Σάββατο, 1 Απριλίου 2017

Ἀρχιμ. Κύριλλος Κωστόπουλος, Απάντηση περί Βαπτισματικής Θεολογίας



ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ

Του Αρχιμ. Κυρίλλου Κωστοπούλου, Ιεροκήρυκος Ι. Μ. Πατρών, Δρος Θεολογίας

Μετά την δημοσίευσιν του άρθρου του Αρχιμ. Κυρίλλου Κωστοπούλου, Δρ. Θεολογίας, με τίτλον «Είναι αποδεκτή η βαπτισματικὴ θεολογία;» Καθηγητής Θεολογικής Σχολής επεκοινώνησε με τον Ο.Τ., δια να εκθέση τους προβληματισμούς του. Κατά την επικοινωνίαν έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον δια το άρθρον, εξέφρασε παραλλήλως και κάποιας σπουδαίας σκέψεις, αι οποίαι απασχολούν πολλούς εκ των Καθηγητών των Θεολογικών Σχολών και Ακαδημιών, ακόμη και Ιεράρχας, οι οποίοι ερωτούν: Εφ’ όσον η Εκκλησία πάντοτε εδέχετο χωρίς αναβαπτισμόν τους επιστρέφοντας από αιρέσεις, όπου ωμολογείτο η Αγία Τριας, διατί σήμερον δεν αποδεχόμεθα την «Βαπτισματικήν Θεολογίαν» και συζητούμεν δι’ αναβαπτισμόν των Παπικών η Προτεσταντών;

Είναι γνωστόν ότι εις το Πηδάλιον (7ος κανών, Β Οἰκουμ. Συν­όδου και 95ος Κανών της Πενθέκτης) ορίζεται ότι δεν χρειάζεται αναβαπτισμός εις περίπτωσιν επικλήσεως της Αγ. Τριάδος εις προηγουμένην βάπτισιν. Ισχυρίζονται λοιπόν ότι μόνον όταν δεν έχη επικληθή η Αγ. Τριας π.χ. Μουσουλμάνοι, Εβραίοι, Ιεχωβάδες, και κάποιοι Προτεστάντες τότε και μόνον πρέπει να γίνεται αναβαπτισμός. Τέτοια παραδεί­γματα ήσαν ο Αγ. Μελέτιος Πατριάρχης Αντιοχείας (ήταν από Αρειανούς) και δεν ανεβαπτίσθη, ο Αγ. Ανατόλιος Πατρ. Κων/λεως (προερχόμενος από τον Μονοφυσίτην Διόσκορον) δεν ανεβαπτίσθη και δεν ανεχειροτονήθη κ.α. Μάλιστα γίνεται και επίκλησις κειμένου του π. Επιφανίου Θεοδωροπούλου (“Τα Δύο Άκρα” σελ. 74), όπου αναφέρεται το εξής: «Η Εκκλησία εδέχετο άνευ βαπτίσματος τους εξ αιρετικών προερχομένους εφ’ όσον είχον βαπτισθή εις το Όνομα της Αγίας Τριάδος, ενώ οι Δονατισταί ανεβάπτιζον αυτούς».
Ήδη εις τον Ο.Τ. (φ. 2130/09.09.2016) ο πρ. Αρχιγραμματεύς της Ι. Κοινότητος Ιερομ. Δαμασκηνός, Ι. Κ. Φιλαδέλφου, έγραφε:
«…όσα αναφέρω δια την μη εγκυρότητα των μυστηρίων των ετεροδόξων, του φρονήματος του αγίου Πορφυρίου επ’ αυτών και του Αγίου Παϊσίου, ταυτίζονται απολύτως προς το διαχρονικόν αγιορειτικόν φρόνημα και την αγιορειτικήν διαχρονικήν παράδοσιν. Εποιησάμην προς τούτο ιστορικήν επιστημονικήν έρευναν, καταφυγών επί τας πηγάς της Αγιορειτικής ιστορίας, αίτινές εισιν τα αρχεία των Ι. Μονών, διο και ανευρών το κλασσικόν πρακτικόν της 28ης Σεπτεμβρίου (11ης Οκτωβρίου) 1979 Εκτάκτου Διπλής Ιεράς Συνάξεως… Δίδω εις την δημοσιότητα, ως ιστορικός, όσα συνεζητήθησαν περί των μυστηρίων των ετεροδόξων εις την ιστορικήν ταύτην Έκτακτον Διπλήν Ιεράν Σύναξιν… Αι βαπτίσεις εν Αγίω όρει ετεροδόξων συνεχίσθησαν μέχρι σήμερον. Επιλεκτικώς αναφέρω τον βαπτισμόν και χειροτονίαν του Σταυρονικητιανού Ι. Αμβροσίου, πρώην Ρωμαιοκαθολικού ιερέως. Ούτος βαπτισθείς την δεκαετίαν του 1980 εν τη Μονή, εχειροτονήθη εν Αυτή υπό του Μητροπολίτου Κυδωνίας κ. Ειρηναίου, νυν Αρχιεπισκόπου Κρήτης. Ομοίως πριν από τινας εβδομάδας η Ι. Μ. Παντοκράτορος, την 7ην Αυγούστου εβάπτισε δύο πρώην Ρωμαιοκαθολικούς».
Παρεπέμψαμεν το ερώτημα προς ον απηυθύνθη, και δημοσιεύομεν σήμερον ακολούθως την απάντησιν.

