Σάββατο, 12 Αυγούστου 2017

Αρχιμ. Παύλος Δημητρακόπουλος, Τα μετά την «Σύνοδο» της Κρήτης επίσημα αγιορειτικά κείμενα. Ένας σύντομος συμπληρωματικός σχολιασμός (A +B).


Τα μετά την «Σύνοδο» της Κρήτης επίσημα αγιορειτικά κείμενα.
Ένας σύντομος συμπληρωματικός σχολιασμός.
Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου, Διευθυντού του Γραφείου Αιρέσεων της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς
Εν Πειραιεί τη 11η Αυγούστου 2017.
Γύρω από την στάση του Αγίου Όρους απέναντι στη «Σύνοδο» της  Κρήτης δημοσίευσε το Γραφείο μας πρόσφατα δύο κείμενα. Το πρώτο με τίτλο «Έκτακτη Διπλή Σύναξη Αγίου Όρους ρουτίνας, η σκοπιμότητας;», (8.6.2017) και το δεύτερο με τίτλο «Σχόλιο για σύσταση αταραξίας και εφησυχασμού».  (6.7.2017). Στα κείμενα αυτά επισημάνθηκε πρώτον μεν η γενική  πνευματική καθίζηση και κατάπτωση των αγιορειτών Πατέρων και ιδιαιτέρως των Ιερών Μονών, που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια, η ένοχη σιωπή των, ο φόβος και η δειλία των, να μπουν σε αγώνες και θυσίες και να κάνουν ό,τι εξαρτάται από αυτούς για να αναχαιτίσουν, ή τουλάχιστον να φρενάρουν, όσο αυτό είναι δυνατό, την λαίλαπα του Οικουμενισμού, η οποία προχωρεί καλπάζοντας και σαρώνει τα πάντα.
Επισημάνθηκε ακόμη η αδυναμία των να πάρουν μια υπεύθυνη, σαφή και ξεκάθαρη θέση απέναντι στην «Σύνοδο» της Κρήτης, η οποία, όπως αποδείχθηκε από πλήθος μελετών και δημοσιεύσεων από εγκρίτους καθηγητές Θεολογικών Σχολών και άλλους πνευματικά καταξιωμένους ανθρώπους,  δεν ήταν ούτε Αγία, ούτε Μεγάλη, αλλά ούτε και Σύνοδος. Πρόκειται για μια ένοχη σιωπή, αδράνεια και αφωνία, η οποία είναι ξένη προς την ομολογιακή και μαρτυρική πορεία των προκατόχων τους, αγίων και μαρτύρων και ομολογητών της πίστεως, η οποία τους οδήγησε στην ένοχη συμπόρευση με την παναίρεση του Οικουμενισμού.
Στις γραμμές που ακολουθούν θα προσπαθήσουμε, με την Χάρη του Θεού, να καταθέσουμε στον πιστό λαό του Θεού, ένα σύντομο συμπληρωματικό σχολιασμό, σαν συνέχεια των όσων ελέχθησαν στις δύο προηγούμενες μνημονευθείσες δημοσιεύσεις μας. Πιο συγκεκριμένα θα επιχειρήσουμε μια σύντομη κριτική αξιολόγηση των μετά τη «Σύνοδο» της Κρήτης μέχρι σήμερα  δημοσιευθέντων επισήμων αγιορειτικών  κειμένων, δηλαδή της«Εισηγήσεως της Ιεροκοινοτικής Επιτροπής επί των τελικών Κειμένων της εν Κρήτη Αγίας και Μεγάλης Συνόδου», της από 13ης. /26ης.11.2016, και του  «Μηνύματος του Αγίου Όρους περί της Αγίας και Μεγάλης εν Κρήτη Συνόδου» του από 17ης / 30ης Ιουνίου 2017.
Α΄
Η «Εισήγηση της Ιεροκοινοτικής Επιτροπής».
Η ως άνω «Εισήγηση», συντάχθηκε, ως γνωστόν, από πενταμελή Επιτροπή, αποτελούμενη από τους Καθηγούμενους των Ιερών Μονών Ξηροποτάμου αρχιμ. Ιωσήφ, Σίμωνος Πέτρας αρχιμ. Ελισσαίο, Σταυρονικήτα αρχιμ. Τύχωνα, και τους ιερομόναχους Χρυσόστομο Κουτλουμουσιανό και Λουκά Γρηγοριάτη. Η Επιτροπή έλαβε εντολή από την Ε.Δ.Ι.Σ της 23ης.9.2016 να μελετήσει και αποτιμήσει τα τελικά κείμενα της «Συνόδου» της Κρήτης, (στο εξής Σ.τ.Κ.) και να συντάξει σχετική μελέτη επ᾽ αυτών. Η Εισήγηση, μετά από κάποιες εισαγωγικές παρατηρήσεις περί της σημασίας των δογματικών αληθειών της πίστεως και περί ενότητος της Εκκλησίας, μνημονεύει την επιστολή που έστειλε η Ιερά Κοινότης προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο, την 12η/25η Μαΐου 2016. Με την επιστολή αυτή η Ιερά Κοινότης ζήτησε συγκεκριμένες τροποποιήσεις πάνω στα προσυνοδικά κείμενα, τις οποίες απαριθμεί στη συνέχεια σε έξι παραγράφους. Οι εν λόγω τροποποιήσεις και ιδίως οι τρεις πρώτες εξ’ αυτών, επειδή άπτονται της δογματικής διδασκαλίας της Εκκλησίας μας έχουν πολύ μεγάλη σημασία και εξέχουσα σοβαρότητα. Συγκεκριμένα το αίτημα «να μη αναγνωρισθούν οι ετερόδοξοι ως Εκκλησίαι» αποτελεί βασικό, δογματικής φύσεως, εκκλησιολογικό ζήτημα. Αναγνώριση των ετεροδόξων –αιρετικών ως Εκκλησιών συνεπάγεται αλλοίωση της περί Εκκλησίας δογματικής διδασκαλίας και οδηγεί μοιραία σε μια νέα, εκκλησιολογικής φύσεως, αίρεση και σε ανατροπή όλης της Συνοδικής και Κανονικής μας Παραδόσεως. Επίσης το αίτημα «να τονισθή ότι οι διάλογοι με τους ετεροδόξους σκοπεύουν εις την επιστροφήν των εις την Ορθοδοξίαν», όπως και το αίτημα να παύσει η Ορθόδοξος Εκκλησία να συμμετέχει στο εξής στο «Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών» είναι εξ’ ίσου σοβαρά ζητήματα δογματικής φύσεως, διότι αποτελούν φυσική συνέπεια και συνέχεια της περί Εκκλησίας δογματικής διδασκαλίας της πίστεώς μας. Επίσης τα αιτήματα να παύσουν οι συμπροσευχές και να διατυπωθεί «ότι η εκκλησιαστική παράδοσις αναγνωρίζει ως ‘έσχατον κριτήν’ επί θεμάτων πίστεως την συνείδησιν του πληρώματος της Εκκλησίας»,αποτελούν εξόχως σοβαρά ζητήματα, διότι η αθέτησή των οδηγεί σε παραβίαση των Ιερών Κανόνων και της Εκκλησιαστικής και Κανονικής μας παραδόσεως.
