Ἀναφερόμενος, λοιπόν, ὁ πατριάρχης στὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο ἐπιβεβαίωσε τὰ ὅσα εἶπε ὁ Μεσσηνίας Χρυσόστομος καὶ τὸν ἐκάλυψε, ἄφησε ὅμως ἀκάλυπτο τὸν ἑαυτό του, ἀφοῦ ἀπορρίπτει τὴν περὶ τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου γνώμη ποὺ εἶχαν ἐπιφανεῖς ἱεράρχες τοῦ Θρόνου, πρόεδροι τῶν Προσυνοδικῶν Ἐπιτροπῶν καὶ Διασκέψεων, ὅπως ὁ Γέροντάς του μητροπολίτης Χαλκηδόνος Μελίτων Χατζῆς, καὶ ὁ Μύρων, μετέπειτα Ἐφέσου, Χρυσόστομος Κωνσταντινίδης, καὶ πολλοὶ ἄλλοι. Ἀκυρώνει καὶ ἀνατρέπει τὴν σταθερὴ καὶ ἐπίσημη γραμμὴ τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, ὅπως τὴν καθόρισε ὁ ἴδιος ὁ πατριάρχης Ἀθηναγόρας ποὺ ἐπανέφερε θερμὰ καὶ δραστήρια τὸ θέμα τῆς συγκλήσεως τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, κατανοουμένης ὡς Οἰκουμενικῆς, ὅπως σὲ λίγο καὶ πάλι θὰ δείξουμε.
Ὡς πατριάρχης μὲ ηὐξημένο, λόγῳ τοῦ ἀξιώματος, κῦρος ὁ κ. Βαρθολο­μαῖος προχώρησε περισσότερο ἀπὸ τὸν Μεσσηνίας καὶ μᾶς ἔμαθε ἀντιπα­τερικὰ καὶ μεταπατερικά, ἀλλὰ καὶ ἀντίθετα πρὸς τὴν γραμμὴ τῆς ἰδίας του Ἐκκλησίας, γιατί δὲν μποροῦμε νὰ θεωροῦμε τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο ὡς οἰκουμενική: Γιατὶ θὰ λείπουν οἱ ἀδελφοί μας Χριστιανοὶ τῆς Δύσεως, γιατὶ τώρα ἡ Ἐκκλησία εἶναι διηρημένη, ἐλλιπής, καὶ δὲν μπορεῖ ἕνα διη­ρημένο μέρος νὰ κάνει οἰκουμενικὴ σύνοδο χωρὶς τὸ ἄλλο, ἐπιβεβαιώνοντας ὅσα ἡ «Σύναξη Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν»τοῦ ὑπέδειξε ὡς αἱ­ρέσεις καὶ πλάνες στὸ κείμενο ποὺ ἐκυκλοφόρησε καὶ ὑπογράφτηκε ἀπὸ πολλούς, ἀρχιερεῖς, ἱερεῖς, ἱερομονάχους, μοναχοὺς καὶ λαϊκούς, μὲ τίτλο «Ἡ Νέα Ἐκκλησιολογία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου»[2].

2. Εἴμαστε ἐλλιπὴς Ἐκκλησία χωρὶς τοὺς Δυτικούς;

Θὰ παραθέσουμε καὶ θὰ σχολιάσουμε τὰ ὅσα εἶπε ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος γιὰ τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο, ἀντίθετα πρὸς τὴν γραμμὴ τῶν πρὸ αὐτοῦ ὑπευθύνων τῆς προετοιμασίας τῆς Συνόδου, θὰ προσθέσουμε μερικὲς ἀκόμη ἐνδεικτικὲς μαρτυρίες γιὰ τὸν οἰκουμενικὸ χαρακτήρα τῆς Συνόδου, συμπληρώνοντας ὅσες στὸ προηγούμενο ἄρθρο μνημονεύσαμε, καὶ θὰ προσπαθήσουμε νὰ ἀνιχνεύσουμε τοὺς λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους κάποιο ἄγνωστο ἢ γνωστό «Διευθυντήριο», δὲν θέλει ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος νὰ θεωρηθεῖ ὡς οἰκουμενική. Εἶπε λοιπὸν ὁ πατριάρχης πρὸς τοὺς ἱεράρχες τοῦ Θρόνου, πολλοὶ τῶν ὁποίων, οἱ τῶν «Νέων Χωρῶν», εἶναι καὶ ἱεράρχες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος: «Δευτέρα παρατήρησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου εἶναι ἡ διευκρίνησις περὶ τῆς φύσεως τῆς συγκαλουμένης Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου. Κατὰ τὴν ἐπιλογὴν τῆς ὀνομασίας τῆς Συνόδου ταύτης ὑπὸ τῆς Α´ Προσυνοδικῆς Πανορθοδόξου Διασκέψεως ἀπεφεύχθη συνειδητῶς ὁ χαρακτηρισμὸς αὐτῆς ὡς Οἰκουμε­νικῆς Συνόδου διὰ τὸν λόγον ὅτι δὲν καλοῦνται ὡς μέλη αὐτῆς οἱ ἐκ τῆς Δύσεως Χριστιανοί, ὡς συνέβαινε πάντοτε ἐν τῇ ἀρχαίᾳ Ἐκκλησίᾳ κατὰ τὴν σύγκλησιν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Ἡ αὐθεντία τῆς Συνόδου ταύτης ἐκτείνεται συνεπῶς, μόνον εἰς τὸν χῶρον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, χωρὶς τοῦτο νὰ σημαίνῃ ὅτι δὲν δύναται νὰ λάβῃ αὕτη ἀποφάσεις ἀναφερομένας εἰς τὰς σχέσεις τῆς Ὀρθοδοξίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον».
Ὑπάρχει ἐν πρώτοις στὴν διευκρίνηση αὐτὴ μία παραπλάνηση καὶ παραπληροφόρηση τοῦ σώματος τῆς Ἱεραρχίας, ἡ ὁποία στηρίζεται σὲ σαθρό, ψεύτικο ἐπιχείρημα. Ἀδυνατοῦντες οἱ ἰθύνοντες τὰ τῆς Συνόδου νὰ δικαιολογήσουν τὸ πῶς ἡ ῾Αγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος, προετοιμαζόμενη καὶ θεωρούμενη ὡς οἰκουμενική, κατέληξε νὰ θεωρεῖται μία συνήθης πανορθό­δοξη Σύνοδος, ἐπικαλοῦνται ψευδῶς ἀνύπαρκτη ἀπόφαση τῆς Α´ Προσυνο­δικῆς Πανορθοδόξου Διασκέψεως, ἡ ὁποία δῆθεν συνειδητῶς ἀπέφυγε τὸν χαρακτηρισμὸ τῆς Συνόδου ὡς Οἰκουμενικῆς καὶ ἐπέλεξε τὴν ὀνομασία Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος. Εἶναι σὰ νὰ λένε πρὸς ὅλους μας: Γιατί διαμαρτύρεσθε ποὺ θεωροῦμε ὅτι ἡ Σύνοδος δὲν εἶναι οἰκουμενική; Ὑπάρχει γι᾽ αὐτὸ πανορθόδοξη ἀπόφαση καὶ συναίνεση τὴν ὁποία ἐμεῖς ἀκολουθοῦμε. Πολὺ χειρότερη εἶναι ἡ αἰτιολόγηση ποὺ ἔκανε δῆθεν ἡ Α´ Προσυνοδικὴ Πανορθόδοξη Διάσκεψη γιὰ τὴν ἐπιλογὴ τῆς ὀνομασίας· καὶ ἡ αἰτιολόγηση αὐτή, ποὺ δὲν εἶναι βέβαια τῆς Πανορθόδοξης Διάσκεψης, ὅπως θὰ δείξου­με, ἀλλὰ τοῦ πατριάρχου Βαρθολομαίου, συνιστᾶ ἐκκλησιολογικὴ πλάνη καὶ αἵρεση. Λέγει λοιπὸν ὁ πατριάρχης, καὶ ὄχι ἡ Πανορθόδοξη Διάσκεψη, ὅτι συνειδητὰ ἀποφεύγουμε τὴν ὀνομασία «Οἰκουμενικὴ Σύνοδος», «διὰ τὸν λόγον ὅτι δὲν καλοῦνται ὡς μέλη αὐτῆς οἱ ἐκ τῆς Δύσεως Χριστιανοί, ὡς συνέβαινε πάντοτε ἐν τῇ ἀρχαίᾳ Ἐκκλησίᾳ κατὰ τὴν σύγκλησιν Οἰκουμενικῶν Συνόδων». Τί νὰ πεῖ κανεὶς καὶ τί νὰ ὁμολογήσει γι᾽ αὐτὴν τὴν ἀντιαποστολική, ἀντιπατερική, ἀντικανονική, ἀντορθόδοξη, αἱρετικὴ δήλωση ποὺ προδίδει πλήρη ἄγνοια τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας, τῆς συνοδικῆς παραδόσεως, τῆς κανονικῆς τάξεως, τῆς δογματικῆς διδασκαλίας καὶ τῆς ὀρθόδοξης ἐκκλησιολογίας; Ποῦ ζεῖ ὁ συντάκτης αὐτοῦ τοῦ κειμένου; Χίλια χρόνια πρίν; Δὲν γνωρίζει ὅτι ἐδῶ καὶ περισσότερο ἀπὸ χίλια χρόνια «οἱ ἐκ τῆς Δύσεως Χριστιανοί» δὲν εἶναι μέλη τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας; Ὅτι μέλη τῆς Ἐκκλησίας, τῆς θριαμβεύουσας καὶ τῆς στρατευομένης, εἶναι ὅσοι μποροῦν νὰ μνημο­νεύονται κατὰ τὴν τέλεση τῆς Προσκομιδῆς, καὶ ὅτι τὸ δισκάριο τῆς Προσκομιδῆς, κυκλικὸ καθὼς εἶναι, παριστᾶ τὴν καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας; Ὅσοι δὲν μνημονεύονται στὸ Ἅγιο Δισκάριο καὶ κατ᾽ ἐπέκτασιν δὲν μετέχουν καὶ τοῦ Ἱεροῦ Ποτηρίου, εἶναι ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας καὶ δὲν δικαιοῦνται, εἴτε εἶναι αἱρετικοὶ εἴτε εἶναι σχισματικοί, οὔτε νομιμοποιοῦνται νὰ μετέχουν στὴν συνοδικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Στὴν ἐποχὴ τῶν Οἰκουμε­νικῶν Συνόδων ἀσφαλῶς μετεῖχαν καὶ οἱ ἐκ τῆς Δύσεως ἐπίσκοποι, διότι τότε ἡ Δύση ἦταν Ὀρθόδοξη καὶ δὲν εἶχε ἀποκοπῆ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Εἶ­ναι ἐπιχείρημα αὐτό; Οἱ Ὀρθόδοξοι μετέχουν τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, οἱ αἱρετικοὶ καὶ σχισματικοὶ ὄχι· μετέχουν μόνον γιὰ νὰ ἀπολογηθοῦν γιὰ τὶς αἱρέσεις καὶ τὰ σχίσματα, καί, ἂν δὲν τὰ ἀποκηρύξουν, καταδικάζονται καὶ ἀναθεματίζονται. Ὁ Παπισμὸς καὶ μόνον γιὰ τὴν αἵρεση τοῦ Filioque ἔχει προδρομικὰ καταδικασθῆ ἀπὸ πολλὲς οἰκουμενικὲς συνόδους ποὺ ἀπαγο­ρεύουν κάθε προσθήκη στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, ἀλλὰ καὶ ὁριστικὰ ἀπὸ τὴν θεωρούμενη ὡς Η´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τοῦ 879-80, ποὺ συνεκάλεσε ὁ Μ. Φώτιος, στὴν ὁποία μάλιστα παρίσταντο καὶ ἐκπρόσωποι τῆς Ὀρθόδοξης τότε Δύσης. Ἡ θεωρούμενη ἐπίσης ὡς Θ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος τοῦ 1351 καταδίκασε στὸ πρόσωπο τοῦ Βαρλαὰμ Καλαβροῦ τὴν δυτικὴ αἵρεση περὶ κτιστῆς Χάριτος, καὶ ὅλες οἱ σύνοδοι κατὰ τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, Πανορθόδοξες μάλιστα, πρωτοστατούσης τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπό­λεως μέχρι τὸ τέλος τοῦ 19ου αἰῶνος, καταδίκασαν μὲ μεγάλη αὐστηρότητα τὸν «ὁρμαθὸν τῶν αἱρέσεων», ὅπως λέγουν, τοῦ Παπισμοῦ καὶ τοῦ Προτε­σταντισμοῦ[3].