AΠΑΝΤΗΣΙΣ ΠΕΡΙ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ
ΤΟΥ ΑΡΧΙΜ. ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

Ένα είναι το Βάπτισμα, το «κατά αλήθειαν βάπτισμα» (ΜΖ´ Αγ. Αποστόλων), δηλαδή το «κατά την του Κυρίου διαταγήν, και την των θείων Αποστόλων, και πατέρων παράδοσιν» (Ζωναράς, Σύνταγμα Κανόνων 2, 62). Για τον λόγο αυτό, όποιος δεν βαπτίζει τους από αιρετικών ερχομένους, καθαιρείται, «ως γελών τον σταυρόν, και τον του Κυρίου θάνατον, και μη διακρίνων ιερέας ψευδοϊερέων» (ΜΖ´ Αγ. Αποστόλων. Βλ. και ΙΘ´ καν. Α´ Οικ. Συνόδου).
Το βάπτισμα των αιρετικών κατά τον ΞΗ´κανόνα των Αγ. Αποστόλων είναι άκυρο και δεν εντάσσει τους βαπτισθέντες στην Εκκλησία. Λογίζεται δε ως «μη γενόμενο» (Βαλσαμών, Σύνταγμα Κανόνων 2, 88).
Μερικοί από τους κανόνες κάμνουν αποδεκτό το βάπτισμα των «από αιρετικών» σε κάποιες ειδικές περιπτώσεις και όχι γενικώς. Έτσι ο Ζ´ κανόνας της Β´ Οικουμενικής Συνόδου εντέλλεται να μη αναβαπτίζωνται όσοι «περί το βάπτισμα κατ᾽ ουδέν ημίν διαφέρονται» (Ζωναράς, Σύνταγμα Κανόνων 2, 188. Βλ. και 95ο της ΣΤ´ Οικουμ. Συνόδου, Α´ του Μ. Βασιλείου), όσοι, δηλαδή, βαπτίσθηκαν στο Όνομα της Αγίας Τριάδος και με τριττή κατάδυση και ανάδυση εις τύπον των Τριών Προσώπων της Αγίας Τριάδος και της Ταφής και Αναστάσεως του Θεανθρώπου Κυρίου. Ο Μ. Βασίλειος στον Α´ κανόνα του το τονίζει κατηγορηματικώς: «Εκείνο γαρ έκριναν οι παλαιοί δέχεσθαι βάπτισμα, το μηδέν της πίστεως παρεκβαίνον».
Είναι φανερό ότι αυτή η οικονομία δεν μπορεί να εφαρμοσθή στους Παπικούς η τους Προτεστάντες για δύο λόγους:
1. Δεν ορθοδοξούν ως προς το δόγμα της Αγίας Τριάδος (Filioque).
2. Δεν είναι το βάπτισμά τους σύμφωνο με την Αγιογραφική και Πατερική προτροπή (γίνεται δια ραντισμού).
Η Βαπτισματική Θεολογία ομιλεί για αποδοχή του βαπτίσματος των αιρετικών και παράλληλα παραδέχεται την παραμονή στις αιρετικές δοξασίες κάθε αποκοπείσης ομάδος από το Σώμα της Μιας Εκκλησίας. Κατά συνέπεια το περιεχόμενο του Ζ´ κανόνα της Β´ Οικουμενικής Συνόδου, το οποίο αναφέρεται στην υποδοχή των επιστρεφόντων στην Εκκλησία από την αίρεση, δεν μπορεί να εφαρμοσθή εδώ.
Άρα, αφού οι αιρετικοί επανέλθουν εν μετανοία στην Μία Εκκλησία, την Ορθόδοξο Εκκλησία, πρέπει να βαπτίζωνται κανονικώς, ακολουθούντες «εν πάσι τοις δόγμασι της καθολικής Εκκλησίας» (Η´ καν. Α´ Οικ. Συνόδου), επειδή, κατά τον Μ. Βασίλειο, «ουκ εβαπτίσθησαν οι μη εις τα παραδεδομένα ημίν βαπτισθέντες» (Α´καν.).