Στο σημείο αυτό όμως τίθεται το εύλογο ερώτημα: Έλαβε υπ’ όψιν της η Σ.τ.Κ. τα παρά πάνω καίρια από δογματικής απόψεως αιτήματα των αγιορειτών Πατέρων; Ασφαλώς όχι. Βέβαια εδώ με έμφαση πρέπει να τονιστεί, ότι η αθέτηση των παρά πάνω αιτημάτων σημαίνει, ότι η Σ.τ.Κ. δεν ορθοτόμησε τον λόγο της αληθείας και σε τελική ανάλυση οδηγήθηκε στη διατύπωση δογματικής πλάνης και κακόδοξης περί Εκκλησίας διδασκαλίας. Η αγιορειτική Επιτροπή απαριθμεί μεν τα αιτήματα, αλλά αποσιωπά, δεν έχει δυστυχώς το ομολογιακό θάρρος, να επισημάνει ότι η εν λόγω «Σύνοδος», επειδή ακριβώς δεν έλαβε  υπ’ όψιν της τα παρά πάνω αιτήματα, οδηγήθηκε τελικά στη διατύπωση δογματικής πλάνης και κακόδοξης περί Εκκλησίας διδασκαλίας. Μόλις και μετά βίας, μετά πολλού φόβου και τρόμου, τολμάει στη συνέχεια να διατυπώσει ότι: «Μετά παρέλευσιν ικανού διαστήματος από της συγκλήσεως της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, οφείλομεν να επισημάνωμεν με περίσκεψιν και νηφαλιότητα σημεία τινα του συνοδικού κειμένου ‘Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον’, τα οποία ως αμφίσημα αναμένουν την ορθοτέραν διατύπωσίν των, δια να φανή πως έχει η αλήθεια…». Παρά κάτω (σελ.7), χαρακτηρίζει τα συνοδικά κείμενα ως ατελή: «Τα κείμενα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου έχουν τας ελλείψεις και ατελείας των». Για να τεκμηριώσει δε αυτούς τους ισχυρισμούς της, παραθέτει παρά κάτω, σε τέσσερις παραγράφους, ποιά είναι αυτά τα «σημεία του συνοδικού κειμένου», τα οποία χαρακτηρίζει ως «αμφίσημα», η «ατελή», και τα οποία «αναμένουν την ορθοτέραν διατύπωσίν των». Όπως αποδεικνύεται όμως από όσα παραθέτει η Επιτροπή στις παραγράφους αυτές, τα «σημεία» αυτά, τα οποία έχουν ανάγκη διορθώσεων, δεν είναι απλώς «αμφίσημα», ή «ατελή», ή  εν μέρει ορθά, ώστε να «αναμένουν την ορθοτέραν διατύπωσίν των». Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με «αμφίσημες» και εν μέρει ορθές διατυπώσεις, ή με «ελλείψεις και ατελείας», αλλά με σαφέστατα κακόδοξες και αντορθόδοξες διατυπώσεις. Όπως ορθότατα επισημαίνει η Επιτροπή: «Η διατύπωσις ‘ετερόδοξοι χριστιανικαί Εκκλησίαι’ δίδει χώρον εις την αντορθόδοξον θεωρίαν ότι Ορθόδοξοι και Ρωμαιοκαθολικοί ‘ευρίσκονται πλέον υπό καθεστώς όχι τετελεσμένου σχίσματος, αλλά διακοπής της εκκλησιαστικής κοινωνίας (ακοινωνησία)’. Η θεωρία αύτη συσκευάζει Ορθοδόξους και Ρωμαιοκαθολικούς εις την Μίαν Εκκλησίαν και αντιλαμβάνεται την ετεροδοξίαν ως διαφορετικήν διατύπωσιν της ιδίας αποστολικής πίστεως!». Το να «συσκευάζονται» όμως «Ορθόδοξοι και Ρωμαιοκαθολικοί εις την Μίαν Εκκλησίαν», δηλαδή το να αναγνωρίζεται ο Παπισμός ως πλήρης και ορθοδοξούσα Εκκλησία, δεν ισοδυναμεί με εκκλησιολογική πλάνη και αίρεση; Δεν ισοδυναμεί ουσιαστικά με διαγραφή και ακύρωση μιας σειράς Οικουμενικών και Τοπικών, ή Ενδημουσών Συνόδων, στις οποίες σαφέστατα καταδικάσθηκε ο Παπισμός ως αίρεση;[1] Ασφαλώς Ναι. Είναι ανεπίτρεπτο, από δογματικής απόψεως, να υποβιβάζεται μια κακόδοξη διατύπωση στο επίπεδο του «αμφισήμου», του «ατελούς», ή του «ασαφούς» και του εν μέρει ορθού, διότι μια τέτοια νοοτροπία υποκρύπτει μια τάση υποβαθμίσεως της δογματικής πλάνης, μια τάση «δογματικού μινιμαλισμού», η οποία, τι άλλο μπορεί να φανερώνει παρά φόβο και δειλία, να διατυπωθεί η αλήθεια με το όνομά της; Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος γράφει σχετικά με το θέμα που μας απασχολεί τα εξής: «Καθάπερ εν τοις βασιλικοίς νομίσμασιν ο μικρόν τον χαρακτήρα περικόψας, όλον το νόμισμα κίβδηλον ειργάσατο, ούτω και ο της υγιούς πίστεως και το βραχύτατον ανατρέψας τω παντί λυμαίνεται επί τα χείρονα προϊών από της αρχής».[2] Όπως ακριβώς στα βασιλικά νομίσματα, όποιος τολμήσει να κόψει έστω και κάτι ελάχιστο από ό,τι έχει χαραχθεί επάνω σ’ αυτά, καθιστά όλο το νόμισμα κίβδηλο, έτσι και εκείνος ο οποίος διαστρέφει έστω και κάτι ελάχιστο από την υγιή πίστη, καταστρέφει τα πάντα, εκπίπτοντας σε χειρότερα από ότι πριν πιστεύσει.
Όπως πολύ εύστοχα επεσήμανε ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος σε εκτενέστατη θεολογική παρέμβαση, (33 σελίδων), την οποία κατέθεσε στην Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, (23 και 24 Νοεμβρίου του 2016), στο κείμενο με τίτλο: «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» είσάγεται μια αιρετική εκκλησιολογία. Ο ως άνω ιεράρχης σχολιάζοντας την τελική πρόταση που κατέθεσε η Εκκλησία της Ελλάδος στη Σ.τ.Κ., στην παράγραφο 6, ότι «η Ορθόδοξος Εκκλησία αποδέχεται την ιστορικήν ονομασίαν των μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ’ αυτής άλλων ετεροδόξων χριστιανικών Εκκλησιών και ομολογιών», παρατηρεί τα εξής: «Όμως η νέα αυτή πρόταση της πλειοψηφίας της αντιπροσωπείας μας, αφ’ ενός μεν απομακρύνεται από την ομόφωνη απόφαση της Ιεραρχίας μας, αφ’ ετέρου  δε είναι κακόδοξη και αντορθόδοξη».[3] Και αποδεικνύει στη συνέχεια με αδιάσειστα θεολογικά επιχειρήματα ότι: «ή θα υπάρχει εκκλησία χωρίς αιρετικές διδασκαλίες, η οποία σώζει τους ανθρώπους, ή θα είναι αιρετική ομάδα, η οποία δεν μπορεί να αποκαλείται Εκκλησία. Το να ενώνονται οι δύο αυτές λέξεις –ετερόδοξη και Εκκλησία- σε μια ενότητα και η μία είναι κοσμητικό επίθετο της άλλης, είναι γεγονός εσφαλμένο, γιατί τότε εμπαίζονται και οι ετερόδοξοι και οι Ορθόδοξοι».[4]  Στην θεολογική του ανάλυση παρουσιάζει και αποδεικνύει ότι η παρά πάνω κακόδοξη διατύπωση προέρχεται από την αιρετική προτεσταντική θεωρία περί αοράτου και ορατής Εκκλησίας: «Η νέα αυτή πρόταση, [με την οποία γίνεται αποδεκτός ο όρος ‘ετερόδοξη εκκλησία’], εκφράζει την προτεσταντική άποψη περί αοράτου και ορατής Εκκλησίας, που είναι μια ‘νεστοριανική εκκλησιολογία’».[5]  Επίσης αναφέρει ότι «η άποψη ότι μπορεί να χαρακτηριστεί μια Εκκλησία ως ετερόδοξη –αιρετική καταδικάσθηκε από τις συνόδους του 17ου αιώνος με αφορμή την ‘Λουκάρειο ομολογία’…Οι αποφάσεις των συνόδων του 17ου αιώνος αποφάνθηκαν, ότι η εκκλησία δεν μπορεί να πλανάται».[6]
Στα ίδια συμπεράσματα κατέληξε και η «Σύναξη Κληρικών και Μοναχών», η οποία σε κείμενό της με τίτλο: «Ανοικτή επιστολή-Ομολογία για την ‘Σύνοδο’ της Κρήτης» αναφέρει τα εξής: «Η αποφυγή από την ‘Σύνοδο’ της Κρήτης να κρίνει τα κείμενα των Θεολογικών Διαλόγων και την συμμετοχή μας στο ‘Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών’, ενώ αντίθετα επαινεί και τα δύο, σημαίνει ότι ουσιαστικά εγκρίνει ότι οι Παπικοί έχουν Χάρη, Μυστήρια Ιερωσύνη, Αποστολική Διαδοχή (Balamand), και ότι εμείς χωρισμένοι από τους Μονοφυσίτες, τους Παπικούς και τους Προτεστάντες δεν μπορούμε να είμαστε η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία (Πόρτο Αλέγκρε, Πουσάν). Η μη συμμετοχή της Εκκλησίας της Ελλάδος στην συνέλευση του Balamand μεταβάλλεται τώρα σε συνενοχή με την έγκριση των κειμένων των Διαλόγων. Καθίσταται έτσι η «Σύνοδος» της Κρήτης σύμμαχος και προαγωγός της παναιρέσεως του Οικουμενισμού, αντίθετη προς όλες τις προηγούμενες συνόδους της Εκκλησίας, οι οποίες, αντί να εκκλησιοποιούν τις αιρέσεις, τις κατεδίκαζαν και τις αναθεμάτιζαν… Επομένως όχι μόνο ως προς την διαδικασία συγκλήσεως και λειτουργίας, αλλά και ως προς τις αποφάσεις της, ιδιαίτερα ως προς την συνοδική αναγνώριση του Οικουμενισμού και των αιρέσεων ως εκκλησιών, η συνέλευση μερικών επισκόπων στην Κρήτη δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ούτε Σύνοδος, ούτε Αγία, ούτε Μεγάλη».[7]
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η Βουλγαρική Εκκλησία. Με ομόφωνη συνοδική απόφασή της και με όλους τους ιεράρχες της παρόντες κατά τη συνοδική συνεδρίαση που έλαβε χώρα στις 15 Νοεμβρίου 2016, κατέληξε μεταξύ άλλων, στο εξής συμπέρασμα σχετικά με το κείμενο με τίτλο «Σχέσεις της Ορθόδοξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον»: «Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των κειμένων που υιοθετήθηκαν από τη Σύνοδο της Κρήτης, η Ιερά Σύνοδος έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι περιέχουν αποκλίσεις από την Ορθόδοξη παράδοση, από τη δογματική και κανονική παράδοση της Εκκλησίας και από το πνεύμα και το γράμμα των Οικουμενικών και των Τοπικών Συνόδων».[8]
Παρατηρεί ακόμη η Επιτροπή ότι: «Είναι γεγονός ότι οι πλείστοι των επισκόπων, έστω και με το σχήμα των Αντιπροσωπειών, επήγαν εις την Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον, δια να βεβαιώσουν την αυτοσυνειδησίαν της Μιας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας και όχι δια να επικροτήσουν κάποιαν οικουμενιστικήν γραμμήν». Δεν μας εξηγούν όμως, πως συμβαίνει το παράδοξο, οι μεν επίσκοποι της Σ.τ.Κ. να έχουν Ορθόδοξο και όχι οικουμενιστικό φρόνημα, τελικά όμως να επικροτούν και να νομιμοποιούν συνοδικά μια αιρετική-οικουμενιστική εκκλησιολογία; Μπορεί να δεχθεί η κοινή λογική έναν τέτοιο ισχυρισμό; Εμείς βλέπουμε το αποτέλεσμα, το έγκλημα που διεπράχθη στο Κολυμπάρι της Κρήτης, και με βάση αυτό το έγκλημα, βγάζουμε τα συμπεράσματά μας. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τις προθέσεις των ανθρώπων, διότι δεν είμαστε καρδιογνώστες. Τις προθέσεις των ανθρώπων τις γνωρίζει μόνον ο Θεός.