Σὲ κανενὸς Ὀρθοδόξου τὸ ὑγιὲς κεφάλι δὲν θὰ περνοῦσε ποτὲ ἡ γνώμη ὅτι ἡ ἀπουσία τῶν αἱρέσεων καὶ τῶν σχισμάτων καθιστᾶ ἐλλιπῆ, ἐλλειμα­τικὴ τὴν Ἐκκλησία, τῆς ἀφαιρεῖ τὴν ἑνότητα καὶ τὴν καθολικότητα, εἶναι μέρος τῆς Ἐκκλησίας ὄχι τὸ ὅλον. Δὲν μᾶς φτάνει ποὺ ὁ πάπας μᾶς θεωρεῖ ἐλλειματικούς, μὲ ἐλλατωμένη ἐκκλησιαστικότητα, ἐπειδὴ δὲν ἀναγνωρίζουμε τὸν πάπα, μᾶς προστέθηκε τώρα καὶ ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος ὡς συνήγορός του στὰ περὶ ἐλλιποῦς ἐκκλησιαστικότητος, ἀφοῦ μᾶς διδάσκει ὅτι χωρὶς αὐτοὺς δὲν μποροῦμε νὰ συγκαλέσουμε Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Εἶπε ἢ ἔγραψε ποτὲ πρὸς τοὺς φίλους του Παπικοὺς ὅτι ὅλες οἱ σύνοδοι ποὺ συνεκάλεσε ὁ πάπας μετὰ τὴν Ζ´ ὡς οἰκουμενικές, καὶ ἔχουν ξεπεράσει τὶς εἴκοσι, δὲν εἶναι οἰκουμενικές, γιατὶ ἀπουσιάζουν οἱ Ὀρθόδοξοι; Ἀλλὰ καὶ νὰ τὸ ἔλεγε, ποιός θὰ ἄκουγε τὴν γνώμη του; Ὁ πάπας σφετερίζεται, κλέβει τὸ δικαίωμα τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας καὶ συγκαλεῖ Οἰκουμενικὲς Συνόδους, καὶ ἡ οἰκοδέσποινα Ἐκκλησία δὲν δεσπόζει εἰς τὰ τοῦ οἴκου της, ἀμφισβητοῦν τὰ δικαιώματά της οἱ ἀξιωματοῦχοι της καὶ τὰ παιδιά της;
Ἡ ἑνότητα ὅμως καὶ ἡ καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι δεδομένα, δὲν εἶναι ζητούμενα, ἔστω καὶ ἂν ὑπάρχουν αἱρέσεις καὶ σχίσματα, ποὺ δὲν ἔλειψαν στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, μὲ μεγάλο ἀριθμὸ ὀπαδῶν καὶ σὲ μεγάλη γεωγραφικὴ ἔκταση. Ἡ ἔκπτωση καὶ ἡ ἀποκοπὴ τμημάτων ἀπὸ τὴν καθολική, τὴν οἰκουμενικὴ Ἐκκλησία δὲν παραβλάπτει τὴν ἑνότητα καὶ ὁλοκληρία της. Διαφορετικά, ἂν λάβει κανεὶς ὑπ᾽ ὄψιν πόσες αἱρέσεις καὶ σχίσματα ἀποκόπηκαν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, τὸν καιρὸ μάλιστα ποὺ συνεκα­λοῦντο οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι, ἔπρεπε νὰ εἶχε ἐκλείψει ὁ θεσμὸς τῶν Οἰ­κουμενικῶν Συνόδων, διότι χωρὶς τὶς αἱρετικὲς αὐτὲς κοινότητες, δὲν θὰ μποροῦσε ἡ Ἐκκλησία νὰ συγκαλέσει Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Ἔχει γι᾽ αὐτὸ ἀπόλυτο δίκαιο ὁ ἀγρυπνῶν στὶς ἐπάλξεις τῆς Ὀρθοδοξίας μητροπολίτης Πειραιῶς Σεραφείμ, ὁ ὁποῖος σὲ πρόσφατο κείμενό του, σχολιάζοντας πολ­λὰ σημεῖα τῆς εἰσηγήσεως τοῦ πατριάρχου Βαρθολομαίου, ποὺ ἐξεφώνησε πρὸς τοὺς Ἱεράρχες τοῦ Θρόνου στὸ Φανάρι (29.8.2015), γιὰ τὸ θέμα τοῦ ὀνόματος τῆς Συνόδου μεταξὺ ἄλλων λέγει καὶ τὰ ἑξῆς: «Ἡ θέση τοῦ Παναγιωτάτου ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δὲν δύναται πλέον νὰ συγκαλεῖ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ἐξ αἰτίας τῆς μὴ συμμετοχῆς τῶν Δυτικῶν, εἶναι παντε­λῶς ἐσφαλμένη. Οὐσιαστικὰ διακηρύσσει μὲ τὴν θέση του αὐτὴ ὅτι ἡ Ὀρθό­δοξη Ἐκκλησία εἶναι ἐλλειματική, ἀσθενὴς καὶ ἀτελὴς Ἐκκλησία, καὶ μόνο ὅταν “ἑνωθεῖ” μὲ τὸν Παπισμὸ καὶ τὸν Προτεσταντισμὸ θὰ εἶναι τέλεια Ἐκ­κλησία, ὁπότε θὰ μπορεῖ τότε μαζὶ μὲ τοὺς Δυτικοὺς νὰ συγκαλεῖ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Ἡ θέση, ὅμως, αὐτὴ ἀπέχει παρασάγκας ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία»[4].
Φαίνεται μάλιστα ὅτι ἡ ἐσφαλμένη αὐτὴ ἐκκλησιολογικὴ θέση τοῦ πατρι­άρχου, τοῦτ᾽ αὐτὸ αἱρετική, δὲν εἶναι ἐκ παραδρομῆς καὶ στιγμιαίας παρεκ­κλίσεως, ἢ θεολογικῆς ἀγραμματοσύνης κάπoιου συντάκτου ποὺ τὸν ἐμπι­στεύθηκε ὁ πατριάρχης, ἀλλὰ συνεχὴς καὶ σταθερὴ θέση, ὅπως φαίνεται καὶ ἀπὸ τὸ κείμενο ποὺ ἐκυκλοφόρησε ἡ «Σύναξις Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν» μὲ τίτλο «Ἡ νέα Ἐκκλησιολογία τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου», τὸ ὁποῖο ὑπέγραψαν ὀκτὼ ἀρχιερεῖς, ἑκατοντάδες κληρι­κῶν καὶ μοναχῶν καὶ χιλιάδες ἁπλῶν ἐνσυνειδήτων Ὀρθοδόξων πιστῶν.

3. Δὲν ἀποφάσισε ποτὲ ἡ Α´ Προσυνοδικὴ Πανορθόδοξη Διάσκεψη ὅτι ἡ Σύνοδος δὲν εἶναι Οἰκουμενική

Τὸ ἐξοργιστικὸ καὶ ἀποκαρδιωτικὸ πάντως εἶναι ὅτι ἰσχυρίζεται ψευδῶς ὁ συντάκτης τοῦ πατριαρχικοῦ κειμένου ὅτι ἡ Α´ Προσυνοδικὴ Πανορθόδοξη Διάσκεψη, ἐπέλεξε ἀντὶ τοῦ «Οἰκουμενικὴ Σύνοδος», τὸν ὅρο «Ἁγία καὶ Μεγάλη Συνόδος», ἐπειδὴ δὲν μετέχουν, «οἱ ἐκ τῆς Δύσεως Χριστιανοί». Κατὰ τὴν μακροχρόνια ἐνα­σχόλησή μας μὲ τὰ συνοδικὰ θέματα οὐδέποτε συναντήσαμε ἢ ἀκούσαμε τέτοια γνώμη, ἀποδιδόμενη μάλιστα σὲ ἐπίσημη πανορθόδοξη ἀπόφαση. Γνωρίζαμε ὅτι εἶχε διατυπώσει παρόμοια γνώμη καθηγητὴς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Θεσσαλονίκης καὶ κατόπιν τῶν Ἀθηνῶν[5]. Ἀλλὰ ξαφνικὰ αὐτὴ ἡ μεμονωμένη, ἀδιανόητη ἐκκλησιολογικὰ γνώμη, νὰ ἀποδίδεται σὲ πανορθό­δοξη ἀπόφαση καὶ νὰ προσλαμβάνει πανορθόδοξο κῦρος, μόνο μαγικὰ θὰ μποροῦσε νὰ γίνει. Ἐπειδὴ ὅμως ἀλάθητος δὲν εἶναι κανείς, ἀλλὰ μόνον ὁ προσφιλὴς σὲ κάποιους «Ὀρθοδόξους» πάπας, ἐλέγξαμε σχολαστικὰ τὰ πρακτικὰ τῆς Α´ Προσυνοδικῆς Πανορθόδοξης Διάσκεψης μήπως καὶ δὲν εἴχαμε προσέξει αὐτὴν τὴν ἀπόφαση. Καὶ ὄχι μόνον δὲν βρήκαμε τίποτε σχετικό, ἑπομένως «ἄνθρακες ὁ θησαυρός», καὶ ὅλα τὰ κρυφά «ὑπὸ τοῦ φωτὸς φανεροῦνται», ἐπὶ πλέον ὑπάρχει καταχωρισμένη στὰ Πρακτικὰ «Ἔκθεσις τοῦ Γραμματέως ἐπὶ τῆς πορείας τῆς προπαρασκευῆς τῆς Συν­όδου» μητροπολίτου Ἑλβετίας κυροῦ Δαμασκηνοῦ, τοῦ καλύτερου γνώστη ὅλων τῶν σχετικῶν θεμάτων, λόγῳ τῆς ἐνεργοῦ καὶ ἐκτεταμένης συμμετοχῆς του, ἡ ὁποία διαψεύδει τὸν ἰσχυρισμὸ τοῦ πατριάρχου περὶ τῆς ἀπουσίας τῶν ἐκ Δύσεως Χριστιανῶν, ὡς λόγου γιὰ τὸν ὁποῖο δὲν καλεῖται ἡ Σύνοδος Οἰκουμενική, καὶ ἐκφράζει τὴν ὀρθὴ ἄποψη ὅτι ἡ οἰκουμενικότητα τῶν Συν­όδων ἀναγνωρίζεται ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπὸ τὴν συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ μαρτυρία μάλιστα αὐτὴ τοῦ Γραμματέως ἐπιβεβαιώνει προσθετικὰ ὅτι ἡ Σύνοδος ἐθεωρεῖτο Οἰκουμενική, ἔστω καὶ ἂν δὲν ὀνομαζόταν Οἰκου­μενι­κή. Παραθέτουμε ἐπὶ λέξει τὴν γνώμη τοῦ Γραμματέως τῆς Προπαρα­σκευῆς τῆς Συνόδου: «Ἂς σημειωθῇ ἐνταῦθα ὅτι μεταξὺ τῶν ὅρων, οἱ ὁποῖοι ἐκ τῆς παραδό­σεως τῆς Ἐκκλησίας προσεφέροντο διὰ τὴν ὀνομασίαν τῆς Πανορθο­δόξου Συνόδου, ἤτοι τοῦ ὅρου Οἰκουμενικὴ Σύνοδος» καὶ τοῦ ὅρου “῾Αγία καὶ Με­γάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας”, προετιμήθη τελικῶς ὁ δεύτερος, καὶ τοῦτο διότι, ἂν καὶ ὑπῆρξαν εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Ἐκκλησίας Σύνοδοι συγκληθεῖσαι ὡς «Οἰκουμενικαί», τὸν χαρακτῆρα τούτων ὡς Οἰκου­μενικῶν προσέδωκεν εἰς αὐτὰς τελικῶς ἡ κοινὴ συνείδησις τοῦ πληρώματος. Οὕτω συνέβη ὥστε ἔνιαι ἐκ τῶν ὡς Οἰκουμενικῶν συγκαλουμένων νὰ ἀποβ­αίνουν τοπικαὶ εἰς τὴν συνείδησιν τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀντιστρόφως ἔνιαι τοπικῶν Οἰκουμενικαί. Ἡ ἐν Σαρδικῇ π.χ. συγκληθεῖσα Σύνοδος (343) συνε­κλήθη μὲν ὡς Οἰκουμενική, ἐθεωρήθη ὅμως τελικῶς τοπική· ὁμοίως δὲ καὶ ἡ ἐν Ἀριμίνῳ τοῦ 359. Ἀντιθέτως ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει τοῦ 381 συνεκλήθη μὲν ὑπὸ τοῦ Αὐτοκράτορος Θεοδοσίου ὡς Σύνοδος τοῦ Ἀνατολικοῦ Τμήμα­τος τῆς Αὐτοκρατορίας αὐτοῦ, ἀνεγνωρίσθη ὅμως ὡς Οἰκουμενικὴ 150 ἔτη ἀργότερον, δι᾽ ἀποφάσεων τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (451). Ὁ οἰκουμενι­κὸς ἢ μὴ χαρακτήρ μιᾶς Συνόδου, παρατηρεῖ ὁ Ὀρθόδοξος Θεολόγος Ἀ­θανάσιος Γιέφτιτς, κρίνεται κυρίως ἐκ τῆς σωτηριολογικῆς αὐτῆς σπουδαιό­τητος διὰ τὸ χριστεπώνυμον πλήρωμα, αὕτη δὲ δὲν δύναται νὰ προεξο­φληθῇ ἐκ τῶν προτέρων. Δι᾽ ὅλους τούτους τοὺς λόγους ὀρθῶς τελικῶς ἐπελέγη ὁ ὅρος: “Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας”, ὅρος διὰ τοῦ ὁποίου ἀπεκάλουν ἑαυτὰς καὶ αἱ προηγούμεναι Σύνοδοι»[6].
Πρὸς κατοχύρωση μάλιστα τῶν λεγομένων του ὁ μητροπολίτης Δαμασκη­νὸς παραπέμπει καὶ σὲ συνέντευξη τοῦ Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκη­δόνος Μελίτωνος ποὺ δημιοσιεύθηκε στὸ περιοδικό «Ἐπίσκεψις» (ἀρ. 2/2-3-1970) ποὺ τὴν στιγμὴ ποὺ γράφαμε δὲν εἴχαμε στὴν διάθεσή μας[7].
