Δευτέρα, 24 Ιουλίου 2017

Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ἱερόθεος: Tὸ ἱστορικὸ τῆς 6ης παραγράφου τοῦ κειμένου «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καὶ ὁ λοιπὸς Χριστιανικὸς κόσμος»



Τό ἱστορικό τῆς 6ης παραγράφου τοῦ κειµένου 
«Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καί ὁ λοιπός Χριστιανικός κόσµος» [1]

Προδημοσίευση ἀπὸ τὸν Τόμο γιὰ τὴν «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο» ποὺ θὰ ἐκδοθῆ προσεχῶς. 
Τό κείµενο µέ τίτλο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν κόσµον», ὅπως ὑπογράφηκε ἀπό τούς Προκαθηµένους τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στήν Γενεύη (Ἰανουάριο 2016), κυρίως οἱ πρῶτες ἑνότητες, ἀπό τήν 1η µέχρι τήν 6η ἑνότητα, ἰδιαιτέρως δέ ἡ τελευταία αὐτή ἑνότητα (6η), ἦταν ἐκεῖνο πού προκάλεσε ἔντονες συζητήσεις στήν «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο», πού πραγµατοποιήθηκε τόν Ἰούνιο τοῦ 2016 στό Κολυµπάρι τῆς Κρήτης. Οἱ ἑνότητες αὐτές ἀποτελοῦν τό προοίµιο τοῦ κειµένου, πάνω στό ὁποῖο στηρίζεται ἡ ὅλη κατεύθυνσή του.

Στό προοίµιο αὐτό γράφεται ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, θεµελιώνει τήν ἑνότητά της στήν ἵδρυσή της ἀπό τόν Κύριον ἡµῶν Ἰησοῦν Χριστό καί τήν κοινωνία στήν Ἁγία Τριάδα καί τά Μυστήριά της. Ἡ ἑνότητα αὐτή ἐκφράζεται διά τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς καί τῆς πατερικῆς παραδόσεως καί βιώνεται µέχρι σήµερα. Οἱ Οἰκουµενικές Σύνοδοι προέβαλαν τόν ὑφιστάµενο δεσµό µεταξύ τῆς ὀρθῆς πίστεως καί τῆς µυστηριακῆς κοινωνίας καί ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει εὐθύνη γιά τήν ἑνότητα καί τήν οἰκουµενική της ἀποστολή. Ἔτσι, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καλλιεργοῦσε πάντοτε τόν διάλογο «ὑπέρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως» «µετά τῶν ἐξ αὐτῆς διεστώτων». 
Οἱ διάλογοι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας µέ τόν «λοιπόν Χριστιανικόν κόσµον» ἀποβλέπουν στήν ἀπωλεσθεῖσα ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν µέ βάση τήν πίστη τῆς παραδόσεως τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας τῶν ἑπτά Οἰκουµενικῶν Συνόδων.
Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, κατά τήν ὀντολογική της φύση, εἶναι ἀδύνατον νά διαταραχθῆ. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, κατά τό κείµενο τῶν Προκαθηµένων πού παραπέµφθηκε στήν Σύνοδο πρός συζήτηση, ἀναγνωρίζει τήν ἱστορική ὕπαρξη ἄλλων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁµολογιῶν «µή εὑρισκοµένων ἐν κοινωνίᾳ µετ’ αὐτῆς», ἀλλά πιστεύει ὅτι καί οἱ σχέσεις  πρός αὐτές πρέπει νά στηρίζωνται στήν ὅσο τό δυνατόν ἀπό αὐτές ταχύτερη καί ἀντικειµενικότερη ἀποσαφήνιση τοῦ ὅλου ἐκκλησιολογικοῦ θέµατος καί ἰδιαιτέρως τῆς γενικότερης ἀπό αὐτές διδασκαλίας περί Μυστηρίων, χάριτος, ἱερωσύνης καί ἀποστολικῆς διαδοχῆς.
Εἶναι φανερόν ὅτι στίς θέσεις αὐτές ὑπάρχει ἡ ἔννοια ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει συνείδηση ὅτι εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἀλλά συγχρόνως ἀναγνωρίζει καί τήν ἱστορική ὀνοµασία ἄλλων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁµολογιῶν, οἱ ὁποῖες διέστησαν «ἐξ αὐτῆς». Ἐπίσης, παρατηρεῖται ἡ ἔννοια ὅτι ἡ ἑνότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στηρίζεται στόν ἄρρηκτο δεσµό µεταξύ τῆς ὀρθῆς πίστεως καί τῆς µυστηριακῆς κοινωνίας, ἡ ἑνότητά της αὐτή εἶναι ἀδύνατον νά διαταραχθῆ, ἀλλά ταυτόχρονα ὑποστηρίζεται ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀγωνίζεται γιά τήν ἑνότητα ὅλων τῶν Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁµολογιῶν, ἀρκεῖ οἱ ἴδιες νά ἀποσαφηνίσουν τό ὅλο ἐκκλησιολογικό θέµα.
Τό κείµενο αὐτό ἔχει µιά ἱστορία, ἀφοῦ εἶχε καταρτισθῆ ἀπό διάφορες Προπαρασκευαστικές Συνοδικές Ἐπιτροπές, ἐγκρίθηκε στήν Γ΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξη ∆ιάσκεψη στήν Γενεύη τό 1986, ἐνῶ στήν Ε΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξη Ἐπιτροπή τοῦ 2015 στήν Γενεύη συγχωνεύθηκε µέ τό ἄλλο κείµενο µέ θέµα «Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί ἡ οἰκουµενική Κίνησις», µέ ἀποτέλεσµα νά ἀποµακρυνθοῦν πολλά θετικά σηµεῖα. Τό τελικό κείµενο ἐγκρίθηκε ἀπό τήν Σύναξη τῶν Προκαθηµένων τόν Ἰανουάριο τοῦ 2016 στήν Γενεύη καί παραπέµφθηκε στήν «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο» στήν Κρήτη γιά τήν τελική  ἐπεξεργασία καί ὑπογραφή.
Στήν συνέχεια θά δοῦµε τό πῶς καταρτίσθηκε τό προοίµιο αὐτό τοῦ κειµένου.

1. Τό κείµενο καί ἡ εἰσήγηση τοῦ Γραµµατέως τῆς Ἐπιτροπῆς
Τό κείµενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν κόσµον» καταρτίσθηκε, ὅπως προαναφέρθηκε, ἀπό τήν Γ΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξη ∆ιάσκεψη (28 Ὀκτωβρίου-6 Νοεµβρίου 1986).
Κατά τήν Β΄  ἡµέρα τῶν ἐργασιῶν της, καί µάλιστα κατά τήν πρωινή Συνεδρίασή της, στήν ὁποία προήδρευσε ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Μύρων κ. Χρυσόστοµος, ἀναγνώσθηκε ἡ εἰσήγηση τοῦ Γραµµατέως ἐπί τῆς Προπαρασκευῆς τῆς Συνόδου Σεβ. Μητροπολίτου Ἑλβετίας κ. ∆αµασκηνοῦ.
Ὁ εἰσηγητής στήν ἀρχή ἀνέφερε τά σχετικά µέ τήν ἑτοιµασία τοῦ κειµένου, στήν συνέχεια διάβασε τό κείµενο πού συνέταξε ἡ Προπαρασκευαστική Ἐπιτροπή, καί ἀκολούθως ἔκανε διάφορες παρατηρήσεις ἐπί τοῦ κειµένου, ἐνηµερώνοντας τούς ἐκπροσώπους τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν γιά διάφορα ζητήµατα[2]
Τό προοίµιο τοῦ κειµένου πού ἑτοιµάσθηκε πρός συζήτηση δικαιολογοῦσε τούς θεολογικούς διαλόγους πού ἔκανε ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία µέ τούς ἄλλους Χριστιανούς, κατέγραφε τόν σκοπό τους, τίς δυσκολίες τους καί πῶς πρέπει νά ἀντιµετωπισθοῦν.
Γράφεται:
«Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀνέκαθεν ἦτο εὔνους καί θετικῶς διατεθειµένη πρός πάντα ∆ιάλογον. Κατά τά τελευταῖα δέ ταῦτα ἔτη ἐχώρησεν εἰς Θεολογικόν ∆ιάλογον µετά πλείστων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί  Ὁµολογιῶν, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι διά τοῦ ∆ιαλόγου δίδει δυναµικήν µαρτυρίαν τῶν πνευµατικῶν αὐτῆς θησαυρῶν πρός τούς ἐκτός αὐτῆς, µέ ἀντικειµενικόν σκοπόν τήν προλείανσιν τῆς ὁδοῦ, τῆς ὁδηγούσης εἰς τήν ἑνότητα.
Βεβαίως, ἡ Ἐκκλησία ἡµῶν, διαλεγοµένη µετά τῶν λοιπῶν χριστιανῶν, δέν παραγνωρίζει τάς δυσκολίας τοῦ τοιούτου ἐγχειρήµατος. Ὅµως δέν στηρίζεται µόνον εἰς τάς ἀνθρωπίνας δυνάµεις τῶν διεξαγόντων τούς ∆ιαλόγους, ἀλλ’ ἀπεκδέχεται καί τήν ἐπιστασίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος ἐν τῇ χάριτι τοῦ Κυρίου, εὐχηθέντος «ἵνα πάντες ἕν ὦσι» (Ἰω. 17,21).
∆ιά πάντα ταῦτα ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία µένει πιστή εἰς τήν ἀρχῆθεν χαραχθεῖσαν ὑπ’ αὐτῆς γραµµήν, ὅπως προωθῇ τούς ∆ιαλόγους πρός ὅλας τάς Ἐκκλησίας καί Ὁµολογίας, παρά τό γεγονός ὅτι κατά τήν διεξαγωγήν τούτων ἀναφύονται πολλαπλαῖ δυσκολίαι, αἱ ὁποῖαι χρήζουν ἑκάστοτε ἰδιαιτέρας ἀντιµετωπίσεως.
Πρός τούτοις, ἐπιβάλλεται, ὅπως ἀναληφθῇ προσπάθεια συντονισµοῦ τοῦ ἔργου τῶν διαφόρων ∆ιορθοδόξων θεολογικῶν Ἐπιτροπῶν τοσούτῳ µᾶλλον, ὅσῳ ἡ ὑπάρχουσα ἄρρηκτος ὀντολογική ἑνότης τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρέπει νά ἀποκαλύπτηται καί ἐκδηλώνηται καί ἐν τῷ χώρῳ τούτῳ τῶν ∆ιαλόγων»[3].
Στήν συνέχεια ἀναφέρεται στούς διαλόγους «µετά τῶν Ἀγγλικανῶν», «µετά τῶν Παλαιοκαθολικῶν», «µετά τῶν Ἀρχαίων Ἀνατολικῶν Ἐκκλησιῶν»,  «µετά τῶν Ρωµαιοκαθολικῶν», «µετά τῶν Λουθηρανῶν», «µετά τῶν Μετερρυθµισµένων».
Στό τέλος ὁ εἰσηγητής ἔκανε καί µερικές παρατηρήσεις ὡς πρός τόν τίτλο τοῦ θέµατος, δηλαδή ἐπί τοῦ τίτλου «Σχέσεις τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν κόσµον», νά γραφῆ «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας....», ὡς πρός τίς προοπτικές τῶν διµερῶν Θεολογικῶν ∆ιαλόγων, ὡς πρός τό θεµατολόγιο, ὡς πρός τήν προτεραιότητα συζητήσεως συγκεκριµένων θεολογικῶν προβληµάτων κατά τόν Θεολογικό διάλογο, καί ὡς πρός τόν διάλογο µέ τούς Παλαιοκαθολικούς.
Τό ἐνδιαφέρον στήν προκειµένη περίπτωση εἶναι ὅτι ὡς πρός τό θεµατολόγιο τῶν διαλόγων σέ σχέση µέ τό κείµενο πού καταρτίσθηκε γράφει: «ὡς πρός τό θεµατολόγιον ὑπῆρξεν ὁµόφωνος ἡ τάσις µεταθέσεως τοῦ κέντρου βάρους κατά τήν "ἐπιλογήν" τῶν θεµάτων ἀπό τά "ἑνοῦντα" εἰς τά "χωρίζοντα" τάς ἐν διαλόγῳ Ἐκκλησίας θεολογικά ζητήµατα καί δή ἐν τῷ πεδίῳ τῆς ἐκκλησιολογίας»[4]
Στό τέλος τῆς εἰσηγήσεως ἔκανε µιά σηµαντική διαπίστωση.    
«Βεβαίως, οὐδενός διαφεύγει τήν προσοχήν ὅτι πάντες οἱ ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας διεξαγόµενοι διµερεῖς Θεολογικοί ∆ιάλογοι εἰσέρχονται προοδευτικῶς καί σταθερῶς εἰς τόν κρίσιµον διά τήν περαιτέρω πορείαν αὐτῶν ἐκκλησιαστικόν χῶρον, εἰς τόν ὁποῖον ἐντάσσονται καί αἱ σοβαρώτεραι θεολογικαί δυσχέρειαι τοῦ ∆ιαλόγου µεταξύ τῆς Ὀρθοδοξίας καί τοῦ λοιποῦ χριστιανικοῦ κόσµου. Ἐν ὄψει καί τῶν νέων αὐτῶν προοπτικῶν, αἱ ὁποῖαι ἐνθαρρύνονται καί εὐρύτερον εἰς τόν Οἰκουµενικόν ∆ιάλογον, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία θά ἔδει νά ἀξιοποιήσῃ τήν ἐκκλησιαστικήν διδασκαλίαν αὐτῆς ὄχι µόνον διά τήν ἐπιβεβαίωσιν τῆς αὐτοσυνειδησίας της, ἀλλά καί διά τήν ὑπεύθυνον ἀξιολόγησιν τῆς µορφῆς τῆς ἐκκλησιαστικότητος τοῦ ἐκτός αὐτῆς χριστιανικοῦ κόσµου. Τοιαύτη ἀξιοποίησις τῆς πατερικῆς καί τῆς κανονικῆς παραδόσεως, ὡς ἐπίσης καί τῆς πρός ταύτην συνεποῦς ἐκκλησιαστικῆς πράξεως, καθίσταται ὁσηµέραι ἀναγκαία διά τε τήν ὑπεύθυνον συµµετοχήν εἰς τούς διµερεῖς καί τούς πολυµερεῖς Θεολογικούς ∆ιαλόγους καί διά τήν αὐθεντικωτέραν ἐκκλησιαστικήν ἐκτίµησιν τῶν ἀποτελεσµάτων αὐτῶν, ὡς ἐπίσης καί διά τήν πλέον ἀξιόπιστον µαρτυρίαν τῆς Ὀρθοδοξίας εἰς τόν σύγχρονον κόσµον»[5].
Ἡ παρατήρηση αὐτή ἔχει ἰδιαίτερη σηµασία, γιατί προέρχεται ἀπό τόν Μητροπολίτη Ἑλβετίας ∆αµασκηνό, ὁ ὁποῖος ἀσχολήθηκε πολλά χρόνια µέ τούς διαλόγους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας µέ τούς ἄλλους Χριστιανούς καί ἦταν Γραµµατεύς τῆς Ἐπιτροπῆς γιά τήν προετοιµασία τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου.
Τό σηµαντικό εἶναι ὅτι χρησιµοποιεῖ προσεκτικό λόγο καί προσεκτική ὁρολογία. Κάνει λόγο γιά Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί τόν «λοιπόν Χριστιανικόν κόσµον», ὅπως, ἄλλωστε, εἶναι καί ὁ τίτλος τοῦ κειµένου. 
Ἔπειτα, ἀναφέρεται στό ὅτι ἐν ὄψει τῶν νέων διαλόγων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας «πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν κόσµον» πρέπει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία νά ἀξιοποιήση τήν ἐκκλησιαστική της διδασκαλία, δηλαδή τήν «πατερική καί κανονική παράδοσή» της, ὄχι µόνον γιά νά ἐπιβεβαιώση τήν αὐτοσυνειδησία της ὅτι εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἀλλά καί γιά τήν ὑπεύθυνη ἀξιολόγηση «τῆς µορφῆς τῆς Ἐκκλησιαστικότητος τοῦ ἐκτός αὐτῆς Χριστιανικοῦ κόσµου». Αὐτό σηµαίνει ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία µέ τό κείµενο πού ἑτοίµαζε γιά τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο θά ἔπρεπε νά καθορίση τί εἶναι οἱ Χριστιανοί ἐκτός αὐτῆς ἀπό πλευρᾶς ἐκκλησιολογίας, σύµφωνα µέ τό πατερικό καί κανονικό πλαίσιο τῆς Ἐκκλησίας.
Ἀκόµη, θεωρεῖ ἀναγκαία µιά τέτοια «ἐκκλησιολογική» ἀξιολόγηση ἀπό πλευρᾶς «συνεποῦς ἐκκλησιαστικῆς πράξεως», προκειµένου οἱ θεολογικοί διάλογοι νά γίνωνται µέ συνέπεια, γιά τήν αὐθεντικότερη ἐκκλησιαστική ἐκτίµηση τῶν ἀποτελεσµάτων τῶν θεολογικῶν διαλόγων, ὅπως ἐπίσης καί γιά τήν «ἀξιόπιστον µαρτυρίαν τῆς Ὀρθοδοξίας εἰς τόν σύγχρονον κόσµον».  
Ἡ ἐπισήµανση αὐτή τοῦ Μητροπολίτου Ἑλβετίας ∆αµασκηνοῦ καί Γραµµατέως τῆς Ἐπιτροπῆς γιά τήν προετοιµασία τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου εἶναι καίρια, σηµαντική καί ἀποφασιστική. Ἔθεσε τό µεγαλύτερο ἐκκλησιολογικό πρόβληµα πού ἀντιµετωπίζει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς πρός τούς θεολογικούς διαλόγους, ὅτι δηλαδή πρέπει νά καθορισθῆ ἡ λεγόµενη «ἐκκλησιαστικότητα» τῶν «λοιπῶν Χριστιανῶν».