Παρά κάτω αναφέρει: «Δεν δυνάμεθα επίσης να μη αναγνωρίσωμεν την λαμπράν προσπάθειαν Προκαθημένων και συνοδικών αρχιερέων να βελτιωθούν τα κείμενα. Οφείλομεν μάλιστα να εξάρωμεν τας θεολογικάς προσπαθείας ωρισμένων επισκόπων να απαλειφθούν αμφίσημοι θεολογικαί έννοιαι και φράσεις και να προστεθούν απαραίτητοι προτάσεις, προκειμένου να αποφευχθή η οικουμενιστική νοηματοδότησις των κειμένων». Και παραθέτει στη συνέχεια κάποιες συγκεκριμένες περιπτώσεις βελτιώσεων. Εδώ το πρώτο που πρέπει να τονίσουμε είναι ότι, παρά τις όποιες βελτιώσεις, δυστυχώς δεν μπόρεσαν οι συνοδικοί αρχιερείς να αποτρέψουν την εισαγωγή μιας αιρετικής εκκλησιολογίας και την έκπτωση της Σ.τ.Κ. σε ψευδοσύνοδο. Και εκείνο που «μετράει» είναι, όχι οι όποιες προσπάθειες για βελτιώσεις, αλλά το τελικό αποτέλεσμα. Μπορούμε να πούμε ότι τελικά η Σ.τ.Κ. ήταν στο σύνολό της μια αληθινή Ορθόδοξη Σύνοδος, που μπορεί να συγκαταριθμηθεί με τις Οικουμενικές Συνόδους της Εκκλησίας μας; Ασφαλώς όχι. Εφ’ όσον λοιπόν δεν ήταν Ορθόδοξη Σύνοδος, τι άλλο μπορεί να ήταν παρά μια ψευδοσύνοδος; Υπάρχει κάτι ενδιάμεσο μεταξύ αληθούς Ορθοδόξου Συνόδου και ψευδοσυνόδου; Όπως δεν υπάρχει κάτι ενδιάμεσο μεταξύ αληθείας και ψεύδους, έτσι δεν μπορεί να υπάρχει κάτι ενδιάμεσο μεταξύ Ορθοδόξου Συνόδου και ψευδοσυνόδου.Μπορούμε να πούμε ότι μια γυναίκα είναι λίγο έγκυος; Ή είναι έγκυος, η όχι. Για να γίνουμε ακόμη πιο σαφείς, θα φέρουμε ένα παράδειγμα από τον χώρο της Ιατρικής. Ας υποθέσουμε, ότι έχουμε κάποιον βαριά ασθενή, που χειρουργείται από μια ομάδα χειρουργών. Οι χειρουργοί βάζουν όλη την τέχνη τους και κάνουν «λαμπρές προσπάθειες» να σώσουν τον ασθενή. Μεταχειρίζονται ορισμένες χειρουργικές μεθόδους, με τις οποίες επιδιώκουν να βελτιώσουν την λειτουργία ορισμένων οργάνων. Ωστόσο τελικά δεν κατορθώνουν να σώσουν την ζωή του ασθενούς. Ο ασθενής μια ώρα μετά την επέμβαση πεθαίνει. Μπορεί τώρα η ομάδα των χειρουργών να καυχάται και να πανηγυρίζει, ότι πέτυχε κάποιες βελτιώσεις στον ασθενή, καθ’ ον χρόνον ο ασθενής τελικά πέθανε; Ασφαλώς όχι. Εκείνο που αξιολογούν όλοι είναι το τελικό αποτέλεσμα και όχι οι όποιες «λαμπρές προσπάθειες» τους. 
Παρά κάτω προσθέτει: «Τα κείμενα της Συνόδου πρέπει να υπερβούν την μονομέρειαν, η οποία οφείλεται εις το ότι αυτά ηγνόησαν την ισχυράν θεολογικήν παράδοσιν που εχάραξαν σύγχρονοι θεοφόροι Πατέρες και έγκριτοι θεολόγοι, οι οποίοι διείδον την πορείαν των οικουμενικών διαλόγων ως μίαν οικουμενιστικήν παρέκκλισιν». Εδώ οι αγιορείτες Πατέρες προφανώς θέλουν να επισημάνουν ότι τα συνοδικά κείμενα έχουν κάποια «μονομέρεια», επειδή αποτυπώνουν την μία πλευρά των πραγμάτων. Περιγράφουν τις σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τον ετερόδοξο χριστιανικό κόσμο από την σκοπιά εκείνων των φορέων που τις διεκπεραίωναν κατά τα εβδομήντα, ή πενήντα τελευταία χρόνια. Όμως στην Εκκλησία υπάρχει και η «ισχυρά θεολογική παράδοση που εχάραξαν σύγχρονοι θεοφόροι Πατέρες και έγκριτοι θεολόγοι». Η παράδοση αυτή είναι εκείνη που εκφράζει την πίστη των Προφητών, Αποστόλων και Πατέρων και αυτή την παράδοση όφειλε να ακολουθήσει η Σ.τ.Κ.. Συμφωνούμε απόλυτα ότι εκείνοι που εξέφρασαν μονομερώς την άλλη άποψη, την άλλη πλευρά των πραγμάτων, ασφαλώς δεν εξέφρασαν την «ισχυρά θεολογική παράδοση που εχάραξαν σύγχρονοι θεοφόροι Πατέρες και έγκριτοι θεολόγοι» και σε τελική ανάλυση δεν εξέφρασαν τηνπίστη των Προφητών, Αποστόλων και Πατέρων. Αν όμως δεν εξέφρασαν αυτή την πίστητότε τι εξέφρασαν;Δεν είναι δυνατόν παρά να εξέφρασαν, μια άποψη που δεν εναρμονίζεται με την πίστη των Προφητών, Αποστόλων και Πατέρων, δηλαδή μια κακόδοξη άποψη και πιο συγκεκριμένα εξέφρασαν τον οικουμενιστικό (=αιρετικό), τρόπο διεκπεραιώσεως των διαχριστιανικών σχέσεων. Και τούτο επειδή, ό,τι είναι ξένο προς την πίστη των Προφητών, Αποστόλων και Πατέρων, δεν μπορεί παρά να είναι κακόδοξο και αιρετικό. Μπορούμε όμως μια κακόδοξη άποψη, μπορούμε έναν οικουμενιστικό (=αιρετικό) τρόπο σκέψεως και δράσεως να τον χαρακτηρίζουμε ως «μονομέρεια», που αποτυπώνει την μία πλευρά των πραγμάτων; Εδώ λοιπόν δεν έχουμε να κάνουμε με κάποια  «μονομέρεια», αλλά με έναν κακόδοξο τρόπο σκέψεως και δράσεως. Επομένως η λέξη «μονομέρεια» είναι, νομίζω, τελείως αδόκιμη και άστοχη, διότι δεν αποδίδει με δογματική ακρίβεια την αλήθεια των πραγμάτων. Απομειώνει και υποβαθμίζει την δράση των αιρετικών οικουμενιστών στο επίπεδο της «μονομέρειας».