Περιμένουμε λοιπὸν μετὰ ἀπὸ αὐτὰ τοὺς ὑπευθύνους τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου νὰ ἐξηγήσουν ποῦ καὶ πῶς βρέθηκε αὐτὴ ἡ γνώμη τῆς εἰσηγήσεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, ὡς δῆθεν γνώμη τῆς Α´ Προσυν­οδικῆς Πανορθοδόξου Διασκέψεως, ἢ ἀκόμη καὶ ἀπὸ τοὺς πρόθυμους ἀλλὰ μεροληπτοῦντες, μεγαλόσχημους εἰς τοὺς τίτλους καὶ εἰς τὰ ἀξιώματα, ὑποστηρικτὲς τῶν λαθῶν τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, τὴν ὁποία καὶ ἐμεῖς πέραν τῶν προσώπων, μεγάλως σεβόμεθα καὶ ἀγαποῦμε. Ὅσοι ἐπὶ σαθρῶν βάσεων οἰκοδομοῦν τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο δὲν ἀγαποῦν τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο. Καὶ θὰ φανεῖ αὐτὸ πολὺ σύντομα.

4. Πρόσθετες μαρτυρίες περὶ τοῦ ὅτι ἡ Σύνοδος ἐθεωρεῖτο καὶ συνεκαλεῖτο ὡς Οἰκουμενική.

Ὁ πατριάρχης Ἀθηναγόρας, ἐν πρώτοις, στὸν ὁποῖο ὀφείλεται ἡ ἀναζωογόνηση τοῦ ἐνδιαφέροντος γιὰ σύγκληση τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, κατανοοῦσε τὴν Σύνοδο ὡς Οἰκουμενική, ὅπως τὴν κατανοοῦσαν καὶ ὅσοι τὸ πρῶτον ἔθεσαν τὸ θέμα κατὰ τὴν δεκαετία τοῦ 1920, ὅπως αὐτὸ φαίνεται στὶς συζητήσεις καὶ στὰ πρακτικὰ τοῦ συγκληθέντος στὴν Κωνσταντινούπολη «Πανορθοδόξου Συνεδρίου» τοῦ 1923 μὲ πρωτοβουλία τοῦ μασόνου πατριάρχου Μελετίου Δ´ Μεταξάκη, ὁ ὁποῖος ἐπέβαλε καὶ τὴν θεματολογία, ποὺ ὡς κακὴ κληρονομιὰ μᾶς συνοδεύει μέχρι σήμερα. Εἶχε προταθῆ μάλιστα γιὰ λόγους ἰσχυροῦ συμβολισμοῦ ἡ προτεινόμενη νέα Οἰκουμενικὴ Σύνοδος νὰ συγκληθῆ τὸ 1925, ὁπότε θὰ ἑορτάζονταν τὰ 1600 ἔτη ἀπὸ τῆς συγκλήσεως τῆς Α´ ἐν Νικαίᾳ Συνόδου ἀλλὰ λόγῳ μὴ ἐπαρκοῦς χρόνου αὐτὸ δὲν κατέστη δυνατό. Ἡ ἀναβολὴ ἐπὶ ἓν ἔτος ἀπὸ τὸν διάδοχο τοῦ Μεταξάκη πατριάρχη Βασίλειο Γ´, δηλαδὴ νὰ συγκληθῆ ἡ Σύνοδος τὸ 1926, δὲν προσέφερε τὸν ἀπαραίτητο γιὰ τὴν προετοιμασία χρόνο, ὁπότε ἀποφασίσθηκε ἀντὶ τῆς συνόδου, νὰ συγκληθεῖ μία «Προσύνοδος» καὶ πρὸ αὐτῆς μία «Προκαταρκτικὴ Ἐπιτροπὴ τῶν Ἁγίων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν», ἡ ὁποία συνῆλθε πράγματι τὸ 1930 στὴν Ἱ. Μονὴ Βατοπεδίου Ἁγίου Ὄρους, ὅπου συζητήθηκε καὶ ἕνας πρῶτος κατάλογος θεμάτων γιὰ τὴν μέλλουσα Σύνοδο. Εἶναι πάντως χαρακτηριστικὸ ὅτι, μολονότι ἀναγγέλθηκε ἀπὸ τὴν πατριάρχη Φώτιο Β´ ἡ ἐναρκτήρια συνεδρία τῆς «Προσυνόδου» γιὰ τὴν Κυριακὴ τῆς Πεντηκοστῆς τοῦ ἔτους 1932, ἀνεβλήθη καὶ αὐτὴ ἐπ᾽ ἀόριστον. Ἀναμενόταν πάντως νὰ ἀκολουθήσει ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, μετὰ τὴν «Προσύνοδο», ἡ ὁποία θὰ λειτουργοῦσε ὅπως οἱ σημερινὲς «Προσυνοδικὲς Διασκέψεις». Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἁγίου Ὄρους, θεωροῦσε καὶ τήν «Προσύνοδο» ὡς ἁρμόδια μόνον νὰ μελετήσει τὰ προταθέντα θέματα καὶ ὄχι νὰ ἀποφασίσει, «καθὼς τῇ Οἰκουμενικῇ Συνόδῳ μόνῃ ἀπόκειται ὅπως ἀποφασίσῃ ἐγκύρως καὶ ὑποχρεωτικῶς περὶ πάντων»[8].
Ἀπὸ τὸν πρῶτο ὁραματιστὴ τῆς Συνόδου Μελέτιο Μεταξάκη τὴν σκυτά­λη πῆρε ὁ Ἀθηναγόρας καὶ γιὰ τὴν προώθηση τῆς ἰδέας τῆς συγκλήσεως τῆς Συνόδου ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς θεματολογίας τῆς Συνόδου. Ἐνισχύθηκε πάντως καὶ ὡς πρὸς τὰ δύο ἀπὸ τὴν ἀνάλογη προε­τοιμασία τῆς ἐκ μέρους τοῦ Παπισμοῦ συγκλήσεως τῆς Β´ Βατικανείου Συνόδου. Καὶ ἡ χρονικὴ σύμπτωση τῆς ἐξαγγελίας τῶν δύο συνόδων καὶ οἱ μεταρρυθμιστικὲς νεωτερικὲς τάσεις ἀμφοτέρων προδίδουν κοινὸ σχεδιασμὸ πρὸς κοινὴ κατεύθυνση. Πάντως Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ὀργάνωσαν καὶ γρήγορα ἔφεραν εἰς πέρας οἱ Παπικοί, Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ἑτοίμαζε καὶ ὁ Ἀθηναγόρας, καὶ ὄχι μόνον δὲν κατορθώσαμε νὰ τὴν προχωρήσουμε, ἐνῶ ἀπὸ τὸ 1961 ποὺ ἐξαγγέλθηκε πέρασαν 55 χρόνια, ἀλλὰ τώρα τὴν φτωχύναμε καὶ τὴν ὑποβιβάσαμε σὲ ἁπλὴ Πανορθόδοξη Σύνοδο. Περὶ τοῦ ὅτι ὁ Ἀθηναγόρας τὴν προετοίμαζε ὡς Οἰκουμενικὴ δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία. Σὲ ἐγκύκλιο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου πρὸς τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν τῆς 12ης Φεβρουαρίου 1951 ἐγράφετο: «Τὰ ἐν τῇ διαρροῇ τῶν αἰώνων καὶ τῇ ἀκατασχέτῳ ἐξελίξει τῆς κονωνικῆς ζωῆς ἀνακύψαντα καὶ ὁλονὲν ἐπαυξανόμενα γενικῆς ἐκκλησιαστικῆς φύσεως καὶ κοινοῦ ἐνδιαφέροντος ζητήματα δεόντως ἐκτιμῶν ὁ καθ᾽ ἡμᾶς Ἁγιώτατος Ἀποστολικὸς καὶ Πατριαρχικὸς Οἰκουμενι­κὸς Θρόνος, ἔγνω, τῇ μακραίωνι παραδόσει στοιχῶν καὶ τῷ κανονικῷ αὐτοῦ δικαιώματι χρώμενος, ἐν καιρῷ προτεῖναι ταῖς ἀδελφαῖς Ἁγιωτάταις Ἐκκλησίαις, πρὸς τὴν προσήκουσαν τούτων μελέτην καὶ ἐπίλυσιν τὴν σύγκλησιν μεγάλης Οἰκουμενικῆς Συνόδου»[9].
Εἶναι χαρακτηριστικὲς κάποιες ἀπὸ τὶς δηλώσεις τῶν ἀντιπροσώπων τῶν Ἐκκλησιῶν στὴν Α´ Προσυνοδικὴ Πανορθόδοξο Διάσκεψη (Chambésy-Γενεύης, 21-28 Νοεμβρίου 1976). Μὲ δέος καὶ συγκίνηση ἐκφράζονται γιὰ τὸ ὅτι προετοιμάζουν μία Οἰκουμενικὴ Σύνοδο καὶ θεωροῦν χρέος τους νὰ συμπεριφερθοῦν ὅπως οἱ Πατέρες τῶν προηγουμένων Οἰκουμενικῶν Συνό­δων. Ὁ μητροπολίτης Σλίβεν Νικόδημος, ἀντιπρόσωπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Βουλγαρίας εἶπε: «Εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἁγίου Ἀξώμης παρατηρῶ, ὅτι κάθε Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, μετὰ τὴν πρώτην, εἰς τὴν ἀρχὴν τῶν συζητήσεων αὐτῆς ἐπιβεβαίωνε τὰς εἰς τὴν πίστιν ἀναφερομένας προγενεστέρας ἀποφάσεις, τὰς διαλαμβανομένας οὐ μόνον ἐν τῷ Συμβόλῳ τῆς Πίστεως, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ἄλλους δογματικοὺς ὅρους (π.χ. ἡ Δ´ Οἰκουμενικὴ Σύνο­δος). Ἑπομένως θὰ ἠδυνάμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν παράδοσιν ταύτην»[10]. Ὁ Πρόεδρος τῆς Διασκέψεως μητροπολίτης Χαλκηδόνος Μελίτων στὴν ἐναρκτήρια ὁμιλία του εἶπε: «Κατὰ θείαν Οἰκονομίαν συμπίπτει ἡ εἴσοδος τῆς Ὀρθοδοξίας εἰς τὴν Ἁγίαν καὶ Μεγάλην Σύνοδον, τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων τῆς ὑπάτης αὐθεντίας ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, πρὸς τὴν ἁγίαν ταύτην ἑορτὴν τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου»[11]. Ὁ μητροπολίτης Δαλματίας Στέφα­νος, ἀντιπρόσωπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας, ἀνέφερε τὶς συμβουλὲς ποὺ τοὺς ἔδωσε ὁ πατριάρχης Σερβίας Γερμανός: «Ἡ συμπεριφορά σας νὰ εἶναι τοιαύτη ὡσεὶ νὰ τελῆτε ἱερὰν λειτουργίαν, διότι προκειμένου περὶ τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, πρόκειται περὶ μυστηρίου οἰκουμενικῆς σημασίας, περὶ μεγάλου χαρισματικοῦ μυστηρίου Νέας Πεντηκοστῆς»[12]. Ὁ μητροπο­λίτης Περιστερίου Ἀλέξανδρος, ἀντιπρόσωπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἀνέγνωσε μήνυμα τοῦ ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Σεραφείμ, ποὺ ἔλεγε: «Μὲ κατάνυξιν καὶ φόβον Θεοῦ ἐπικαλούμεθα τὴν ἐπίπνοιαν τοῦ Ἁγίου Πνεύμα­τος, ὅπως κατευθύνῃ τὰς σκέψεις τῶν ἁγίων ἀδελφῶν, ὥστε ἐμφορούμενοι ὑπὸ “νοῦ Χριστοῦ” καὶ στοιχοῦντες ἐπὶ τὰ ἴχνη τῶν προλαβουσῶν Οἰκου­μενικῶν Συνόδων καὶ ἐν πολλῇ συνέσει νὰ βουλεύωνται οἱ σεβάσμιοι σύνεδροι “τὰ καλὰ καὶ συμφέροντα” τῇ Ἁγίᾳ ἡμῶν Ἐκκλησίᾳ καὶ παντὶ τῷ ποιμνίῳ εἰς τὸν σύγχρονον κόσμον»[13]. Ὁ μητροπολίτης Ἀξώμης Μεθόδιος, ἀντιπρόσωπος τοῦ Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας, εἶπε: «Παρ᾽ ὅλας αὐτὰς τὰς δυσχερείας καὶ πολλὰς ἄλλας ἐξ ἄλλων λόγων τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, τὸ ὁποῖον συνέλαβε τὴν ἰδέαν τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου, παρέκαμψεν ὅλας τὰς δυσκολίας, ἃς ἐμφανίζει ἡ σύνθεσις τῶν ὀρθοδόξων πραγμάτων»[14]. Ὁ Πρόεδρος καὶ πάλι τῆς Διασκέψεως μητροπολίτης Χαλκηδόνος Μελίτων ἀπαντώντας σὲ αἴτημα τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Βουλγαρίας νὰ περιληφθεῖ στὸν κατάλογο τῶν θεμάτων καὶ ἕνα εἰδικὸ θέμα ποὺ ἀπασχολοῦσε τὴν Ἐκκλησία τῆς Βουλγαρίας εἶπε: «Δι᾽ ἓν τοιοῦτο ζήτημα δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἀποφάνσεως Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἀλλὰ θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιλυθῆ τοῦτο τοπικῶς κατ᾽ οἰκονομίαν»[15].
Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὴν διαφαινόμενη αὐτοσυνειδησίαν τῶν ἀντιπροσώπων ὅτι προετοιμάζουν Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἡ ἴδια γνώμη ἐπικρατοῦσε καὶ σὲ ὁλόκληρο τὸν θεολογικὸ κόσμο, ὅπως φαίνεται ἀπὸ γνῶμες θεολόγων ποὺ ἐδημοσίευσε ἡ «Γραμματεία ἐπὶ τῆς Προπαρασκευῆς τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας» στὸν πρῶτο τόμο τῶν «Συνοδικῶν», μερικὲς ἀπὸ τὶς ὁποῖες δημοσιεύσαμε στὸ προηγούμενο σχετικὸ ἄρθρο μας. Συμπληρωματικὰ προσθέτουμε ἐδῶ καὶ ἄλλες ἐκ τῶν πολλῶν. Ὁ μητροπολίτης Μύρων Χρυσόστομος, μετέπειτα Ἐφέσου, ὁ ὁποῖος προήδρευσε, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου σὲ Προπα­ρασκευαστικὲς Ἐπιτροπὲς καὶ Πανορθόδοξες Διασκέψεις, σὲ μελέτη του μὲ τίτλο «Ἀπαιτήσεις τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ἐκ τῆς συγκληθησομένης Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας» γράφει: «Τὰ θέμα­τα ταῦτα, τυχόντα μιᾶς πρώτης ἐπεξεργασίας... θὰ ἐπανέλθουν προσεχῶς (1972) εἰς ἐπανεξέτασιν καὶ βελτίωσιν εἰς τὴν Διορθόδοξον Προπαρασκευα­στικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἐν συνεχείᾳ εἰς τὴν Α´ Πανορθόδοξον Προσυνοδικὴν Διάσκεψιν (οἱονεί “δευτεροβαθμίως”) καὶ ὅταν τύχωσι πανορθοδόξου ἐγκρί­σεως θὰ εἶναι ἕτοιμα διὰ τὴν παρασπομπήν των εἰς τὴν μετὰ ταῦτα συγ­κληθησομένην Ἁγίαν καὶ Μεγάλην Σύνοδον, ἥτις καὶ θὰ προβῇ εἰς τὴν προκήρυξιν τῶν ἀποφασισθέντων περιβάλλουσα ταῦτα μὲ τὸ οἰκουμενικὸν κῦρος»[16].
Ὁ μητροπολίτης Μυτιλήνης Ἰάκωβος, Πρόεδρος τῆς Μικτῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Ὑποθέσεων τοῦ Ἐξωτερικοῦ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, σὲ εἰσήγηση ποὺ ἀνέγνωσε ἐνώπιον τῶν συνοδικῶν ἀρχιερέων καὶ τῶν καθηγητῶν τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, στὶς 6 Φεβρουαρίου 1973 στὴν Ἱ. Μονὴ Πεντέλης, ἐπὶ τῇ μνήμῃ τοῦ Ἱεροῦ Φωτίου μὲ θέμα «Ἡ Μεγάλη Σύνοδος. Ὁ κατάλογος τῶν θεμάτων καὶ ἡ προετοιμα­σία αὐτῆς» εἶπε: «Μετὰ τὴν Ζ´ Οἰκουμενικὴν Σύνοδον ἐγένετο δὶς ἀπόπειρα συγκλήσεως Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἡ μία συνεκλήθη τῷ 879 ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ σήμερον τιμωμένου μεγάλου Ἱεράρχου καὶ ἡ ἄλλη βραδύτερον τῷ 1341 ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ἀλλ᾽ οὐδεμία ἐξ αὐτῶν ἀνεγνωρίσθη τελικῶς ὡς Οἰκουμενική. Ἡ Ζ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος συνῆλθε τῷ 787. Ἔκτοτε παρῆλθον 1196 ἔτη χωρὶς νὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ συγκληθῇ ἄλλη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος παρὰ τὸ πλῆθος τῶν ἀναγκῶν καὶ τὸ μέγεθος τῶν προβλημάτων, ἅτινα ἐγεννήθησαν διὰ μέσου τῶν αἰώνων, συνεπείᾳ κυρίως τῶν ἐπελθουσῶν μεταβολῶν εἰς τὸν χῶρον τῆς Ἐκκλησίας καὶ γενικώτερον εἰς τὸν κόσμον. Κατὰ τὸ πρῶτον τέταρτον τοῦ αἰῶνός μας ἤρχισε νὰ γίνεται πολλὴ συζήτησις γύρω ἀπὸ τὴν ἀναγκαιότητα συγκλή­σεως μιᾶς Οἰκουμενικῆς συνόδου. Κατ᾽ ἀρχὴν αἱ Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι ἐσκέφθησαν νὰ συγκαλέσουν μίαν Προσύνοδον, ἀντὶ τῆς Οἰκουμενικῆς, τῆς ὁποίας μάλιστα τὰ θέματα διετυπώθησαν εἰς τὸν ἐν Ἁγίῳ Ὄρει κατὰ τὸ 1932 καταρτισθέντα κατάλογον. Ὁ ἀοίδιμος Πατριάρχης Ἀθηναγόρας, μέσα εἰς τὰς μεγάλας του προοπτικάς, συνέλαβε τὸ νόημα τῆς συγκλήσεως ἀπ᾽ εὐθείας μιᾶς Οἰκουμενικῆς Συνόδου, χωρὶς νὰ μεσολαβήσῃ ἡ Προσύνοδος, τὴν ὁποίαν μάλιστα ὠνόμασε “Μεγάλην Σύνοδον”, καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, ἐν προπαρασκευαστικῷ σταδίῳ, συνεκάλεσε τὰς ἑκασταχοῦ Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας τρὶς εἰς τὴν Ρόδον κατὰ τὰ ἔτη 1961, 1962, 1963»[17].
Ὁ ἀρχιμανδρίτης τότε καὶ τὼρα ἐπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας καὶ ὁμότιμος καθηγητὴς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Βελιγραδίου Ἀθανάσιος Γιέβτιτς, σὲ ἄρθρο του μὲ τίτλο «Παράδοσις καὶ ἀνανέωσις ἐν τῷ θεσμῷ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων» ἐπιδιώκει νὰ δείξει πῶς ἡ μέλλουσα νὰ συνέλθει Σύνοδος πρέπει νὰ ἀτνιμετωπίσει τὸ πρόβλημα «παράδοσις καὶ ἀνανέωσις». Ἀσχέτως βέβαια πρὸς τὸ ὅτι τέτοια προβληματικὴ δὲν ὑπάρχει στὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους, οἱ ὁποῖες ἐμφαντικῶς ἐμμένουν στὴν Παράδοση καὶ ἀπορρίπτουν τὶς καινοτομίες καὶ ἀνανεώσεις, ὅπως δείξαμε παλαιότερα μὲ ἄρθρο μας ὑπὸ τὸν τίτλο «Παράδοση καὶ ἀνανέωση στὴν Πατερικὴ Θεολογία»[18], σημασία ἔχει ὅτι, ὅπως καὶ ὁ Γέροντάς του Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς θεωρεῖ ὅτι ἡ μέλλουσα νὰ συνέλθει Σύνοδος θεωρεῖται καὶ συγκαλεῖται ὡς Οἰκουμενική. Γράφει: «Τοιουτοτρόπως θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ ἔχωμεν εἰς τὸ τέλος τῆς ἱστορικοθεο­λογικῆς μελέτης τοῦ ὡς ἄνω θέματος περισσότερα συγκεκριμένα συμπερά­σματα, διὰ νὰ παραθέσωμεν αὐτὰ πρὸς τὸν σύγχρονον προβληματισμὸν περὶ παραδόσεως καὶ ἀνανεώσεως, μάλιστα δὲ ἐν ὄψει τῆς μελετωμένης Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Ὀρθοδοξίας»[19].

5. Γιατί ἔγινε αὐτὴ ἡ ἀλλαγὴ τοῦ χαρακτῆρος καὶ τῆς φύσεως τῆς Συνόδου;

α) Γιὰ νὰ μὴν ἀναγνωρισθοῦν ὡς Οἰκουμενικὲς οἱ ἀντιπαπικὲς Σύνοδοι τοῦ 879 καὶ τοῦ 1351

Μετὰ ἀπὸ τὰ ἐκτεθέντα ἐκπλήσσεται πράγματι κανεὶς καὶ ἀπορεῖ. Αὐτὸς ὁ ὁραματισμὸς καὶ ὁ πόθος πολλῶν αἰώνων νὰ συγκαλέσει ἐπὶ τέλους ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἡ μόνη ποὺ δικαιοῦται νὰ συγκαλεῖ Οἰκουμενικὲς Συνόδους, ὡς ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ποὺ ἔθρεψε καὶ ἐκίνησε τὸν νοῦ καὶ τὶς καρδιὲς ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων, ἐπὶ πολλὲς δεκαετίες, σχεδὸν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ περασμένου αἰῶνος, γιατί τώρα ἐγκαταλείφθηκε, χωρὶς μάλιστα νὰ γίνουν γνωστοὶ οἱ λόγοι, χωρὶς νὰ ἐνημερωθοῦν καὶ νὰ συμφωνήσουν οἱ Ἱεραρχίες τῶν τοπικῶν αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν; Δὲν γνωρίζει ὁ οἰκουμενικὸς πατριάρχης Βαρθολομαῖος ὅτι οἱ προκάτοχοί του πατριάρχες, καὶ μάλιστα τὸ πρότυπό του ὁ Ἀθηναγόρας, ὁ Γέροντάς του μητροπολίτης Χαλκηδόνος Μελίτων, καθηγηταί του στὴν Χάλκη, οἱ ἐκπρόσωποι ὅλων τῶν Ἐκκλησιῶν καὶ ὅλος ὁ θεολογικὸς κόσμος, ἀλλὰ καὶ τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, θεωροῦν ὅτι ἡ μέλλουσα νὰ συνέλθει Σύνοδος εἶναι Οἰκουμενική; Εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ τὰ γνωρίζει, ἀφοῦ ἐκτὸς τῶν ἄλλων δραστηριοτήτων του διετέλεσε καὶ Πρόεδρος σὲ Προσυνοδικὲς Ἐπιτροπὲς καὶ Διασκέψεις; Ἐφ᾽ ὅσον οὔτε ὁ ἴδιος, οὔτε τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ἐνημέρωσε γιὰ τοὺς λόγους αὐτῆς τῆς ἀλλαγῆς, τὴν ὁποία ἱεροκρυφίως ἔμαθε καὶ ὁ μητροπο­λίτης Μεσσηνίας καὶ τὴν ἀνακοίνωσε ὡς κάτι δεδομένο καὶ αὐτονόητο στὴν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 2014, δικαιούμαστε νὰ πιθανολογοῦμε κάποιους λόγους, μέχρι νὰ μάθουμε τοὺς πραγματικούς. Παραμένει βέβαια ἀμείλικτο τὸ ἐρώτημα, ποὺ ἰσχύει καὶ γιὰ ἄλλα θέματα ποὺ ἔχουν σχέση μὲ τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο, στὰ ὁποῖα θὰ ἀναφερ­θοῦμε προσεχῶς: Ἔχουμε στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία κάποιον «πρῶτο», ὡσὰν τὸν πάπα, χωρὶς ἴσους (sine paribus), ὁ ὁποῖος μπορεῖ νὰ ἀποφασίζει αὐτογνωμόνως καὶ αὐτοδικαίως (ipso jure) γιὰ τόσο σοβαρὰ θέματα; Γι᾽ αὐτὸ σπεύδουν κάποιοι ἀνώριμοι θεολογικὰ νεοσσοὶ νὰ ὑποστηρίξουν τὸ κείμενο τῆς Ραβέννας καὶ νὰ μεταφέρουν τὸ παγκόσμιο πρωτεῖο τοῦ πάπα καὶ στὸν οἰκουμενικὸ πατριάρχη; Οὔτε τολμοῦμε νὰ διανοηθοῦμε ὅτι αὐτὴ ἡ αὐθαίρετη ἀλλαγὴ τοῦ χαρακτῆρος τῆς Συνόδου ὑποκρύπτει ἀξιώσεις πρωτείου καὶ παραμερισμὸ τοῦ συνοδικοῦ πολιτεύματος τῆς Ἐκκλησίας.
