Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

Πολιτισμικός διχασμός


 

ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Τ​​ο 1957, όταν υπογράφηκε η Συνθήκη της Ρώμης, η Ελλάδα πάλευε να σταθεί στα πόδια της και να επουλώσει τα τραύματα της κατοχής και του εμφυλίου. Μια κυρίως αγροτική χώρα της Νοτίου Βαλκανικής, στη μεθόριο του ΝΑΤΟ και του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Ησαν τα χρόνια της αστυφιλίας. Οι νησιωτικοί και ορεσίβιοι πληθυσμοί συγκεντρώνονταν στις μεγάλες πόλεις, είτε γιατί η πολιτεία δεν μπορούσε να τους εξασφαλίσει τα στοιχειώδη, είτε για να γλιτώσουν από το βάρος του μίσους που ήταν ακόμη ζωντανό στις μικρές κλειστές κοινωνίες. Ο διορισμός σε κάποια δημόσια υπηρεσία, έστω κλητήρας, απαιτούσε πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων και όσοι το κατάφερναν είχαν εξασφαλίσει κεντρική θέρμανση, σχολείο για τα παιδιά τους και νοσοκομειακή περίθαλψη. Στις πολυκατοικίες που χτίζονταν η μία πίσω από την άλλη υπήρχαν απαραιτήτως θυρωρεία, θέση επίσης πολύτιμη για όσους ήθελαν να ξεφύγουν από την ασφυξία του χωριού τους. Οι υπόλοιποι μετανάστευαν στη Γερμανία.

Ο τουρισμός δεν είχε εκδημοκρατισθεί και οι αεροπορικές συγκοινωνίες δεν είχαν αναπτυχθεί. Το ταξίδι στην Ελλάδα αφορούσε ακόμη κατά κύριο λόγο τους εκλεκτούς Ευρωπαίους που την είχαν γνωρίσει στη βιβλιοθήκη τους πριν την δουν με τα ίδια τους τα μάτια. Δεν διέφεραν και πολύ από τους προκατόχους τους, τους περιηγητές. Ο Ζακ Λακαριέρ, αν θυμάμαι καλά, πρωτοήρθε με μια φοιτητική ομάδα της Σορβόννης για να παίξουν Αντιγόνη στα αρχαία στην Επίδαυρο. Μια εκπαιδευτική εκδρομή που του άνοιξε τον δρόμο για το έργο της ζωής του. Η Ελλάδα του δεν διέφερε από αυτήν που είχε δει ο Χένρι Μίλλερ πριν από τον πόλεμο. Ούτε η Ελλάδα που περιγράφει ο Μισέλ Ντεόν στις «Ελληνικές σελίδες» του – αυτός ήρθε λίγα χρόνια αργότερα, αρχές δεκαετίας του εξήντα. Οσο σπάνιο ήταν ένα ταξίδι στην Ελλάδα, άλλο τόσο σπάνιο ήταν κι ένα ταξίδι Ελλήνων στο εξωτερικό. Ηταν θέμα στις κοινωνικές συναναστροφές, και εάν επρόκειτο για ηθοποιό γινόταν θέμα στις εφημερίδες. Η τάδε ή ο τάδε έφευγαν στο Λονδίνο για καλλιτεχνική ενημέρωση.


Δεν είναι τυχαίο ότι στη μεταπολεμική περίοδο δεν υπάρχει μυθιστόρημα που να περιγράφει την αστική ζωή στην Αθήνα. Θα εξαιρούσα τα μυθιστορήματα του υποτιμημένου μέχρι πρόσφατα Γιάννη Μαρή. Υπάρχουν βέβαια οι ταινίες του, υπερτιμημένου εν πολλοίς, κινηματογράφου. Ταινίες που μοιάζουν περισσότερο με κινηματογραφημένα θεατρικά έργα και στηρίζονται στους χαρακτήρες που ενσαρκώνουν οι ηθοποιοί – τα πραγματικά ταλέντα. Κωμωδίες οι πιο επιτυχημένες τελειώνουν είτε στην εκκλησία είτε στην ταβέρνα με τα μπουζούκια. Εκεί ο «αστός»–συνήθως κάπου διευθυντής– γλεντάει μαζί με τους υπαλλήλους του και τους οικοδόμους, την εργατική τάξη της αστυφιλίας και της αντιπαροχής. Ο «αστός» είναι ένας χαρακτήρας ανάμεσα στους άλλους. Μπορεί να έχει περισσότερα λεφτά, όμως μοιράζεται την ίδια πάνω-κάτω ζωή με τους υπόλοιπους. Και βέβαια κατάγεται κι αυτός από «κάπου» που δεν είναι η Αθήνα, αλλά η πραγματική πατρίδα του. Εκεί όπου, ώς σήμερα ακόμη, επιστρέφει για να γιορτάσει την κατ’ εξοχήν ελληνική γιορτή, το Πάσχα.