Παρά κάτω προσθέτει: «Όμως η τάσις δια ‘διακοπήν μνημοσύνου’ δεν είναι εν προκειμένω δικαιολογημένη. Τα κείμενα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου έχουν τας ελλείψεις και ατελείας των. Δεν υπεγράφη όμως ‘ενωτικός όρος’, όπως εις την Λυών και την Φλωρεντίαν και ουδείς Ορθόδοξος επίσκοπος προσεχώρησεν εις κατεγνωσμένην υπό της Εκκλησίας αίρεσιν ούτε εκήρυξεν ‘γυμνή τη κεφαλή’ τας αιρετικάς διδασκαλίας των ετεροδόξων». Εδώ κατά την ταπεινή μου γνώμη διατυπώνεται ένα σοβαρότατο λάθος. Αν ρίξουμε μια ματιά στα πρακτικά των Οικουμενικών Συνόδων και στους Ιερούς Κανόνες, θα διαπιστώσουμε, ότι το μοναδικό κριτήριο, επί τη βάσει του οποίου οι άγιοι Πατέρες απέκοπταν και αναθεμάτιζαν τους αιρετικούς, ήταν η έκπτωσή τους στην αίρεση. Επίσης το μοναδικό κριτήριο, επί τη βάσει του οποίου ο 15ος Ιερός Κανόνας της ΑΒ΄  Συνόδου επιτρέπει την αποτείχιση, είναι και πάλι η αίρεση και όχι η υπογραφή κάποιου «ενωτικού όρου». Όπως σαφέστατα διατυπώνεται στον εν λόγω Ιερό Κανόνα: «Οι γαρ δι’ αίρεσιν τινά, [και όχι εξ’ αιτίας υπογραφής κάποιου ενωτικού όρου], παρά των αγίων Συνόδων, η Πατέρων κατεγνωσμένην της προς τον πρόεδρον κοινωνίας εαυτούς διαστέλλοντες …». Δεν υπάρχουν άλλα κριτήρια, άλλες κόκκινες γραμμές, παρά μόνο η αίρεση. Αφού λοιπόν, όπως αποδείξαμε προηγουμένως, η Σ.τ.Κ. δεν ήταν Ορθόδοξη Σύνοδος, διότι εξέπεσε σε δογματικές πλάνες, τι άλλο μπορεί να ήταν παρά μια ψευδοσύνοδος; Στην ιστορία της Συνοδικής και Κανονικής μας Παραδόσεως συναντούμε δύο ειδών Συνόδους: Αληθινές Ορθόδοξες Συνόδους και Ψευδοσυνόδους. Τρίτο είδος Συνόδου δεν μπορεί να υπάρξει. Αν μια σύνοδος δεν είναι Ορθόδοξη, τότε οπωσδήποτε είναι ψευδοσύνοδος. Δεν υπάρχει τίποτε ενδιάμεσο μεταξύ Ορθοδόξου Συνόδου και ψευδοσυνόδου, όπως δεν υπάρχει τίποτε ενδιάμεσο μεταξύ φωτός και σκότους, μεταξύ αληθείας και ψεύδους. Αφού λοιπόν η Σ.τ.Κ. ήταν ψευδοσύνοδος, τότε γιατί η εφαρμογή του 15ου Ιερού Κανόνος δεν είναι δικαιολογημένη; Κατά ποιάν έννοια μπορούν να θεωρηθούν, όσοι δικαιολογημένα εφαρμόζουν τον εν λόγω Ιερό Κανόνα, ως σχιματικοί, ή εκτός Εκκλησίας; Είναι δυνατόν η εφαρμογή ενός Ιερού Κανόνος να μας βγάζει έξω από την Εκκλησία; Όχι βέβαια. Άραγε όσοι επίσκοποι υπέγραψαν τις δογματικές πλάνες της ψευδοσυνόδου, δεν αναγνώρισαν, με την υπογραφή τους αυτή, πανηγυρικά και «γυμνή τη κεφαλή» ότι οι ετερόδοξοι είναι εκκλησίες με έγκυρα μυστήρια και σώζουσα Χάρη; Και, κατ’ επέκταση, δεν διεκήρυξαν «γυμνή τη κεφαλή», ότι οι αιρετικές διδασκαλίες των ετεροδόξων αποτελούν «διαφορετική διατύπωση της ιδίας αποστολικής πίστεως»; Ασφαλώς ναι.  Πέραν αυτών, αν θέσουμε ως κριτήριο την υπογραφή κάποιου«ενωτικού όρου» και όχι την αίρεση, τότε ποιο κριτήριο θα θέσουμε για τους Προτεστάντες και τους μονοφυσίτες; Διότι γι’ αυτούς δεν υφίσταται καν θέμα «ενωτικού όρου».   
Τέλος η Εισήγηση επισημαίνει: «Αναγνωρίζομεν ότι ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος έδειξεν απεριόριστον ενδιαφέρον δια να εκφρασθή υπό της Συνόδου η ακραιφνής Ορθόδοξος Εκκλησιολογία». Πως όμως μπορούν να αποδείξουν τον παρά πάνω ισχυρισμό; Μπορούν να αποδείξουν ότι ο κ. Βαρθολομαίος έκανε το παν, και μάλιστα με την ιδιότητά του ως πρόεδρος της Συνόδου, για να μην γίνει αποδεκτός ο όρος «Εκκλησία» στους ετεροδόξους και να απορριφθούν όλες οι παράγραφοι που αναφέρονται στο Π.Σ.Ε.; Η τραγική πραγματικότητα δυστυχώς αποδεικνύει το αντίθετο: Ο κ. Βαρθολομαίος, υπήρξε από τους πιο ένθερμους θιασώτες για την αποδοχή του όρου «Εκκλησία» στους ετεροδόξους και υπήρξε ο πρώτος που υπέγραψε το κακόδοξο κείμενο με τίτλο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τον λοιπον Χριστιανικό κόσμο».  
Συνεχίζεται.


[1] Βλέπε σχετικά, Πρωτ. Αναστασίου Γκοτσοπούλου, «Η συμπροσευχή με αιρετικούς», Εκδ. «Θεοδρομία», Θεσσαλονίκη 2009, σελ. 39-46.
[2] Εις Γαλάτας κεφ. Α, ΕΠΕ 20,194. PG 61,622.
[3] Βλ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεου, «Παρέμβαση και κείμενο στην Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος, (Νοέμβριος 2016), σελ. 23.
[4] Βλ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεου, «Παρέμβαση…», ο.π. σελ. 25. 
[5] Βλ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεου, «Παρέμβαση…», ο.π. σελ. 5
[6] Βλ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεου, «Παρέμβαση…», ο.π. σελ. 4.
[7] Βλ. Ιστολόγιο Κατάνυξις, 30 Οκτωβρίου 2016, «Σύναξη Κληρικών και Μοναχών», «Ανοικτή επιστολή-Ομολογία για την ‘Σύνοδο’ της Κρήτης», σελ.6.
[8] Βλ. Ιστολόγιο «Ακτίνες», Ιερά Σύνοδος της Βουλγαρικής Ορθόδοξης Εκκλησίας: «Η Σύνοδος της Κρήτης δεν είναι ούτε Μεγάλη, ούτε Αγία ούτε Πανορθόδοξη», 7 Δεκεμβρίου 2016.

http://aktines.blogspot.gr/2017/08/blog-post_93.html


Τα μετά την «Σύνοδο» της Κρήτης επίσημα αγιορειτικά κείμενα.
Ένας σύντομος συμπληρωματικός σχολιασμός.
Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου, Διευθυντού του Γραφείου Αιρέσεων  της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς
Εν Πειραιεί τη 12η Αυγούστου 2017.

Β΄
«Μήνυμα του Αγίου Όρους περί της Αγίας και Μεγάλης εν Κρήτη Συνόδου»
Μετά τον σχολιασμό της «Εισηγήσεως της Ιεροκοινοτικής Επιτροπής επί των τελικών Κειμένων της εν Κρήτη Αγίας και Μεγάλης Συνόδου», στο πρώτο μέρος της παρούσης μελέτης μας, προχωρούμε στο δεύτερο, στο οποίο θα προσπαθήσουμε να σχολιάσουμε με την Χάρη του Θεού, το «Μήνυμα του Αγίου Όρους περί της Αγίας και Μεγάλης εν Κρήτη Συνόδου» το από 17ης / 30ης Ιουνίου 2017. Το κείμενο αυτό συντάχθηκε, (όπως εκ των υστέρων εξακριβώθηκε από το γράφοντα από έγκυρη πηγή), από τον Προηγούμενο της Ι. Μ. Ιβήρων αρχιμ. Βασίλειο (Γοντικάκη), «κατά παραγγελίαν» της Ιεράς Κοινότητος. Εισήχθη προς μελέτη και έγκριση στην Έκτακτη Διπλή Ιερά Σύναξη της 17ης / 30ης Ιουνίου 2017. Οι περισσότερες Ιερές Μονές το ψήφησαν, ενώ πέντε μόνο, οι Ιερές Μονές Ξηροποτάμου, Γρηγορίου, Καρακάλου, Φιλοθέου και Κωνσταμονίτου, το απέρριψαν. Έτσι το «Μήνυμα» δημοσιεύθηκε ως επίσημο πλέον κείμενο του Αγίου Όρους με τον παρά πάνω τίτλο, το οποίο σε σύγκριση με το προηγούμενο που σχολιάσαμε, (την Εισήγηση της Ιεροκοινοτικής Επιτροπής), έχει πολύ μεγαλύτερη επισημότητα και βαρύτητα. Αποτελεί τρόπον τινά την τελευταία λέξη του Αγίου Όρους γύρω από την Σ.τ.Κ., (τουλάχιστον μέχρι στιγμής).