2. Ἡ συζήτηση ἀπό τούς ἐκπροσώπους τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν
Μετά τήν εἰσήγηση τοῦ Γραµµατέως ἀκολούθησε ἐνδιαφέρουσα συζήτηση πού ἔδειχνε τήν ἀγωνία τῶν ἐκπροσώπων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν γιά νά διατυπωθῆ στό κείµενο ἡ ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία.
Θά παραθέσω τίς ἀπόψεις τους µέ σύντοµες παρατηρήσεις µου.
«Ὁ Σεβ. Πρόεδρος (Μύρων Χρυσόστοµος, ἐκπρόσωπος τοῦ Οἰκουµενικοῦ Πατριαρχείου.): Εὐχαριστῶ τόν Σεβ. Γραµµατέα διά τήν παρουσίασιν καί τοῦ θέµατος καί τοῦ κειµένου τούτου. Ὁµολογουµένως αἱ πληροφορίαι, αἱ ὁποῖαι δίδονται εἰς τό πρῶτον µέρος τοῦ κειµένου τοῦ Σεβ. Γραµµατέως εἶναι χρήσιµοι διά νά ἠξεύρωµεν πῶς εἰργάσθη ἡ ∆ιορθόδοξος Προπαρασκευαστική Ἐπιτροπή. Αἱ δέ παρατηρήσεις, τάς ὁποίας κάµνει εἰς τό τέλος, εἶναι ἀπολύτως χρήσιµοι, διότι µᾶς δίδουν τήν µετά τόν Φεβρουάριον δηµιουργηθεῖσαν κατάστασιν διά τῆς περαιτέρω ἐξελίξεως τῶν ∆ιαλόγων, ὅπου αὐτοί παρουσίασαν ἐξέλιξιν καί ὅπου αὐτοί ἔσχον νεωτέρας συνελεύσεις των. Ἑποµένως, ἔχοµεν πλήρη εἰκόνα ἐνώπιόν µας περί τοῦ τί ἔγινε τόσον κατά τήν διάρκειαν τῆς προπαρασκευῆς, ὅσον καί µετά µέχρι τῆς σήµερον»[6].
Ἀπό τό κείµενο αὐτό φαίνεται ὅτι ὁ Σεβασµιώτατος Πρόεδρος εὐχαρίστησε τόν εἰσηγητή τόσον γιά τίς πληροφορίες πού ἔδωσε µέ τήν εἰσήγησή του γιά τούς διαλόγους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας µέ τόν λοιπόν Χριστιανικόν κόσµον, ὅσο καί γιά τίς παρατηρήσεις του, µιά ἀπό τίς ὁποῖες εἴδαµε προηγουµένως. Τίς πληροφορίες τίς χαρακτήρισε χρήσιµες, τίς δέ παρατηρήσεις του «ἀπολύτως χρήσιµες», γιά τήν περαιτέρω ἐξέλιξη τῶν διαλόγων. Μέ αὐτήν τήν παρατήρησή του σηµείωσε ὅτι ἀπέκτησαν εἰκόνα τῆς ὅλης καταστάσεως.
Στήν συνέχεια ὁ Πρόεδρος πρότεινε «τρία πρακτικά» σηµεῖα γιά τόν τρόπο τῆς διεξαγωγῆς τῶν συζητήσεων στίς Προπαρασκευαστικές Ἐπιτροπές, ἀλλά καί τόν τρόπο µέ τόν ὁποῖο τά θέµατα ὁδηγοῦνταν πρός τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο.
Τό πρῶτον σηµεῖο πού πρότεινε ἦταν νά διαβάζεται τό κείµενο πού ἀφορᾶ τόν κάθε διάλογο καί νά γίνωνται οἱ σχετικές παρατηρήσεις. Τό δεύτερον εἶναι ὅτι µετά πού οἱ Ἐπιτροπές θά βελτιώσουν τό κείµενο θά πρέπει µέ ἀπόφαση τῆς Ὁλοµέλειας, τό κείµενο νά παραπέµπεται στήν «Ἁγίαν καί Μεγάλην Σύνοδον ὁριστικῶς» «ὡς θέµα κεκλεισµένον». Τό τρίτον σηµεῖο εἶναι ὅτι, ἐπειδή ὁ διάλογος µέ τούς ἄλλους Χριστιανούς βρίσκεται σέ ἐξέλιξη καί ἐνδεχοµένως δέν θά ἰσχύουν ὅταν θά συγκληθῆ ἡ Μεγάλη Σύνοδος, γι' αὐτό ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος «θά ἐξετάση τό σύνολον τῶν διαλόγων καί ἐν τῇ οὐσίᾳ του καί ἐν ταῖς λεπτοµερείαις του». Ἔτσι, στό κείµενο πού θά καταρτιζόταν ἀπό τήν Προσυνοδική Πανορθόδοξη ∆ιάσκεψη ἔπρεπε νά σηµειωθῆ: 
«Τό κείµενον αὐτό, ἀποδεκτόν γενόµενον ἀπό τήν Ὁλοµέλειαν, παραπέµπεται εἰς τήν Ἁγίαν καί Μεγάλην Σύνοδον. Ἐπειδή, ὅµως, ἐν τῷ κειµένῳ ὑπάρχουν καί περιπτώσεις α,β,γ,δ, ταῦτα προτείνονται πρός τάς Ἐκκλησίας καί καλοῦνται αἱ Ἐκκλησίαι νά τά κοινοποιήσουν καί νά τά προωθήσουν δεόντως»[7].
Ἀπό αὐτά φαίνεται καθαρά ὅτι τά κείµενα τά ἐπεξεργάζονταν οἱ ἐκπρόσωποι τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί στήν συνέχεια ἀναπέµπονταν «ὡς κεκλεισµένα» θέµατα στήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο, ἡ ὁποία ὅµως εἶχε τήν ἁρµοδιότητα νά ἐξετάση τό σύνολο τῶν διαλόγων στήν οὐσία καί τίς λεπτοµέρειές του.
Τελικά, αὐτό δέν ἔγινε ἀκριβῶς ἔτσι, διότι καί τά κείµενα συζητήθηκαν στίς Ἱεραρχίες τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν πού εἶχαν τήν δυνατότητα νά κάνουν προτάσεις, ἄν καί οἱ περισσότερες προτάσεις δέν µποροῦσαν νά περάσουν, λόγῳ τῆς ἑρµηνείας πού ἔδωσαν στό θέµα τῆς ὁµοφωνίας, ἀλλά οὔτε ἔγινε στήν Σύνοδο τῆς Κρήτης συζήτηση γιά τό ποῦ βρίσκεται ὁ κάθε διάλογος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας µέ «τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσµον».      
Πάντως, στήν Γ΄  Προσυνοδική Πανορθόδοξη Σύνοδο (1986), µετά τήν εἰσήγηση τοῦ Γραµµατέως καί τίς παρατηρήσεις τοῦ Προέδρου ἔγινε ἐνδιαφέρουσα συζήτηση, µεταξύ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν πάνω στό θέµα τῆς αὐτοσυνειδησίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καί στόν προσδιορισµό τῶν λοιπῶν Χριστιανῶν.  
Παραθέτω τήν συζήτηση ἀπό τά δηµοσιευθέντα Πρακτικά, µέ τίς παρατηρήσεις µου.  
«Ὁ Σεβ. Καρθαγένης: (κ. Παρθένιος, ἐκπρόσωπος τοῦ Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας): Σεβ. ἅγιε Πρόεδρε, θά ἤθελα πρῶτον κατά καθῆκον ἀδελφικόν νά ἐκφράσω τάς εὐχαριστίας µου εἰς τόν Γραµµατέα µας, Σεβ. Μητροπολίτην Ἑλβετίας κ. ∆αµασκηνόν. Πραγµατικά, αἱ εἰσηγήσεις καί αἱ παρατηρήσεις του µᾶς βοηθοῦν, µᾶς κατατοπίζουν διά τό ὅλον ἔργον καί γενικά αἱ ἀπόψεις του γεννοῦν κίνητρα, τά ὁποῖα διά κάθε ∆ιάλογον εἶναι ὠφέλεια µεγάλη καί δύναται κανείς νά εἴπῃ ὅτι τά ἐρωτήµατά του εἶναι καί γενικῆς φύσεως γιά ὅλους τούς ∆ιαλόγους, τούς ὁποίους θά ἐξετάσωµεν. Προτοῦ εἰσέλθωµεν εἰς κάθε ∆ιάλογον χωριστά θά ἤθελα νά ἐρωτήσω, ἐάν µπορῶ, λόγῳ ἑνός κινήτρου τό ὁποῖον δίδει ὁ Γραµµατεύς καί τό ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς ὅλους τούς ∆ιαλόγους, νά θίξω ἕν θέµα γενικῆς φύσεως. Τό θέµα αὐτό µέ ἀναγκάζει πολλές φορές νά εἶµαι ἐφεκτικός. Τό σηµειώνει ὁ Γραµµατεύς εἰς τήν τελευταίαν παράγραφον τοῦ κειµένου: «Ἐν ὄψει τῶν νέων προοπτικῶν...». Ὁµιλεῖ περί τοῦ ἐκτός τῆς Ὀρθοδοξίας χριστιανικοῦ κόσµου. Πολλές φορές εἰς ὅλους τούς ∆ιαλόγους µας µέ ὅλους διαλεγόµεθα ὡς πρός ἀδελφούς χριστιανούς. Ὅλοι τό παραδεχόµεθα αὐτό. Ἀλλά διερωτῶµαι: δέν εἶναι καιρός νά θεωρήσωµεν τήν θέσιν µας αὐτήν κάπως πιό εὐρυτέραν καί κάπως πιό ἀληθινήν;  Ἔχω τήν ἐντύπωσιν ὅτι µερικαί ἄλλαι χριστιανικαί Ἐκκλησίαι ἔχουν προχωρήσει ὡς πρός τό θέµα αὐτό. Ἐγώ, ὅταν διαλέγωµαι µέ τούς Ρωµαιοκαθολικούς –εἶναι ἡ κρίσιµος ἐρώτησις– παραδέχοµαι ὅτι εἶναι Ἐκκλησία ἤ ὄχι; Εἶναι ἕνα καίριον σηµεῖον. Νά ποῦµε τί εἶναι αὐτοί οἱ ἄνθρωποι. ∆ηλαδή ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι ἡ µόνη Ἐκκλησία καί ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶναι ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας;  Ἤ ἔχουν καί αὐτοί κάτι ἀπό τήν Ἐκκλησίαν; Τί εἶναι οἱ Ρωµαιοκαθολικοί καί τί εἶναι αἱ Ἀρχαῖαι Ἀνατολικαί Ἐκκλησίαι; Ἐάν παραδεχθῶ ὅτι εἶναι Ἐκκλησίαι, θά ἀρχίσω νά διαλέγωµαι τουλάχιστον πιό ἀδελφικά. Ἐάν ὅµως δέν εἶναι Ἐκκλησίαι, τότε τί γίνεται; Αὐτήν τήν ἀπορίαν ἔχω καί θά ἤθελα κάποιαν λύσιν. Ὄχι ἀµέσως. Ἀλλά ἀντιµετωπίζωµεν τό θέµα εἰς τούς ∆ιαλόγους µας»[8].
∆ιαβάζοντας κανείς τίς ἀπόψεις τοῦ Μητροπολίτου Καρθαγένης Παρθενίου, ὁ ὁποῖος µετά ἔγινε Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας, δεύτερος κατά τήν τάξη στά πρεσβεῖα τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, παρατηρεῖ ὅτι µετά ἀπό τίς εὐχαριστίες του γιά τήν εἰσήγηση τοῦ Μητροπολίτου Ἑλβετίας, πού ἦταν πράγµατι ὠφέλιµη, ἔθεσε µιά ἐκκλησιολογική «ἀπορία», ὑπό τύπον ἐρωτηµάτων, ἀφήνοντας ὅµως νά καταγραφῆ ἡ ἄποψή του ὡς πρός τήν «ἐκκλησιαστικότητα» τῶν ἑτεροδόξων Χριστιανῶν. 
Θέτει τό θέµα τῆς «ἐκκλησιαστικότητος» τοῦ ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας Χριστιανικοῦ κόσµου, µέ τόν ὁποῖον γίνονται θεολογικοί διάλογοι. Τόν Σεβασµιώτατον τόν ἐνδιαφέρει νά ὁρισθῆ τί εἶναι οἱ Ρωµαιοκαθολικοί καί τί εἶναι «οἱ Ἀρχαῖες Ἀνατολικές Ἐκκλησίες», δηλαδή οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι, ἤ Προχαλκηδόνιοι ἤ Μονοφυσίτες, ἀφοῦ ὡς Μητροπολίτης τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξανδρείας ἔχει συνεχῆ ἐπαφή µέ τούς Κόπτες τῆς Αἰγύπτου.
Σαφέστατα κάνει λόγο γιά «ἀδελφούς Χριστιανούς» καί γιά  «Χριστιανικές  Ἐκκλησίες» οἱ ὁποῖες ἀπεφάσισαν ὡς πρός τό θέµα αὐτό, ἐννοώντας προφανῶς τούς Ρωµαιοκαθολικούς, ἀφοῦ µέ τήν Β΄ Βατικανή Σύνοδο οἱ Ρωµαιοκαθολικοί προχώρησαν ἀπό τήν ἀρχή τῆς ἀποκλειστικότητος στήν ἀρχή τῆς περιεκτικότητος, δηλαδή ἔδωσαν ἐκκλησιαστικότητα, ἔστω καί ἐλλιπῆ, στίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, καί ὀνόµασαν Χριστιανούς ἀδελφούς τούς ἄλλους Προτεστάντες. 
Ἔτσι, θέτει τήν «κρίσιµον ἐρώτησιν», πράγµα πού εἶναι «ἕνα καίριον σηµεῖον»: «Ἐγώ ὅταν διαλέγωµαι µέ τούς Ρωµαιοκαθολικούς παραδέχοµαι ὅτι εἶναι Ἐκκλησία ἤ ὄχι;». «∆ηλαδή, «ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι ἡ Μόνη Ἐκκλησία καί ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶναι ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας;». «Ἔχουν καί αὐτοί κάτι ἀπό τήν Ἐκκλησίαν;». 
Προτρέπει δέ ὅλους τούς ἐκπροσώπους τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν νά ἀπαντήσουν στά ἐρωτήµατα αὐτά. «Νά ποῦµε τί εἶναι αὐτοί οἱ ἄνθρωποι» καί φυσικά νά γραφῆ κάτι γιά τό θέµα αὐτό στό κείµενο πού ἑτοίµαζαν γιά νά παραπεµφθῆ στήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο πρός περαιτέρω ἀπόφαση. Θά ἤθελε «κάποια λύση», ἀλλά τονίζει «ὄχι ἀµέσως». 
∆ικαιολογεῖ αὐτήν τήν ἐκζήτηση τῆς ἐρωτήσεως γιά τόν καθορισµό τῶν ἄλλων Χριστιανῶν σέ σχέση µέ τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, γιατί µιά τέτοια ἀπάντηση θά διευκόλυνε τόν διάλογο µέ τούς Χριστιανούς αὐτούς, γιατί ὅπως λέει: «Ἐάν παραδεχθῶ ὅτι εἶναι Ἐκκλησίαι, θά ἀρχίσω νά διαλέγωµαι τουλάχιστον πιό ἀδελφικά. Ἐάν ὅµως δέν εἶναι Ἐκκλησίαι τότε τί γίνεται;». 
Εἶναι εὐδιάκριτο ὅτι ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας ἔχει τήν πεποίθηση ὅτι δέν εἶναι µόνον ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἀλλά στοιχεῖα «ἐκκλησιαστικότητος» ἔχουν καί οἱ ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας Χριστιανοί. Θέτει, ὅµως, τό θέµα, γιατί θέλει νά ληφθῆ µιά σχετική ἀπόφαση ἀπό ὅλες τίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες. Πάντως ἡ ἄποψή του ἦταν ἐµµέσως θετική, ὅτι, δηλαδή, ὑπάρχουν καί ἄλλες Ἐκκλησίες. 
«Ὁ Σεβ. Πρόεδρος: Εὐχαριστῶ ἅγιε Καρθαγένης. Θά ὑπενθυµίσω εἰς τήν Ὁλοµέλειαν ὅτι εἰς τήν πρώτην φάσιν τῆς προσυνοδικῆς προπαρασκευῆς µας µεταξύ τῶν θεµάτων µας εἴχοµεν καί τό θεολογικόν θέµα τῆς οἰκονοµίας ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ. Καί τοῦ λόγου ὄντος περί τῆς οἰκονοµίας, τήν ὁποίαν δύναται ἤ πρέπει ἤ ἐπιτρέπεται νά ἐφαρµόσῃ ἡ Ὀρθοδοξία πρός τούς ἐκτός αὐτῆς, εἴχοµεν µίαν µακράν παράγραφον περί τοῦ στοιχείου τῆς ἐκκλησιαστικότητος τῶν µεθ’ ὧν διαλεγόµεθα. Ὅπου καί µέ κάποιαν δογµατικήν καί θεολογικήν εὐαισθησίαν ἐλέγετο, διατί διαλεγόµεθα, πῶς διαλεγόµεθα καί εἰς ποῖον βαθµόν ἐκκλησιαστικότητος θεωροῦµεν ὅτι εὑρίσκονται οἱ ἀδελφοί µας µεθ’ ὧν διαλεγόµεθα. ∆υστυχῶς, τό θέµα ἐκεῖνο ἐξέπεσε, ἀλλά τό κείµενον µένει. Ἔχετε δίκαιον νά ἐπισηµαίνετε τό θέµα, ἀλλά ἀκριβῶς καί ἡ παρατήρησις τοῦ Γραµµατέως µας ἀφορᾶ εἰς τοῦτο. Καί ἡµεῖς νά ἀποκτήσωµεν συνείδησιν τῆς αὐτοσυνειδησίας µας, ἀλλά καί νά ἐξετάσωµεν ὅσον εἶναι δυνατόν τό στοιχεῖον τῆς ἐκκλησιαστικότητος, τό ὁποῖον ἀντιπροσωπεύουν οἱ µεθ’ ὧν διαλεγόµεθα. Ἴσως θά χρειασθῇ ὄχι εἰς αὐτήν τήν φάσιν πού ὁµιλοῦµεν περί ∆ιαλόγων, ἀλλ’ εἰς µίαν προσεχῆ φάσιν τῆς πορείας µας πρός τήν Ἁγίαν καί Μεγάλην Σύνοδον, ὅταν θά περάσῃ ἡ ἡµερησία διάταξις τῶν δέκα θεµάτων, νά ἐπιληφθῶµεν σοβαρῶς καί αὐτοῦ τοῦ θέµατος, τό ὁποῖον θά συµπληρώσῃ τήν περί ∆ιαλόγων διατύπωσίν µας ἐν τῷ µέλλοντι»[9].
Ὁ Πρόεδρος τῆς Πανορθοδόξου ∆ιασκέψεως Μητροπολίτης Μύρων Χρυσόστοµος, ἐκπρόσωπος τοῦ Οἰκουµενικοῦ Πατριαρχείου, ἀπάντησε στίς ἀπόψεις τοῦ ἐκπροσώπου τοῦ Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας µέ εὔστοχο τρόπο. Ὁ ἴδιος ἔχει παρακολουθήσει, ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ Οἰκουµενικοῦ Πατριαρχείου, τούς θεολογικούς διαλόγους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας µέ τούς ἄλλους Χριστιανούς, ὅπως ἐπίσης γνωρίζει καί τήν προετοιµασία τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν γιά τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο.
Ἔτσι, ἐνηµέρωσε αὐθεντικῶς τούς ἐκπροσώπους τῶν ἄλλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ὅτι µεταξύ τῶν 100 περίπου θεµάτων πού εἶχαν καταρτισθῆ ἀπό τήν Α΄ Πανορθόδοξο ∆ιάσκεψη στήν Ρόδο τό 1961, εἶχε τεθῆ καί τό θέµα τῆς ἐννοίας τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπίσης, εἶχε τεθῆ καί τό θέµα τῆς ἀκριβείας καί τῆς οἰκονοµίας στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τό ὁποῖο διερευνοῦσε ἀπό πλευρᾶς ἐκκλησιολογίας, τί εἶναι οἱ ἄλλες Χριστιανικές Ὁµολογίες, ἀλλά καί πῶς δεχόµαστε στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τούς ἑτεροδόξους Xριστιανούς, µέ Βάπτισµα ἤ µέ Χρίσµα, πράγµα πού θά δινόταν ἡ ἀπάντηση ἄν ὑπάρχη ἔγκυρο καί ὑποστατό βάπτισµα ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. 
Στό κείµενο αὐτό πού ἑτοιµαζόταν ὑπῆρχε καί «µία µακρά παράγραφος περί τοῦ στοιχείου τῆς ἐκκλησιαστικότητος τῶν µεθ’ ὧν διαλεγόµεθα». Στήν παράγραφο αὐτήν ἀντιµετωπιζόταν ὁ βαθµός τῆς «ἐκκλησιαστικότητος» «τῶν ἀδελφῶν» µέ τούς ὁποίους γίνεται θεολογικός διάλογος, καί µάλιστα αὐτό γίνεται «µέ κάποια δογµατική καί θεολογική εὐαισθησία». 
∆έν ἔχω ὑπ’ ὄψη µου τό κείµενο αὐτό καί τήν παράγραφο περί τῆς «ἐκκλησιαστικότητος» τῶν ἑτεροδόξων Χριστιανῶν, ἀλλά φαίνεται σαφῶς ἀπό τούς λόγους τοῦ Σεβασµιωτάτου Προέδρου, ὅτι τό θέµα αὐτό ἐξέπεσε ἀπό τήν θεµατολογία τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου: «∆υστυχῶς, τό θέµα ἐκεῖνο ἐξέπεσε, ἀλλά τό κείµενον µένει». Ἡ λέξη «δυστυχῶς» εἶναι χαρακτηριστική. Στήν ἡµερησία διάταξη τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου πού εἶχε καταρτισθῆ πέρασαν µόνον «δέκα θέµατα», ὄχι ὅµως τό θέµα τῆς ἐννοίας τῆς Ἐκκλησίας καί τό θέµα τῆς ἀκριβείας καί τῆς οἰκονοµίας στήν Ἐκκλησία.  Ἕνα τέτοιο σοβαρό ἐκκλησιαστικό θέµα δέν θεωρήθηκε καλό νά ἀντιµετωπισθῆ στήν Μεγάλη αὐτήν Σύνοδο.
Πράγµατι, ὅταν διαβάση κανείς τίς ἀποφάσεις τῆς Α’ Προσυνοδικῆς Πανορθοδόξου ∆ιασκέψεως (Γενεύη 21-28 Νοεµβρίου 1976), θά διαπιστώση ὅτι καθορίσθηκαν τά δέκα θέµατα µέ τά ὁποῖα θά ἠσχολεῖτο ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος, καί ἀµέσως µετά ἀπό αὐτά, προσδιορίσθηκαν ὅτι τά δεύτερης προτεραιότητας θέµατα θά εἶναι τέσσερα, µεταξύ τῶν ὁποίων καί τό τί εἶναι Ἐκκλησία καί τί εἶναι ἡ ἀκρίβεια καί ἡ οἰκονοµία στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὡς πρός τόν τρόπο τῆς ἀποδοχῆς τῶν ἑτεροδόξων στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
Συγκεκριµένα γράφεται:
« ...ὁµοφώνως ἀποφασίζει:
Α. διά τό θεµατολογικόν:
1. Ὅπως ἡ ἡµερησία ∆ιάταξις τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου ἀποτελεσθῆ ἐκ τῶν ἀκολούθων δέκα θεµάτων:
α) Ὀρθόδοξος ∆ιασπορά.
β) Τό αὐτοκέφαλον καί τρόπος ἀνακηρύξεως αὐτοῦ.
γ) Τό αὐτόνοµον καί τρόπος ἀνακηρύξεως αὐτοῦ.
δ) ∆ίπτυχα.
ε) Τό ζήτηµα τοῦ κοινοῦ ἡµερολογίου.
στ) Κωλύµατα γάµου.
ζ) Ἀναπροσαρµογή τῶν περί νηστείας ἐκκλησιαστικῶν διατάξεων.
η) Σχέσεις Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν
κόσµον.
θ) Ὀρθοδοξία καί οἰκουµενική Κίνησις.
ι) Συµβολή τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν εἰς ἐπικράτησιν τῶν χριστιανικῶν ἰδεωδῶν τῆς εἰρήνης, τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἀδελφοσύνης καί τῆς ἀγάπης µεταξύ τῶν λαῶν καί ἄρσιν τῶν φυλετικῶν διακρίσεων.
2. Ὅπως ἐκ τῶν λοιπῶν προταθέντων θεµάτων τά συγκρεντρώσαντα κατά δευτέραν προτεραιότητα µείζονα προτίµησιν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, ἤτοι τά ἀκόλουθα: Αἱ πηγαί τῆς θείας Ἀποκαλύψεως, Ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας, Κωδικοποίησις Ἱερῶν Κανόνων καί κανονικῶν διατάξεων, Οἰκονοµία καί ἀκρίβεια, ταῦτα παραπέµπονται εἰς τήν ἰδιαιτέραν µελέτην τῶν ἐπί µέρους Ἐκκλησιῶν προκειµένου ἵνα ἐνδεχοµένως τύχωσι µελλοντικῆς διορθοδόξου ἐξετάσεως».  
Ἔπρεπε, λοιπόν, τό θέµα τῆς Ἐκκλησίας καί ὁ βαθµός τῆς «ἐκκλησιαστικότητος» τῶν ἑτεροδόξων νά τεθῆ ἐπισήµως πρός συζήτηση στίς Ἱεραρχίες τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί ἀφοῦ ὡριµάσει τό θέµα, τότε ἐνδεχοµένως νά µελετηθῆ σέ µελλοντική διορθόδοξη συνάντηση. 
Ὅµως, τέτοια θεολογική συζήτηση δέν ἔγινε µέχρι τώρα, τοὐλάχιστον στήν Ἑλλάδα, ἀλλά τελικά ἀντιµετωπίσθηκε αὐτό τό θέµα στήν  Σύνοδο τῆς Κρήτης, παρά τά ὅσα γράφονταν καί λέγονταν στίς Προσυνοδικές Πανορθόδοξες ∆ιασκέψεις.
Μάλιστα, ὁ Μητροπολίτης Μύρων Χρυσόστοµος ἔγραψε ἕνα βιβλίο γιά τήν ἀναγνώριση τῶν µυστηρίων τῶν ἑτεροδόξων καί ἐκεῖ συµπεριέλαβε ὅλο τό ὑλικό καί τίς προσωπικές του θέσεις γιά τό θέµα αὐτό, τό ὁποῖο ἐξέπεσε ἀπό τήν θεµατολογία τῆς «Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου».
Πάντως, ὁ Μητροπολίτης  Καρθαγένης ἔθεσε ἕνα σοβαρό θέµα: Πῶς γίνονται θεολογικοί διάλογοι µέ τούς ἑτεροδόξους Χριστιανούς, χωρίς νά καθορισθῆ τί ἀκριβῶς εἶναι;
∆υστυχῶς, καί στό θέµα αὐτό ἐπικράτησε µιά θεολογική σύγχυση στήν Ἐκκλησία, σύµφωνα µέ ὅσα ἀπεκάλυψε ὁ Γεώργιος Γαλίτης ὁµιλώντας ἀµέσως µετά τόν Πρόεδρο.    
 «Ὁ Ἐλλογιµ. Καθηγ. Γαλίτης: (Ἐκπρόσωπος τοῦ Πατριαρχείου τῶν Ἱεροσολύµων): Σεβ. ἅγιε Πρόεδρε, ὁ ἅγιος Καρθαγένης ἔθιξε ἕν πολύ σηµαντικόν θέµα, τό ὁποῖον ἠµποροῦµε νά ὀνοµάσωµεν εἰς τήν θεολογικήν γλῶσσαν τό θέµα τῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι ἕν πολύ µεγάλο θέµα, διά τό ὁποῖο ἔγινε πρίν ἕνα χρόνον ἕν συνέδριον εἰς τόν χῶρον αὐτόν τοῦ Ὀρθοδόξου Κέντρου. Ἀσχολήθηκε τό Θεολογικόν Σεµινάριον τοῦ Σαµπεζύ µέ τούς ∆ιαλόγους τῆς Ἐκκλησίας καί ἕν κεντρικόν θέµα ἦταν καί τά ὅρια τῆς Ἐκκλησίας. Μέ τό θέµα αὐτό ἔχουν ἀσχοληθῇ πολλοί θεολόγοι (Florovsky, Bulgakov, ἕλληνες κλπ.). Θέλω νά παραπέµψω καί εἰς τό θαυµάσιον αὐτό βιβλίον πού ἐλάβαµε ὅλοι καί ἔχει ἕν σχετικόν κεφάλαιον θαυµάσιον. Ἐπί τῇ εὐκαιρίᾳ αὐτῇ ἐπιτρέψατέ µου νά συγχαρῶ καί νά ἐκφράσω τήν µεγάλη µου χαρά γιά τήν ὅλη ἐργασία αὐτή, τήν ὁποία παρουσιάζει ὁ Σεβ. Γραµµατεύς στό βιβλίο αὐτό, τό ὁποῖο εἶναι πολύ βοηθητικό καί πληροφοριακό γιά τούς ∆ιαλόγους, ἀλλ’ ἐπίσης καί ὡς συλλογή κειµένων σχετικῶν πρός τούς ∆ιαλόγους. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τό κείµενον, τό ὁποῖον εὑρίσκεται ἐνώπιόν µας, θά ἐπεθύµουν νά εἴπω ὅτι τά στοιχεῖα τά ὁποῖα δίδει ὁ Γραµµατεύς εἰς τό τέλος τῆς Εἰσηγήσεώς του καλόν θά εἶναι καί πρέπει νά ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν ἀπό τήν Ἐπιτροπή καί νά συµπεριληφθοῦν εἰς τό κείµενον διά τήν ἀρτιωτέραν παρουσίασίν του»[10].
Ἀπό τήν παρέµβαση αὐτή φαίνεται ὅτι ὁ Γεώργιος Γαλίτης, ἐκπρόσωπος τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύµων, ἔδωσε σηµαντική πληροφορία γιά τό πῶς ἑτοιµαζόταν τό θέµα  «περί τῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας». Τά ὅσα εἶπε δείχνουν ὅτι διαρκῶς γινόταν συζήτηση καί ἀπό τούς Καθηγητές τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν, ἀλλά καί ἀπό Συνέδρια καί Σεµινάρια γιά τά «ὅρια τῆς Ἐκκλησίας», δηλαδή κατά πόσον ταυτίζονταν τά χαρισµατικά καί κανονικά ὅρια τῆς Ἐκκλησίας, καί ἄν ἔξω ἀπό τά «ὅρια τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας» ὑπάρχουν ἄλλες Ἐκκλησίες. 
Προφανῶς, ἀναφέρεται στά κείµενα τῶν Θεολόγων καί στά Συνέδρια στά ὁποῖα ἀναπτυσσόταν ἡ ἄποψη ὅτι δέν ταυτίζονται τά χαρισµατικά µέ τά κανονικά ὅρια τῆς Ἐκκλησίας, πού σηµαίνει ὅτι ἔξω ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὅπως προσδιορίζεται ἀπό τούς κανόνες καί τά δόγµατα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὑπάρχουν χαρίσµατα. 
Φυσικά, ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Μάξιµος ὁ Ὁµολογητής, τό Ἅγιον Πνεῦµα ἐνεργεῖ καί σέ ὅλους καί στούς ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας «ὡς συνεκτικόν» καί «προνοητικόν»· στούς ἐν Νόµῳ «ὡς ὑποδεικτικόν τῆς παραβάσεως» καί «ὡς φωτιστικόν» τῆς ἐπαγγελίας τοῦ Χριστοῦ· ἀλλά µόνον στούς ζώντας κατά Χριστόν ἐνεργεῖ «ὡς υἱοθετικόν», διότι µέ αὐτό γίνονται υἱοί τοῦ Θεοῦ· καί σέ αὐτούς πού φθάνουν στήν θέωση ἐνεργεῖ τό Ἅγιον Πνεῦµα «ὡς ποιητικόν σοφίας». 
Αὐτό εἶναι γνωστόν σέ ὅλη τήν ἀποστολική καί πατερική παράδοση, ἀλλά στά χαρίσµατα καί στόν τρόπο µέ τόν ὁποῖο ἐνεργεῖ τό Ἅγιον Πνεῦµα σέ ὅλους, καί στούς ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας Χριστιανούς, δέν συµπεριλαµβάνεται ἡ µυστηριακή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό σηµαίνει ὅτι τό Ἅγιον Πνεῦµα χαρίζει διάφορα σωµατικά καί πνευµατικά χαρίσµατα στούς Χριστιανούς καί ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά αὐτό δέν συµβαίνει µέ τά Μυστήρια τά ὁποῖα γίνονται στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία πού εἶναι τό Σῶµα τοῦ Χριστοῦ. Ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας δέν ὑπάρχουν Μυστήρια, ἀλλά ὑπάρχουν διάφορα χαρίσµατα. 
Ὁπότε, νοµίζω ὅτι ὅσοι ἔκαναν λόγο γιά µή ταύτιση κανονικῶν καί χαρισµατικῶν πλαισίων, δέν ἐννοοῦσαν τά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας πού γίνονται µέ τά κανονικά πλαίσια µέσα στό Σῶµα τοῦ Χριστοῦ. Καί ὅσοι µίλησαν γιά ταύτιση κανονικῶν καί χαρισµατικῶν πλαισίων δέν ἐννοοῦσαν ὅτι τό Ἅγιον Πνεῦµα δέν ἐνεργεῖ καί ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας, δίνοντας διάφορα χαρίσµατα, ὄχι ὅµως τήν µυστηριακή ζωή.  
Ὁ Γεώργιος Γαλίτης φαίνεται ὅτι συζητᾶ τό θέµα τῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας καί ἀποδέχεται τίς ἀπόψεις τῶν θεολόγων πού ἀσχολήθηκαν µέ τό θέµα αὐτό, παραπέµπει σέ ἕνα βιβλίο πού εἶναι ἀποτέλεσµα ἑνός Συνεδρίου καί ἀντιλαµβάνοµαι ὅτι τό θέµα τοῦ Συνεδρίου ἦταν ὅτι δέν ταυτίζονται τά κανονικά µέ τά χαρισµατικά ὅρια τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπίσης, προτείνει ὅτι ὅσα ὑπεγράµµισε ὁ Γραµµατεύς τῆς Ἐπιτροπῆς, δηλαδή ὁ Μητροπολίτης Ἑλβετίας ∆αµασκηνός, θά πρέπει νά συµπεριληφθοῦν στό κείµενο πού ἑτοιµαζόταν µέ θέµα «Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί ὁ λοιπός χριστιανικός κόσµος» γιά «τήν ἀρτιωτέραν παρουσίασίν του».
Συνέχισε             τήν       συζήτηση        ὁ          Σεβ.     Μητροπολίτης            Περιστερίου Χρυσόστοµος:
«Ὁ Σεβ. Περιστερίου (κ. Χρυσόστοµος, ἐκπρόσωπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος): Σεβ. ἅγιε Πρόεδρε, πρέπει νά συγχαρῶµεν τόν Σεβ. Γραµµατέα. Παρ’ ὅλα ταῦτα, ὅµως, θά ἤθελα νά εἴπω ὅτι δέν δύναµαι νά συµφωνήσω πλήρως µέ τήν ἀξιολόγησιν πού κάνει εἰς τούς ἐπί µέρους ∆ιαλόγους. Τό ἐρώτηµά µου εἶναι: θά συζητήσωµεν ἐπί τῶν σηµείων τῆς ἀξιολογήσεως τοῦ Γραµµατέως ἤ ὄχι; ∆ιότι µερικαί τῶν ἀξιολογήσεων αὐτῶν εἶναι σωσταί, µερικαί ἄλλαι ὅµως δέν µᾶς εὑρίσκουν συµφώνους. Εἶναι ἕν γενικόν τό θέµα καί πρέπει νά δοθῇ µία ἀπάντησις»[11].
Ὁ Μητροπολίτης Περιστερίου Χρυσόστοµος δέν ἐξέφρασε τήν ἄποψή του γιά τά «ὅρια τῆς Ἐκκλησίας» καί γιά τόν βαθµό «ἐκκλησιαστικότητος» τῶν λοιπῶν Χριστιανῶν, ἀλλά µέ ἕναν γενικό τρόπο, χωρίς νά δίνη διευκρινίσεις, τόνισε ὅτι πρέπει νά γίνη συζήτηση γιά τίς ἀξιοποιήσεις τῶν διαλόγων, πράγµα πού ἔθεσε στήν εἰσήγησή του ὁ Γραµµατεύς τῆς Ἐπιτροπῆς, καί ὅτι ἐκεῖνος διαφωνεῖ µέ µερικές ἀξιολογήσεις του. Μάλιστα, τόνισε ὅτι αὐτό εἶναι ἀναγκαῖο θέµα στό ὁποῖο «πρέπει νά δοθῆ µία ἀπάντησις».
Ὁ Πρόεδρος Μητροπολίτης Μύρων Χρυσόστοµος ἔδωσε µία ἐξήγηση ὅτι «ἡ Γραµµατεία δέν κάνει ἀξιολόγησιν τῶν κειµένων, ἀλλά κάµνει µία ἀξιολόγησιν καί παράθεσιν τῶν γεγονότων». «Τό κείµενο τοῦ Γραµµατέως εἶναι τελείως οὐδέτερον, δέν ἐπηρεάζει τάς συζητήσεις µας αἱ ὁποῖαι θά γίνουν ἐπί τοῦ κειµένου»[12].
  Ἀµέσως µετά ἔλαβε τόν λόγο ὁ ἄλλος ἐκπρόσωπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος Μητροπολίτης ∆ηµητριάδος Χριστόδουλος, µετέπειτα Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καί Πάσης Ἑλλάδος.
«Ὁ Σεβ. ∆ηµητριάδος (κ. Χριστόδουλος, ἐκπρόσωπος τῆς  Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος): Σεβ. ἅγιε Πρόεδρε, ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Καρθαγένης ἔθεσε ἕν πελώριον θέµα πρός συζήτησιν, δηλαδή τό θέµα τῆς ἐκ µέρους µας θεωρήσεως τῶν ἐκτός τῆς ἰδικῆς µας Ἐκκλησίας εὑρισκοµένων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁµολογιῶν, µετά τῶν ὁποίων εὑρισκόµεθα ἐν διαλόγῳ. Ἐάν δέν λυθῇ τό θέµα αὐτό, νοµίζω ὅτι "εἰς µάτην κοπιῶµεν". Ἐχαρακτήρισα τό ζήτηµα αὐτό θεµελιῶδες καί κεφαλαιῶδες, διότι ἔχει ἄµεσον σύνδεσµον µέ τήν ἐκκλησιολογικήν αὐτοσυνειδησίαν µας. Κατά κάποιον τρόπον, ἀναστρέφων τό ἐρώτηµα, θά διηρωτώµην: ἔχοµεν ἡµεῖς ὡς Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τήν δέουσαν αὐτοσυνειδησίαν; Ποῖοι εἴµεθα ἡµεῖς; Αὐτό πρέπει νά εἴπωµεν προτοῦ ἐξετάσωµεν ποῖοι εἶναι οἱ ἄλλοι. Τό λέγω αὐτό, καίτοι εἶναι αὐτονόητον. ∆ιότι ἀλλοίµονον ἐάν προσερχώµεθα εἰς τόν ∆ιάλογον µετά τῶν ἑτεροδόξων χωρίς νά πιστεύωµεν ὅτι εἴµεθα ἡµεῖς ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία. Ἡ ἐρώτησις τοῦ Σεβ. Καρθαγένης θέτει ἴσως ἐπί τάπητος –τό λέγω µέ πολλήν ἐπιφύλαξιν– αὐτό πού εἶναι γνωστόν ὡς θεωρία τῶν κλάδων, θά παραδεχθοῦµε αὐτήν τήν θεωρίαν ἤ θά παραµείνωµεν εἰς τήν Unam Sanctam;  Ἐν ὄψει αὐτοῦ τοῦ προβλήµατος, ἐπειδή θεωρῶ αὐτονόητον ὅτι ὅλοι συναντώµεθα εἰς τήν βάσιν, ὅτι ἡµεῖς εἴµεθα ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, θά ἤθελα, ἅγιε Πρόεδρε, νά προτείνω εἰς τό προοίµιον, τό ὁποῖον προτάσσεται τῶν ἐπί µέρους ∆ιαλόγων νά τεθῇ κάποια φράσις, ἀµέσως µετά τήν πρώτην, τονίζουσα τήν ἰδικήν µας αὐτοσυνειδησίαν, ἔστω καί ἄν αὐτό κακοφαίνεται ἐνδεχοµένως εἰς τούς ἐκτός τῆς ἰδικῆς µας Ἐκκλησίας εὑρισκοµένους. Ἡ µία παρατήρησίς µου εἶναι αὐτή»[13].
∆ιαβάζοντας τό κείµενο πού εἶχε ἑτοιµασθῆ καί εἶχε τεθῆ πρός συζήτηση, διαπιστώνουµε ὅτι δέν γίνεται καθόλου λόγος γιά τό ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία καί δέν προσδιορίζεται τί εἶναι οἱ Χριστιανοί ἐκτός αὐτῆς. Αὐτό ἔκανε τόν Μητροπολίτη Χριστόδουλο νά θέση τό θέµα. 
Ὅµως, στό προοίµιο τοῦ ἑτοιµασθέντος κειµένου γίνεται λόγος γιά «χριστιανικές Ἐκκλησίες καί Ὁµολογίες» ἔξω ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καί ἑποµένως χαρακτηρίζονται ὡς «Χριστιανικές Ἐκκλησίες».
Ἡ παρέµβαση τοῦ Μητροπολίτου ∆ηµητριάδος Χριστοδούλου διακρίνεται γιά τήν παρρησία καί τήν προσπάθεια διευκρίνισης τοῦ θέµατος. Βέβαια, κάνει λόγο γιά µιά παρατήρηση καί θά ἀκολουθοῦσε καί ἄλλη, τήν ὁποία διατύπωσε στήν συνέχεια τῆς συζητήσεως, σχετικά µέ τόν συντονισµό τῶν διαφόρων ∆ιορθοδόξων Θεολογικῶν Ἐπιτροπῶν καί τήν διαδικασία τῶν θεολογικῶν διαλόγων.
Πάντως, ὁ Μητροπολίτης ∆ηµητριάδος συνέχισε τήν συζήτηση πού ἄρχισε ὁ Μητροπολίτης Καρθαγένης, ἀλλά σέ µιά ἄλλη διαφορετική διάσταση, δηλαδή ὁµίλησε γιά τήν «ἐκκλησιολογικήν αὐτοσυνειδησίαν µας», χαρακτηρίζοντας τό θέµα αὐτό ὡς «ἕν πελώριον θέµα πρός συζήτησιν», «ὡς θεµελιῶδες καί κεφαλαιῶδες», σέ σχέση µέ τούς ἄλλους Χριστιανούς, διότι, ἄν δέν λυθῆ αὐτό τό θέµα, τότε «εἰς µάτην κοπιῶµεν». 
Στήν πραγµατικότητα τό θέµα πού ἔθεσε ὁ Μητροπολίτης Καρθαγένης, ὁ ∆ηµητριάδος τό ἑρµηνεύει µέ ἐπιφύλαξη, εἶναι τό ἄν θά δεχθοῦµε τήν «θεωρίαν τῶν κλάδων», σύµφωνα µέ τήν ὁποία ὅλες οἱ Χριστιανικές Κοινότητες καί Ὁµολογίες εἶναι κλάδοι τοῦ ἑνός δένδρου τοῦ Χριστιανισµοῦ καί ἀναζητοῦν τήν ἑνότητα, πού σηµαίνει δέν ἔχει κανείς τήν ἀποκλειστικότητα ὅτι ἡ δική του «Ἐκκλησία» εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία. Τό ἐρώτηµα πού ἔθεσε ὁ Μητροπολίτης ∆ηµητριάδος εἶναι: «Θά παραδεχθοῦµε αὐτήν τήν θεωρίαν ἤ θά παραµείνωµεν εἰς τήν  Unam Sanctam;».     
Στήν παρέµβασή του αὐτή ὁ ∆ηµητριάδος θέτει τό ἐρώτηµα: «Ἔχοµεν ἡµεῖς ὡς Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, τήν δέουσαν αὐτοσυνειδησίαν; Ποιοί εἴµεθα ἡµεῖς;». Θεωρεῖ ὅτι αὐτό τό ἐρώτηµα πρέπει νά προηγηθῆ καί στήν συνέχεια νά τεθῆ τό ἐρώτηµα «ποιοί εἶναι οἱ ἄλλοι», καίτοι αὐτό τό θέµα «εἶναι αὐτονόητον». 
Στήν συνέχεια ἔδωσε τήν ὁµολογία ὅτι στήν Σύναξη αὐτή ὅλοι ἔχουν τήν συνείδηση ὅτι ἀνήκουν στήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, καί πρότεινε στό κείµενο πού ἑτοιµαζόταν νά τεθῆ  στό προοίµιο κάποια φράση πού νά δείχνη τήν αὐτοσυνειδησία τήν ὁποία ἔχουµε ὡς Ὀρθόδοξοι. Μέ αὐτήν τήν πρόταση σηµειώνει δεικτικῶς «ἔστω καί ἄν αὐτό κακοφαίνεται ἐνδεχοµένως εἰς τούς ἐκτός τῆς ἰδικῆς µας Ἐκκλησίας εὑρισκοµένους».
Ἡ παρέµβαση τοῦ Μητροπολίτου ∆ηµητριάδος ἦταν εὔστοχη καί ἄφηνε τό ἐνδεχόµενο στήν συνέχεια νά προχωρήσουν στόν προδιορισµό τῶν ἑτεροδόξων.
Στά Πρακτικά στό σηµεῖο αὐτό γράφεται:   
«Εἰς τό σηµεῖον τοῦτο ὁ Σεβ. Πρόεδρος ἀναγινώσκει ἐκ τοῦ κειµένου τῆς ∆ιορθοδόξου Προπαρασκευαστικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ 1971 ἐπί τοῦ θέµατος τῆς οἰκονονοµίας τήν σχετικήν πρός τήν αὐτοσυνειδησίαν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας παράγραφον: «∆ιό καί ἡ ἁγία ἡµῶν Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἔχουσα συνείδησιν τῆς σηµασίας καί σπουδαιότητος τῆς παρούσης δοµῆς τοῦ συγχρόνου Χριστιανισµοῦ, ὄχι µόνον ἀναγνωρίζει, καίτοι αὐτή οὖσα ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, τήν ὀντολογικήν ὕπαρξιν ὅλων τούτων τῶν Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁµολογιῶν, ἀλλά καί θετικῶς πιστεύει ὅτι αἱ πρός πάσας ταύτας σχέσεις αὐτῆς στηρίζονται ἐπί τῆς ὅσον ἔνεστι ταχυτέρας καί ἀντικειµενικωτέρας ἀποσαφηνίσεως τοῦ ὅλου ἐκκλησιολογικοῦ θέµατος καί τῆς παρ’ αὐταῖς καθόλου δογµατικῆς διδασκαλίας...»[14].
Φαίνεται, λοιπόν, ὅτι ὁ Πρόεδρος, διαβλέποντας τήν ὀρθότητα τῆς παρατηρήσεως τοῦ Μητροπολίτου ∆ηµητριάδος Χριστοδούλου, ὑπενθυµίζει ἕνα κείµενο πού εἶχε συνταχθῆ ἀπό τήν ∆ιορθόδοξη Προπαρασκευαστική Ἐπιτροπή τοῦ ἔτους 1971 ἐπί τοῦ θέµατος τῆς οἰκονοµίας, τό ὁποῖο θέµα ὡς γνωστόν ἐξέπεσε ἀπό τήν θεµατολογία τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου πού προετοιµαζόταν.
Στό κείµενο αὐτό ἐκφράζεται ἡ αὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὅτι αὐτή εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἀλλά «ἀναγνωρίζει ...τήν ὀντολογικήν ὕπαρξιν ὅλων τούτων τῶν Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁµολογιῶν». Νά, λοιπόν, ἡ φράση πού ὑπῆρχε στό κείµενο, γιά τήν ὁποία ἔγινε ἔντονη συζήτηση στήν Κρήτη. ∆ηλαδή, στήν φράση αὐτή γίνεται τό παράδοξο: ἀφ’ ἑνός µέν πιστεύεται ὅτι Μία εἶναι ἡ Ἐκκλησία καί αὐτή εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη, ἀφ’ ἑτέρου δέ ἀναγνωρίζει καί «τήν ὀντολογικήν ὕπαρξιν» ὅλων τῶν ἄλλων «Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁµολογιῶν». Συγχρόνως τονίζεται ὅτι πρέπει νά ἀποσαφηνισθῆ ἀντικειµενικά ἀφ’ ἑνός µέν τό ὅλο ἐκκλησιολογικό θέµα, ἀφ’ ἑτέρου δέ ἡ δογµατική διδασκαλία ὅλων αὐτῶν τῶν «Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁµολογιῶν». 
Αὐτό τό κείµενο µέ µερικές ἀλλαγές, ὅπως θά δοῦµε στό τέλος, ἀπετέλεσε τήν βάση τοῦ τελικοῦ κειµένου στήν Γ΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξη ∆ιάσκεψη στήν Γενεύη τό 1986. Πιό κάτω θά γίνουν οἱ συγκρίσεις.
Πάντως, φαίνεται ὅτι ὁ ∆ηµητριάδος Χριστόδουλος πρότεινε νά τεθοῦν στό κείµενο τά σχετικά µέ τήν αὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλά στό θέµα τί εἶναι οἱ Χριστιανοί πού βρίσκονται ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας δέν ἔφερε ἀντίρρηση ἀφοῦ ἔγινε λόγος γιά «Χριστιανικές Ἐκκλησίες καί Ὁµολογίες».   
Στήν συνέχεια παρενέβη ὁ Μητροπολίτης Κιέβου Φιλάρετος.
«Ὁ Σεβ. Κιέβου (κ. Φιλάρετος, ἐκπρόσωπος τοῦ Πατριαρχείου Ρωσίας): Ἐνταῦθα τίθενται οὐσιώδη ζητήµατα. Τό ζήτηµα τοῦτο ἀναφέρεται εἰς τήν αὐτοσυνειδησίαν ἡµῶν. Νοµίζω ὅτι ἄνευ σαφοῦς καθορισµοῦ ὡς πρός τό τί ἐκπροσωπεῖ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι πολύ δύσκολον νά προχωρήσωµεν εἰς τό ζήτηµα τῶν ∆ιαλόγων. Εὑρισκόµεθα εἰς πεδίον µή κατανοήσεως ὑπό τοῦ ποιµνίου ἡµῶν. Οἱ πιστοί ἡµῶν δύνανται νά ἀσκήσουν αὐστηράν καί δικαίαν κριτικήν ἡµῶν, διότι εἰς τό κείµενον δέν ὁρίζεται µέ σαφήνειαν καί ἀκρίβειαν τό τί περί ἑαυτῆς φρονεῖ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία. Τοῦτο εἶναι τό πρῶτον. Τό δεύτερον ἐρώτηµα ἀπευθύνεται πρός πάντας ἡµᾶς:  Ἔχοµεν πρό ἡµῶν τό κείµενον, τό ὁποῖον προητοίµασεν ἡ ∆ιορθόδοξος Προπαρασκευαστική Ἐπιτροπή. Εἰς τό κείµενον αὐτό περιέχονται πάρα πολλά καί κατά πλειονότητα µεθοδολογικά ζητήµατα. Σᾶς ἐρωτῶ. Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος ὀφείλει νά λάβῃ ἀποφάσεις ἐπί µεθοδολογικῶν ζητηµάτων; Ποῖα τά συζητηθέντα θέµατα, κατά ποίαν τάξιν, δυσχερῆ ἤ εὐκολώτερα θέµατα, ποία ἡ ἔκτασις τῶν κειµένων, εἰς ποίαν γλῶσσαν πρέπει νά συνταχθοῦν –εἰς τήν γαλλικήν, τήν ρωσσικήν, τήν ἑλληνικήν, τήν ἀραβικήν ἤ ἄλλας γλώσσας; Τά προβλήµατα αὐτά εἶναι ἄξια τῆς Συνόδου; Ἐάν προτείνωµεν εἰς τήν Ἁγίαν καί Μεγάλην Σύνοδον σχέδιον ἀποφάσεως, θά ἠδύνατό τις νά ἀντείπῃ ὅτι ἡ Σύνοδος δέν πρέπει νά ἀσχοληθῇ µέ τοιαῦτα ζητήµατα. Αὐτά εἶναι δευτερευούσης σηµασίας, ἔχουν καιρικόν χαρακτῆρα καί ἡ Σύνοδος δέν θά ἀσχοληθῇ µέ τοιαῦτα ζητήµατα. Ἐπί τῇ βάσει τῆς προοπτικῆς ταύτης, ὀφείλοµεν νά χωρήσωµεν εἰς τήν σύνταξιν κειµένου διά τήν Ἁγίαν καί Μεγάλην Σύνοδον. Ἐννοῶ ὅτι ἡ Σύνοδος πρέπει νά ἐπιλύσῃ θεµελιώδη ζητήµατα ἐν σχέσει πρός τόν ∆ιάλογον, τά δέ µεθοδολογικά ζητήµατα, ἔχοντα καιρικόν χαρακτῆρα, δέν ἠµπορεῖ καί δέν πρέπει νά ἀπασχολήσουν τήν Σύνοδον. Εὐχαριστῶ»[15].
∆ιαβάζοντας κανείς προσεκτικά τήν παρέµβαση τοῦ ἐκπροσώπου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας βλέπει ὅτι ἐπικεντρώνει τήν προσοχή του σέ δύο σηµεῖα.
Τό πρῶτο εἶναι ὅτι πρέπει νά καταγραφῆ σαφῶς ἡ αὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, πράγµα πού εἶναι ἀπαραίτητο στοιχεῖο τῶν διαλόγων. Αὐτό λέγεται γιατί ὑπολογίζει τήν ἀντίδραση τοῦ ποιµνίου.
Τό δεύτερο σηµεῖο εἶναι ὅτι ἔθεσε µεθοδολογικά θέµατα γιά τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο, γιά τά θέµατα πού θά συζητηθοῦν, γιά ποιά θά εἶναι ἡ τάξη τῶν συζητήσεων, σέ ποιά γλώσσα θά στηριχθοῦν, ἄν τά θέµατα αὐτά εἶναι ἄξια µιᾶς Μεγάλης Συνόδου. Πρότεινε νά συνταχθῆ ἕνα κείµενο γιά τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο, ὅτι ἡ Σύνοδος αὐτή πρέπει νά «ἐπιλύση θεµελιώδη ζητήµατα ἐν σχέσει µέ τόν διάλογον», ἀλλά τά µεθοδολογικά θέµατα πού ἔχουν καιρικό χαρακτήρα δέν πρέπει νά ἀπασχολοῦν τήν Σύνοδο.  
Ἡ παρέµβαση αὐτή εἶναι περίεργη, γιατί δέν θέτει θεολογικά ζητήµατα, δέν ξεκαθαρίζει τί σηµαίνει «θεµελιώδη ζητήµατα», δέν προσδιορίζει τί σηµαίνει ὅτι ἡ Σύνοδος δέν πρέπει νά ἀσχοληθῆ µέ δευτερεύοντα ζητήµατα. Τό σηµαντικό εἶναι ὅτι δέν ἀναφέρεται καθόλου στήν «ἐκκλησιαστικότητα» τῶν ἄλλων Χριστιανῶν, δέν λαµβάνει καθόλου θέση πάνω στό θέµα γιά τά «ὅρια τῆς Ἐκκλησίας», γιά τό ὁποῖο θέµα ἔγινε προηγουµένως ἔντονη συζήτηση ἀπό ἐκπροσώπους ἄλλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. 
Ὁ Πρόεδρος, ἀπαντώντας στόν Μητροπολίτη Κιέβου εἶπε ὅτι οἱ παρατηρήσεις του πλησιάζουν στό τρίτο σηµεῖο τῶν δικῶν του παρατηρήσεων πού ἔκανε προηγουµένως, ὅτι δηλαδή «ὑπάρχουν καθαρῶς περιστασιακά σηµεῖα εἰς τό κείµενον αὐτό καί ὅτι αὐτά πρέπει νά ἐξαχθοῦν καί νά τύχουν ἀµέσου προωθήσεως ἀπό τήν ∆ιάσκεψιν αὐτήν»[16].  
Ἡ συζήτηση συνεχίσθηκε.
«Ὁ Ἐλλογιµ. Καθηγ. Φειδᾶς (Ἐκπρόσωπος τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύµων): Σεβ. ἅγιε Πρόεδρε, ἔχω τήν ἐντύπωσιν ὅτι τό θέµα, τό ὁποῖον τίθεται µέ τήν εἰσήγησιν τοῦ Σεβ. Γραµµατέως εἶναι ἕν εὐρύτερον θέµα, ὄχι τόσον ὡς πρός τόν καθορισµόν τῆς αὐτοσυνειδησίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τό ὁποῖον δέν εἶναι θέµα µελέτης, ἀλλά θέµα ὁµολογίας –ἀφοῦ νοµίζω ὅτι δέν ὑπάρχει κανείς ὁ ὁποῖος αἰσθάνεται τήν ἀνάγκην νά ἐπιβεβαιώση τήν ὁµολογίαν τῆς πίστεως εἰς τήν Ἐκκλησίαν εἰς τήν ὁποίαν ἀνήκει– ὅσον ὡς πρός τό τί ἀντιπροσωπεύουν ἐξ ἐπόψεως ἐκκλησιολογίας καί αἱ ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας χριστιανικαί κοινότητες. Ἡ κανονική παράδοσις καί ἡ πρᾶξις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἔχουν µεταβαλλοµένας πρακτικάς καί ἡ σύγχρονος θεολογία προβληµατίζεται. Εἶναι ἀναγκαία µία τοιαύτη µελέτη τοῦ θέµατος ὡς πρός τό τί ἠµπορεῖ νά εἴπῃ ἡ Ἐκκλησία, ἐπί τῇ βάσει τῆς κανονικῆς καί τῆς πατερικῆς παραδόσεως, συνεκτιµῶσα πάσας τάς ἑτερότητας, αἱ ὁποῖαι παρουσιάζονται εἰς τάς κανονικάς πρακτικάς, καί ὡς πρός τό πῶς δέχεται ἡ Ἐκκλησία τούς ἑτεροδόξους. Αὐτό εἶναι ἕν κανονικόν κριτήριον διά νά ἠµπορῆ ἡ Ἐκκλησία νά προσδιορίζῃ, τί θεωρεῖ ὅτι εἶναι οἱ ἑτερόδοξοι. Μία «ἐκκλησιολογία» δηλαδή τῶν ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας «Ἐκκλησιῶν». Πρέπει νά γίνῃ µελέτη διά νά γνωρίζοµεν, πῶς ἠµπορεῖ νά συνειδητοποιηθῇ ἡ ἰδική µας εὐθύνη εἰς τούς ∆ιαλόγους. Αὐτό θά ἦτο ἕν σηµαντικόν, ἀλλά καί πολύ µεγάλο ἔργον. Τώρα ἁπλῶς γίνεται µία διατύπωσις. Ὁ Γ. Φλωρόφσκυ λ.χ. κάνει τήν διάκρισιν µεταξύ κανονικῆς καί χαρισµατικῆς προσεγγίσεως τῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας. Ἠµπορεῖ ὅµως αὐτό νά λεχθῇ; Καί θά εἶναι συνεπές; Πρέπει νά γίνῃ ἐργασία, διά νά διευκολυνθῇ καί ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἰς τούς ∆ιαλόγους. Ἄν αὐτή εἶναι ἡ πρόθεσις, τότε δέν λύεται εἰς τό κείµενον αὐτό. Εἶναι προγραµµατισµός ἐργασίας»[17].
Ὁ Βλάσιος Φειδᾶς, ἐκπροσωπώντας τήν Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύµων, προφανῶς ἤθελε νά ὑποστηρίξη τό κείµενο πού εἶχε τεθῆ πρός συζήτηση, τό ὁποῖο δέχθηκε κριτική ὅτι δέν συµπεριελάµβανε κάποια παράγραφο γιά τήν αὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί γιά τούς Χριστιανούς ἐκτός αὐτῆς. 
Ἔτσι, ἐπεσήµανε ὅτι τό θέµα τῆς αὐτοσυνειδησίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας «δέν εἶναι θέµα µελέτης, ἀλλά θέµα ὁµολογίας», χωρίς νά καταλάβω γιατί δέν θά µποροῦσε νά τεθῆ µιά ὁµολογία αὐτοσυνειδησίας σέ ἕνα τέτοιο κείµενο πού θά προέλθη ἀπό τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο, τό ὁποῖο θά εἶναι κείµενο ὁµολογιακό. Φαίνεται ὅτι ἤθελε νά ὑπογραµµίση ὅτι περισσότερον χρειάζεται νά διατυπωθῆ τί «ἀντιπροσωπεύουν ἐξ ἐπόψεως ἐκκλησιολογίας», οἱ ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας Χριστιανοί. Ἐπίσης, ἔκανε λόγο γιά τίς «ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας Χριστιανικές κοινότητες». Παρατηροῦµε ὅτι ὁ ἴδιος χρησιµοποιεῖ τόν ὅρο «Χριστιανικές κοινότητες» πρίν τόν προτείνει ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, καί µερικοί τό θεώρησαν ὡς  φονταµενταλιστικό.
Ὅµως, συγχρόνως, γιά τούς ἑτεροδόξους τόνισε ὅτι τό θέµα αὐτό δέν ἔχει ξεκαθαρισθῆ ἀπό τήν «κανονικήν παράδοσιν καί τήν πρᾶξιν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας» πού «ἔχουν µεταβαλοµένας πρακτικάς» καί ἀκόµη «ἡ σύγχρονος θεολογία προβληµατίζεται». 
Ἐδῶ φαίνεται καθαρά ἡ σύγχυση πού ἐπικρατεῖ σήµερα ὡς πρός τούς Χριστιανούς τούς ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εὑρισκοµένους. Ἡ Ἐκκλησία στίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουµενικῶν καί τῶν Τοπικῶν Συνόδων ἔχει ἀποφανθῆ γιά τούς αἱρετικούς, ἀλλά ἡ σύγχρονη ἄποψη διαφόρων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἤτοι κυρίως τῶν Προκαθηµένων, ὅπως καί ἡ ἀκαδηµαϊκή θεολογία ἔχουν ἐπιφέρει µιά σύγχυση κυρίως ἀπό τόν 20όν αἰώνα καί µετά.
Βέβαια, ὁ Βλάσιος Φειδᾶς πρότεινε ὅτι εἶναι ἀναγκαῖο νά γίνη µιά µελέτη «ἐπί τῇ βάσει τῆς κανονικῆς καί πατερικῆς παραδόσεως», γιά «τό πῶς δέχεται ἡ Ἐκκλησία τούς ἑτεροδόξους», ὥστε νά προσδιορισθῆ τί ἀκριβῶς εἶναι οἱ ἑτερόδοξοι. Πρότεινε νά γίνη µιά µελέτη τοῦ ὅλου θέµατος καί νά προσδιορισθῆ µιά «ἐκκλησιολογία» τῶν «ἐκκλησιῶν» πού εἶναι ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἕνα τέτοιο ἔργο θά ἦταν «σηµαντικό» καί «µεγάλο ἔργο» καί θά βοηθοῦσε στούς διαλόγους. 
Αὐτό σηµαίνει ὅτι οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ἄρχισαν τούς διαλόγους µέ τούς ἑτεροδόξους καί κάνουν θεολογικούς διαλόγους µέ αὐτούς,  χωρίς νά θέσουν µιά οὐσιαστική καί καθαρή ἐκκλησιολογική βάση, δηλαδή χωρίς ἐκκλησιολογικές προοπτικές.
Ὁ Βλάσιος Φειδᾶς ἀναφέρθηκε στήν διάκριση πού κάνει ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ «µεταξύ τῆς κανονικῆς καί χαρισµατικῆς προσεγγίσεως τῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας», ἀλλά ἔθεσε καί ἐρωτήµατα ἄν αὐτό µπορῆ νά λεχθῆ καί ἄν αὐτό θά εἶναι συνεπές. Τελικά, ὑποστήριξε ὅτι αὐτό τό θέµα δέν λύνεται µέ τό κείµενο αὐτό τό ὁποῖο ἐπεξεργάζονταν.     
Μέ τήν παρέµβαση τοῦ Βλασίου Φειδᾶ προσδιορίζεται µιά θεολογική βάση, δηλαδή προτείνεται ἡ θεολογική µελέτη τοῦ θέµατος τῶν ἑτεροδόξων, καί ὁ τρόπος µέ τόν ὁποῖο τούς δεχόµαστε στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, προφανῶς ἐννοεῖ τούς κανόνες τῆς Β’ Οἰκουµενικῆς Συνόδου καί τῆς Πενθέκτης, ὅπως δυστυχῶς τούς παρερµηνεύουν ὅσοι ἔχουν συγκεχυµένες ἐκκλησιολογικές ἀπόψεις.
Παρά τήν πρόταση ὅµως γιά θεολογική µελέτη τοῦ θέµατος, ἐν τούτοις ὁ Φειδᾶς ἀποδέχεται ὅτι δέν ὑπάρχει ἑνιαία γραµµή ὡς πρός τά θέµατα αὐτά «ἀπό τήν κανονικήν παράδοσιν καί τήν πρᾶξιν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», πράγµα πού θεωρῶ ὅτι εἶναι  ἐπικίνδυνο. Ἔτσι, ἐνῶ εἶναι προσεκτικός ὡς πρός τήν ὁρολογία τῶν ἑτεροδόξων Ὁµολογιῶν, τίς ὀνοµάζει «Χριστιανικές κοινότητες», ἐν τούτοις προτείνει τήν µελέτη τοῦ θέµατος γιά νά καθορισθῆ «µιά ἐκκλησιολογία» τῶν ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας «Ἐκκλησιῶν».
Ἡ σκέψη αὐτή εἶναι ἀσαφής καί ἀπροσδιόριστη θεολογικά, διακρίνεται ἀπό µιά θεολογική καί ἐκκλησιολογική σύγχυση, φαίνεται ὅτι ὑποστηρίζει τό νά παραµείνη τό κείµενο ὅπως καταρτίσθηκε, χωρίς νά τεθῆ κάποιο προοίµιο πού νά ὁµολογῆται ἡ αὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καί ἀπό τά Πρακτικά δέν φαίνεται νά ἀπαντᾶ κανείς ἀπό τούς παρευρισκοµένους στίς ἀπόψεις αὐτές.   
Ὁ Πρόεδρος ἔκλεισε τήν συζήτηση.
«Ὁ Σεβ. Πρόεδρος (κ. Χρυσόστοµος.): Εὐχαριστῶ. Νοµίζω ὅτι ὑπῆρξαν ἀρκετά διαφωτιστικά τά ὅσα ἐλέχθησαν ἐπί τοῦ γενικοῦ θέµατος. Νοµίζω ἀκόµη, ταπεινῶς, ὅτι ἡ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία θά ἐξετάσῃ τό κείµενον, θά πρέπει νά ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν της καί τά ἐδῶ λεχθέντα γενικῶς ἐπί τοῦ ὅλου ζητήµατος. Πιθανόν ἀπό τήν ἐργασίαν τῆς Ἐπιτροπῆς νά προκύψουν µία ἤ δύο παράγραφοι, αἱ ὁποῖαι θά καλύπτουν αὐτήν τήν ἀνάγκην, τουλάχιστον διά τό κείµενον αὐτό εἰς αὐτήν τήν φάσιν. Θέτω, ἀδελφοί, τώρα ὑπό συζήτησιν τόν πρόλογον τοῦ κειµένου καί εὐθύς ἀµέσως τόν ∆ιάλογον µετά τῶν Ἀγγλικανῶν»[18]
Ἔπειτα, ὁ Μητροπολίτης ∆ηµητριάδος ἔθεσε τό θέµα τοῦ συντονισµοῦ τοῦ ἔργου τῶν διαφόρων διορθοδόξων Θεολογικῶν Ἐπιτροπῶν γιά τούς θεολογικούς διαλόγους  καί ὁ Πρόεδρος ἀπήντησε σχετικῶς.
Ἀκολούθως, ὁ Μητροπολίτης Τρανσυλβανίας Ἀντώνιος ἔθεσε διάφορα ζητήµατα.
«Ὁ Σεβ. Τρανσυλβανίας: (κ. Ἀντώνιος, ἐκπρόσωπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρουµανίας). Εὑρίσκοµαι εἰς δυσκολίαν µέ τό κείµενον ἐν γένει καί εἰδικώτερον µέ τήν εἰσαγωγήν του, διότι αὐτό, τό ὁποῖον τό κείµενον καί ἡ εἰσαγωγή παρουσιάζουν δέν εἶναι, κατά τήν γνώµην µου, ἕν κείµενον διά τήν Ἁγίαν καί Μεγάλην Σύνοδον. Εἶναι κατά τό µᾶλλον ἤ ἧττον µία ἀξιολόγησις τῶν συγχρόνων ∆ιαλόγων, µία περιγραφή τοῦ σηµείου, εἰς τό ὁποῖον εὑρισκόµεθα σήµερον. Οἱ ∆ιάλογοι ὅµως εὑρίσκονται ἐν ἐξελίξει. Ὅ,τι σήµερον ἰσχύει ἐκ τοῦ κειµένου δέν θά ἰσχύῃ αὔριον. Ὅθεν, δέν εἶναι ἕν κείµενον διά νά ὑποβληθῇ εἰς τήν Ἁγίαν καί Μεγάλην Σύνοδον. Νοµίζω ὅτι διά τήν Ἁγίαν καί Μεγάλην Σύνοδον σπουδαιοτέρα εἶναι ἡ εἰσαγωγή. Μία εἰσαγωγή, ἡ ὁποία θά προσέφερε τάς ἀρχάς, ἐπί τῶν ὁποίων θά ἔπρεπε νά στηρίζωνται αἱ διάφοροι Ἐπιτροπαί ἤ οἱ ἀναµεµιγµένοι εἰς τάς διεθνεῖς Ἐπιτροπάς. Αἱ ἀρχαί ὅµως αὐταί δέν ὑπάρχουν εἰς τήν εἰσαγωγήν. Βεβαίως, συµφωνῶ νά συζητήσωµεν ἐπί ἑκάστου ∆ιαλόγου εἰδικώτερον, ἀλλ’ ὡς ἐπεσήµανα πᾶν ὅ,τι λέγοµεν θά ἀχρηστευθῇ εἰς τό µέλλον. Πρέπει λοιπόν νά λεχθῇ τι εἰς τήν εἰσαγωγήν περί τῆς µεθοδολογίας καί περί τῶν ἡµετέρων ἐκτιµήσεων εἰς τά πλαίσια τῶν ∆ιαλόγων αὐτῶν. Λέγεταί τι εἰς τήν εἰσαγωγήν, τό ὁποῖον εἶναι πολύ σπουδαῖον: εἶναι ἡ θετική στάσις ἡµῶν ἐν σχέσει πρός τούς ∆ιαλόγους.
Ἀλλ’ αὐτό εἶναι τό µόνον. Πάντα τά ἄλλα σηµεῖα ἀναφέρονται εἰς τούς ∆ιαλόγους. ∆έν λέγοµεν π.χ. εἰς τήν εἰσαγωγήν µέ ποίους χριστιανούς εἴµεθα ἕτοιµοι νά διαλεχθῶµεν. Ἡ παρατήρησις τοῦ Μητροπολίτου Κιέβου ἦτο πολύ καλή εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ εἰς τόν διάφορον π.χ. χαρακτῆρα τῶν ∆ιαλόγων. Εἶναι ἄλλο πρόβληµα ὁ ∆ιάλογος µετά τῶν Ρωµαιοκαθολικῶν, τῶν Παλαιοκαθολικῶν καί τῶν Ἀρχαίων Ἀνατολικῶν Ἐκκλησιῶν καί ἄλλο πρόβληµα ὁ ∆ιάλογος µετά τῶν Μεταρρυθµισµένων ἤ τῶν Λουθηρανῶν. Μετά τῶν µέν διαλεγόµεθα διά τήν ἑνότητα, µετά τῶν δέ διά µίαν µορφήν συµφωνίας. Ὑπάρχει ἄλλωστε µία ὡραιοτάτη διατύπωσις εἰς τήν εἰσήγησιν τοῦ Γραµµατέως: "Ὑπάρχουν διάλογοι οἱ ὁποῖοι ἀποσκοποῦν εἰς τήν ἑνότητα, καί ὑπάρχουν διάλογοι, οἱ ὁποῖοι ἀποσκοποῦν ἁπλῶς εἰς τήν θεολογικήν προσέγγισιν". Πάντως εἰς τόν σύγχρονον κόσµον ὑπάρχουν ἀκόµη πολλαί χριστιανικαί ὁµάδες, αἱ ὁποῖαι ἀναπτύσσονται εὐρύτατα καί συγκροτοῦνται, ὡς λέγουν, εἰς Ἐκκλησίας. Ἀναφέρω ὡς παράδειγµα τάς ἐλευθέρας Ἐκκλησίας (Free Churches). Εἴµεθα ἕτοιµοι νά διαλεχθῶµεν µετ’ αὐτῶν; Οὐδέν λέγοµεν περί αὐτοῦ. Θεωροῦµεν τούτους χριστιανούς ἤ ὄχι; ∆ιότι εἰς τόν τίτλον λέγοµεν: "∆ιάλογοι µετά τοῦ λοιποῦ χριστιανικοῦ κόσµου".
Ἰδού ὡρισµέναι παρατηρήσεις ἐν σχέσει πρός τήν εἰσαγωγήν. Θά προσέθετον ὅτι εἰς τήν εἰσαγωγήν ταύτην οὐδέν ὑπάρχει περί τῶν πρακτικῶν προβληµάτων, ἐπί τῶν ὁποίων δυνάµεθα νά διαλεχθῶµεν. Τό πρόβληµα π.χ. τῆς εἰρήνης, τό ὁποῖον θά ἐξετάσωµεν εἰς ἕτερον κείµενον. Ὑπάρχουν πολλά πρακτικά ζητήµατα, τά ὁποῖα δυνάµεθα νά συζητήσωµεν κατά τούς ∆ιαλόγους ἐπί τῶν ὁποίων δυνάµεθα νά συµφωνήσωµεν ταχύτερον ἐν σχέσει πρός τά θεολογικά ζητήµατα. Εἶναι καί ταῦτα ὁδοί, αἱ ὁποῖαι θά ἠδύναντο ἐπίσης νά ὁδηγήσουν πρός τήν ἑνότητα»[19].
Ἡ βασική παρέµβαση τοῦ Μητροπολίου Τρανσυλβανίας Ἀντωνίου εἶναι ὅτι αὐτό τό κείµενο, ὅπως καταρτίσθηκε καί ἐπειδή ὑπάρχει ἐξέλιξη στήν πορεία τῶν διαλόγων, δέν εἶναι «ἕν κείµενον διά νά ὑποβληθῆ εἰς τήν Ἁγίαν καί Μεγάλην Σύνοδον». Θεωροῦσε ὅτι θά πρέπει νά δοθῆ σηµασία στήν εἰσαγωγή τοῦ κειµένου, στήν ὁποία θά ἔπρεπε νά τεθοῦν οἱ βασικές ἀρχές πάνω στίς ὁποῖες θά στηρίζωνται οἱ διάφορες Ἐπιτροπές. Ἐπίσης, ἀνέφερε ὅτι στήν εἰσαγωγή τοῦ κειµένου πρός συζήτηση «δέν λέγοµεν µέ ποιούς Χριστιανούς εἴµεθα ἕτοιµοι νά δαλεχθῶµεν», γιατί µέ ἄλλους διαλεγόµαστε γιά τήν ἑνότητα καί γιά ἄλλους ὑπάρχει µιά µορφή συµφωνίας. 
Σηµαντική εἶναι ἡ φράση του: «Πάντως εἰς τόν σύγχρονον κόσµον ὑπάρχουν ἀκόµη πολλαί Χριστιανικαί ὁµάδες, αἱ ὁποῖαι ἀναπτύσσονται εὐρύτατα καί συγκροτοῦνται, ὡς λέγουν, εἰς Ἐκκλησίας», καί ἀνέφερε τό παράδειγµα «τῶν ἐλευθέρων Ἐκκλησιῶν».  
Ὁ Πρόεδρος κατέκλεισε τήν πρωινή Συνεδρίασή του λέγοντας:
«Ὁ Σεβ. Πρόεδρος. Ἀπό τήν γενοµένην συζήτησιν διαφαίνεται ἡ ἀνάγκη ὅπως τεθοῦν ὡρισµέναι ἀρχαί προκειµένου περί τοῦ ∆ιαλόγου καί ὅτι ὅ,τι εἶναι δυνατόν νά λεχθῇ περί τῶν ἀρχῶν τῶν ἰσχυουσῶν διά τό ἔργον τῶν ∆ιαλόγων πρέπει νά ἐνταχθῇ εἰς ἕν εὐρύτερον προοίµιον τοῦ κειµένου αὐτοῦ. Προοίµιον, τό ὁποῖον θά εἶναι καί τό βασικόν µέρος τοῦ κειµένου µας διά τήν Ἁγίαν καί Μεγάλην Σύνοδον. Παρακαλῶ τήν Β΄ Ἐπιτροπήν νά ἐπισηµάνῃ ὅλα αὐτά τά σηµεῖα καί νά προβῇ εἰς µίαν ἀνάλογον ἐργασίαν.
Ἡ συζήτησις δέν ἔληξεν. Εἰς τήν ἀπογευµατινήν συνεδρίαν µας θά συζητήσωµεν ἐπί τοῦ ἰδίου θέµατος»[20].
Στά ἴδια συµπεράσµατα κατέληξε καί στήν ἀπογευµατινή Συνεδρία. Εἶπε µεταξύ τῶν ἄλλων: 
«Ὁ Σεβ. Πρόεδρος: Πατέρες καί ἀδελφοί, νοµίζω ὅτι πρέπει νά προωθήσωµεν τήν ἐργασίαν µας καί ὅτι ἀρκούντως διεφωτίσθησαν ὡρισµένα σηµεῖα. Πρῶτον, ἀπό τήν πρωινήν συζήτησιν βγαίνει σαφῶς τό συµπέρασµα, ὅτι πρέπει ὁπωσδήποτε νά διευρυνθῇ ὁ πρόλογος τοῦ κειµένου περί ∆ιαλόγων. Καί νά εὐρυνθῇ πρός τήν κατεύθυνσιν νά ὑπάρχουν ὡρισµένοι παράγραφοι, αἱ ὁποῖαι θά καλύπτουν τάς ἐκκλησιολογικάς προϋποθέσεις, ὑπό τάς ὁποίας καί διά τά ὁποίας κάµνοµεν τόν ∆ιάλογόν µας. Αὐτό τό καθῆκον πρῶτον καί κατ’ ἀρχήν πρέπει νά τό ἀναθέσωµεν εἰς τήν Ἐπιτροπήν καί νά µᾶς φέρῃ συγκεκριµένην διατύπωσιν. Ἐάν κάνωµεν αὐτό ἤδη θά ἔχωµεν νά παραπέµψωµεν εἰς τήν Ἁγίαν καί Μεγάλην Σύνοδον ἕν στοιχεῖον θεολογικώτερον, ἐπί τοῦ ὁποίου θά ἠµπορῇ ἐν καιρῷ νά ἀποφανθῇ.......»[21].  
 