Θέλω να πω ότι το 1957, όταν στη Ρώμη ο σκληρός πυρήνας της μελλοντικής Ευρωπαϊκής Ενωσης υπέγραφε το πιστοποιητικό γεννήσεώς της, οι Ελληνες δύσκολα φαντάζονταν ότι ο πρωθυπουργός τους, έστω μουτρωμένος και χωρίς γραβάτα, θα γιορτάσει μαζί με τους υπόλοιπους τα εξηκοστά γενέθλια του οργανισμού. Η Ελλάδα μπορεί να ήταν η πρώτη χώρα που συνδέθηκε με την τότε ΕΟΚ, το 1961, όμως μεσολάβησαν μία δικτατορία και μία εθνική καταστροφή για να γίνει μέλος της. Οι παλαιότεροι τα θυμούνται όλ’ αυτά, όπως θυμούνται και την αξία του διαβατηρίου, και τις δυσκολίες απόκτησής του, όπως θυμούνται και την ανύπαρκτη ανταλλακτική αξία της δραχμής, όπως θυμούνται και την ανακούφιση που αισθάνθηκαν όταν δεν χρειάστηκε η σφραγίδα εξόδου και εισόδου στη χώρα και την πρώτη φορά που περίμεναν στην ίδια ουρά με τους υπόλοιπους «Ευρωπαίους». Η μνήμη είναι βέβαια ρηχή, ο θυμός είναι δημοκρατικά μοιρασμένος σε όλες τις ελληνικές ψυχές, όμως αυτή είναι η πραγματικότητα. Οι νεώτεροι τα θεωρούν δεδομένα. Δυστυχώς η τετραπληγική εκπαίδευση δεν τους διδάσκει Ιστορία.

Η ελληνική κοινωνία λατρεύει τις εξαιρέσεις. Ρίχνει χιόνι και παραλύουν τα πάντα. Ερχεται καύσων και επίσης παραλύουν τα πάντα. Είναι χαρακτηριστικό εκείνο το τραγούδι «μπήκ’ ο χειμώνας κι ο κοσμάκης τάχει χάσει». Λες και ο χειμώνας δεν μπαίνει κάθε χρόνο. Θελήσαμε να ζήσουμε την ευρωπαϊκή μας πορεία ως εξαιρέσεις. «Μα εμείς δεν ανήκομεν ακριβώς εις την Δύσιν. Είμαστε και λίγο ανατολίτες». Πολύ θα ήθελα να εξηγήσουν κάποτε οι επιφανείς λόγιοι της αντιευρωπαϊκής Ελλάδας σε ποια Ανατολή αναφέρονται. Στην Οθωμανική; Παρελθόν. Στη Βυζαντινή; Επίσης. Στην ορθόδοξη Βαλκανική, εκεί που έχει κατατάξει ο Χάντιγκντον την Ελλάδα; Και τι θα πει Ανατολή στον σημερινό κόσμο; Ανατολή είναι και η Ινδία και η Κίνα και η Ιαπωνία, μαζί με τον αραβικό κόσμο. Είναι τυχαίο ότι η Ελλάδα, στον εικοστό αιώνα, ακολούθησε διαφορετική πορεία από τα υπόλοιπα βαλκανικά κράτη και έγινε πρώτη μέλος της Ευρώπης;

Η Ευρώπη έχει πολιτικό πρόβλημα. Οι ηγεσίες της δυσκολεύονται να διαχειρισθούν τον γιγαντισμό της και η Ελλάδα κρέμεται σαν τσαμπί έτοιμο να πέσει στη Μεσόγειο. Και η Ελλάδα έχει πολιτικό πρόβλημα. Εχει μια ηγεσία ανίκανη να διαχειρισθεί ακόμη και τους μπαχαλάκηδες. Ομως η Ελλάδα έχει ένα επιπρόσθετο και πολύ σοβαρότερο πρόβλημα. Οτιδήποτε θέτει σε κίνδυνο τη σχέση της με την υπόλοιπη Ευρώπη θέτει σε κίνδυνο την πολιτισμική της ταυτότητα. Οι νοσταλγοί της ελληνικής μοναξιάς αυτό δεν τολμούν να το πουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...