Το «Μήνυμα» απευθύνεται προς τον πιστό λαό του Θεού, «εξ’ αισθήµατος ευθύνης και σεβασµού προς την Αγίαν ηµών Εκκλησίαν και το πλήρωµα Αυτής». Ο συντάκτης αισθάνεται την ανάγκη να μνημονεύσει στην εισαγωγή τα δύο προηγούμενα επίσημα αγιορειτικά κείμενα, για τα οποία έγινε λόγος στο πρώτο μέρος της μελέτης μας, δηλαδή την Ιεροκοινοτική επιστολή προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο, (12/25 Μαΐου 2016), και την  Εισήγηση της Ιεροκοινοτικής Επιτροπής, (13/26 Νοεμβρίου 2016). Με την μνημόνευση αυτή το Μήνυμα εμφανίζεται ως συνέχεια «των ήδη γνωστοποιηθέντων κατά το τελευταίον διάστηµα επισήµων κειµένων του Αγίου Όρους, τόσον των θέσεων αυτού προ της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, όσον και της αποτιµήσεως των τελικών κειµένων της Συνόδου». Ωστόσο όμως, όπως θα φανεί στη συνέχεια, το κείμενο αυτό  σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να αποτελέσει οργανική συνέχεια των δύο προηγουμένων αγιορειτικών κειμένων. Εάν το Μήνυμα αποτελούσε όντως οργανική συνέχεια, θα έπρεπε ο συντάκτης να παραθέσει, αν μη τι άλλο, τουλάχιστον τα πορίσματα και τις διαπιστώσεις της Εισηγήσεως της Ιεροκοινοτικής Επιτροπής. Πουθενά όμως στο Μήνυμα δεν γίνεται η παραμικρή αναφορά, ο παραμικρός υπαινιγμός στις διαπιστώσεις της Εισηγήσεως. Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα κείμενο, το οποίο σε έναν απλό αναγνώστη που δεν έχει θεολογικές γνώσεις, εμφανίζεται ξεκάρφωτο και άσχετο με τα προηγούμενα επίσημα αγιορειτικά κείμενα. Με ένα κείμενο, που δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες του, να πληροφορηθεί υπεύθυνα και ξεκάθαρα, ποιά είναι η φωνή του αγίου Όρους γύρω από την Σ.τ.Κ.. Να μάθει, ποια απάντηση έχει να δώσει το άγιον Όρος πάνω σε ορισμένα πολύ απλά και καυτά ερωτήματα: Τελικά τι ήταν η Σ.τ.Κ.; Ήταν μια αληθινή Ορθόδοξη Σύνοδος, ή μια ψευδοσύνοδος; Η «Σύνοδος» αυτή έλαβε Ορθόδοξες αποφάσεις; Μπορούμε να πούμε ότι η Σ.τ.Κ. αποτελεί οργανική συνέχεια των προγενεστέρων Οικουμενικών Συνόδων; Μπορούμε να πούμε ότι οι συνοδικοί αρχιερείς εδογμάτισαν ορθοδόξως και οι αποφάσεις των είναι καρπός θείου φωτισμού και εμπνεύσεως του αγίου Πνεύματος;  Σε τελική ανάλυση εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα κείμενο, το οποίο κινείται σε μια εντελώς άλλη ατμόσφαιρα, την ατμόσφαιρα της αναστάσεως, στην οποία συρράπτονται στοιχεία Εκκλησιολογίας, Σωτηριολογίας, Χριστολογίας και Εσχατολογίας. Ο συντάκτης με πολλή τέχνη και διπλωματικό τρόπο αποφεύγει να απαντήσει στα παρά πάνω απλά και καυτά ερωτήματα, ακριβώς γιατί, αν απαντήσει, είτε θα εξοργίσει  το Φανάρι, είτε θα έρθει σε κραυγαλέα αντίθεση με πλήθος μελετών και δημοσιεύσεων, που αποδεικνύουν τετραγωνικά, ότι η Σ.τ.Κ. δεν ήταν αληθινή ορθόδοξη Σύνοδος, οπότε θα εξοργίσει τον πιστό λαό του Θεού.    
Μετά την εισαγωγή, στη δεύτερη παράγραφο, ο συντάκτης εκδηλώνει, τι είναι εκείνο που κατά βάθος τον απασχολεί, και πού στοχεύει το Μήνυμα: Ο στόχος είναι να κατασταλούν  οι ταραχές και οι αντιδράσεις έσωθεν και έξωθεν του αγίου Όρους και όχι να σχολιασθούν οι αποφάσεις της Σ.τ.Κ.. Γράφουν οι Αγιορείτες: «Διαρκώς παρατηρείται μια υποβόσκουσα ταραχή προκαλουμένη από αντιδράσεις κατά αποφάσεων της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, (Κρήτη, 2016). Προτείνονται αποτειχίσεις και διακοπαί του μνημοσύνου των οικείων επισκόπων. Επειδή είμεθα αποδέκται αυτών των ανησυχιών, και ευρισκόμενοι εντός της Εκκλησίας, απευθύνομεν προς όλους τον χαιρετισμόν του Αναστάντος Χριστού: Ειρήνη υμίν. Δεν υπάρχει λόγος ταραχής, εφ’ όσον ευρίσκεται μεθ’ ημών ο Αναστάς Κύριος». Κατά τον συντάκτη διαπιστώνονται μεν ταραχές και αντιδράσεις, ακόμη και αποτειχίσεις και διακοπαί μνημοσύνων, αλλά αυτές δεν δικαιολογούνται, διότι βρισκόμαστε μέσα στην Εκκλησία και έχουμε μαζί μας τον Αναστάντα Κύριο. Το ότι δεν δικαιολογούνται οι αποτειχίσεις, αυτό το επεσήμανε ήδη η Ιεροκοινοτική Επιτροπή στην Εισήγησή της, όπως είδαμε στο Α΄ μέρος της μελέτης μας. Με πολύ έντεχνο τρόπο αποφεύγει ο συντάκτης να αναφερθεί στην αιτία των αντιδράσεων και των αποτειχίσεων. Ξέρει πολύ καλά ότι η αιτία είναι οι κακόδοξες αποφάσεις της Σ.τ.Κ.,  αλλά με αυτές δεν θέλει επ’ ουδενί λόγω να καταπιαστεί. Τις αποφεύγει, όπως ο διάβολος το λιβάνι. Γι’ αυτό και καταφεύγει στον αναστάντα Κύριο, ο Οποίος καλείται να τον βγάλει από το αδιέξοδο. Δεν γνωρίζουν άραγε οι αγιορείτες Πατέρες, που υιοθέτησαν αυτό το κείμενο, ότι τότε μόνον «ευρισκόμεθα εντός της Εκκλησίας» και ο αναστάς Κύριος βρίσκεται όντως μαζί μας, όταν εμείς κρατούμε την αλήθεια της πίστεως ανόθευτη και απαραχάρακτη, σύμφωνα με την διακήρυξή Του ότι «εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή»; (Ιω.14,6). Δεν διάβασαν ποτέ τον λόγο του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά του αγιορείτου, ότι «Οἱ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, τῆς ἀληθείας εἰσί καί οἱ μή τῆς ἀληθείας ὄντες οὐδέ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας εἰσί»;[1] Αυτοί που ανήκουν στην Εκκλησία του Χριστού, είναι της αληθείας και αυτοί που δεν ανήκουν στην αλήθεια, δεν είναι ούτε της Εκκλησίας. Δεν γνωρίζουν ότι σε καμιά περίπτωση δεν βρίσκεται ο αναστάς Κύριος, εκεί όπου υπάρχει η αίρεση, εκεί όπου συγκροτούνται ψευδοσύνοδοι, εκεί όπου υπογράφονται κακόδοξες αποφάσεις, εκεί όπου υπάρχει συμπόρευση με την αίρεση, ή ένοχη σιωπή απέναντι στην αίρεση; Σχετικά με την ένοχη αυτή σιωπή, ομιλώντας ο αποστόλος Παύλος προς τους πρεσβυτέρους της Εκκλησίας της Εφέσου, γράφει: «καθαρὸς ἐγὼ ἀπὸ τοῦ αἵματος πάντων· οὐ γὰρ ὑπεστειλάμην τοῦ μὴ ἀναγγεῖλαι ὑμῖν πᾶσαν τὴν βουλὴν τοῦ Θεοῦ», (Πραξ.20, 26-27). Ο δε μέγας Βασίλειος, σχολιάζοντας τον παρά πάνω λόγο του αποστόλου, γράφει: «Ο δε σιωπήσας μόνον, ένοχος του αίματος των αμαρτανόντων ευρίσκεται».[2]
Κατά τον συντάκτη «δεν υπάρχει λόγος ταραχής», όλα πηγαίνουν καλά, όχι μόνο διότι έχουμε μαζί μας τον Αναστάντα Κύριο, αλλά και για έναν ακόμη λόγο, τον οποίο επεσήμανε στην Εισήγησή της η Ιεροκοινοτική Επιτροπή. Για τον λόγο ότι αφ’ ενός μεν η Σ.τ.Κ. ήταν μεν Ορθόδοξη, αλλά με μερικά λαθάκια, ατέλειες και αμφισημίες, που πρέπει να διορθωθούν και αφ’ ετέρου διότι δεν υπογράφθηκε «ενωτικός όρος». Περί αυτών όμως έχει ήδη γίνει σχολιασμός στο Α΄ μέρος της μελέτης μας.