Ὅταν διαβάζη κανείς τά Πρακτικά τῆς Γ΄ Προσυνοδικῆς Πανορθοδόξου ∆ιασκέψεως στό θέµα αὐτό,  βλέπει µιά θεολογική ἀγωνία γιά νά προσδιορισθοῦν οἱ «λοιποί Χριστιανοί», οἱ εὑρισκόµενοι ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλά καί µιά θεολογική καί ἐκκλησιολογική ἀσάφεια στίς τοποθετήσεις τῶν ἐκπροσώπων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἐνῶ ὁ Πρόεδρος θεώρησε ὅτι ὅλα αὐτά πού ἐλέχθησαν «ὑπῆρξαν ἀρκετά διαφωτιστικά».
Πρότεινε, ὅµως, ὅλα ὅσα ἐλέχθησαν θά πρέπει νά µελετηθοῦν ἀπό τήν Ἐπιτροπή πού θά συντάξη τό κείµενο γιά νά ἱκανοποιήση ὅλες τίς πλευρές καί νά συνταχθοῦν µερικές παράγραφοι πού θά τεθοῦν ὡς εἰσαγωγή στό κείµενο. 
Στήν συνέχεια ἔγινε διάλογος γιά τίς ἄλλες ἑνότητες τοῦ πρός συζήτηση κειµένου πού ἀναφέρεται στόν διάλογο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας µέ «τόν λοιπόν Χριστιανικόν κόσµον».