Στὸ μνημονευθὲν προηγούμενο ἄρθρο μας «Μεταλλαγμένη καὶ ἀλλοιωμέ­νη ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος», γράψαμε ἐξηγώντας αὐτὴν τὴν ἀλλαγή, ὅτι «ἐπειδὴ μία Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, γιὰ νὰ θεωρηθεῖ ὡς τοιαύτη, πρέπει νὰ ἐπικυρώσει τὶς προηγηθεῖσες Οἰκουμενικές, δηλαδὴ τὶς δύο ἀντιπαπικὲς συνόδους τοῦ Ἁγίου Φωτίου (879-880) καὶ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ (1351), οἱ ἰδικοί μας φιλοπαπικοὶ ἡγέτες ἐπ᾽ οὐδενὶ θὰ ἤθελαν νὰ εὑρεθοῦν μπροστὰ σὲ τέτοιο ἐνδεχόμενο»[20]. Τὴν γνώμη μας αὐτὴ συμμερίζεται καὶ ὁ μητροπολίτης Πειραιῶς Σεραφείμ, ὁ ὁποῖος στὸ μνημονευθὲν ἄρθρο του γιὰ τὴν Σύναξη τῶν Ἱεραρχῶν τοῦ Θρόνου γράφει: «Ἡ Σύνοδος αὐτὴ κατ᾽ ἀρχὴν προγραμματίσθηκε ὡς Οἰκουμενική, ἔστω καὶ ἂν ὀνομάστηκε Πανορθόδοξη. Ὅμως, τὰ τελευταῖα χρόνια οἱ οἰκουμενιστὲς τὴν ἀποχαρακτήρισαν καὶ διέγραψαν τὸν Οἰκουμενικό της χαρακτῆρα. Διότι, ἂν συγκαλοῦνταν ὡς Οἰκουμενική, θὰ εἶχε τὴν ὑποχρέωση νὰ ἀναγνωρίσει ὡς 8η καὶ 9η Οἰκουμενικὲς Συνόδους τὶς ἐπὶ Μ. Φωτίου καὶ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ! Αὐτό, ὅμως, θὰ ἐνοχλοῦσε τὸ Βατικανό, ἐπειδὴ αὐτὲς οἱ Σύνοδοι καταδι­κάζουν τὸν Παπισμό, ὡς αἵρεση»[21]. Δὲν πρόκειται πάντως νὰ ἀποφευχθεῖ αὐτὸς ὁ σκόπελος, διότι ἐφ᾽ ὅσον οἱ τοπικὲς αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες δὲν γνωρίζουν, ἀφοῦ δὲν συναποφάσισαν, ὅτι ἄλλαξε ὁ χαρακτήρας τῆς Συνόδου καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ θεωροῦν ὡς Οἰκουμενική, θὰ ζητήσουν ὡς Οἰκουμε­νικὴ νὰ ἀναγνωρίσει τὶς δύο προηγούμενες Οἰκουμενικὲς Συνόδους τὴν Η´ καὶ τὴν Θ´. Ἤδη ἔγινε γνωστὸ ὅτι ὁ πατριάρχης τῆς Σερβίας Εἰρηναῖος ἐζήτησε μὲ ἔγγραφο ποὺ ἐστάλη στὶς Ἐκκλησίες νὰ ἀναγνωρισθοῦν οἱ δύο Σύνοδοι ὡς Οἰκουμενικές.
Ὑπενθυμίζουμε ὅτι μὲ λύπη ἀντιμετωπίσαμε τὴν ἐξέλιξη τοῦ ζητήματος αὐτοῦ στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία δὲν εἶχε αἰσία ἔκβαση. ᾽Εξεκί­νησε μὲ ἀξιέπαινες πρωτοβουλίες τοῦ μητροπολίτου Πειραιῶς Σεραφείμ, τὶς ὁποῖες ἐπήνεσε καὶ ἐξῆρε μὲ εἰδικὸ κείμενο της ἡ «Σύναξη Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν», ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου νὰ περιληφθεῖ ὡς θέμα στὴν ἡμερήσια διάταξη τῆς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 2011 καὶ νὰ ὁρισθοῦν μάλιστα καὶ δύο εἰσηγητές, οἱ μητροπολίτες Ναυπάκτου Ἱερόθεος καὶ Γόρτυνος Ἱερεμίας, τῶν ὁποίων ὅμως οἱ ἐξαιρετικὲς εἰσηγήσεις, ἂν καὶ ὑπῆρχαν στὴν ἡμερήσια διάταξη, δὲν ἀνεγνώσθησαν μετὰ ἀπὸ ἐπέμ­βαση κάποιου Διευθυντηρίου. Σχετικὸ Ἀνακοινωθὲν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πειραιῶς μὲ ἡμερομηνία 16.12.2013 ἔγραφε: «Εἶναι ἐγνωσμένον τοῖς πᾶσιν, ὅτι ἡ Διαρκὴς Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Συνοδικῆς περιόδου 2010-2011 ἐψήφισεν ὡς θέματα τῆς τακτικῆς συγκλήσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τὴν ὑποβολὴν προτάσεων πρὸς τὴν Γραμματείαν τῆς μέλλουσας νὰ συνέλθῃ Πανορθοδόξου Συνόδου διὰ τὴν τυπικὴν ἀναγνώρισιν τῶν Οἰκουμενικῆς περιωπῆς Η´ καὶ Θ´ Συνόδων τῆς Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει συνελθου­σῶν κατὰ τὰ ἔτη 879-880 καὶ 1341-1351 μ.Χ., ὄντως Οἰκουμενικῶν Συνόδων, καὶ ὅτι κατὰ πρόδηλον παράβασιν τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐφαλκιδεύθη ἡ συγκεκριμένη διαδικασία καὶ ἐτέθη εἰς τὰς περιωνύμους καλένδας της». Τὸ σχετικὸ κείμενο τῆς «Συνάξεως Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν» προέβαινε στὶς ἑξῆς ἐκτιμήσεις:
«Τοιουτοτρόπως ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας μας ἔχασε μία μοναδικὴ εὐκαιρία, νὰ δηλώσει τὴν συνοδικὴ ὀρθόδοξη δυναμική της, γιὰ νὰ μὴν δυσαρεστήσει τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη, τὸν Πάπα, τοὺς φιλοπαπικοὺς καὶ τοὺς οἰκουμενιστές, ἐνῶ μὲ τὴν ἐνέργειά της αὐτὴ προσέβαλε τὴν μνήμη τῶν Μεγάλων Ἁγίων Πατέρων μας Ἱεροῦ Φωτίου καὶ Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, οἱ ὁποῖοι πρωταγωνίστησαν στὶς δύο συνόδους. Ἡ πλειοψηφία τῶν Ἱεραρχῶν μας, παραπέμποντας τὸ θέμα αὐτὸ εἰς τὰς ἑλληνικὰς καλένδας, ἔδειξε ἀσυνέπεια καὶ πρὸς τὸν ἑαυτό της, διότι ἡ ἰδία Σύνοδος εἶχε ἀναθέσει εἰς τοὺς Σεβασμιωτάτους Μητροπολίτας Ναυπάκτου καὶ Γόρτυνος κ.κ. Ἱερόθεο καὶ Ἰερεμία νὰ παρουσιάσουν τὶς περὶ Ὀγδόης καὶ Ἐνάτης Οἰκουμενικῶν Συνόδων εἰσηγήσεις τους, οἱ ὁποῖες συνιστοῦν πατερικὲς ὁμολογίες, καθ᾽ ὅλα ἔγκυρες καὶ ἄψογες ἱστορικοθεολογικὲς μελέτες.
Ἡ ὑπὸ τῶν οἰκουμενιστῶν τοῦ Φαναρίου καὶ τῶν μετ᾽ αὐτῶν ὁμοφρο­νούντων μεθοδευομένη μέλλουσα νὰ συνέλθει Πανορθόδοξος Σύνοδος τὸ 2016, ὅπως μὲ σαφήνεια διαζωγραφεῖται ἐκ τῶν προσυνοδικῶν πανορθοδό­ξων διασκέψεων αὐτῆς -τῶν ὁποίων τὰ θέματα, τὰ κείμενα καὶ τὰ πορί­σματα τηροῦνται καὶ διαφυλάσσονται ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ, ὅπως ἄλ­λωστε συμβαίνει μὲ ὅλους τοὺς θεολογικοὺς διαλόγους μετὰ τῶν παπικῶν κ.ἄ. αἱρετικῶν, δηλαδὴ χωρὶς ἐπισταμένη ἐνημέρωση τῶν συνόδων καὶ πληρωμάτων τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, ἄνευ συνοδικῆς διαγνώμης, δίχως κἂν διατύπωση συνοδικῶν προτάσεων- φοβούμεθα ὅτι ἀπεργάζεται τὴν ἀποδοχὴ τῶν αἱρέσεων τοῦ Παπισμοῦ καὶ τοῦ Προτεσταντισμοῦ ὡς αὐθεντικῶν ἐκκλησιῶν! Ἐὰν ὄντως ἔτσι, ὅπως διαφαίνεται, ἐξελιχθοῦν τὰ ἐκκλησιαστικά μας πράγματα, τότε εὐχόμεθα νὰ μὴ συνέλθει ποτέ!
Ἐὰν ὅμως συνέλθει Πανορθόδοξος Σύνοδος, ἔστω καὶ χωρὶς αὐτὸ τὸν σκοπό, ἀλλὰ δὲν ἀναγνωρίσει τὶς Ὀγδόη καὶ Ἐνάτη Οἰκουμενικὲς Συνόδους ὡς οἰκουμενικές, τότε θὰ εἶναι μία Οἰκουμενιστικὴ Σύνοδος. Θὰ εἶναι μία ψευδοσύνοδος, ὅπως ἡ σύνοδος τῆς Φεράρας-Φλωρεντίας, ποὺ ἐπιβλήθηκε ἀπὸ κάποιους φιλοπαπικοὺς τῆς Ἀνατολῆς καὶ τοὺς παπικοὺς τῆς Δύσεως, ὅπως καὶ σήμερα ἐπιχειρεῖται νὰ συμβεῖ. Ἀλλὰ ὅπως τότε ἡ ἐν Ἁγίῳ Πνεύ­ματι ἀντίδραση καὶ ἀντίσταση ἐλαχίστων κορυφῶν τῆς Ἁγίας Ὀρθοδοξίας μας, προεξάρχοντος τοῦ ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ, μὲ τὴ συμμετοχὴ καὶ στήριξη τοῦ πιστοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, κατάφεραν νὰ ἀπορριφθεῖ καὶ νὰ χα­ρακτηρισθεῖ ψευδοσύνοδος ἡ αἱρετικὴ καὶ ληστρικὴ σύνοδος τῶν Φεράρας-Φλωρεντίας, ἔτσι καὶ σήμερα ὁ πιστὸς λαὸς τοῦ Θεοῦ, ὡς διαχρονικὴ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας μας θὰ ἀντιδράσει καὶ θὰ ἀντισταθεῖ»[22].

β) Γιὰ νὰ μὴ κληθοῦν ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι καὶ νὰ ἐπιλεγοῦν οἰκουμενιστὲς

Ὁ ἀποχαρακτηρισμὸς τῆς Συνόδου ὡς Οἰκουμενικῆς καὶ ἡ ἔκπτωσή της σὲ ἁπλὴ Πανορθόδοξη Σύνοδο διευκολύνει τοὺς σχεδιαστὲς καὶ σὲ ἕνα ἄλλο σημεῖο. Εἶναι βέβαιο ὅτι παρὰ τὴν ἐκτεταμένη οἰκουμενιστικὴ διάβρωση ποὺ ἔχουν ὑποστῆ οἱ Ἱεραρχίες τῶν τοπικῶν αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, θὰ εὑρίσκοντο ἀρκετοὶ ἀρχιερεῖς, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀντιδροῦσαν στίς, ὅπως προδιαγράφονται, ἀντορθόδοξες ἀποφάσεις τῆς Συνόδου καὶ θὰ ἠρνοῦντο νὰ τὶς ὑπογράψουν. Αὐτὸ μάλιστα θὰ συνέβαινε σὲ μεγαλύτερη ἔκταση, ἂν εἶχε κατορθωθῆ νὰ συνέλθει ἡ Σύνοδος, ὅπως ἔπρεπε, ἐνωρίτερα, διότι θὰ ὑπῆρχαν τότε περισσότεροι παραδοσιακοὶ ἀρχιερεῖς, οἱ ὁποῖοι διὰ τοῦ θανάτου ἔχουν ἐκλείψει, ἐνῶ οἱ νεώτεροι ἀνετράφησαν μὲ οἰκουμενιστικὸ φιλοπαπικὸ διαιτολόγιο. Ἴσως μάλιστα αὐτὸ νὰ ἐξηγεῖ καὶ τὸν λόγο τῆς κατὰ τὰ ἄλλα ἀνεξήγητης καὶ μοναδικῆς στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία μεγάλης χρονικῆς διάρκειας γιὰ τὴν προετοιμασία τῆς Συνόδου· ἐνῶ ὅλοι στὴν ἀρχὴ ἐτόνιζαν ὅτι ἡ Σύνοδος πρέπει νὰ συγκληθεῖ τὸ ταχύτερον δυνατόν, κατέληξε τελικὰ στὴν πρωτιὰ τοῦ βραδύτερον δυνατόν.