Παρά κάτω γράφουν: «Η Σύνοδος έγινε µετά από πολυχρόνιον προετοιµασίαν. Προ της Συνόδου τα προετοιµασθέντα κείµενα εκοινοποιήθησαν προς γνώσιν των πιστών και µέ την δυνατότητα εκφράσεως κάποιας γνώµης. Το Άγιον Όρος επί σειράν ετών µετά σαφηνείας διετύπωσε τας απόψεις του δια τους γινοµένους διαλόγους µετά των ετεροδόξων Χριστιανών. Κατά τας εργασίας της Συνόδου οι αρχιερείς εξέφρασαν τας προσωπικάς των απόψεις. Κάποιοι εξ αυτών διετύπωσαν τας αντιρρήσεις των µέ σεµνόν τρόπον, χωρίς να διακόπτουν τας σχέσεις των µέ την Εκκλησίαν. Όλα είναι καταγεγραµµένα». Το ότι προηγήθηκε «πολυχρόνιος προετοιµασία», η ότι τα «κείµενα εκοινοποιήθησαν προς γνώσιν των πιστών», αυτά όλα είναι γνωστά. Δεν είναι εδώ το πρόβλημα. Το πρόβλημα βρίσκεται αλλού, στον τρόπο με τον οποίο συγκροτήθηκε η Σ.τ.Κ. και στις αποφάσεις που έλαβε. Είναι γνωστό επίσης ότι «το Άγιον Όρος επί σειράν ετών µετά σαφηνείας διετύπωσε τας απόψεις του δια τους γινοµένους διαλόγους µετά των ετεροδόξων Χριστιανών». Το ερώτημα είναι: Έγιναν δεκτές οι απόψεις αυτές του αγίου Όρους σχετικά με τους Διαλόγους; Ασφαλώς όχι. Γιατί λοιπόν οι αγιορείτες Πατέρες δεν διακηρύσσουν με θάρρος και παρρησία στο λαό, ότι οι κατά πάντα ορθόδοξες προτάσεις τους σχετικά με τους Διαλόγους δεν έγιναν δεκτές από την Σ.τ.Κ.;
Κάνουν επίσης λόγο για την δυνατότητα που δόθηκε στους πιστούς να εκφράσουν τη γνώμη τους προ της Σ.τ.Κ. Ο λαός, ο κλήρος και ένα μεγάλο μέρος του μοναχικού κόσμου πράγματι εξέφρασε τις απόψεις του, και μάλιστα με επίσημο και πανηγυρικό τρόπο, στην πολύ σημαντική Ημερίδα, πανορθοδόξου εμβελείας, που διοργάνωσαν οι Ιερές Μητροπόλεις Γλυφάδας, Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως, Κυθήρων και Πειραιώς, καθώς και η «Σύναξις Κληρικών και Μοναχών», στις  23 Μαρτίου 2016, στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας Πειραιώς. Τι από όσα ελέχθησαν στην Ημερίδα έλαβε υπ’ όψη της η Σ.τ.Κ.; Τίποτε απολύτως.
 Αναφέρουν επίσης ότι «Κατά τας εργασίας της Συνόδου οι αρχιερείς εξέφρασαν τας προσωπικάς των απόψεις. Κάποιοι εξ αυτών διετύπωσαν τας αντιρρήσεις των µέ σεµνόν τρόπον, χωρίς να διακόπτουν τας σχέσεις των µέ την Εκκλησίαν». Γιατί όμως αποσιωπουν το τι ελέχθησαν και διεπράχθησαν στο παρασκήνιο της Σ.τ.Κ.; Ποιες αφόρητες πιέσεις ασκήθηκαν σε όσους διαφώνησαν με τις αποφάσεις της, για τις οποίες μας πληροφορεί ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος, αυτόπτης μάρτυς των διαδραματισθέντων στη Σ.τ.Κ.; Γιατί αποσιωπούν, ποιες παράνομες μεθοδεύσεις επιχειρήθηκαν, που θυμίζουν τις μεθοδεύσεις της ψευδοσυνόδου Φεράρας-Φλωρεντίας; Δεν γνωρίζουν άραγε οι αγιορείτες Πατέρες, ότι κατά την διεξαγωγή των εργασιών της «Συνόδου» σημειώθηκαν κατά παράβαση του Κανονισμού λειτουργίας της αντικανονικές ενέργειες και πράξεις; Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι από την εικοσιπενταμελή αντιπροσωπεία της Εκκλησίας της Σερβίας οι δεκαεπτά αρνήθηκαν να υπογράψουν το πιο προβληματικό κείμενο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον». Επειδή όμως το εψήφισε ο προκαθήμενος, θεωρήθηκε ψηφισμένο από όλους, μολονότι η πλειοψηφία το απέρριψε. Επίσης στην Εκκλησία της Κύπρου τέσσαρες επίσκοποι δεν υπέγραψαν το ίδιο κείμενο. Και για να μη φαίνεται το κενό στον χώρο των υπογραφών, ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου, χωρίς εξουσιοδότηση, τους υποκατέστησε και υπέγραψε «αντ᾽ αυτών».
Επίσης τι έχουν να μας πουν για τον τρόπο συγκροτήσεως και λειτουργίας  της εν λόγω «Συνόδου»; Ήταν σύμφωνος, ή ξένος προς την Συνοδική και Κανονική μας Παράδοση; Όπως αποδείχθηκε στην παρά πάνω μνημονευθείσα Ημερίδα, από την μελέτη του Κανονισμού Οργανώσεως και Λειτουργίας, που υπογράφηκε κατά την Σύναξη των Προκαθημένων τον Ιανουάριο του 2016, προκύπτει ότι ο τρόπος συγκροτήσεως και λειτουργίας της Σ.τ.Κ. ήταν ξένος προς την Συνοδική και Κανονική μας Παράδοση, επειδή:
α) Από το σύνολο των επισκόπων της Οικουμενικής Ορθοδοξίας απουσίαζαν οι περισσότεροι, αφού κατά μοναδική πρωτοτυπία στην εκκλησιαστική ιστορία και προφανή αντικανονικότητα έγινε επιλογή, μικρού ποσοστού επισκόπων με περιφρόνηση όμως της ισότητος όλων των ιεραρχών και
 β)  Δεν διαφυλάχθηκε η ενότης και η ισότης ούτε και αυτών των επισκόπων που έλαβαν μέρος στην Σ.τ.Κ., αφού τους αφαιρέθηκε η δυνατότης να ψηφίζουν. Έπαυσε για πρώτη φορά στην συνοδική ιστορία και στην Κανονική μας Παράδοση να ισχύει η ισότιμη και ισόκυρη συμμετοχή όλων των επισκόπων. Υιοθετήθηκε το σχήμα μία ψήφος-μια Εκκλησία.
Πέραν αυτών η Σ.τ.Κ. συγκλήθηκε κατά παράβαση και αυτού του ιδίου του ως άνω μνημονευθέντος «Κανονισμού». Ο εν λόγω «Κανονισμός» μεταξύ άλλων προέβλεπε, ότι η Σύνοδος: «συγκαλείται υπό της Α. Θ. Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου, συμφρονούντων και των Μακαριωτάτων Προκαθημένων πασών των υπό πάντων ανεγνωρισμένων κατά τόπους Αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών» (αρθ.1). Ωστόσο τέσσαρες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, δεν συμμετείχαν, διότι ζήτησαν την αναβολή της Σ.τ.Κ. με σκοπό την εκ νέου μελέτη των προσυνοδικών κειμένων. Επομένως δεν πληρούται ο όρος του άρθρου 1 του Κανονισμού.
Επί πλέον αποσιωπούν οι αγιορείτες Πατέρες το γεγονός ότι η Σ.τ.Κ. δεν αποτελεί συνέχεια των αγίων εννέα Οικουμενικών Συνόδων της Εκκλησίας, όχι μόνον εξ’ αιτίας της μη συμμετοχής όλων των επισκόπων και του καινοφανούς τρόπου της λήψεως των αποφάσεων, αλλά και διότι:
α) Καμία αίρεση δεν επεσήμανε, ούτε κατεδίκασε,  (η λέξη αίρεση είναι άγνωστη στα κείμενά της), αντίθετα μάλιστα κατοχύρωσε και νομιμοποίησε συνοδικά την παναίρεση του Οικουμενισμού.
β) Ναι μεν αναγνώρισε τις επί μεγάλου Φωτίου (789) και επί αγίου Γρηγορίου του Παλαμά (1341-1351) Συνόδους, ως καθολικού κύρους Συνόδους, ωστόσο όμως παρέλειψε να ανανεώσει την επικύρωση των δογματικών αποφάσεων των επτά πρώτων Οικουμενικών Συνόδων, όπως αυτό πάντοτε γινόταν στην ιστορία των Οικουμενικών Συνόδων. Αν μελετήσουμε τα πρακτικά των επτά Οικουμενικών Συνόδων, θα δούμε ότι κάθε επόμενη Οικουμενική Σύνοδος επεκύρωνε όλες τις δογματικές αποφάσεις όλων των προηγουμένων, ώστε να φαίνεται ότι είναι συνέχεια αυτών και όλες μαζί να αποτελούν η μια συνέχεια της άλλης, όπως οι κρίκοι μια αλυσίδας.