Επιπλέον οι Παπικοί, Προτεστάντες κ.λπ. έχουν αποκλίνει από την Ορθόδοξη Πίστη και ως εκ τούτου έχει διακοπεί σ᾽ αυτούς η Αποστολική διαδοχή. Συνεπώς τα Μυστήριά τους είναι άκυρα. Άλλωστε, εμπίπτουν σε είκοσι περίπου αιρέσεις συμπεριλαμβανομένης και της παραποιήσεως του Μυστηρίου του Ιερού Βαπτίσματος (Βλ. Αρχιμ. Κ. Κωστοπούλου, Ο Παπισμός είναι αίρεση, σ. 90 κ. εξ.).
Η αποδοχή των μυστηρίων των αιρετικών τιμωρείται με καθαίρεση (βλ. ΜΣΤ´ Αγ. Αποστόλων), διότι ο αποδεχόμενος αυτά, κατά τον Ζωναρά, δηλώνει σαφώς ότι ομοφρονεί με την αίρεση (Σύνταγμα Κανόνων 2, 61).
Όσον αφορά τους Δονατιστές δεν αποκηρύχθηκαν, επειδή εφήρμοζαν ακρίβεια ως προς το βάπτισμα, απορρίπτοντες την οικονομία. Κατά τον Θεοδώρητο, «ούτοι κατά την αίρεσιν τοις Αρείου» ομοιάζουν (PG 83, 424B. Βλ. θέση Ι. Αυγουστίνου, ΘΗΕ 5, 167). Kαταδικάσθηκαν, λοιπόν, πρωτίστως για τις αιρετικές τους θέσεις και για τις επακολουθήσασες κακοδοξίες:
Συνέπηξαν δική τους «εκκλησία» που διεχώριζε την θέση της σε πολλά σημεία από την Μία Καθολική Εκκλησία, όπως στην αυστηρότερη στάση τους, έναντι αυτών οι οποίοι δεν παρέμειναν ακλόνητοι στις χριστιανικές πεποιθήσεις κατά τους διωγμούς, στην μη αποδοχή της εγκυρότητος των Μυστηρίων, τα οποία ετελούντο από ηθικά αναξίους κληρικούς κ.αλ. (Βλ. Σκουτέρη, Ιστορία Δογμάτων, 2004, σ. 670, Φειδά, Εκκλησιαστική Ιστορία Α´, 1992, σ. 306).
Βάσει των ανωτέρω, παραδείγματα όπως του Αγίου Μελετίου η του Αγίου Ανατολίου Κωνσταντινουπόλεως δεν ευσταθούν, για να στηρίξουν το κακόδοξο περιεχόμενο της Βαπτισματικής Θεολογίας. Κι αυτό γιατί ο μεν Άγιος Μελέτιος Αντιοχείας (+381), ο οποίος είχε συνταχθεί με την παράταξη των μετριοπαθών ημιαρειανών Ομοίων (359), αλλά αργότερα διετράνωσε την Ορθόδοξη θέση του (βλ. Μ.Ο.Χ.Ε. τ. 11, σ. 312, Παπαδοπούλου, Πατρολογία Β´, σ. 445), δεν αναβαπτίσθηκε -αν και στις πηγές δεν στηρίζεται το γεγονός ότι εδέχθη το βάπτισμα από αρειανό η ημιαρειανό- βάσει του κρατούντος εκκλησιαστικού έθους, το οποίο τελικώς μορφοποιήθηκε με τον Ζ´ κανόνα της Β´ Οικουμενικής Συνόδου.
Κατά παρόμοιο τρόπο και ο Άγιος Ανατόλιος, αν και αρχικά αποκρισάριος του Διοσκόρου Αλεξανδρείας στην Κωνσταντινούπολη (Μ.Ο.Χ.Ε. τ. 2, 418) ουδέποτε τον ακολούθησε στις δογματικές του ακρότητες (Χρήστου, Ελλ. Πατρ. 4, 330). Αντιθέτως ως Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, αν και προκρίθηκε στην θέση αυτή (449) «ίσως και με την βοήθεια του Διοσκόρου» (Στ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Γ´, σ. 690), συγκροτεί την Δ´ Οικουμενική Σύνοδο (451) και καταδικάζει τον Διόσκορο.

Ορθόδοξος Τύπος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...