Ἀπὸ τὴν ἱστορία καὶ τὴν πράξη τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων γνωρίζουμε ὅτι δὲν δικαιολογεῖται μὲ κανενὸς εἴδους σοφιστεῖες ἡ μὴ κλήση ὅλων τῶν Ἐπισκόπων. Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ὀνομάζεται ἐκείνη στὴν ὁποία μετέχουν οἱ ἐπίσκοποι ὅλης τῆς Οἰκουμένης, εἶναι σύνοδος ὅλης τῆς Ἐκκλησίας, τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν δὲν καλοῦνται νὰ μετάσχουν ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι, ἡ Σύνοδος δὲν εἶναι Οἰκουμενική, Γενική, ἀλλὰ εἶναι Μερική, σύνοδος ἐπὶ μέρους ἐκκλησίας ἢ ἐπὶ μέρους ἐκκλησιῶν, ὄχι ὅμως Σύνοδος τῆς ὅλης, τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Ὅ,τι ἰσχύει γιὰ τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας ὡς μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, κατὰ τὴν γνωστὴ εἰκόνα τοῦ ᾽Αποστόλου Παύλου[23], ἰσχύει καὶ γιὰ τὶς ἐπὶ μέρους ἐκκλησίες-ἐπισκόπους, σὲ σχέση μὲ τὴν Ἐκκλησία· δὲν μπορεῖ νὰ πεῖ ἕνα μέλος, ἀκόμη καὶ ἡ κεφαλή, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκη τῶν ἄλλων μελῶν. Μὲ ποιό κριτήριο θὰ ἐξαιρέσουμε κάποιες ἐπισκοπές - ἐκκλησίες, ὅσο μικρὲς καὶ ταπεινὲς καὶ ἂν εἶναι. Δὲν εἰσάγουμε ἔτσι ἀνεπίτρεπτη ἀνισότητα, δὲν τραυματίζουμε τὸ ἐκκλησιολογικὸ δόγμα τῆς ἰσότητος τῶν ἐπισκόπων; Πῶς θὰ ἐκπροσωπηθεῖ στὴν Οἰκουμενικὴ Σύνοδο μία τοπικὴ εὐχαριστιακὴ Ἐκκλησία, ποὺ καθ᾽ ἑαυτὴν ἀποτελεῖ τὴν ὅλη Ἐκκλησία; Δὲν προσβάλλεται ἔτσι καὶ ἡ εὐχαριστιακὴ ἐκκλησιολογία, ἀφοῦ παρορῶνται, παραμερίζονται κάποιες εὐχαριστιακὲς κοινότητες-ἐκκλησίες;
Σὲ παλαιότερη μελέτη του ὁ καθηγητὴς Βλ. Φειδᾶς, ὁ ὁποῖος μετέχει σχεδὸν ἐξ ἀρχῆς στὴν προετοιμασία τῆς Συνόδου καὶ εἶναι καὶ τώρα μέλος τῆς «Γραμματείας ἐπὶ τῆς Προπαρασκευῆς τῆς Συνόδου», μὲ τίτλο «Ἡ Α´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Προβλήματα περὶ τὴν σύγκλησιν, τὴν συγκρότησιν καὶ τὴν λειτουργίαν τῆς Συνόδου», προβάλλει τὴν ἐν λόγῳ Σύνοδο ὡς πρότυπο καὶ ἀρχέτυπο ὅλων τῶν μετὰ ταῦτα συνόδων, ἑπομένως καὶ τῆς μέλλουσας νὰ συνέλθει Μεγάλης καὶ Ἁγίας Συνόδου. Ἐπικαλεῖται μαρτυρίες τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἱστορικῶν, ἀπὸ τὶς ὁποῖες προκύπτει ὅτι ὁ Μ. Κωνσταν­τῖνος, ποὺ εἶχε τὴν πρωτοβουλία τῆς συγκλήσεως τῆς Συνόδου ἐκάλεσε ὅλους τοὺς ἐπισκόπους τῆς αὐτοκρατορίας. Ὁ Εὐσέβιος Καισαρείας γράφει: «Ὥσπερ ἐπιστρατεύων αὐτῷ φάλαγγα Θεοῦ σύνοδον οἰκουμενικὴν συνεκρό­τει, σπεύδειν ἁπανταχόθεν τοὺς ἐπισκόπους γράμμασι τιμητικοῖς προκα­λούμενος... Ὡς οὖν ἐφοίτα πανταχοῦ τὸ παράγγελμα, οἷά τινος ἀπὸ νύσσης οἱ πάντες ἔθεον σὺν προθυμία τῇ πάσῃ»[24]. Ὁ Σωζομενὸς ἐπίσης λέγει ὅτι ὁ βασιλεύς «συνεκάλεσε σύνοδον εἰς Νίκαιαν τῆς Βιθυνίας καὶ πανταχῆ τοῖς προεστῶσι τῶν ἐκκλησιῶν ἔγραψεν εἰς ρητὴν ἡμέραν παρεῖναι»[25][a1] . Ὁ Φιλοστόργιος ἀναφέρει ὅτι «τῶν οὖν ἐπισκόπων τότε πρὸς πολλὰς διαμερι­ζομένων δόξας, ἔδοξε τῷ Κωνσταντίνῳ βασιλεῖ, σύνοδον ἐν Νικαίᾳ πάντων τῶν ἐπισκόπων ποιῆσαι καὶ τὸν πρὸς ἀλλήλους διαπληκτισμὸν κατα­παῦσαι»[26].
Ὁ ἴδιος καθηγητὴς θεωρεῖ ὅτι ἡ κλήση ὅσο τὸ δυνατὸν εὐρυτέρου ἀρι­θμοῦ ἐπισκόπων δὲν ἀποσκοπεῖ στὴν δέσμευσή τους νὰ τηρήσουν τὶς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου μετὰ τὴν λήξη τῶν ἐργασιῶν της, ἀλλὰ συνδέεται «πρὸς τὴν ἐκκλησιολογικὴν ἀρχὴν τῆς διὰ τοῦ σώματος τῶν ἐπισκόπων εὐρυτέρας ἐκφράσεως τοῦ φρονήματος τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Οἱ ἐπίσκοποι, ὡς φορεῖς τοῦ φρονήματος τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, καλοῦν­ται εἰς τὰς συγκαλουμένας συνόδους ὄχι διὰ νὰ κοινοποιήσουν ἁπλῶς εἰς τὰς ὑπ᾽ αὐτοὺς ἐκκλησίας τὰς ἐν ταῖς συνόδοις κοινῇ λαμβανομένας ὑπὸ τῶν ἐπισκόπων ἀποφάσεις, ἀλλὰ κυρίως διὰ νὰ μεταφέρουν εἰς τὴν σύνοδον τὸ ἐπὶ τοῦ ἀντιμετωπιζομένου ζητήματος φρόνημα τῶν ὑπ᾽ αὐτοὺς ἐκκλη­σιῶν»[27]. Ἡ παρατήρηση αὐτὴ εἶναι πολὺ ἐνδιαφέρουσα, διότι δικαιολογεῖ καὶ τὸν νέο σχεδιασμὸ γιὰ τὴν ἀλλοίωση τῆς φύσεως τῆς Συνόδου ἀπὸ τὸ ἐπίπεδο τῆς Οἰκουμενικῆς στὸ ἐπίπεδο μιᾶς ἁπλῆς πανορθοδόξου Συνόδου. Φοβοῦνται οἱ ὑπεύθυνοι τῆς προετοιμασίας τῆς Συνόδου, ὅτι πολλοὶ ἐπίσκοποι θὰ μεταφέρουν τὸ φρόνημα τῶν ὑπ᾽ αὐτοὺς ἐκκλησιῶν, τὸ ὁποῖο εἶναι ἀντίθετο πρὸς τὴν καθορισθεῖσα νεωτερικὴ καὶ οἰκουμενιστικὴ γραμμὴ τῆς Συνόδου. Συμπερασματικῶς πάντως ὁ ἐν λόγῳ ἱστορικὸς καὶ κανονολόγος στὰ Ἐπιλεγόμενα τῆς ἐνδιαφέρουσας μελέτης του ἐκτιμᾶ ὅτι «ἡ μέλλουσα νὰ συγκληθῆ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας δὲν θὰ ἔδει νὰ ἀγνοήσῃ τὰς ἀκολούθους θεμελιώδεις κανονικὰς ἀρχὰς περὶ τὴν σύγκλησιν, συγκρότησιν καὶ λειτουργίαν αὐτῆς». Μεταξὺ τῶν ἑπτὰ θεμελιωδῶν ἀρχῶν μνημονεύουμε τὶς τρεῖς ποὺ συνδέονται μὲ τὴν συνάφεια τοῦ θέματος: α) «Ἡ πρόσκλησις διὰ τὴν συμμετοχὴν εἰς τὴν σύνοδον δέον νὰ ἀποσταλῆ πρὸς τοὺς ἐπισκόπους μόνον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, διότι μόνον οὗτοι ἀποτελοῦν καὶ τὰ ὀργανικὰ μέλη τῆς συνόδου κατὰ τὴν ὀρθόδοξον συνοδικὴν παράδοσιν». β) «Ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν τῆς συνόδου δέον νὰ ἀντιστοιχῇ πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐπισκόπων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, διὸ καὶ πρέπει νὰ προσκληθοῦν εἰς τὴν σύνοδον πάντες οἱ ἐπίσκοποι, κἂν εἰσέτι δὲν δυνηθοῦν νὰ συμμετάσχουν ἅπαντες τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς». γ) «Ἡ συμμετοχὴ εἰς τὴν σύνοδον κατεγνωσμένων αἱρετικῶν, ἢ σχισματικῶν ἐπισκόπων εἶναι ἐκκλησιολογικῶς ἀδιανόητος καὶ κανονικῶς ἀνεπίτρεπτος ἄνευ προγενεστέρας ὑπ᾽ αὐτῶν ἀποκηρύξεως τῆς αἱρέσεως ἢ τοῦ σχίσματος καὶ ἂνευ εἰδικῆς συνοδικῆς διαδικασίας διὰ τὴν ἀποδοχὴν αὐτῶν εἰς ἐκκλησιαστικὴν κοινωνίαν»[28].
Ἀπὸ τὶς ὄντως θεμελιώδεις αὐτὲς ἐκκλησιολογικὲς καὶ κανονικὲς ἀρχὲς προκύπτουν ἐνδιαφέροντα συμπεράσματα. Ἐν πρώτοις ὅτι πρέπει νὰ προσ­κληθοῦν ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι, ἀκόμη καὶ ἂν γιὰ προσωπικοὺς ἢ ἄλλους, ἐκτὸς τῆς θελήσεως τους, λόγους δὲν ἠμπορέσουν νὰ παραστοῦν στὴν Σύνοδο. Ἡ μὴ πρόσκληση ὅλων τῶν ἐπισκόπων, ὅπως ἀποφασίσθηκε νὰ γίνει στὴν μέλλουσα Σύνοδο, παραβιάζει θεμελιώδη ἐκκλησιολογικὴ καὶ κανονικὴ ἀρχή, καὶ αὐτὸς εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς λόγους ποὺ ὑποβιβάσθηκε ἡ Σύνοδος ἀπὸ Οἰκουμενικὴ σὲ ἁπλῆ Πανορθόδοξη. Παραμένει βέβαια τὸ ἐρώτημα γιὰ παραβίαση ἄλλης ἐκκλησιολογικῆς ἀρχῆς: Ποιός ἀποφάσισε αὐτὴν τὴν ἀλλαγή; Ἕνας πρῶτος χωρὶς ἴσους; Ἡ ἀδυναμία πάντως κάποιων προσκληθέντων ἐπισκόπων, προσω­πικὴ ἢ ἐξ ἄλλων λόγων, δὲν παραβλάπτει τὸν οἰκουμενικὸ χαρακτήρα τῆς Συνόδου, ὅπως καλῶς ἔδειξε σὲ ἐνδιαφέρουσα ἐπίσης μελέτη του ὁ ἐπὶ ἔτη «Γραμματεὺς ἐπὶ τῆς Προπαρασκευῆς τῆς Συνόδου» μητροπολίτης Ἑλβετίας καὶ κατόπιν Ἀδριανουπόλεως Δαμασκηνὸς Παπανδρέου[29].
Ἡ πρόσκληση μόνον τῶν Ὀρθοδόξων ἐπισκόπων καὶ τὸ ἀδιανόητο τῆς προσκλήσεως αἱρετικῶν καὶ σχισματικῶν, πρὶν ἀποκηρύξουν τὶς αἱρέσεις καὶ τὰ σχίσματα, συντρίβει καὶ κονιορτοποιεῖ τὸ ἐπιχείρημα τοῦ οἰκουμενι­κοῦ πατριάρχου Βαρθολομαίου, ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ συγκαλέσουμε Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, διότι ἀπουσιάζουν οἱ «ἐκ τῆς Δύσεως Χριστιανοί», οἱ ὁποῖοι καὶ συνοδικῶς ἔχουν καταδικασθῆ γιὰ αἱρέσεις καὶ σχίσματα. Οἱ το­πικὲς αὐτοκέφαλες ἐκκλησίες ὀφείλουν νὰ μὴ δεχθοῦν αὐτὴν τὴν πραξι­κοπηματικὴ ἀλλοίωση τῆς Συνόδου, λόγῳ τῆς μὴ συμμετοχῆς τῶν αἱρετικῶν καὶ σχισματικῶν, ποὺ εἶναι ὄντως «ἐκκλησιολογικῶς ἀδιανότηος καὶ κανονι­κῶς ἀνεπίτρεπτος» κατὰ τὸν καθηγητὴ Βλ. Φειδᾶ, καὶ νὰ ἀπαιτήσουν τὴν συμμετοχὴ ὅλων τῶν ἐπισκόπων, σύμφωνα μὲ τὴν συνοδικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ἐκτὸς ἐκείνων ποὺ γιὰ προσωπικοὺς ἢ ἄλλους λόγους δὲν ἠμποροῦν νὰ μετάσχουν. Ἂν στὴν πρώτη χιλιετία, μὲ τὶς τόσες συγκοινωνια­κὲς δυσκολίες μετεῖχαν στὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους, ἀπὸ τὰ πέρατα τοῦ κόσμου, ὑπερτριακόσιοι καὶ ὑπερεξακόσιοι ἐπίσκοποι, ταξιδεύοντες ἐπὶ μῆνες, στὶς ἡμέρες μας ἐντὸς ἐλαχίστων ὡρῶν μπορεῖς νὰ βρεθεῖς στὴν ἄκρη τοῦ κόσμου. Ὁ ἀριθμὸς τοῦ συνόλου τῶν ἐπισκόπων καὶ τῶν ἐπαρχιούχων καὶ τῶν τιτουλαρίων δὲν εἶναι ὑπερβολικὰ μεγάλος. Ὑπάρχουν σήμερα περί­που 580 ἐπαρχιοῦχοι ἐπίσκοποι καὶ 250 τιτουλάριοι βοηθοὶ κ.τ.λ., σύνολο δηλαδὴ 830 μελῶν τῆς συνόδου, ποὺ δὲν εἶναι δύσκολο νὰ συγκεντρωθοῦν. Ἡ Β´ Βατικάνειος συγκέντρωσε 2.300 ἐπισκόπους»[30].