γ) Όλες οι Οικουμενικές Σύνοδοι διακηρύσσουν ότι ακολουθούν το σταθερό ορθόδοξο αξίωμα «επόμενοι τοις Αγίοις Πατράσι», ότι δεν καινοτομούν, δεν προσθέτουν, ούτε αφαιρούν κάτι από όσα καθόρισαν οι προηγούμενοι Άγιοι Πατέρες. Η Σ.τ.Κ. τα άλλαξε όλα στον τρόπο συγκλήσεως και λειτουργίας της. Διέσπασε την ενότητά της με τις προηγούμενες Συνόδους. Είναι ολοφάνερα άλλου είδους σύνοδος, «διαφορετικό είδος συνόδου», όπως με ειλικρίνεια και καύχηση παραδέχθηκε μέσα στην «Σύνοδο» ο αρχιεπίσκοπος Αλβανίας κ. Αναστάσιος.
δ) Κατεπάτησε και ακύρωσε στην πράξη θεοπνεύστους Ιερούς Κανόνες διαχρονικού κύρους, όπως αυτούς που απαγορεύουν τις συμπροσευχές και τους μεικτούς γάμους και τον 37ο των αγίων Αποστόλων, που έχει οικουμενική επικύρωση από τον Α΄ της Ζ΄ Οικουμενικής και τον Β΄ της ΣΤ΄.
ε) Προσκάλεσε εκπροσώπους των αιρετικών κοινοτήτων των Παπικών, Προτεσταντών, και Μονοφυσιτών ως τιμώμενα πρόσωπα, κάτι που είναι μια πρωτοφανής καινοτομία, ξένη προς την Συνοδική μας Παράδοση. Ποτέ στην ιστορία των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων δεν υπήρξε το φαινόμενο να προσκαλούνται αιρετικοί ως τιμώμενα πρόσωπα, αλλά πάντοτε ως υπόδικοι και ως απολογούμενοι, ως ένοχοι αιρετικών διδασκαλιών.
Αποσιωπούν επίσης οι αγιορείτες πατέρες το γεγονός ότι η «Σύνοδος» αυτή ενώ υποτίθεται ότι συγκροτήθηκε για να διατρανώσει την ενότητα της Εκκλησίας, τελικά έφερε το αντίθετο αποτέλεσμα. Προκάλεσε διαιρέσεις και σχίσματα στο σώμα της. Δίχασε τον Ορθόδοξο κόσμο με τα αντορθόδοξα δόγματα, τα οποία εθέσπισε και συνοδικώς επεκύρωσε. Δίχασε τις Ορθόδοξες Εκκλησίες σε εκείνες που την αποδέχονται και σε εκείνες που την απορρίπτουν. Δίχασε τους ιεράρχες των δέκα εκκλησιών, που συμμετείχαν στη «Σύνοδο», σε εκείνους που την αποδέχονται και σε εκείνους που την απορρίπτουν. Δίχασε το Άγιον Όρος και πολλά Μοναστήρια από την Ελλάδα και άλλες Ορθόδοξες χώρες. Δίχασε τέλος τον πιστό λαό του Θεού.
Παρά κάτω γράφουν: «Η Εκκλησία πάντοτε παραµένει "στύλος και εδραίωµα της αληθείας". Η Εκκλησία κατά τον Άγιον Ιωάννην τον Χρυσόστοµον "χειµάζεται, αλλ  οὐ καταποντίζεται· κλυδωνίζεται, αλλ  οὐ γίνεται υποβρύχιος· δέχεται βέλη, αλλ' ου δέχεται τραύµατα"· είναι ο ίδιος ο Θεάνθρωπος. Όλοι οι Άγιοι ζώντες εν Χριστώ µάς παραπέµπουν εις την Εκκλησίαν και µάς αναπαύουν. Το Πνεύµα το Άγιον όλον συγκροτεί τον θεσµόν της Εκκλησίας. Αυτό τα ασθενή θεραπεύει και τα ελλείποντα αναπληροί. Παραµένοντες εις την Εκκλησίαν και αισθανόµενοι ελλιπείς και ασθενείς δεχόµεθα την θεραπείαν και την υγείαν». Όλα τα παρά πάνω πολύ καλά και πολύ σωστά. Το ερώτημα όμως είναι: Που οφείλεται στην παρούσα χρονική συγκυρία ο «κλυδωνισμός» της Εκκλησίας, οι διασπάσεις, οι αποτειχίσεις, όλη αυτή η κρίση στην ενότητα της Εκκλησίας; Από που προέρχονται τώρα τα «βέλη», που δέχεται η Εκκλησία; Από που αλλού παρά από τη Σ.τ.Κ.; Και στο σημείο αυτό οι αγιορείτες Πατέρες δεν τολμούν να μπουν στην ουσία του προβλήματος.
Αναφέρουν ότι «όλοι οι Άγιοι ζώντες εν Χριστώ µάς παραπέµπουν εις την Εκκλησίαν και µάς αναπαύουν». Οι άγιοι όντως «µάς παραπέµπουν εις την Εκκλησίαν». Μας παραπέμπουν όμως και στους αγώνες των τους αντιαιρετικούς, στους οποίους δεν φαίνονται πρόθυμοι να μας παραπέμψουν οι αγιορείτες Πατέρες, διότι οι αγώνες των είναι γι’ αυτούς ένας έλεγχος δρυμύτατος. Οι άγιοι, επειδή ακριβώς εγνώριζαν ότι η Εκκλησία είναι «στύλος και εδραίωµα της αληθείας», μεγάλους αγώνες έκαναν και σε πολλές θυσίες υποβλήθηκαν, για να διαφυλάξουν την αλήθεια της πίστεως από τις πλάνες των αιρέσεων. Οι σημερινοί αγιορείτες Καθηγούμενοι σε πόσες θυσίες υποβλήθηκαν, πόσες καθαιρέσεις και πόσους διωγμούς υπέμειναν, για να διαφυλάξουν την αλήθεια της πίστεως από την παναίρεση του Οικουμενισμού; Για να καταγγείλουν τις κακόδοξες αποφάσεις της Σ.τ.Κ.;  
Παρά κάτω γράφουν: «Το Πνεύµα το Άγιον όλον συγκροτεί τον θεσµόν της Εκκλησίας. Αυτό τα ασθενή θεραπεύει και τα ελλείποντα αναπληροί. Παραµένοντες εις την Εκκλησίαν και αισθανόµενοι ελλιπείς και ασθενείς δεχόµεθα την θεραπείαν και την υγείαν. Εάν ως άνθρωποι παρεκκλίνωµεν, η χάρις του Πνεύµατος µάς επαναφέρει εις τον ορθόν δρόµον. Δι  αὐτὸ κάθε φόβος είναι περιττός, ως φανέρωσις ολιγοπιστίας, εφ' όσον ευρισκώµεθα εντός της Εκκλησίας του Χριστού». Στη παράγραφο αυτή γίνεται λόγος για «ασθενή», για «ελλείποντα» και για «παρεκκλίσεις από τον ορθόν δρόμον». Εδώ ο συντάκτης αναφέρεται με πολύ συγκεκαλυμμένο τρόπο, στις κακόδοξες δογματικές αποφάσεις της Σ.τ.Κ., τις οποίες ήδη η Ιεροκοινοτική Επιτροπή στην Εισήγησή της χαρακτήρησε ως «ασάφειες», «αμφισημίες», «ατέλειες» και «ελλείψεις», ενώ εδώ ο συντάκτης τις χαρακτηρίζει ως «ασθενή», «ελλείποντα» και «παρεκκλίσεις από τον ορθόν δρόμον». Οι αγιορείτες πιστεύουν ότι όλα τα «ασθενή» και τα «ελλείποντα» θα θεραπευθούν μέσα στην Εκκλησία, ενώ οι «παρεκκλίσεις» θα βρουν το σωστό δρόμο τους με την Χάρη του αγίου Πνεύματος. Μ’ άλλα λόγια πιστεύουν ότι οι δογματικές πλάνες της Σ.τ.Κ. θα θεραπευτούν από μόνες τους, ως δια μαγείας, με την Χάρη του αγίου Πνεύματος, χωρίς αντιαιρετικούς αγώνες, χωρίς κόπους και θυσίες. Ωστόσο η Εκκλησιαστική Ιστορία μας διδάσκει, ότι καμία αίρεση δεν κατανικήθηκε ως δια μαγείας, ή μόνον με την Χάρη του αγίου Πνεύματος, χωρίς την συνέργεια του ανθρωπίνου παράγοντος, χωρίς αγώνες και θυσίες. 
Παρά κάτω γράφουν: «Άλλωστε και οι τέσσαρες Πατριάρχαι της Ανατολής δια της ιστορικής των εγκυκλίου (1848) µάς καθησυχάζουν οµολογούντες ότι "παρ' υµίν ούτε Πατριάρχαι, ούτε Σύνοδοι εδυνήθησαν ποτέ εισαγαγείν νέα, διότι ο υπερασπιστής της θρησκείας εστίν αυτό το σώµα της Εκκλησίας, ήτοι αυτός ο λαός, όστις εθέλει το θρήσκευµα αυτού αιωνίως αµετάβλητον και οµοειδές τω των Πατέρων αυτού"… Έχοµεν εµπιστοσύνην εις την αγάπην του Χριστού, όχι εις ατοµικάς και εώλους δοξασίας, αι οποίαι οδηγούν εκτός Εκκλησίας και δηµιουργούν τας κολάσεις των αιρέσεων». Οι τέσσαρες Πατριάρχαι της Ανατολής όχι μόνον δεν «μας καθησυχάζουν», αλλά αντίθετα μάλιστα, μας διεγείρουν σε επαγρύπνηση και αγωνιστικότητα. Διότι υπομιμνήσκουν στο Σώμα της Εκκλησίας, στον πιστό λαό του Θεού, το χρέος του να αγωνιστεί για να διαφυλάξει ως κόρην οφθαλμού την πίστη, ακέραιη και απαραχάρακτη από κάθε αίρεση. Η Εγκύκλιος αυτή έχει μια ιδιαίτερη επικαιρότητα σήμερα, που η πλάνη έλαβε συνοδική κατοχύρωση στη Σ.τ.Κ.. Γίνεται επίσης λόγος για «εώλους δοξασίας, αι οποίαι οδηγούν εκτός Εκκλησίας». Ποιες όμως είναι αυτές και ποιοί τις εκφράζουν; Δεν θα έπρεπε οι αγιορείτες Πατέρες να μιλήσουν σταράτα και συγκεκριμένα, για να μας προφυλάξουν, ώστε να μην παρασυρθούμε και καταλήξουμε τελικά εκτός Εκκλησίας και χάσουμε την σωτηρία μας;  
Παρά κάτω γράφουν: «Ζώντες εν Αγίω Όρει πολιτευόµεθα "κατά τας των Αγίων θεοπνεύστους θεολογίας και το της Εκκλησίας ευσεβές φρόνηµα"… Παραµένοµεν ευγνώµονες και άγρυπνοι κρατούντες τας παραδόσεις». Ρωτάμε τους αγιορείτες Πατέρες: Η αναγνώριση των Ετεροδόξων ως Εκκλησιών, που συνοδικά και επίσημα νομοθετήθηκε στη Σ.τ.Κ., είναι σύμφωνη με τας «των Αγίων θεοπνεύστους θεολογίας και το της Εκκλησίας ευσεβές φρόνηµα»;  Η συμμετοχή της Ορθοδόξου Εκκλησίας στο Π.Σ.Ε., που και αυτή συνοδικά νομοθετήθηκε στη Σ.τ.Κ., (δια της οποίας μάλιστα συμμετοχής υπεγράφησαν από τους Ορθοδόξους πλήθος κακόδοξα προτεσταντικά κείμενα), είναι σύμφωνη με τας «των Αγίων θεοπνεύστους θεολογίας και το της Εκκλησίας ευσεβές φρόνηµα»; Αφού λοιπόν δεν είναι σύμφωνη, γιατί σεβαστοί Πατέρες σιωπήσατε και δεν εκφράσατε με θάρρος και παρρησία την διαφωνία σας στο Μήνυμά σας προς τον λαό; Γιατί δεν καυτηριάσατε και δεν ανατρέψατε τις κακοδοξίες, που νομοθετήθηκαν στη Σ.τ.Κ.; Και πως μπορείτε να καυχάσθε, ότι πολιτεύεσθε «κατά τας των Αγίων θεοπνεύστους θεολογίας και το της Εκκλησίας ευσεβές φρόνηµα», και ότι παραµένετε «άγρυπνοι κρατούντες τας παραδόσεις», καθ’ ον χρόνον δεν πράξατε το καθήκον σας; Δεν γνωρίζετε ότι η μη στυλίτευση και η σιωπή απέναντι στην πλάνη, οδηγεί τελικά στη συμπόρευση με την πλάνη;
Κλείνοντας τον θεολογικό σχολιασμό μας, θα μπορούσαμε να καταλήξουμε, μεταξύ άλλων στα εξής συμπεράσματα. Η «Εισήγηση» έχει χωρίς αμφιβολία κάποιες θετικές επισημάνσεις. Ωστόσο, πέρα από τα κενά που παρουσιάζει, δυστυχώς αδυνατεί να αναγνωρίσει και να διακηρύξει το φοβερό ολίσθημα της Σ.τ.Κ., την έκπτωσή της δηλαδή σε μια οικουμενιστική- αιρετική ψευδοσύνοδο. Το κείμενο είναι έτσι διατυπωμένο, ώστε ο αναγνώστης να βγάζει αβίαστα το συμπέρασμα, ότι η Σ.τ.Κ. είναι μεν μια Ορθόδοξη Σύνοδος, αλλά με λάθη, αμφισημίες και ασάφειες, που πρέπει να διορθωθούν. Στα ίδια συμπεράσματα θα μπορούσαμε να καταλήξουμε και εις ό,τι αφορά το Μήνυμα, το οποίο κατά την ταπεινή μου γνώμη, είναι πολύ χειρότερο από την Εισήγηση. Στην Εισήγηση τουλάχιστον εκφράζονται κάποιες επιφυλάξεις και προτείνονται κάποιες διορθώσεις, ενώ στο Μήνυμα καμία διόρθωση δεν προτείνεται. Και τα δύο κείμενα παραθεωρούν το γεγονός, ότι κάθε δογματικό λάθος αποτελεί κατ’ ουσίαν πλάνη και αίρεση και ότι Ορθόδοξη Σύνοδος με δογματικά λάθη, απλούστατα δεν είναι καν Ορθόδοξη Σύνοδος. Όπως πολύ εύστοχα επισημαίνει σε βαρυσήμαντο λόγο του ο αγίος Μάρκος ο Ευγενικός: «Ουδέποτε δια μεσότητος, άνθρωπε, τα εκκλησιαστικά διωρθώθη. Μέσον αληθείας και ψεύδους ουδέν εστίν. Aλλ’ ώσπερ τον του φωτός έξω γενόμενον, εν τω σκότει είναι ανάγκη, ούτω τον της αληθείας μικρόν παρεκκλίναντα, τω ψεύδει λοιπόν υποκείσθαι φαίημεν αν αληθώς».[3]  Και τα δύο κείμενα προσπαθούν να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα. Και τα δύο κείμενα δεν έχουν καμία σχέση, ούτε καν συγκρίνονται, με παλαιότερα αγιορειτικά κείμενα, στα οποία οι αγιορείτες Πατέρες, με ρωμαλέο και αγωνιστικό φρόνημα, με ομολογιακό θάρρος και παρρησία, ύψωναν το ανάστημά τους και τολμούσαν να ελέγξουν κάθε παρέκκλιση από την Ορθόδοξη διδασκαλία, από ό,που και αν αυτή προέρχονταν, ακόμη και από τον Οικουμενικό Πατριάρχη. Και τα δύο κείμενα παραθεωρούν το γεγονός, ότι οι κακοδοξίες της Σ.τ.Κ. κατοχυρώθηκαν και έλαβαν επίσημο συνοδικό κύρος και ότι οι υπογράψαντες απαιτούν την πλήρη εφαρμογή των αποφάσεών της.
Ματαίως λοιπόν οι αγιορείτες Πατέρες «προσβλέπουν μετ’ ελπίδος εις την περαιτέρω θεολογικήν επεξεργασίαν και πλέον αυθεντικήν διατύπωσιν των συνοδικών κειμένων». Ματαίως ελπίζουν ότι η Χάρις του αγίου Πνεύματος θα διορθώσει τα «ελλείποντα» και τα «ασθενή» της Σ.τ.Κ. και θα επαναφέρει με ένα αυτόματο τρόπο, χωρίς την συνέργεια του ανθρωπίνου παράγοντος, τη Σ.τ.Κ. στον ορθό της δρόμο.  Οι διορθώσεις των συνοδικών κειμένων δεν πρόκειται να γίνουν ως δια μαγείας, από οικουμενιστές αρχιερείς, ούτε με ευχολόγια και ανόητες ελπίδες. Οι διορθώσεις μπορούν να γίνουν μόνο με μια νέα αληθινά Ορθόδοξη Σύνοδο. Αλλά για να πραγματοποιηθεί μια τέτοια Σύνοδος απαιτείται πολύς αγώνας και πολλές θυσίες. Το λυπηρό είναι δυστυχώς ότι σε τέτοιου είδους θυσίες και αγώνες δεν φαίνονται πρόθυμοι  να μπουν οι κατά τα άλλα σεβαστοί άγιοι Καθηγούμενοι. Φαίνεται ότι το ηγουμενικό τους αξίωμα «μετράει» περισσότερο από την πίστη…  



[1] Αναίρεσις Γράμματος Ιγνατίου Αντοχείας, ΕΠΕ 3,608.  & Εκδ. Παναγιώτου Χρήστου, 2,627
[2] Όροι κατ’ επιτομήν, Απόκρισις ΣΞΑ΄ PG. 31,1257.
[3] P.G. 160,1093A

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...