3. Ἡ διαµόρφωση τοῦ κειµένου
Κατόπιν ὅλων τῶν παρατηρήσεων τό κείµενο διαµορφώθηκε ὡς πρός τήν εἰσαγωγή, ἔχοντας ὡς βάση τό κείµενο τό ὁποῖο ἀνέφερε προηγουµένως ὁ Πρόεδρος καί τό ὁποῖο κείµενο ὑπῆρχε στό κείµενο περί οἰκονοµίας, τό ὁποῖο ἐξέπεσε ἀπό τήν θεµατολογία τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, ὅπως καί τό θέµα περί τῆς ἐννοίας τῆς Ἐκκλησίας.
Τό κείµενο πού τέθηκε ὡς βάση εἶναι τό ἀκόλουθο: 
«∆ιό καί ἡ ἁγία ἡµῶν Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἔχουσα συνείδησιν τῆς σηµασίας καί σπουδαιότητος τῆς παρούσης δοµῆς τοῦ συγχρόνου Χριστιανισµοῦ, ὄχι µόνον ἀναγνωρίζει, καίτοι αὐτή οὖσα ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, τήν ὀντολογικήν ὕπαρξιν ὅλων τούτων τῶν Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁµολογιῶν, ἀλλά καί θετικῶς πιστεύει ὅτι αἱ πρός πάσας ταύτας σχέσεις αὐτῆς στηρίζονται ἐπί τῆς ὅσον ἔνεστι ταχυτέρας καί ἀντικειµενικωτέρας ἀποσαφηνίσεως τοῦ ὅλου ἐκκλησιολογικοῦ θέµατος καί τῆς παρ’ αὐταῖς καθόλου δογµατικῆς διδασκαλίας...»[22].
Στό τελικό κείµενο τῆς Γ΄ Προσυνοδικῆς Πανορθοδόξου ∆ιασκέψεως τοῦ 1986 παρέµειναν οἱ δύο παράγραφοι ἀπό τό κείµενο πού ἤδη εἶχε καταρτισθῆ καί διάβασε ὁ Γραµµατεύς καί µεταξύ αὐτῶν τῶν δύο παραγράφων, παρενεβλήθη µιά παράγραφος πού προερχόταν ἀπό τό κείµενο περί οἰκονοµίας, πού ἤδη εἶχε ἐκπέσει ἀπό τήν θεµατολογία τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου ἀπό τήν Α’ Προσυνοδική Πανορθόδοξη ∆ιάσκεψη στήν Γενεύη τό 1976.
Ἑποµένως, παρέµειναν οἱ δύο παράγραφοι µέ µερικές προσθῆκες, ἤτοι:
«Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀνέκαθεν ἦτο εὔνους καί θετικῶς διατεθειµένη πρός πάντα ∆ιάλογον. Κατά τά τελευταῖα δέ ταῦτα ἔτη ἐχώρησεν εἰς Θεολογικόν ∆ιάλογον µετά πλείστων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁµολογιῶν, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι διά τοῦ ∆ιαλόγου δίδει τήν δυναµικήν µαρτυρίαν τῶν πνευµατικῶν αὐτῆς θησαυρῶν πρός τούς ἐκτός αὐτῆς, µέ ἀντικειµενικόν σκοπόν τήν προλείανσιν τῆς ὁδοῦ, τῆς ὁδηγούσης εἰς τήν ἑνότητα.
Βεβαίως, ἡ Ἐκκλησία ἡµῶν, διαλεγοµένη µετά τῶν λοιπῶν Χριστιανῶν, δέν παραγνωρίζει τάς δυσκολίας τοῦ τοιούτου ἐγχειρήµατος. Ὅµως δέν στηρίζεται µόνον εἰς τάς ἀνθρωπίνας δυνάµεις τῶν διεξαγόντων τούς ∆ιαλόγους, ἀλλ’ ἀπεκδέχεται καί τήν ἐπιστασίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος ἐν τῇ χάριτι τοῦ Κυρίου, εὐχηθέντος "ἵνα πάντες ἕν ὦσι" (Ἰω. 17, 21)»[23].
Οἱ προσθῆκες εἶναι οἱ ἑξῆς:
Στήν πρώτη παράγραφο µετά τήν φράση: «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀνέκαθεν ἦτο εὔνους καί θετικῶς διατεθειµένη πρός πάντα διάλογον», προστέθηκε ἡ φράση: «τόσον διά θεολογικούς, ὅσον καί διά ποιµαντικούς λόγους».
Στήν δεύτερη παράγραφο µετά τήν φράση: «δέν παραγνωρίζει τάς δυσκολίας τοῦ τοιούτου ἐγχειρήµατος», προστέθηκε ἡ πρόταση: «κατανοεῖ ὅµως ταύτας ἐν τῇ πορείᾳ πρός τήν κοινήν παράδοσιν τῆς ἀρχαίας ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας καί ἐπί τῇ ἐλπίδι ὅτι τό Ἅγιον Πνεῦµα, ὅπερ ὅλον συγκροτεῖ τόν θεσµόν τῆς Ἐκκλησίας, θά ἀναπληρώσῃ τά ἐλλείποντα. Ἐν τῇ ἐννοίᾳ ταύτῃ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἰς τούς θεολογικούς διαλόγους δέν στηρίζεται µόνον... [καί τό ὑπόλοιπον πού ἦταν στό ἀρχικό κείµενο]». 
Ἡ παράγραφος πού παρελήφθη ἀπό τό κείµενο περί ἀκριβείας καί οἰκονοµίας τό ὁποῖο ἐξέπεσε ἀπό τήν θεµατολογία τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου καί παρενεβλήθη µεταξύ τῶν δύο πιό πάνω παραγράφων, κατόπιν ἐπεξεργασίας, εἶναι ἡ ἑξῆς:
«Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ὡς οὖσα ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἔχει πλήρη συνείδησιν τῆς εὐθύνης αὐτῆς διά τήν ἑνότητα τοῦ χριστιανικοῦ κόσµου, ἀναγνωρίζει τήν πραγµατικήν ὕπαρξιν ὅλων τῶν χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁµολογιῶν, ἀλλά πιστεύει ὅτι αἱ πρός ταύτας σχέσεις αὐτῆς πρέπει νά στηρίζωνται ἐπί τῆς ὑπ’ αὐτῶν ὅσον ἔνεστι ταχυτέρας καί ἀντικειµενικωτέρας ἀποσαφηνίσεως τοῦ ὅλου ἐκκλησιολογικοῦ θέµατος καί ἰδιαιτέρως τῆς γενικωτέρας παρ’ αὐταῖς διδασκαλίας περί µυστηρίων, χάριτος, ἱερωσύνης καί ἀποστολικῆς διαδοχῆς. Οἱ σύγχρονοι διµερεῖς θεολογικοί διάλογοι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐκφράζουν κατά τρόπον αὐθεντικόν τήν συνείδησιν ταύτην τῆς Ὀρθοδοξίας».
Ἑποµένως, τό ἐπεξεργασµένο κείµενο ἀπό τήν Γ΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξη ∆ιάσκεψη τό 1986 ἐπικαιροποιήθηκε ἀπό τήν Ε΄  Προσυνοδική Πανορθόδοξη ∆ιάσκεψη τό 2015, ἡ ὁποία ἔκανε µιά περαιτέρω σύναψη τῶν δύο διαφορετικῶν κειµένων, τό ἕνα µέ τίτλο «Οἱ σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν κόσµον» καί τό ἄλλο µέ τίτλο «Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καί Οἰκουµενική Κίνησις». Τό τελικό κείµενο ὑπογράφηκε ἀπό τήν Σύνοδο τῶν Προκαθηµένων τόν Ἰανουάριο 2016 στήν Γενεύη καί παραπέµφθηκε στήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο τῆς Κρήτης.
Τήν ἑπόµενη ἡµέρα ἔγιναν καί ἄλλες συζητήσεις, ἀλλά ἐδῶ περιορίσθηκα στίς συζητήσεις πού ἔγιναν τήν πρώτη ἡµέρα.