γ) Ἡ σύγκληση Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀντίκειται στὸ ἰσχῦον νέο μοντέλο τῶν «ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν».

Ὑπάρχει καὶ ἕνας τρίτος σημαντικός, ἴσως ὁ σημαντικώτερος λόγος, γιὰ τὸν ἀποχαρακτηρισμὸ τῆς Συνόδου ὡς Οἰκουμενικῆς. Ὁ λόγος αὐτὸς ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι μετὰ τὴν Β´ Βατικάνειο Σύνοδο (1963-1965), προεβλήθη ἀπὸ τοὺς Παπικοὺς ὡς πρὸς τοὺς Ὀρθοδόξους, ἀντὶ τῆς ἀπορρίψεώς μας μέχρι τότε ὡς σχισματικῶν καὶ αἱρετικῶν, νέα προσέγγιση, ἡ ὁποία μᾶς ἀναγνωρίζει ὡς ἐπὶ μέρους ἐκκλησία, μὲ Χάρη, μυστήρια καὶ ἀποστολικὴ διαδοχή, μὲ ἐλλιπῆ ὅμως ἐκκλησιαστικὴ ὑπόσταση, ἡ ὁποία θὰ ἐκλείψει καὶ θὰ γίνουμε πλήρης Ἐκκλησία, χωρὶς ἐλλείψεις καὶ ἐλαττώματα, ὅταν θὰ ἀναγνωρίσουμε τὸ πρωτεῖο τοῦ πάπα. Ἡ ἐκκλησιολογικὴ αὐτὴ ἀναγνώριση ὁδήγησε καὶ στὸν ἐκ μέρους τους χαρακτηρισμό μας, παρὰ τὶς ἐλλείψεις μας, ὡς «ἀδελφῆς ἐκκλησίας», τὸν ὁποῖο καὶ ἐμεῖς, ὡς φτωχοσυγγενεῖς καὶ ἀρχοντοχωριάτες, εὐχαρίστως τὸν ἀποδεχθήκαμε καὶ τὸν χρησιμοποιοῦμε μὲ καμάρι ἀποδεχόμενοι καὶ ἐμεῖς τὸν Παπισμὸ μετὰ τὴν Β´ Βατικάνειο Σύνοδο ὡς «ἀδελφὴ Ἐκκλησία», ὡσὰν νὰ ἀνήκουμε καὶ ἐμεῖς στὴν δικαιοδοσία αὐτῆς τῆς παπικῆς ψευδοσυνόδου. Εἶναι γεμᾶτα τὰ κείμενα τῶν παπῶν καὶ τῶν ἰδικῶν μας πατριαρχῶν ἀπὸ τὸν ὅρο «ἀδελφὲς ἐκκλησίες», ἀλλὰ καὶ ἡ σχετικὴ θεολογικὴ βιβλιογραφία τῶν οἰκουμενιστῶν θεολόγων. Ὑπάρχει ὅμως κάποια συνοδικὴ ἀπόφαση κάποιας τοπικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἢ Πανορθόδοξη, ποὺ νὰ ἐπιβάλει σὲ ἐμᾶς νὰ θεωρήσουμε τοὺς αἱρετικοὺς καὶ σχισματικοὺς Λατίνους τώρα ὡς «ἀδελφὴ ἐκκλησία»; Καμμία. Ὑπάρχει μόνο τὸ ἐπαίσχυντο κείμενο τοῦ Balamand, τὸ ὁποῖο βέβαια ὡς κείμενο διαλόγου δὲν δεσμεύει τὶς ἐκκλησίες, πολλὲς ἀπὸ τὶς ὁποῖες οὔτε ἔλαβαν μέρος ἐκεῖ οὔτε τὸ ἀποδέχθηκαν[31]. Στὸ κείμενο αὐτὸ γιὰ πρώτη φορὰ ὀρθόδοξοι θεολόγοι, κληρικοὶ καὶ λαϊκοί, ἀθετοῦν τὴν καθαγιασμένη ἐπὶ αἰῶνες πατερικὴ παράδοση, ἀλλὰ καὶ πρόσφατες πανορθόδοξες δηλώσεις καὶ ἀποφάσεις, ἀρνοῦνται ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία καὶ δέχονται ὅτι συναποτελοῦμε μὲ τοὺς Παπικοὺς τὴν Μία Ἐκκλησία καὶ εἴμαστε ἀπὸ κοινοῦ ὑπεύθυνοι γιὰ τὴν τήρηση τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ, ὡς «ἀδελφὲς Ἐκκλησίες». Ἱεροκρυφίως καὶ ἀντισυνοδικῶς δεχθήκαμε τό «ἀδελφὲς ἐκκλησίες», καὶ τώρα πάνω σ᾽ αὐτὸ τὸ κατασκευασμένο ψευτομοντέλο ἑνότητος ἀναγνωρί­ζουμε τὸν Παπισμὸ ὡς ἐκκλησία μὲ χάρη, μυστήρια καὶ ἀποστολικὴ διαδοχή. Γράφει τὸ κείμενο: «Ἑκατέρωθεν ἀναγνωρίζεται ὅτι ὅσα ἐνεπιστεύθη ὁ Χριστὸς εἰς τὴν Ἐκκλησίαν Του- ὁμολογία τῆς ἀποστολικῆς πίστεως, μετοχὴ εἰς τὰ αὐτὰ μυστήρια, κυρίως εἰς τὴν μίαν ἱερωσύνην τὴν τελοῦσαν τὴν μίαν θυσίαν τοῦ Χριστοῦ, ἀποστολικὴ διαδοχὴ τῶν ἐπισκόπων- δὲν δύνανται νὰ θεωρηθοῦν ὡς ἀποκλειστικὴ ἰδιοκτησία μιᾶς τῶν ἡμετέρων Ἐκκλησιῶν. Εἶναι σαφὲς ὅτι ἐντὸς τοῦ πλαισίου τούτου ἀποκλείεται πᾶς ἀναβαπτισμός, Διὰ τοῦτον ἀκριβῶς τὸν λόγον ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία καὶ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀναγνωρίζουν ἑαυτὰς ἀμοιβαίως ὡς ἀδελφὰς ἐκκλησίας, ἀπὸ κοινοῦ ὑπευθύνους διὰ τὴν τήρησιν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ ἐν τῇ πιστό­τητι πρὸς τὴν θείαν οἰκονομίαν, ἰδιαίτατα ὡς πρὸς τὴν ἑνότητα» (παράγρ. 13 καὶ 14). Σὲ ἄλλο μάλιστα σημεῖο ἐπαναλαμβάνει τὸ κείμενο λόγους τοῦ πάπα Παύλου ΣΤ´ στὸ Φανάρι, σύμφωνα μὲ τοὺς ὁποίους οἱ ποιμένες Ὀρθόδοξοι καὶ Ρωμαιοκαθολικοί, πρέπει νὰ σέβονται καὶ νὰ ἀναγνωρίζουν ἀλλήλους ὡς ποιμένες «τμήματος τῆς ποίμνης τοῦ Χριστοῦ» (παραγρ. 18)[32].
Ἐνοχλοῦνται οἱ ἑτερόδοξοι καὶ ἐκ τῶν Ὀρθοδόξων οἱ Οἰκουμενιστές, διότι στὸ κείμενο τῆς Γ´ Πανορθοδόξου Προσυνοδικῆς Διασκέψεως (1986) γιὰ τὸ θέμα «Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καὶ Οἰκουμενικὴ Κίνησις» ἐκφράζεται, στὴν ἀρχὴ μάλιστα, ἡ αὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μὲ ὅσα λέγει: «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἐν τῇ βαθείᾳ πεποιθήσει καὶ ἐκκλησιαστικῇ αὐτοσυνειδησίᾳ, ὅτι ἀποτελεῖ τὸν φορέα καὶ δίδει τὴν μαρτυρίαν τῆς πίστεως καὶ τῆς Παραδόσεως τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ἀκραδάντως πιστεύει ὅτι κατέχει κεντρικὴν θέσιν εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς προωθήσεως τῆς ἑνότητος τῶν Χριστιανῶν ἐντὸς τοῦ συγχρόνου κόσμου». Ἀγωνιοῦμε νὰ μάθουμε, ἀφοῦ δὲν ἀνακοινώνουν τὶς ἐπεμβάσεις καὶ διορθώσεις ποὺ ἔκανε στὰ προηγούμενα κείμενα ἡ «Εἰδικὴ Διορθόδοξη Ἐπιτροπή» καὶ ἡ ἐσχάτως συνελθοῦσα Ε´ Προσυνοδικὴ Πανορθόδοξη Διάσκεψη (᾽Οκτώβριος 2015), ἡ καὶ τελευταία, ἂν διορθώθηκε καὶ ἡ ἀρχὴ τοῦ κειμένου αὐτοῦ μὲ βάση τὴν ἐκκλησιολογία τῶν «ἀδελφῶν ἐκκλησιῶν» τοῦ Balamand. Λυπούμαστε, γιατὶ οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ἐκκλησιῶν δὲν διαμορφώνουν ἀλλὰ τρέχουν πίσω ἀπὸ τὶς ἐξελίξεις.
Εἶναι πάντως βέβαιο ὅτι ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος ἔχει ἀποδεχθῆ τὸ νέο αὐτὸ ἐκκλησιολογικὸ μοντέλο τῶν «ἀδελφῶν ἐκκλησιῶν», ἀφοῦ ὄχι μόνον δὲν ἀπέρριψε ἡ Κωνσταντινούπολη, ἀλλὰ προωτοστάτησε στὰ ἀποφασισθέντα, ἀλλὰ καὶ διὰ πολλῶν ἄλλων δηλώσεών του ἀποδέχεται ὡς ἐκκλησία τὸν Παπισμὸ καὶ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς κομμάτι τῆς διηρημένης Ἐκκλησίας. Ἀφοῦ λοιπὸν ἐμεῖς εἴμαστε μέρος τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὄχι τὸ ὅλον, φυσικὰ τὸ μέρος δὲν μπορεῖ νὰ συγκαλέσει Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, χωρὶς τὴν συμμετοχὴ τῶν «ἀδελφῶν ἐκκλησιῶν» τῆς Δύσεως. Δὲν θέλει νὰ μᾶς κατηγοροῦν οἱ ἀδελφοί μας τῆς Δύσεως ὅτι «τὴν ἐκκλησιολογία τῶν ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν θέτει σὲ δοκιμασία ἡ ἀξεδιάλυτη ἀντινομία της: μία ἀδελφὴ Ἐκκλησία εἶναι ἀληθινὰ καὶ πλήρως Ἐκκλησία- καὶ ὑπ᾽ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν βρίσκει τὴν ὁλοκλήρωσή της στὴν ταυτότητά της· ταυτόχρονα μία ἀδελφὴ Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ νὰ βρεῖ τὴν ὁλοκλήρωση, χωρὶς νὰ πραγματώνει τελεία κοινωνία μὲ ὅλες τὶς ἄλλες ἀδελφὲς Ἐκκλησίες». Εἴμαστε συνεπεῖς πρὸς τὴν ἐκκλησιολογία τῶν «ἀδελφῶν ἐκκλησιῶν», γι᾽ αὐτὸ καὶ δὲν μποροῦμε, ἂν θέλουμε νὰ μὴν ἀντιφάσκουμε, νὰ συγκαλέσουμε Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, χωρὶς τὴν «ἀδελφὴ Ἐκκλησία» τῆς Ρώμης. Νὰ τηρήσουμε ἐπίσης καὶ τὶς συμβουλὲς ποὺ δίνει στοὺς ὑπευθύνους γιὰ τὴν προετοιμασία τῆς Πανορθόδοξης Συνόδου ἡ ἴδια Ρωμαιοκαθολικὴ Θεολόγος Barbara Hallensleben, στὴν εἰσήγηση ποὺ ἔκανε σὲ σχετικὸ συνέδριο[33] μὲ θέμα «Ἀδελφὲς Ἐκκλησίες. ῾Ερμηνευτικὴ ἀρχὴ γιὰ τὶς σχέσεις μεταξὺ Ἐκκλησιῶν ad intra καὶ ad extra».Ἀποδεχόμενη λοιπὸν ὅτι ἡ μέλλουσα Σύνοδος δὲν εἶναι Οἰκουμενικὴ ἀλλὰ Πανορθόδοξη, σὲ συμφωνία μὲ τὸν πατριάρχη Βαρθολομαῖο καὶ τὸν μητροπολίτη Μεσσηνίας, μᾶς καλεῖ νὰ προβληματισθοῦμε ὡς πρὸς τὶς προχαλκηδόνιες καὶ τὶς παλαιοκαθολικὲς ἀδελφὲς Ἐκκλησίες «ἐν σχέσει πρὸς τὰ ἐνδεχόμενα»:
• Τῆς σύγκλησης μιᾶς Οἰκουμενικῆς Συνόδου ποὺ θὰ ἔδινε τὸ μήνυμα ὅτι, ὅσες Ἐκκλησίες δὲν εἶναι προσκεκλημένες νὰ μετάσχουν, δὲν εἶναι Ἐκκλησίες.