4. Ἡ διαδοχική µετάβαση ἀπό τήν ὀντολογική-πραγµατικήἱστορική ὕπαρξη, στήν ἱστορική ὀνοµασία
Ἡ ἕκτη παράγραφος τοῦ κειµένου «Οἱ σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν κόσµον» δίδει τήν ὁµολογία ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική καί συγχρόνως ἀναγνωρίζει καί τίς ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἑτερόδοξες κοινότητες ὡς Ἐκκλησίες. 
Εἶναι σηµαντικό νά παρακολουθήση κανείς πῶς ἐξελίχθηκε ἡ φράση αὐτή στήν πορεία τοῦ χρόνου. 
Στό ἀρχικό κείµενο µέ τίτλο «Ἀκρίβεια καί οἰκονοµία», τό ὁποῖο ἐξέπεσε ἀπό τήν θεµατολογία τῆς «Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου», γραφόταν: «Ἡ Ἁγία ἡµῶν Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ... ὄχι µόνον ἀναγνωρίζει, καίτοι αὐτή οὖσα ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, τήν ὀντολογικήν ὕπαρξιν ὅλων τούτων τῶν Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁµολογιῶν...». 
Ὅπως φαίνεται στό κείµενο αὐτό γιά τούς ἑτερόδοξους Χριστιανούς χρησιµοποιεῖται ἡ φράση «ὀντολογικήν ὕπαρξιν ὅλων τούτων τῶν Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁµολογιῶν».
Κατά τήν ἐπεξεργασίαν τοῦ κειµένου αὐτοῦ στήν Γ΄  Προσυνοδική Πανορθόδοξη ∆ιάσκεψη στήν Γενεύη τό 1986 ἡ ὀντολογική ὕπαρξη µετατράπηκε σέ πραγµατική ὕπαρξη. Γράφεται: «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία... ἀναγνωρίζει τήν πραγµατικήν ὕπαρξιν ὅλων τῶν χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁµολογιῶν». Ἡ λέξη ὀντολογική µετατρέπεται σέ πραγµατική. 
Στό κείµενο αὐτό γίνεται λόγος γιά «πραγµατικήν ὕπαρξιν ὅλων». Αὐτό σηµαίνει πραγµατική ὕπαρξη, ἐνδεχοµένως ἀπό θεολογικῆς πλευρᾶς, καί ὅλων τῶν χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁµολογιῶν πού δέν εἶναι µέλη τοῦ Παγκοσµίου Συµβουλίου Ἐκκλησιῶν (ΠΣΕ). Εἶναι γνωστόν ὅτι προκειµένου νά γίνη µιά χριστιανική Ὁµολογία µέλος τοῦ ΠΣΕ πρέπει νά κάνη αἴτηση καί νά γίνη ἔρευνα κατά πόσον τηροῦν τίς ἀπαραίτητες προϋποθέσεις. Ἔτσι σήµερα µέλη τοῦ ΠΣΕ εἶναι περίπου 350 «Ἐκκλησίες» καί Ὁµολογίες, ἐνῶ µόνον στήν Ἀµερική εἶναι περίπου 55.000 χριστιανικές «Ἐκκλησίες».
Τό ἴδιο κείµενο, ὕστερα ἀπό ἐπεξεργασία πού ἔγινε στήν Ε΄  Προσυνοδική Πανορθόδοξη ∆ιάσκεψη στήν Γενεύη τό 2015 καί τό ὁποῖο κείµενο ὑπέγραψαν οἱ Προκαθήµενοι τόν Ἰανουάριο 2016 καί παρεπέφθη στήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο, τροποποιήθηκε ἡ ἀνωτέρω φράση ὡς ἑξῆς: «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει τήν ἱστορικήν ὕπαρξιν ἄλλων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁµολογιῶν».
Στό νέο αὐτό κείµενο παρατηροῦµε ὅτι ἡ φράση «πραγµατικήν ὕπαρξιν ὅλων τῶν χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁµολογιῶν» ἀντικαταστάθηκε µέ τήν φράση «ἱστορικήν ὕπαρξιν ἄλλων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁµολογιῶν». ∆ηλαδή, ἡ πραγµατική ὕπαρξη ἔγινε ἱστορική ὕπαρξη καί ἡ λέξη ὅλων ἀντικαταστάθηκε µέ τήν λέξη ἄλλων. 
Στό τελικό κείµενο τό ὁποῖο ὑπεγράφη στήν Σύνοδο τῆς Κρήτης στό συγκεκριµένο θέµα γράφεται: «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποδέχεται τήν ἱστορικήν ὀνοµασίαν τῶν µή εὑρισκοµένων ἐν κοινωνίᾳ µετ’ αὐτῆς ἄλλων ἑτεροδόξων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁµολογιῶν».
Ἐδῶ παρατηροῦµε ὅτι τό ἀναγνωρίζει µετατρέπεται στό ἀποδέχεται. Ἡ ἱστορική ὕπαρξη µετατρέπεται σέ ἱστορική ὀνοµασία, πού εἶναι κάτι διαφορετικό. 
Ἑποµένως, γιά µένα ὑπῆρχε αὐτό τό πρόβληµα τῆς συνεχοῦς ἀλλαγῆς τῆς ὀνοµασίας τῶν «Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁµολογιῶν» ἀπό τήν ὀντολογική ὕπαρξη στήν πραγµατική ὕπαρξη, στήν ἱστορική ὕπαρξη καί στό τέλος κατέληξε στήν ἱστορική ὀνοµασία. Στίς τρεῖς πρῶτες περιπτώσεις ὑπάρχει ἡ λέξη ὕπαρξη καί διαφοροποεῖται τό ἐπίθετο ἀπό πραγµατική σέ ἱστορική, καί στήν τρίτη περίπτωση ἀπαλείφεται ἡ λέξη ὕπαρξη, ἡ ὁποία µετατρέπεται σέ ὀνοµασία καί διατηρεῖται ἡ ἱστορική, ἐνῶ ἐξακολουθοῦν νά θεωροῦνται ὁ Ρωµαιοκαθολικισµός καί οἱ Χριστιανικές Ὁµολογίες ὡς «ἀδελφές Ἐκκλησίες». 
Αὐτό ἐννοοῦσα, ὅτι δηλαδή ἡ µετατροπή ἀπό τήν ὀντολογικήπραγµατική ὕπαρξη, ἡ ὁποία ἐνδεχοµένως ἔχει καί θεολογική ὑποδοχή, στήν ἱστορική ὕπαρξη, πού ἐνδεχοµένως ἀποδεσµεύεται ἀπό τήν θεολογία, καί ἡ κατάληξη σέ ἱστορική ὀνοµασία, πού ἀντικαθιστᾶ τήν ὕπαρξη, ὑπενθυµίζει ἕναν ἐκκλησιολογικό νοµιναλισµό, ὁ ὁποῖος στήν πράξη ἐκλαµβάνεται ὡς ρεαλισµός.
Νοµίζω ὅτι τό κείµενο αὐτό πού προῆλθε ἀπό τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο πρέπει νά ἑρµηνευθῆ ἐπί τῇ βάσει τῶν ὅσων ἐλέχθησαν ἀπό τούς ὁµιλητές καί ἰδίως ἀπό τούς Προκαθηµένους, δηλαδή ἀπό τά Πρακτικά, τά ὁποῖα θά δηµοσιευθοῦν. Ἀξίζει νά παραθέσω µερικές χαρακτηριστικές ἀπόψεις Προκαθηµένων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. 
Ἕνας Προκαθήµενος εἶπε ὅτι «ἐσχίσθησαν» οἱ Ἐκκλησίες µεταξύ τους, ἤτοι ἡ Ὀρθόδοξη Ἀνατολική µέ τήν Ἐκκλησία τῆς Ρώµης, ὅπως «σχίζεται ἕνα ράσο σέ δύο κοµµάτια, ἀλλά παρά ταῦτα παραµένει ράσο»!! 
Ἄλλος Προκαθήµενος εἶπε: «Τό συµπέρασµα πού βγαίνει ἀπό τήν εὐλογίαν µικτοῦ Γάµου εἶναι ὅτι πράγµατι εἶναι ἔγκυρο τό Βάπτισµα, τελούµενον εἰς τό ὄνοµα τῆς Ἁγίας Τριάδος. ... Ἐφ' ὅσον εὐλογοῦµε τόν Γάµο, Καθολικοῦ, ∆ιαµαρτυροµένου, καί δέν ἀποκλείουµε τήν εὐλογίαν, ὅπως συµβαίνει µέ τούς ἑτεροθρήσκους, µέ ἕναν Μουσουλµάνο, µέ ἕναν Ἰουδαῖο, σηµαίνει ὅτι ἀναγνωρίζουµε τό Βάπτισµά του καί τόν εὐλογοῦµε, τόν δεσµό του µέ τό Ὀρθόδοξον µέλος».
Ἄλλος Προκαθήµενος εἶπε ὅτι ἐφ' ὅσον γίνονται µικτοί γάµοι ὄχι µόνον εἶναι «ὑποστατό» τό βάπτισµα τῶν ἑτεροδόξων, ἀλλά συγχρόνως µποροῦν καί νά κοινωνοῦν οἱ ἑτερόδοξοι στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὁπότε µέ τήν θεία Κοινωνία γίνονται αὐτοµάτως ὀρθόδοξοι. 
Παραµένω µόνον σέ αὐτά, ἐνῶ ὑπάρχουν καί ἄλλοι λόγοι, γιά νά δείξω ὅτι τά κείµενα τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης πρέπει νά ἑρµηνευθοῦν µέσα ἀπό τήν ἑρµηνεία αὐτῶν πού τά κατήρτισαν καί τά ὑπέγραψαν. 
Πράγµατι, ὅταν ἐξετάζουµε ἕνα νοµοθέτηµα τό ὁποῖο ἐξέρχεται ἀπό τήν Βουλή, τότε εἶναι ἀπαραίτητο νά τό ἑρµηνεύουµε ἐπί τῇ βάσει τοῦ πνεύµατος τοῦ νοµοθέτη καί τῶν ὅσων λέγονται κατά τήν διάρκεια τῆς συνεδριάσεως. Τοὐλάχιστον ἔτσι ἐνεργοῦν τά ἀνώτατα ἀκυρωτικά ∆ικαστήρια. 
Στήν συγκεκριµένη περίπτωση, καί µάλιστα στό κείµενο «Τό Μυστήριον τοῦ Γάµου καί τά κωλύµατα αὐτοῦ» γιά τούς µικτούς Γάµους γράφεται ὅτι «ὁ γάµος Ὀρθοδόξων µεθ’ ἑτεροδόξων κωλύεται κατά κανονικήν ἀκρίβειαν (κανών 72 τῆς Πενθέκτης ἐν Τρούλλῳ Συνόδου)», στήν συνέχεια δίνεται ἡ δυνατότητα στήν Ἱερά Σύνοδο κάθε αὐτοκεφάλου Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐφαρρµογῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς οἰκονοµίας: «συµφώνως πρός τάς ἀρχάς τῶν ἱερῶν κανόνων, ἐν πνεύµατι ποιµαντικῆς διακρίσεως, ἐπί τῷ σκοπῷ τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου». 
Ὅµως, ὅταν κανείς ἀντιπαραβάλλη τό κείµενο µέ τά ὅσα ἐλέχθησαν, ὅτι οἱ ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀνήκουν σέ «Ἐκκλησίες», τῶν ὁποίων τό Βάπτισµα εἶναι ἔγκυρο καί ὑποστατό, γι' αὐτό καί δίνεται ἡ δυνατότητα τελέσης µικτῶν Γάµων, τότε ἀντιλαµβάνεται τό ἐκκλησιολογικό πρόβληµα πού ὑφίσταται. Στήν πραγµατικότητα ἰσχύει ἡ λεγόµενη «βαπτισµατική θεολογία», σύµφωνα µέ τήν ὁποία οἱ Ὀρθόδοξοι καί οἱ ἐκτός αὐτῆς Χριστιανοί ἔχουν ἕνα κοινό σηµεῖο ἑνότητος, πού εἶναι τό Βάπτισµα, ἐνῶ ὑφίσταται διαφορά καί ὡς πρός τήν Τριαδολογία καί ὡς πρός τήν κανονική τέλεση. 
Ἑποµένως, ἡ ἐξέλιξη τοῦ κειµένου ἀπό τήν ὀντολογική ὕπαρξη, στήν πραγµατική ὕπαρξη, στήν ἱστορική ὕπαρξη καί στήν ἱστορική ὀνοµασία δέν εἶναι ἁπλή, ἀλλά συνδέεεται µέ τήν ὅλη ἐκκλησιολογική ἄποψη πού ἔχουν ὅσοι κατήρτισαν τό κείµενο.

5. Ρεαλισµός καί νοµιναλισµός στήν Ἐκκλησιολογία
Προηγουµένως εἴδαµε ὅτι ἡ ἐπίµαχη φράση ἀπό ὀντολογική ὕπαρξη µετατράπηκε σέ πραγµατική ὕπαρξη, ἀκολούθως διαµορφώθηκε στήν ἱστορική ὕπαρξη καί στό τέλος κατέληξε στήν ἱστορική ὀνοµασία. Τίθεται τό ἐρώτηµα: Ἡ ἀλλαγή τῆς λέξεως ἀπό ὕπαρξη σέ ὀνοµασία δηλώνει κάποια οὐσιαστική ἀλλαγή, ὅτι ὑπάρχει ὀνοµασία χωρίς ὕπαρξη ἤ ἡ ἀλλαγή αὐτή δείχνει ἕναν συµβιβασµό προκειµένου νά ὑπογραφῆ τό κείµενο; Προφανῶς ἰσχύει τό δεύτερο. 
Ἐπειδή τό ἐρώτηµα αὐτό τό ἔθεσα σέ προηγούµενα κείµενά µου, καί τόνισα ὅτι αὐτό συνιστᾶ ἕναν νοµιναλισµό, γι' αὐτό χρειάζεται νά ἐπιµείνω στό σηµεῖο αὐτό καί νά ἀναλύσω τήν διαφορά µεταξύ ρεαλισµοῦ καί νοµιναλισµοῦ.   
Ἀπό µελέτες µου γνωρίζω τήν διαφορά µεταξύ τοῦ πραγµατισµοῦρεαλισµοῦ-ἐξεµπλαρισµοῦ καί τοῦ νοµιναλισµοῦ, ὅπως ἐκφράσθηκε ἀπό τούς σχολαστικούς θεολόγους τῆς ∆ύσεως, ἀλλά καί ὅπως διατυπώθηκε ἀπό τούς µετασχολαστικούς θεολόγους[24].  
Ἡ ἀρχαία ἑλληνική φιλοσοφία ἔκανε λόγο γιά «τά καθόλου», τούς καθολικούς ὅρους, τίς γενικές ἔννοιες, τίς γενικές ὀντότητες, τά universalia, καί γιά τά ἐπί µέρους.
Ὁ Πλάτων ἔκανε λόγο γιά τίς ἰδέες πού ὑπάρχουν στό ἀνώτατο Ὄν καί ἐπί τῇ βάσει τῶν ἰδεῶν δηµιουργήθηκαν τά ὄντα. Ἔτσι, ὅλα τά ἐπί µέρους ὄντα εἶναι ἀντίγραφα τῶν ἰδεῶν. Αὐτό σηµαίνει ὅτι ὁ Πλάτων δίνει ὀντολογική προτεραιότητα στά «καθόλου». 
Ἀντίθετα, ὁ Ἀριστοτέλης πίστευε ὅτι «οἱ ἰδέες δέν ὑπάρχουν αὐθυποστάτως σέ ἕνα νοητό κόσµο, ἀλλά στόν αἰσθητό µας κόσµο». Κάθε ὄν τοῦ αἰσθητοῦ κόσµου εἶναι σύνθεση τοῦ εἴδους (µορφῆς) καί τῆς ὕλης, δηλαδή κάθε ὕλη µορφοποιεῖται καί εἰδοποιεῖται ἀπό τήν µορφή πού ἐνυπάρχει σέ αὐτήν. Ἔτσι, ὁ Ἀριστοτέλης δίνει ὀντολογική προτεραιότητα στά «καθ’ ἕκαστον», πού εἶναι ἡ «οὐσία πρώτη» καί µέ τήν ἀφαιρετική ἀναγωγή ἀπό τήν αἰσθητή ὀντότητα φθάνουµε στήν νοητή καί ὑπεραισθητή οὐσία, τήν «οὐσία δευτέρα».
Ἔντονες συζητήσεις γιά τό θέµα αὐτό –«τά καθόλου», τά λεγόµενα universalia, καί τά «καθ' ἕκαστον»– ἔγιναν στούς κόλπους τῶν σχολαστικῶν θεολόγων τοῦ Μεσαίωνος, γιά νά καθορίσουν τήν ὀντολογία τους, δηλαδή νά ἐξετάσουν ἄν οἱ καθολικοί ὅροι ἀναφέρωνται σέ ὑπαρκτές γενικές ὀντότητες ἤ ἄν στεροῦνται νοήµατος.
Ἡ διαφορά µεταξύ πραγµατοκρατίας-ρεαλισµοῦ καί ὀνοµατοκρατίαςνοµιναλισµοῦ εἶχε καί κοινωνικές διαστάσεις, ἐπηρέασε ὄχι µόνον τήν φιλοσοφία καί τήν θεολογία τῆς ∆ύσης, ἀλλά καί τήν κοινωνιολογία. Ἐφ’ ὅσον τό ἐγώ κάθε ἀνθρώπου πρέπει νά µάθη καί νά κατανοῆ τί θέλει τό καθολικό, καί ἡ ἐλευθερία τοῦ καθενός πρέπει νά ὑποτάσσεται στήν βούληση τοῦ καθολικοῦ, εἶναι εὐνόητο ὅτι καί ἡ κοινωνία πρέπει νά διαιρεθῆ µέ βάση τήν ἐξυπηρέτηση τοῦ καθολικοῦ, τοῦ βασιλείου τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, ὁ ρεαλισµός ἔγινε «ὄργανο πού χρησιµοποίησε τό Βατικανό  γιά νά ἑδραιώση τήν ἐξουσία του». Ἐφ’ ὅσον τό καθολικό ἔχει ἀξία, αὐτό σηµαίνει ὅτι, ὅταν τό ἄτοµο δέν τό ὑπηρετῆ πρέπει νά παρακαµφθῆ.
Ἡ πρακτική αὐτή τοῦ ρεαλισµοῦ στόν κοινωνικό χῶρο δηµιούργησε τήν ἀνάγκη νά ἀναιρεθῆ ὁ ρεαλισµός, νά κτυπηθῆ τό θεµέλιό του. Ἔτσι χρησιµοποιεῖται ὁ νοµιναλισµός στόν κοινωνικό χῶρο, σύµφωνα µέ τόν ὁποῖο µοναδική πραγµατικότητα εἶναι τό ἄτοµο, καί ὅταν καταστρέφεται τό ἄτοµο, δέν σώζεται ἡ κοινωνία, τό σύνολο.
Ἑποµένως, ὁ ρεαλισµός, πού βασίζεται στόν Πλάτωνα καί τόν Αὐγουστῖνο, ἐκτρέφει τόν ὁλοκληρωτισµό, ἐνῶ ὁ νοµιναλισµός τοῦ Ἀριστοτέλη καί µερικῶν σχολαστικῶν φιλοσόφων, ὁδηγεῖ πρός δηµοκρατικά πολιτεύµατα.
              Πάντως,     ἡ     διαφορά     µεταξύ     τῶν     καθόλου         (πραγµατοκρατίας-
ρεαλισµοῦ) καί τῶν ἐπί µέρους (νοµιναλισµοῦ) µπορεῖ νά καταγραφῆ στούς τρεῖς σχολαστικούς θεολόγους τῶν 13ου καί 14ου αἰώνων, ἤτοι τόν Θωµᾶ τόν Ἀκινάτη, τόν Γουλιέλµο Ὄκκαµ καί τόν Ντούς Σκώτους, σέ σχέση µέ τήν οὐσία καί ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Ἡ θεωρία τῶν «καθόλου» χαρακτηρίζεται ὡς θεωρία τῶν universalia καί τοῦ analogia entis. Τά universalia εἶναι τά ἀρχέτυπα, οἱ ἰδέες πού βρίσκονται στόν Θεό καί τό analogia entis εἶναι πάλι τά ἀρχέτυπα τῶν ὁποίων ἀντιγραφή εἶναι ὅλα τά ὄντα.
Ὁ Θωµᾶς ὁ Ἀκινάτης ὁµιλεῖ γιά τό analogia entis καί βέβαια γιά τά universalia καί µέσα στήν προοπτική αὐτή ταυτίζει τήν οὐσία καί τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, τό γνωστό actus purus. Ὁ Θωµᾶς ὁ Ἀκινάτης εἶναι πατέρας τῆς χριστιανικῆς µεταφυσικῆς.
Ὁ Ἰωάννης ∆ούνς Σκώτους διαφοροποιεῖται ἀπό τήν ταύτιση οὐσίας καί ἐνεργείας στόν Θεό, τό γνωστό actus purus, καί κάνει τήν διάκριση µεταξύ οὐσίας καί προσόντων τοῦ Θεοῦ. Αὐτή ἡ ἄποψη φαίνεται ὅτι πλησιάζει πρός τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία περί διακρίσεως οὐσίας καί ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, τήν ὁποία δίδασκε τήν ἐποχή ἐκείνη ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαµᾶς, ἀλλά ὑπάρχει µεγάλη διαφορά µεταξύ τους. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαµᾶς κάνει λόγο γιά διάκριση µεταξύ οὐσίας καί ἐνεργείας στόν Θεό ἀπό πλευρᾶς ἐµπειρίας, ἀπό τήν µέθεξη τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ καί τήν µή µέθεξη τῆς οὐσίας Του, ἐνῶ ὁ Ντούνς Σκώτους κάνει λόγο γιά διάκριση οὐσίας καί προσόντων τοῦ Θεοῦ, ἀπό φιλοσοφικῆς πλευρᾶς, ὅπως ἔκαναν οἱ ἀρχαῖοι αἱρετικοί.
Ὁ Γουλιέλµος Ὄκκαµ, ἀνέπτυξε τήν θεωρία, ὅτι ἡ διδασκαλία γιά τά universalia στόν Θεό, τό analogia entis περιόριζαν τήν ἐλευθερία Του, ὁπότε τέτοιες ἀντιλήψεις εἶναι ἀνάρµοστες στόν Θεό καί ἰσχυριζόταν ὅτι ἡ διάκριση µεταξύ οὐσίας καί θείων ἰδιοτήτων εἶναι µόνον κατ’ ὄνοµα, εἶναι ἔννοιες πού ὑπάρχουν στόν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἴδιος δεχόταν τήν analogia fidei-ἀναλογία πίστεως.
Εἶναι γνωστόν στούς εἰδήµονες ὅτι στήν ὀρθόδοξη θεολογία δέν ὑποστηρίζεται οὔτε τό analogia entis οὔτε τό analogia fidei οὔτε τό analogia relationis.
Ἡ ἄποψη γιά τό analogia fidei ταυτίζει τήν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ µέ τήν Ἁγία Γραφή, δηλαδή τά ἄκτιστα-ἄρρητα ρήµατα µέ τά κτιστά ρήµατα καί νοήµατα.
Ἡ ἀποδέσµευση τῶν µετασχολαστικῶν θεολόγων, ἀρχῆς γενοµένης ἀπό τόν Σκώτους, πού ἦταν ὑπέρµαχος τῆς βουλησιοκρατίας-βολονταρισµοῦ, καί τοῦ Γουλιέλµου Ὄκκαµ, πού ἦταν ὑπέρµαχος τῆς analogia fidei, ἐπηρέασε κατά διαφόρους βαθµούς τά φιλοσοφικά καί θεολογικά ρεύµατα τῆς ∆ύσεως µέχρι τήν ἐποχή µας. Ἑποµένως, ὑπάρχει µεγάλη διαφορά µεταξύ τῆς δυτικῆς καί ὀρθοδόξου θεολογίας, ἔστω καί ἄν µερικοί σήµερα θεολόγοι προσπαθοῦν νά τά συµβιβάσουν. 
Ἔκανα αὐτήν τήν ἀναδροµή, γιά νά δείξω ὅτι, ὅταν ὁµιλοῦσα γιά ἐκκλησιαστικό νοµιναλισµό, δέν τό ἐννοοῦσα ἀπό πλευρᾶς κλασσικῆς µεταφυσικῆς, σχολαστικῆς θεολογίας καί σύγχρονης φιλοσοφίας. Κυρίως ἐννοοῦσα ὅτι δέν µποροῦσα νά καταλάβω τήν ἀντικατάσταση τῆς φράσεως πραγµατική-ἱστορική ὕπαρξη µέ τήν φράση ἱστορική ὀνοµασία σέ ἕνα κείµενο Μεγάλης Συνόδου, ὅταν µάλιστα, ἐνῶ χρησιµοποιεῖται ἡ φράση ἱστορική ὀνοµασία, ἐκλαµβάνεται ὡς ἱστορική ὕπαρξη.   

Τό πρόβληµα, ὅµως, εἶναι βαθύτερο καί δέν συνδέεται ἁπλῶς µέ τήν διαφορά µεταξύ ρεαλισµοῦ καί νοµιναλισµοῦ, στόν χῶρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς πρακτικῆς. Μᾶλλον ἡ σύγχρονη πρακτική διευκολύνει τήν ἑρµηνεία τοῦ ρεαλισµοῦ καί ὄχι τοῦ νοµιναλισµοῦ. 
Στό παρελθόν ἔχω ἀναλύσει ὅτι δυστυχῶς ὑπάρχουν κείµενα, στά ὁποῖα ὑπερβαίνονται τά ὅρια καί καταργοῦνται µερικές ἀπαραίτητες θεολογικές καί ἐκκλησιαστικές «κόκκινες γραµµές». Τέτοια κείµενα ἐκφράζουν ἕναν νοµιναλισµό στήν θεωρία καί ἕναν ρεαλισµό στήν πράξη. 
Συγκεκριµένα, σέ ἐπίσηµο κείµενο Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας γράφεται: 
«Ἐπιτρέπεται ἐξ ἀπόψεως Ρωµαιοκαθολικῆς νά µεταλαµβάνουν ἐν καιρῷ ἀνάγκης οἱ Ρωµαιοκαθολικοί εἰς Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας καί οἱ Ὀρθόδοξοι ἐν καιρῷ ἀνάγκης νά µεταλαµβάνουν εἰς Ρωµαιοκαθολικάς Ἐκκλησίας».
«Ἐπεκράτησε, λόγῳ τῆς φιλίας, οἱ Ὀρθόδοξοι νά κηδεύουν τούς Ἀγγλικανούς καί νά κοινωνοῦν αὐτούς ὅπου δέν ὑπάρχουν Ἀγγλικανοί Ἱερεῖς. Ἐπίσης ὅπου δέν ὑπάρχουν Ὀρθόδοξοι Ἱερεῖς, οἱ Ἀγγλικανοί κηδεύουν καί κοινωνοῦν τούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς. Τοῦτο γίνεται µέ τήν γνῶσιν, ἀλλά καί µέ τήν ἄγνοιαν τῆς Ἐκκλησίας εἰς µερικούς τόπους, ἀλλά καί διά λόγους ἀνάγκης καί Χριστιανικῆς Μυστηριακῆς φιλοξενίας. Ἔπειτα εἶναι βέβαιον ὅτι οἱ Χριστιανοί µόνοι των ζητοῦν τήν Κοινωνίαν. Εἶναι τοῦτο δεῖγµα τῆς διαθέσεως τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ διά τήν ἕνωσιν τῶν Χριστιανῶν πού τούς συνδέει ἡ Παράδοσις, ἡ Ἁγία Γραφή, ἡ Ἱερωσύνη καί τό Πιστεύω τῆς Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως».
∆ιερωτῶµαι: Ὅταν γίνεται λόγος γιά προσφορά τῆς θείας Κοινωνίας ἀπό ὀρθοδόξους Κληρικούς στούς ἑτεροδόξους, ἐν ὀνόµατι «τῆς Χριστιανικῆς Μυστηριακῆς φιλοξενίας», τότε αὐτό εἶναι ἐκκλησιαστικός νοµιναλισµός ἤ ἐκκλησιαστικός ρεαλισµός; 

6. Γενικές παρατηρήσεις
∆ιαβάζοντας προσεκτικά τίς ἀπόψεις τῶν ἐκπροσώπων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ὡς πρός τήν ἐκκλησιολογία τοῦ κειµένου καί τήν τελική του ἐξέλιξη, θά πρέπει νά κάνω τίς ἀκόλουθες παρατηρήσεις.
1.                        Μεταξύ τῶν ἑκατό (100) περίπου θεµάτων πού εἶχαν προταθῆ ἀπό τίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες στήν Α΄  Πανορθόδοξη ∆ιάσκεψη στήν Ρόδο τό 1961 ἦταν τέσσερα θέµατα ἤτοι: «Ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας», προφανῶς ἀναφερόταν στήν ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία, καί στούς ἐκτός αὐτῆς Χριστιανούς· «περί ἀκριβείας καί οἰκονοµίας», γιά τό πῶς γίνονται ἀποδεκτοί στήν Ἐκκλησία οἱ προσερχόµενοι ἑτερόδοξοι· «Σχέσεις Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν κόσµον» πού ἀφοροῦσε τούς θεολογικούς διαλόγους µέ τούς ἑτεροδόξους· καί «Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καί οἰκουµενική Κίνησις» πού ἀναφερόταν στό Παγκόσµιο Συµβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν.
Ὑπάρχει ὄντως µιά ὀργανική καί οὐσιαστική σχέση µεταξύ τῶν κειµένων αὐτῶν. Πρῶτα καθορίζεται ἡ ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία καί τί εἶναι οἱ ἑτερόδοξοι Χριστιανοί, στήν συνέχεια καθορίζεται ἡ ἀκρίβεια καί ἡ οἰκονοµία στήν Ἐκκλησία, ἔπειτα καθορίζεται ὁ τρόπος τῶν διαλόγων µέ τούς ἑτεροδόξους, δηλαδή προσδιορίζεται ὁ τρόπος τῆς ἀποδοχῆς τῶν ἑτεροδόξων στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καί στό τέλος γίνεται συζήτηση γιά τήν οἰκουµενική κίνηση στήν ὁποία γίνεται λόγος γιά τό Παγκόσµιο Συµβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν.
Ὅµως, ἀπό τήν Α΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξη ∆ιάσκεψη πού ἔγινε στήν Γενεύη τό 1976 καθορίσθηκαν δέκα θέµατα γιά νά ἑτοιµασθοῦν στήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο, καί µέ αὐτήν τήν ἐπιλογή ἐξέπεσε τό θέµα περί τῆς «ἐννοίας τῆς Ἐκκλησίας» καί περί τῆς «ἀκριβείας καί οἰκονοµίας στήν Ἐκκλησία». Καί τό ἐρώτηµα εἶναι σαφέστατο: Πῶς θά γίνονταν οἱ διάλογοι µέ τούς ἑτεροδόξους καί πῶς θά καθοριζόταν ἡ σχέση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας µέ τήν οἰκουµενική κίνηση, ὅταν δέν καθορίσθηκε ἡ ἐκκλησιολογική συνείδηση καί ἡ ἐκκλησιαστική βάση τοῦ θέµατος; Τότε, σέ ποιά προοπτική θά κινοῦνταν οἱ θεολογικοί διάλογοι; ∆έν θά ἐπικρατοῦσε θεολογική καί ἐκκλησιολογική σύγχυση καί ἀσάφεια;
2.                        Ὁ Σεβ. Πρόεδρος εἶπε ὅτι τό θέµα περί τῆς ἀκριβείας καί τῆς οἰκονοµίας, δηλαδή τό πῶς δεχόµαστε τούς ἑτεροδόξους στήν Ἐκκλησία, ἐξέπεσε ἀπό τήν θεµατολογία τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου. Παρά ταῦτα οἱ ἐκπρόσωποι συζητοῦσαν τό θέµα αὐτό καί κατέληξαν νά θέσουν στόν πρόλογο κάποια παράγραφο πού νά ἀναφέρωνται σέ αὐτό, χωρίς νά γίνη θεολογική καί κανονική ἐξέταση τοῦ θέµατος, οὔτε νά µελετηθοῦν ἀπό τίς κατά τόπους Ἐκκλησίες. ῎Ετσι, στήν πραγµατικότητα ἀνεκλήθη ἡ Α΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξη ∆ιάσκεψη ὡς πρός τό θέµα αὐτό.
 Ἐάν, ὅµως, ἑρµηνευθῆ ὅτι δέν ἀνεκλήθη ὡς πρός τό σηµεῖο αὐτό ἡ Α’ Προσυνοδική Πανορθόδοξη ∆ιάσκεψη, τότε πρέπει νά ὑλοποιηθῆ ἡ ἀπόφασή της, πού σηµαίνει ὅτι µετά πού ὁλοκληρώθηκε «ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος» µέ τά ἕξι θέµατα, πού ἀντιµετώπισε, πρέπει νά ἀρχίση ἡ προετοιµασία γιά τήν ἑποµένη Μεγάλη Σύνοδο, ἡ ὁποία ὄχι µόνον θά διορθώση σέ µερικά σηµεῖα τά ἤδη ἐγκριθέντα κείµενα καί θά ἐπιλύση τά ἄλλα τρία βασικά θέµατα πού ἄφησε ἡ Σύνοδος αὐτή (ἐπειδή ἔχουν συγχωνευθῆ τά δύο θέµατα σέ ἕνα), δηλαδή τό αὐτοκέφαλο καί ὁ τρόπος ἀνακηρύξεώς του, τά ∆ίπτυχα καί τό ζήτηµα τοῦ Ἡµερολογίου, πού εἶναι µεγάλα θέµατα τά ὁποῖα ἅπτονται τοῦ κανονικοῦ δικαίου καί τῆς συγχρόνου ἐκκλησιολογίας καί ἐκκλησιαστικῆς τάξεως, πού διασποῦν τήν ἑνότητα τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.
Ἐπίσης, ἡ νέα Σύνοδος θά πρέπει νά ἀσχοληθῆ µέ τά ἄλλα θέµατα «τά συγκεντρώσαντα κατά δευτέραν προτεραιότητα µείζονα προτίµησιν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ», ἤτοι οἱ πηγές τῆς Ἀποκαλύψεως, ἡ ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας, ἡ Κωδικοποίηση τῶν ἱερῶν Κανόνων καί κανονικῶν διατάξεων καί ἡ οἰκονοµία καί ἡ ἀκρίβεια στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
3.                        Τό κείµενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν κόσµον», πού συζητήθηκε στήν Γ΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξη ∆ιάσκεψη τό 1986 ἀφοροῦσε ἀποκλειστικῶς καί µόνον τούς θεολογικούς διαλόγους µέ τούς ἑτεροδόξους. Αὐτό φαίνεται καθαρά ἀπό τό προοίµιο τοῦ κειµένου ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἦταν διατεθειµένη, εὐνοϊκή καί θετική σέ κάθε διάλογο γιά θεολογικούς καί ποιµαντικούς λόγους. 
Ἐνῶ κατά τήν συζήτηση προέκυψε τό ἐκκλησιολογικό πρόβληµα καί προστέθηκε µιά ἐκκλησιολογική παράγραφος, ὅµως παρέµεινε ὁ βασικός κορµός τοῦ κειµένου πού ἀφοροῦσε τούς διαλόγους.
Ἔτσι, καίτοι ἐξέπεσαν τά θέµατα περί τῆς Ἐκκλησίας καί περί ἀκριβείας καί οἰκονοµίας στήν Ἐκκλησία ἀπό τήν θεµατολογία «τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου» γιά νά συζητηθοῦν µετά ἀπό αὐτήν, ἀφοῦ γίνει περαιτέρω µελέτη ἀπό τίς κατά τόπους Ἐκκλησίες, ἐν τούτοις  ἡ βασική της ἐκκλησιολογική θέση πού περιελάµβανε τό ἀρχικό κείµενο περί οἰκονοµίας, πέρασε στό νέο κείµενο γιά τήν σχέση «τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν κόσµον». Αὐτό σηµαίνει ὅτι ἡ «ἐκκλησιολογία» τῶν ἑτεροδόξων πέρασε ἐµµέσως στό νέο κείµενο.
4.                        Στήν Γ΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξη ∆ιάσκεψη τό 1986 ἱκανοποιήθηκε τό αἴτηµα τοῦ Μητροπολίτου ∆ηµητριάδος Χριστοδούλου, ἐκπροσώπου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, νά τεθῆ στό προοίµιο τοῦ κειµένου µιά παράγραφος στήν ὁποία νά τονίζεται ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει τήν αὐτοσυνειδησία ὅτι εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἀλλά συγχρόνως εἰσῆλθε καί ἡ φράση ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία «ἀναγνωρίζει τήν πραγµατικήν ὕπαρξιν ὅλων τῶν χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁµολογιῶν». Αὐτό σηµαίνει ὅτι χαρακτηρίσθηκαν ὅλες οἱ Χριστιανικές Ὁµολογίες καί Κοινότητες ὡς Ἐκκλησίες, χωρίς νά διαµαρτυρηθῆ κανείς ἀπό τούς παρόντες.
5.                        Ἀργότερα στήν Ε΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξη ∆ιάσκεψη τό 2015 ἑνώθηκαν τά δύο κείµενα, ἤτοι «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν κόσµον» καί «Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καί οἰκουµενική κίνησις», µέ ἀποτέλεσµα νά προέλθη ἕνα ἄλλο νέο ἀγνώριστο κείµενο. Στήν πραγµατικότητα, στό νέο κείµενο ἑνώθηκαν τρία ἀρχικά θέµατα-κείµενα.  
Αὐτό σηµαίνει ὅτι στήν Ε΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξη ∆ιάσκεψη τά ἑνωθέντα δύο κείµενα συνετέλεσαν στό νά χαθοῦν τά καλά στοιχεῖα τοῦ κειµένου τῆς Γ΄ Προσυνοδικῆς Πανορθοδόξου ∆ιασκέψεως, γιά τό ποῦ βρίσκεται ὁ διάλογος µέ τούς ἑτεροδόξους, καθώς ἐπίσης ἑνώθηκε τό κείµενο γιά τήν αὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας σέ σχέση µέ τούς ἑτεροδόξους, µέ τό κείµενο γιά τήν οἰκουµενική κίνηση καί τό Π.Σ.Ε.  Ἔτσι, ἀφέθησαν πολλά κενά στό τελικό κείµενο καί τό σπουδαιότερο δέν καθορίσθηκαν ἀκριβῶς σέ ποιά σηµεῖα βρίσκονται οἱ διάλογοι µέ τούς ἑτεροδόξους.
6.                        Στήν Γ΄  Προσυνοδική Πανορθόδοξη ∆ιάσκεψη τό 1986 ἐτέθη σοβαρός προβληµατισµός ὡς πρός τά «ὅρια τῆς Ἐκκλησίας» καί ὡς πρός τόν προσδιορισµό «τοῦ λοιποῦ Χριστιανικοῦ κόσµου». Ὅλοι τόνιζαν τήν σπουδαιότητα τῆς ὁµολογίας τῆς αὐτοσυνειδησίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὅτι αὐτή εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἀλλά εἶχαν ἀσαφῆ ἐκκλησιολογικά κριτήρια γιά τίς ἐκτός αὐτῆς χριστιανικές ὁµάδες. Τίς ἀποκαλοῦσαν Ἐκκλησίες, ἐντός ἤ ἐκτός εἰσαγωγικῶν, Χριστιανικές κοινότητες, χριστιανικές ὁµάδες, ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας Χριστιανούς κλπ. χωρίς ὅµως νά ἐξετάζουν τό θέµα ἀπό πλευρᾶς Οἰκουµενικῶν καί Τοπικῶν Συνόδων.
7.                        Τά ὅσα διηµείφθησαν κατά τήν Γ΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξη ∆ιάσκεψη τοῦ 1986, ὅπως καί τῶν ἄλλων Προσυνοδικῶν Πανορθοδόξων
∆ιασκέψεων δέν ἔγιναν γνωστά στό πλήρωµα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. 
Ἀπό ὅ,τι κατάλαβα δέν ἔγιναν γνωστά οὔτε στό πλήρωµα ἄλλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, δέν δηµοσιοποιήθηκαν ἐγκαίρως γιά νά τά γνωρίζουν οἱ Κληρικοί, οἱ µοναχοί καί οἱ θεολόγοι καί ὅσοι ἐνδιαφέρονται γιά τά θέµατα αὐτά, ἀλλά οὔτε καί ἔγινε, τοὐλάχιστον ἐπί τῶν ἡµερῶν µου, συζήτηση διεξοδική στήν Ἱεραρχία γιά τίς ἀποφάσεις αὐτές.
8.                        Ὑφίσταται µιά ἀσαφής Ἐκκλησιολογία ὡς πρός τόν χαρακτηρισµό τῶν ἑτεροδόξων. Στό κείµενο πού ἀναλύσαµε, ὅπως ἐξελίχθηκε διαδοχικά, εἴδαµε ὅτι χρησιµοποιήθηκε ἡ φράση «ὀντολογική ὕπαρξις ὅλων τῶν Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁµολογιῶν» ἀπό ἄλλο κείµενο, µετατράπηκε σέ «πραγµατική ὕπαρξη ὅλων τῶν Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁµολογιῶν», διαµορφώθηκε σέ «ἱστορική ὕπαρξη» καί τελικά κατέληξε ὡς «ἱστορική ὀνοµασία» τῶν ἑτεροδόξων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν. 
Αὐτό δείχνει ἔλλειψη σαφοῦς Ἐκκλησιολογίας, ὅταν µάλιστα σκεφθῆ κανείς ὅτι στήν πράξη ἐκλαµβάνονται οἱ «ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες» ὡς πραγµατικές Ἐκκλησίες, οἱ ὁποῖες διαθέτουν ὑποστατό Μυστήριο Βαπτίσµατος καί οἱ ἑτερόδοξοι Χριστιανοί σέ ἀνάγκη µποροῦν νά κοινωνοῦν ἀπό τά Μυστήρια τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν καί ἀντιστρόφως. Ἔτσι, ἡ Ἐκκλησία θεωρεῖται ὅτι µπορεῖ νά ἀσκῆ καί µιά «Χριστιανική Μυστηριακή φιλοξενία»!! Αὐτό εἶναι νοµιναλισµός στήν θεωρία καί ρεαλισµός στήν πράξη!

 Τό καταληκτικό συµπέρασµά µου εἶναι ὅτι στήν Γ΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξη ∆ιάσκεψη τοῦ 1986 ὅπου καταρτίσθηκε τό κείµενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν κόσµον» ἔγινε µιά συζήτηση, χωρίς σοβαρά ὀρθόδοξα θεολογικά καί ἐκκλησιολογικά ἐπιχειρήµατα, χωρίς νά βασίζεται στήν κανονική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, καί χωρίς νά ἐνηµερωθῆ τό πλήρωµα τῆς Ἐκκλησίας γιά τά θέµατα αὐτά καί γιά τήν σχετική συζήτηση. 
Ἔτσι, ἡ προετοιµασία γιά τήν «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο τῆς Κρήτης» δέν ἦταν ἡ δέουσα καί µέ τήν «µέθοδο τοῦ σαλαµιοῦ» κατέληξε σέ ἕνα κείµενο στό ὁποῖο τοὐλάχιστον ἐπικρατοῦσε ἐκκλησιολογική σύγχυση.

*************************
7. Παράρτηµα


Ἡ παράγραφος 6 στά διάφορα καταρτισθέντα κείµενα. 
α) Στό κείµενο «Ἀκρίβεια καί Οἰκονοµία», ὅπως τήν παρουσίασε ὁ Μητροπολίτης Μύρων Χρυσόστοµος.
«∆ιό καί ἡ ἁγία ἡµῶν Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἔχουσα συνείδησιν τῆς σηµασίας καί σπουδαιότητος τῆς παρούσης δοµῆς τοῦ συγχρόνου Χριστιανισµοῦ, ὄχι µόνον ἀναγνωρίζει, καίτοι αὐτή οὖσα ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, τήν ὀντολογικήν ὕπαρξιν ὅλων τούτων τῶν Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁµολογιῶν, ἀλλά καί θετικῶς πιστεύει ὅτι αἱ πρός πάσας ταύτας σχέσεις αὐτῆς στηρίζονται ἐπί τῆς ὅσον ἔνεστι ταχυτέρας καί ἀντικειµενικωτέρας ἀποσαφηνίσεως τοῦ ὅλου ἐκκλησιολογικοῦ θέµατος καί τῆς παρ’ αὐταῖς καθόλου δογµατικῆς διδασκαλίας...».
(Μετά τά ἀποσιωπητικά προφανῶς ἡ συνέχειά του, ὅπως φαίνεται στό ἑπόµενο κείµενο, εἶναι: «περί µυστηρίων, χάριτος, ἱερωσύνης καί ἀποστολικῆς διαδοχῆς»).

β) Στό κείµενο τῆς Γ΄  Προσυνοδικῆς Πανορθοδόξου ∆ιασκέψεως 1986
«Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀνέκαθεν ἦτο εὔνους καί θετικῶς διατεθειµένη πρός πάντα διάλογον τόσον διά θεολογικούς, ὅσον καί διά ποιµαντικούς λόγους. Κατά τά τελευταῖα ἔτη ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐχώρησε πράγµατι εἰς θεολογικόν διάλογον µετά πλείστων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν κάι Ὁµολογιῶν, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι διά τοῦ διαλόγου δίδει δυναµικήν µαρτυρίαν τῶν πνευµατικῶν αὐτῆς θησαυρῶν πρός τούς ἐκτός αὐτῆς, µέ ἀντικειµενικόν σκοπόν τήν προλείανσιν τῆς ὁδοῦ τῆς ὁδηγούσης πρός τήν ἑνότητα. 
Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ὡς οὖσα ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἔχει πλήρη συνείδησιν τῆς εὐθύνης αὐτῆς διά τήν ἑνότητα τοῦ χριστιανικοῦ κόσµου, ἀναγνωρίζει τήν πραγµατικήν ὕπαρξιν ὅλων τῶν χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁµολογιῶν, ἀλλά καί πιστεύει ὅτι αἱ πρός ταύτας σχέσεις αὐτῆς πρέπει νά στηρίζωνται ἐπί τῆς ὑπ' αὐτῶν ὅσον ἔνεστι ταχυτέρας καί ἀντικειµενικωτέρας ἀποσαφηνίσεως τοῦ ὅλου ἐκκλησιολογικοῦ θέµατος καί ἰδιαιτέρως τῆς γενικωτέρας παρ' αὐταῖς διδασκαλίας περί µυστηρίων, χάριτος, ἱερωσύνης καί ἀποστολικῆς διαδοχῆς. Οἱ σύγχρονοι διµερεῖς θεολογικοί διάλογοι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐκφράζουν κατά τρόπον αὐθεντικόν τήν συνείδησιν ταύτην τῆς Ὀρθοδοξίας».

γ) Στό κείµενο τῆς Σύναξης τῶν Προκαθηµένων (Ἰανουάριος 2016), ὅπως εἶχε προταθῆ ἀπό τήν Ε΄  Προσυνοδική Πανορθόδοξη ∆ιάσκεψη
(Ὅπως θά ἀντιληφθῆ ὁ ἀναγνώστης, στήν Ε΄  Προσυνοδική ἔγινε ἀναδιάρθρωση-ἀλλαγή σειρᾶς τῶν δύο παραγράφων σέ σχέση µέ τό προηγούµενο κείµενο)
«6. Κατά τήν ὀντολογικήν φύσιν τῆς Ἐκκλησίας ἡ ἑνότης αὐτῆς εἶναι ἀδύνατον νά διαταραχθῆ. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει τήν ἱστορικήν ὕπαρξιν ἄλλων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁµολογιῶν µή εὑρισκοµένων ἐν κοινωνίᾳ µετ' αὐτῆς, ἀλλά καί πιστεύει ὅτι αἱ πρός ταύτας σχέσεις αὐτῆς πρέπει νά στηρίζωνται ἐπί τῆς ὑπ' αὐτῶν ὅσον ἔνεστι ταχυτέρας καί ἀντικειµενικωτέρας ἀποσαφηνίσεως τοῦ ὅλου ἐκκλησιολογικοῦ θέµατος καί ἰδιαιτέρως τῆς γενικωτέρας παρ' αὐταῖς διδασκαλίας περί µυστηρίων, χάριτος, ἱερωσύνης καί ἀποστολικῆς διαδοχῆς. Οὕτω, ἦτο εὔνους καί θετικῶς διατεθειµένη τόσον διά θεολογικούς, ὅσον καί διά ποιµαντικούς λόγους, πρός θεολογικόν διάλογον µετά διαφόρων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁµολογιῶν καί πρός τήν συµµετοχήν γενικώτερον εἰς τήν Οἰκουµενικήν Κίνησιν τῶν νεωτέρων χρόνων, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι διά τοῦ διαλόγου δίδει δυναµικήν µαρτυρίαν τοῦ πληρώµατος τῆς ἐν Χριστῷ ἀληθείας καί τῶν πνευµατικῶν αὐτῆς θησαυρῶν πρός τούς ἐκτός αὐτῆς, µέ ἀντικειµενικόν σκοπόν τήν προλείανσιν τῆς ὁδοῦ τῆς ὁδηγούσης πρός τήν ἑνότητα». 

δ) Στό τελικό κείµενο τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης (Ἰούνιος 2016)
«6. Κατά τήν ὀντολογικήν φύσιν τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἑνότης αὐτῆς εἶναι ἀδύνατον νά διαταραχθῇ. Παρά ταῦτα, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποδέχεται τήν ἱστορικήν ὀνοµασίαν τῶν µή εὑρισκοµένων ἐν κοινωνίᾳ µετ’ αὐτῆς ἄλλων ἑτεροδόξων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁµολογιῶν, ἀλλά πιστεύει ὅτι αἱ πρός ταύτας σχέσεις αὐτῆς πρέπει νά στηρίζωνται ἐπί τῆς ὑπ’ αὐτῶν ὅσον ἔνεστι ταχυτέρας καί ἀντικειµενικωτέρας ἀποσαφηνίσεως τοῦ ὅλου ἐκκλησιολογικοῦ θέµατος καί ἰδιαιτέρως τῆς γενικωτέρας παρ’ αὐταῖς διδασκαλίας περί µυστηρίων, χάριτος, ἱερωσύνης καί ἀποστολικῆς διαδοχῆς. Οὕτω, ἦτο εὔνους καί θετικῶς διατεθειµένη τόσον διά θεολογικούς, ὅσον καί διά ποιµαντικούς λόγους, πρός θεολογικόν διάλογον µετά τῶν λοιπῶν χριστιανῶν εἰς διµερές καί πολυµερές ἐπίπεδον καί πρός τήν συµµετοχήν γενικώτερον εἰς τήν Οἰκουµενικήν Κίνησιν τῶν νεωτέρων χρόνων, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι διά τοῦ διαλόγου δίδει δυναµικήν µαρτυρίαν τοῦ πληρώµατος τῆς ἐν Χριστῷ ἀληθείας καί τῶν πνευµατικῶν αὐτῆς θησαυρῶν πρός τούς ἐκτός αὐτῆς, µέ ἀντικειµενικόν σκοπόν τήν προλείανσιν τῆς ὁδοῦ τῆς ὁδηγούσης πρός τήν ἑνότητα».
Ἰούλιος 2017  




[1] Προδηµοσίευση ἀπό τόν Τόµο γιά τήν «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο» πού θά ἐκδοθῆ προσεχῶς.
[2] Βλ. Γραµµατεία ἐπί τῆς Προπαρασκευῆς τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου
Ἐκκλησίας, Συνοδικά IX, Γ’ Προσυνοδική Πανορθόδοξος ∆ιάσκεψις, 28 Ὀκτωβρίου -9
Νοεµεβρίου 1985, Πρακτικά-Κείµενα, Ὀρθόδοξον Κέντρον τοῦ Οἰκουµενικοῦ Πατριαρχείου Σαµπεζύ Γενεύης 2014
[3] Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 96
[4] Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 101
[5] Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 103
[6] Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 103
[7] Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 103-104
[8] Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 104-105
[9] Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 105
[10] Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 106
[11] Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 106
[12] Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 106
[13] Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 106-107
[14] Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 107
[15] Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 107-108
[16] Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 108
[17] Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 108
[18] Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 108-109
[19] Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 109-110
[20] Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 110
[21] Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 116
[22] Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 107
[23] Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 96
[24] Γιά τά κατωτέρω βλ. Θεοδόσης Πελεγρίνης, Λεξικό τῆς Φιλοσοφίας, Ἑλληνικά Γράµµατα, Ἀθήνα 2009, σελ. 331-334· Μάριος Μπέγζος, Εὐρωπαϊκή Φιλοσοφία τῆς Θρησκείας, ἐκδ.
Γρηγόρη, Ἀθήνα 2004, σελ. 129-152· Γεώργιος Παναγόπουλος, Εἰσαγωγή στήν ἱστορία τῆς
∆υτικῆς θεολογίας, ἐναλλακτικές ἐκδόσεις ∆οκίµιο 20, σελ. 45, 109-118, 259-260, καί Παναγιώτης ∆ρακόπουλος, Μεσαίωνας ἑλληνικός καί δυτικός, Παρουσία, Ἀθήνα 2002, σελ. 195-214. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...