• Τῆς σύγκλησης μιᾶς ἐπὶ μέρους Συνόδου τῶν τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Ἐνδεχομένως μὲ παρατηρητὲς ἀπὸ ἄλλες Ἐκκλησίες. Κατόπιν διαβούλευσης μὲ τὸν εὐρύτερο χριστιανικὸ κόσμο.
• Μιᾶς αὐτοσυγκρότησης τῶν Ὀρθοδόξων Βυζαντινῶν Ἐκκλησιῶν, ὡς μιᾶς ὁμολογιακῆς οἰκογένειας δίπλα σὲ ἄλλες»[34].
Ἡ ἑρμηνευτική της λοιπὸν ἀρχὴ ποὺ προκύπτει ἀπὸ τὸ νέο μοντέλο τῶν «ἀδελφῶν ἐκκλησιῶν», εἶναι ὅτι γιὰ νὰ συγκληθεῖ μία Οἰκουμενικὴ Σύνοδος πρέπει νὰ καλέσει νὰ μετάσχουν ὅλες οἱ ἐκκλησίες, γιατὶ ὅσες δὲν κληθοῦν δὲν εἶναι ἐκκλησίες. ῾Επομένως πῶς νὰ θεωρήσουμε ἐμεῖς ὅτι προετοιμάζουμε Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, χωρὶς νὰ καλέσουμε τοὺς Παπικούς, τοὺς Προτεστάντες, τοὺς Μονοφυσίτες, τοὺς Παλαιοκαθολικούς; Δὲν τοὺς θεωροῦμε «ἀδελφὲς ἐκκλησίες»; Ἐμεῖς μποροῦμε νὰ συγκαλέσουμε μόνον ἐπὶ μέρους Σύνοδο τῶν τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, μετὰ ἀπὸ διαβούλευση μὲ τὸν λοιπὸ χριστιανικὸ κόσμο, καὶ μὲ παρατηρητὲς ἀπὸ τὶς ἄλλες ἐκκλησίες. Μόνοι μας δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε τίποτε, γιατὶ εἴμαστε αἰχμάλωτοι τοῦ μοντέλου τῶν «ἀδελφῶν ἐκκλησιῶν». Καὶ τὸ χειρότερο καὶ πιὸ προσβλητικὸ· ἐπειδὴ δὲν εἴμαστε ἡ Μία Ἐκκλησία, ὅσες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ἔχουμε σχέση μὲ τὸ Βυζάντιο, νὰ αὐτοσυγκροτηθοῦμε, ὡς μία ξεχωριστὴ ὁμολογιακὴ οἰκογένεια, δίπλα σὲ τόσες ἄλλες ὁμολογίες.
«Ἤθελές τα καὶ ἐπαθές τα». Ἔτσι δυστυχῶς πορευόμαστε πρὸς τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο. Καταντήσαμε τὴν Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, χλεύη τῶν αἱρετικῶν καὶ τῶν σχισματικῶν, ἀνίκανη νὰ συγκαλέσει Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἀρνούμενη τὴν μοναδικότητα καὶ καθολικότητά της. Μὲ αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις τὶ καλὸ καὶ ὀρθόδοξο νὰ περιμένει κανεὶς ἀπὸ τὶς ἀποφάσεις της;


[1]. Βλ. Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδωρου Ζηση, «Μεταλλαγμένη καὶ ἀλλοιωμένη ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος», Θεοδρομία 17 (2015) 3-9.
[2]. Τὸ κείμενο ἐκυκλοφορήθη σὲ ἰδιαίτερο τευχίδιο Βλ. ἐπίσης εἰς Θεοδρομία 17 (2014) 557-570. Τὸ κείμενο ὑπογράφουν οἱ ἀρχιερεῖς Ἀντινόης Παντελεήμων (πατριαρχεῖο Ἀλεξαν­δρείας) Δρυϊνουπόλεως Ἀνδρέας, Ζιχνῶν καὶ Νευροκοπίου Ἱερόθεος, Πειραιῶς Σεραφείμ, Γλυφάδας Παῦλος, Κυθήρων Σεραφείμ, Αἰτωλοακαρνανίας Κοσμᾶς καὶ Γόρτυνος Ἰερεμίας. Ἐκ μέρους τῆς «Συνάξεως Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν» οἱ: Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Ἀναστασίου Προηγούμενος Ἱ. Μ. Μεγ. Μετεώρου, Ἀρχιμ. Σαράντης Σαράντος Ἐφημέριος Ἱ. Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου, Ἀμαρούσιον Ἀττικῆς Ἀρχιμ. Γρηγόριος Χατζηνικολάου Καθηγού­μενος Ἱ. Μ. Ἁγίας Τριάδος, Ἄνω Γατζέας Βόλου Γέρων Εὐστράτιος Ἱερομόναχος Ἱ. Μ. Μεγί­στης Λαύρας Ἁγ. Ὄρους, Πρωτοπρ. Γεώργιος Μεταλληνός, Ὁμότιμος Καθηγητὴς Θεολογι­κῆς Σχολῆς Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, Πρωτοπρ. Θεόδωρος Ζήσης, Ὁμότιμος Καθηγητὴς Θεολογικῆς Σχολῆς Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Δημήτριος Τσελεγγίδης, Καθηγητὴς Θεολογικῆς Σχολῆς Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης καὶ χιλιάδες κληρικῶν καὶ μοναχῶν.
[3]. Βλ. σχετικῶς εἰς Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδωρου Ζηση, Τὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας. Οἰκουμενισμὸς καὶ Παπισμός, Θεσσαλονίκη 2004, σελ. 23-52.
[4]. Μητροπολίτης Πειραιῶς Σεραφειμ, «Ἀνακοινωθὲν περὶ τῆς Συνάξεως τῶν Ἱεραρχῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου. Σχόλιο στὴν εἰσήγηση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου», Θεοδρομία 17 (2015) 398-404. Τὸ παράθεμα στὴ σελ. 403.
[5]. Πρόκειται γιὰ τὸν καθηγητὴ Γεώργιο Γαλίτη. Βλ. σχετικῶς εἰς: «Ἔκθεσις Γραμμα­τέως, Μητροπολίτου Τρανουπόλεως Δαμασκηνοῦ ἐπὶ τῆς πορείας τῆς Προπαρασκευῆς τῆς Συνόδου», εἰς Συνοδικὰ ΙΙ, τοῦ Ὀρθοδόξου Κέντρου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, Chambésy - Γενεύης 1978, σελ. 162.
[6]. Αὐτόθι, σελ. 147-148.
[7]. Αὐτόθι, σελ. 148, ὑποσημ. 7.
[8]. Βλ. Εyαγγελίας Βαρeλλα, Διορθόδοξοι καὶ Οἰκουμενικαὶ Σχέσεις τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως κατὰ τὸν Κ´ αἰῶνα, Ἀνάλεκτα Βλατάδων 58, Πατριαρχικὸν Ἵδρυμα Πατερικῶν Μελετῶν, Θεσσαλονίκη 1994, σελ. 110.
[9]. Βλ. Ὀρθοδοξία 26 (1951) 118-120 καὶ Συνοδικὰ ΙΙ, 1978, σελ. 140, ὑποσημ. 1.
[10]. Συνοδικὰ ΙΙ, σελ. 19-20.
[11]. Αὐτόθι, σελ. 28.
[12]. Αὐτόθι, σελ. 55.
[13]. Αὐτόθι, σελ. 59.
[14]. Αὐτόθι, σελ. 81-82.
[15]. Αὐτόθι, σελ. 104.
[16]. Συνοδικὰ Ι, σελ. 11.
[17]. Αὐτόθι, σελ. 17-18.
[18]. Βλ. Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδωρου Ζηση, Ἑπόμενοι τοῖς θείοις Πατράσι. Ἀρχὲς καὶ κριτήρια τῆς Πατερικῆς Θεολογίας, Θεσσαλονίκη 19972, σελ. 48-52.
[19]. Συνοδικὰ Ι, σελ. 65.
[20]. Θεοδρομία 17 (2015) 9.
[21]. Θεοδρομία 17 (2015) 403.
[22]. Συναξη ορθοδοξων Kληρικων και Mοναχων, «Περὶ Η´ καὶ Θ´ Οἰκουμενικῶν Συνό­δων», Θεοδρομία 16 (2014) 440-446. Βλ. ἐπίσης Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλα­σίου Ιερόθεος, «Περὶ τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐν ἔτει 870-880 μ.Χ. συγκληθείσης Συνόδου ὡς Ὀγδόης Οἰκουμενικῆς», Θεοδρομία 16 (2014) 405-427. Μητροπο­λιτησ Γορτυνοσ και Μεγαλοπολεως Ιερεμιασ, «Περὶ τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ἐν Κωνσταν­τινουπόλει ἐν ἔτει 1352 μ.Χ. συγκληθείσης Συνόδου ὡς ἐνάτης Οἰκουμενικῆς», Θεοδορμία 16 (2014) 428-439.
[23]. Α´ Κορ. 12, 12-31.
[24]. Βίος Κωνσταντίνου ΙΙΙ, 6.
[25]. Ἐκκλ. Ἱστορία Ι, 17.
[26]. Ἐκκλ. Ἱστορία Ι, 7α.
[27]. Συνοδικὰ Ι, σελ. 169.
[28]. Αὐτόθι, σελ. 226.
[29]. Δαμασκηνου Παπανδρεου, Μητροπολίτου Τρανουπόλεως, «Προοπτικαὶ καὶ προβλήματα περὶ τὴν μέλλουσαν Σύνοδον», Συνοδικὰ Ι, σελ. 26-36.
[30]. Γιὰ τὸν ἀριθμὸ τῶν Ὀρθοδόξων ἐπισκόπων συνολικὰ βλ. εἰς Noël Ruffieux, «Προετοιμασία καὶ ἀποδοχὴ τῆς Συνόδου», εἰς Καιρὸς συνεσταλμένος τὸ λοιπόν... Ἡ μέλλουσα Πανορθόδοξη Σύνοδος. Ζητήματα-Διλήμματα-Προοπτικές, Ἐκδόσεις «Ἐν πλῷ», Ἀθήνα Ὀκτώβριος 2015, σελ. 27. Σὲ ὑποσημείωση παρατηρεῖ ὁ συγγραφεὺς ὅτι «Αὐτοὶ οἱ ἀριθμοὶ ἐπικαιροποιήθηκαν μὲ τὴν ἔκδοση 2012-2013 τῆς Orthodoxia, ἐτήσια ἔκδοση τῶν ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν τοῦ Ἰνστιτούτου Ostkirchliches Regensburg ποὺ δίνει τὰ ὀνόματα καὶ τὰ βιογραφικὰ ὅλων τῶν ὀρθοδόξων ἐπισκόπων», σελ. 49, ὑποσημ. 10. Ἐννοεῖ ὅτι τὸ γνωστὸ Ρωμαιοκαθολικὸ Ἰνστιτοῦτο τοῦ Regensburg, ἐκδίδει γιὰ τὶς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες τὴν ἐτήσια ἔκδοση Orthodoxia, ποὺ περιλαμβάνει τὰ ὀνόματα καὶ τὰ βιογραφικὰ τῶν ὀρθοδόξων ἐπισκόπων.
[31]. Ἀπὸ τὶς 15 αὐτοκέφαλες καὶ αὐτόνομες Ἐκκλησίες ὑπέγραψαν τὸ κείμενο οἱ ἐννέα (9): Κωνσταντινούπολις, Ἀλεξάνδρεια, Ἀντιόχεια, Μόσχα, Ρουμανία, Κύπρος, Πολωνία, Ἀλβανία, Φιλλανδία. Ἀρνήθηκαν νὰ μετάσχουν ἕξη (6): Ἱεροσόλυμα, Σερβία, Βουλγαρία, Γεωργία, Ἑλλάς, Τσεχοσλοβακία.
[32]. Βλ. Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδωρου Ζηση, Οὐνία. Νεώτερες ἐξελίξεις,Θεσσαλονίκη 1994, σελ. 44-45. Ὁλόκληρο τὸ κείμενο τοῦ Balamand βλ. ὁμοίως εἰς Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδωρου Ζηση, Οὐνία, Ἡ καταδίκη καὶ ἡ ἀθώωση (στὸ Freising καὶ στὸ Balamand, Θεσσαλονίκη 2002, σελ. 173-186.
[33]. Πρόκειται γιὰ συνέδριο ποὺ ὀργανώθηκε στὸ Παρίσι (18-20 Ὀκτωβρίου 2012) ἀπὸ τὸ Ἰνστιτοῦτο Ὀρθόδοξης Θεολογίας τοῦ Ἁγίου Σεργίου, τὸ Centre Οecuménique τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Leuven, σὲ συνεργασία μὲ τὸ Collège des Bernardins καὶ τὸ περιοδικὸ Contacts. Τὰ πρακτικὰ τοῦ Συνεδρίου μεταφρασμένα στὴν ἑλληνικὴ ἐκδόθηκαν πρόσφατα (Ὀκτώβριος 2015) ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις «Ἐν πλῷ» μὲ τίτλο Καιρὸς συνεσταλμένος τὸ λοιπὸν...Ἡ μέλλουσα Πανορθόδοξη Σύνοδος. Ζητήματα-Διλήμματα-Προοπτικές.
[34]. Αὐτόθι, σελ. 369 καὶ 372.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου