Πέμπτη 18 Απριλίου 2019

Η συμπροσευχή (Αρχ. Σεβαστιανός Τοπάλης)



Κάποτε ἕνας μοναχός ποὺ ὀνομαζόταν Ἰσαάκ δοκίμαζε δυνατὸ σαρκικὸ πόλεμο καὶ ἦταν γι’ αὐτὸ γεμάτος θλίψη καὶ ἀθυμία. Ἦλθε γρήγορα στόν ὅσιο Ἰωάννη, τὸν συγγραφέα τῆς Κλίμακος, καὶ μὲ δάκρυα καὶ ἀναστεναγμοὺς τοῦ φανέρωσε τὸν ἐσωτερικὸ του πόλεμο. Ὃ πανθαύμαστος, ἀφοῦ θαύμασε τὴν πιστὴ καὶ τὴν ταπείνωση τοῦ ἀδελφοῦ, τοῦ λέγει: -«Ἔλα, ἀδελφέ μου, νὰ προσευχηθοῦμε ἀπὸ κοινοῦ καὶ ὁ ἀγαθὸς καὶ εὐσπλαχνικὸς Θεὸς δέν θὰ παραβλέψει τὴν ἱκεσία μας». Δέν εἶχαν τελειώσει ἀκόμη τὴν προσευχὴ τους καὶ ὁ εὔσπλαχνος Θεὸς ἰκανοποίησε τὸ αἴτημα τοῦ δούλου του καὶ ἀπέδειξε ἔτσι ἀληθινὸ τὸν προφήτη Δαβίδ πού ἔλεγε ‘’ἐγγὺς Κύριος πᾶσι τοῖς ἐπικαλουμένοις αὐτόν, πᾶσι τοῖς ἐπικαλουμένοις αὐτὸν ἐν ἀληθείᾳ. θέλημα τῶν φοβουμένων αὐτὸν ποιήσει καὶ τῆς δεήσεως αὐτῶν εἰσακούσεται καὶ σώσει αὐτούς.’’ (πρβλ. Ψαλμ. 144, 28-19). Ὁ ὄφις δέ, ὁ δαίμονας δηλαδὴ τοῦ σαρκικοῦ πολέμου, χτυπημένος μὲ τὸ μαστίγιο τῆς θερμῆς προσευχῆς τοῦ Ὁσίου δραπέτευσε. Ὁ πρώην ἀσθενὴς ἀντιλήφθηκε τὸν ἑαυτὸ του ἐντελῶς θεραπευμένο καὶ ἀνενόχλητο πλέον. Θαύμαζε γι’ αὐτὸ καὶ γεμάτος ἔκπληξη εὐγνωμονοῦσε τὸν Θεό πού δόξασε τὸν δοῦλο Του, ἀλλά καὶ τὸν δοῦλο Του πού δοξάστηκε. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος προσεύχεται μαζὶ μὲ τὸν ἀδελφὸ του πού βρίσκεται σὲ βαρὺ πειρασμό.
Ὁ ἀδελφὸς ἔγινε καλά. Ἦταν ἡ ἀπάντηση τῆς συμπροσευχῆς. Τὰ λόγια εἶναι πολλὲς φορὲς δύσκολο νά φέρουν ἀπὸ μόνα τους τὸν καρπὸ τους. Ἰδιαίτερα ἕνας βαρὺς πειρασμὸς μπορεῖ νά φέρει τέτοια στενοχώρια πού νά μὴν μπορεῖ οὔτε καὶ ὁ νοῦς, ἀλλὰ οὔτε καὶ ἡ καρδιά νά ἀκούσει. Τότε μόνο στόν Θεὸ μποροῦμε νά καταφύγουμε προσευχόμενοι. Ὁ πιστός πού εἶναι καλὰ βάζει τὴν πίστη του καὶ ὁ ἀδελφός πού βρίσκεται στή δυσκολία του βάζει τὴν ταπείνωσή του καὶ οἱ δύο μαζὶ γονατίζουν καταθέτοντας τὴν συμπροσευχὴ τους. Εἶναι ἡ προσευχὴ αὐτή πού γίνεται μὲ δύο ἤ καὶ περισσότερα ἄτομα πού προσθέτουν ποικιλία ἀρετῶν τὴν ὥρα αὐτὴ τῆς προσευχῆς, ὥστε, καθώς εἶναι δεμένοι μὲ μία πληρότητα καὶ μὲ μία ἀγάπη, νά εἰσακουσθεῖ αὐτή ἀκόμη πιὸ πολὺ στόν Θεό. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὡς διδάσκαλός μας, ἔμαθε τοὺς μαθητὲς του νά συμπλέκουν τὴν ζωὴ τους μὲ τὴν προσευχή. Πάντοτε τοὺς ἔπαιρνε σὲ ἐρημικοὺς τόπους ‘’κατ’ ἰδίαν προσεύξασθαι.’’ . Ἐξάλλου τὸ εἶπε: «οὗ γὰρ εἰσι δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν» (Ματθ. ιη’ 20). Ἀκόμη καὶ πρὶν ἀπὸ τὸ Πάθος Του συμπροσευχήθηκε μὲ τὴν Ἀρχιερατικὴ Του Προσευχή, ποὺ ἦταν τὰ τελευταῖα του λόγια στόν Θεὸ Πατέρα γιά τοὺς μαθητὲς Του. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἔχει τὴν δύναμή του καὶ φέρνει οὐράνια ἀλλοίωση στίς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων. Ὅμως ἂν ὁ λόγος εἶναι ὁ σπόρος πού σπέρνεται στήν ἀγαθὴ γῆ τῆς καρδιᾶς μας, τότε ἡ προσευχὴ εἶναι ἡ βροχή πού ποτίζει καὶ μαλακώνει τὸ χωράφι καὶ τὸ καρποφορεῖ. Κι ὅταν ὁ πιστὸς ξέρει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ δυσκολεύεται νά κάνει τὴν ὑπέρβασή του καὶ νά προσευχηθεῖ, τότε ἐμεῖς τὸν παίρνουμε ἀπὸ τὸ χέρι καὶ συμπροσευχόμαστε γιά νά ἀνοίξουν οἱ οὐρανοὶ καὶ νά λάμψει ὁ Κύριος μέσα στήν καρδιά του. Ἀντὶ νά λέμε πολλὰ καὶ νά διδάσκουμε ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς, καλύτερη εἶναι μία προσευχὴ στόν Θεό μὲ τὸν ἀδελφὸ τὸν πονεμένο. Ἀκόμη πιὸ τέλειο εἶναι νά ἐφαρμόζουμε τὸ σχῆμα: ὁ ταπεινὸς παρακλητικὸς λόγος καὶ ἡ συμπροσευχή. Εἶναι ἡ ὁλοκληρωμένη ἔκφραση τῆς ἀγάπης, διὰ λόγου καὶ εὐχῆς. Ἡ ἀγάπη μας στούς ἀδελφοὺς μᾶς ὠθεῖ πηγαῖα σὲ μία προσευχὴ γι’ αὐτοὺς καὶ σὲ μία συμπροσευχὴ μαζὶ τους. Ἡ ἁγία Μόνικα βρισκόμενη μπροστὰ στόν παρασυρμένο γιὸ της, τὸν Αὐγουστῖνο, τόν παίρνει σὲ ἕνα ἐκκλησάκι καὶ προσεύχεται μαζὶ του. Ὁ ἴδιος μετὰ ἀπὸ λίγο τὴν ἀφήνει καὶ φεύγει μὲ πλοῖο στήν Ἰταλία. Πρὸς στιγμὴν αὐτὸ φάνηκε μία ἀποτυχία, ἀλλὰ ἡ συμπροσευχὴ καρποφορεῖ αὐτόματα καί ποτέ δέν πάει χαμένη. Ἡ ἐπιείκεια καὶ ἡ ὑπομονετικὴ καρτερία καὶ τὰ δάκρυα τῶν εὐχῶν φέρνουν τὴν μετάνοια. Ἐκεῖ στά Μεδιόλανα πού πῆγε ἔγινε αἰτία νά μετανοήσει καὶ νά βαπτισθεῖ. Οἱ προσευχὲς τῆς μάνας του τὸν συνόδευαν. Ἡ συμπροσευχὴ ἀνήκει μὲν στόν κοινὸ ἐκκλησιασμὸ τῆς κάθε Κυριακῆς, ἀλλὰ συμβαίνει καὶ στήν κατ’ οἶκον ἐκκλησία (οἰκογενειακὴ προσευχή) καὶ μὲ τοὺς ἀδελφοὺς ἐν Χριστω σὲ διάφορες περιπτώσεις καὶ δυσκολίες. Εἶναι ἕνα μοίρασμα ἀγάπης μεταξὺ μας καὶ μὲ τὸν Θεό. Μέσα στήν συμπροσευχὴ σμιλεύεται ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη καὶ ἡ τιμὴ καὶ ἡ καθαρότητα τῆς καρδιᾶς.
Μετὰ ἀπὸ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου οἱ μαθηταὶ Του ἀναμένοντες ἐναγώνια τὸν ἐρχομὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος συμπροσεύχονται καὶ ἀλληλοπαρηγοροῦνται στό ἀνώγειο τῶν Ἱεροσολύμων. ’οὗτοι πάντες ἦσαν προσκαρτεροῦντες ὁμοθυμαδὸν τῇ προσευχῇ καὶ τῇ δεήσει σὺν γυναιξὶ καὶ Μαρίᾳ τῇ μητρὶ τοῦ ᾿Ιησοῦ καὶ σὺν τοῖς ἀδελφοῖς αὐτοῦ.’’(Πραξ. 1,12-14). Ἰδιαίτερα ὁ τρόπος τῆς συμπροσευχῆς διδάσκεται πολὺ χαρακτηριστικὰ ἀπὸ τὸν ἀπ. Παῦλο. Ὁ γλυκὺς ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ τὴν χαρὰ καὶ τὴν λύπη του τὴν μοιράζεται μὲ τὴν συμπροσευχὴ μαζὶ μὲ τοὺς ἀδελφοὺς του. Ἐκεῖ βρίσκει τὴν παρηγορία του. Δέν μιλᾶ μόνο ἐξομολογητικὰ μὲ τοὺς ἄλλους μοιραζόμενος τίς ἀγωνίες τῆς διακονίας του καὶ τῶν θλίψεων, ἀλλὰ καί ὅλα αὐτὰ τὰ κάνει συμπροσευχή. Λέγει ὅτι μετὰ δακρύων νουθετοῦσε τὸν καθένα μὲ τὸ λόγο του, ποὺ σημαίνει ὅτι μαζὶ μὲ τὴν διδαχὴ ἔκανε μαζὶ τους καὶ προσευχή. Τοὺς μιλοῦσε ὁ Θεὸς καὶ τοῦ μιλοῦσαν. Γινόταν τὸ δοχεῖο τῆς χάριτος τοῦ Κυρίου καὶ ὁ ἀγωγὸς τῆς συνάντησης μὲ τὸν Θεό.
Ἔτσι τὸν βλέπουμε νά προσεύχεται μαζὶ μὲ τὸν Σίλα στη φυλακὴ τῶν Φιλίππων. ‘’Κατὰ δὲ τὸ μεσονύκτιον Παῦλος καὶ Σίλας προσευχόμενοι ὕμνουν τὸν Θεόν· ἐπηκροῶντο δὲ αὐτῶν οἱ δέσμιοι. ἄφνω δὲ σεισμὸς ἐγένετο μέγας, ὥστε σαλευθῆναι τὰ θεμέλια τοῦ δεσμωτηρίου, ἀνεῴχθησάν τε παραχρῆμα αἱ θύραι πᾶσαι καὶ πάντων τὰ δεσμὰ ἀνέθη.’’(Πράξ. 16,25-26). Στήν δύσκολη ὥρα τῆς φυλάκισης καὶ τοῦ πόνου τοῦ σώματός τους μετὰ ἀπὸ τὸν ξυλοδαρμό, ὁ ἕνας παρασύρει τὸν ἄλλο σὲ μία ἀπὸ κοινοῦ προσευχὴ καὶ ψαλμωδία. Μιλοῦν στόν Θεὸ καὶ Τὸν εὐχαριστοῦν ποὺ ἔπαθαν γι’ Αὐτόν. Εἶναι μία συμπροσευχὴ στή δύσκολη ὥρα, ποὺ τοὺς στηρίζει τόσο ἀδελφικὰ καὶ θεϊκά. Ὁ Θεὸς θέλγεται γι’ αὐτὴν τὴν προσευχὴ τους καὶ τοὺς ἀπαντᾶ ἄμεσα μὲ ἕναν σεισμό πού θαυμαστῶς λύνονται τὰ δεσμὰ τους καὶ κατόπιν ἀκολουθεῖ ἡ μετάνοια τοῦ δεσμοφύλακα. Καὶ ὅλα αὐτὰ ἦταν καρπὸς αὐτῆς τῆς συνπροσευχῆς τῆς εὐχαριστίας. Ἦταν δύο, καὶ ἀνάμεσά τους καὶ ὁ Χριστὸς, καὶ συγκλόνισαν τὸν οὐρανό.
Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο μετὰ ἀπὸ τὸ Συνέδριο τῶν Πρεσβυτέρων στήν Ἐφεσο, ἀφοῦ τοὺς ἔδωκε τὴν τελευταία του παρακαταθήκη, γονάτισε ἐνώπιον ὅλων καὶ μαζὶ μὲ ὅλους καὶ προσευχήθηκε. . ‘’καὶ ταῦτα εἰπών, θεὶς τὰ γόνατα αὐτοῦ σὺν πᾶσιν αὐτοῖς προσηύξατο.’’ (Πράξ. 20,36). Ἦταν ἡ ἀποχαιρετιστήρια προσευχὴ του καὶ ἡ τελικὴ παράθεση ὅλων τῶν συνεργατῶν του στόν Θεό. Καὶ ὅταν κατόπιν ὅλος ὁ λαὸς σὺν γυναιξί καὶ τέκνοις τὸν ξεπροβοδοῦσαν στόν αἰγιαλὸ τῆς Τύρου γιά νά ἐπιβιβασθεῖ στό πλοῖο ὁ ἀπ. Παῦλος γονάτισε μαζὶ τους καὶ προσευχήθηκαν καὶ ἀφοῦ ἀλληλοασπάσθηκαν ἀνέβηκε στό πλοῖο. ‘’…ἐξελθόντες ἐπορευόμεθα προπεμπόντων ἡμᾶς πάντων σὺν γυναιξὶ καὶ τέκνοις ἕως ἔξω τῆς πόλεως, καὶ θέντες τὰ γόνατα ἐπὶ τὸν αἰγιαλὸν προσηυξάμεθα, καὶ ἀσπασάμενοι ἀλλήλους ἐπέβημεν εἰς τὸ πλοῖον, ἐκεῖνοι δὲ ὑπέστρεψαν εἰς τὰ ἴδια.’’(Πράξ. 21,3-6)
Πόσο ὄμορφες εἰκόνες εὐλαβείας καὶ ἀγάπης καὶ συνδέσμου χαρᾶς μεταξὺ τῶν χριστιανῶν πού βλέπουμε μέσα στήν πρωτοχριστιανικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας! Ἦταν ὁ τρόπος τῆς ζωῆς τους. Ἀκοῦμε λόγο Θεοῦ, λέμε λόγο Θεοῦ ἀλλὰ ὅλο αὐτὸ θέλει καὶ τὸ πότισμά του, τὴν προσευχή. Τὶ μεγάλη ἀμεσότητα μὲ τὸν Θεὸ νά ἑνώνεις τὰ λόγια σου μ’ Αὐτὸν καὶ νά μοιράζεσαι τὴν καρδιά σου μὲ ὅλους καὶ μὲ τὸν Ἕνα… Ἂν στὰ παιδιὰ μας μετὰ ἀπὸ κάθε παρατήρηση ἤ καὶ ἀταξία, ἐφαρμόζαμε τὴν διπλή αὐτὴ μέθοδο, δηλ. νά τοὺς μιλᾶμε μὲ ἀγάπη καὶ νά κάνουμε μαζὶ προσευχή, πολλὰ θὰ εἶχαν εἰρηνεύσει καὶ οἱ ψυχὲς τους θά εἶχαν ἁπαλύνει. Σὰν μεγάλοι μὲ τὴν ἐξουσία τοῦ μεγαλυτέρου τὰ ἐπιπλήττουμε καὶ τὰ δικάζουμε καὶ τὰ ἀπορρίπτουμε σκληρὰ καὶ τὰ τιμωροῦμε χωρὶς νά τὰ βλέπουμε μὲ τὴν προοπτικὴ τῆς σωτηρίας τους καὶ τῆς διόρθωσής τους ἐν Θεῶ. Ἐγωιστικὰ φερόμενοι νιώθουμε πώς μᾶς ἀδικοῦν καὶ φθείρουν τὴν εἰκόνα μας. Ἀκόμη κι ἂν σεμνὰ καὶ ἁπλὰ τὰ νουθετήσουμε ξεχνοῦμε νά τὰ πάρουμε καὶ νά γονατίσουμε καὶ νά προσευχηθοῦμε μαζὶ τους. Συνήθως εἴμαστε ἐσωτερικὰ νευριασμένοι μὲ τις ἀταξίες τους καὶ οὔτε πού μποροῦμε νά ἔχουμε τὴν ἠρεμία γιά τὴν προσευχή. Ἐκεῖ ὅμως πού ἡ συμπροσευχὴ παίρνει τὸ μεγάλο της νόημα εἶναι μέσα στήν οἰκογενειακὴ ἑστία, στήν κατ’ οἶκον Ἐκκλησία. Μιλᾶμε γιά τήν οἰκογενειακὴ προσευχή. Τὸ σπίτι εἶναι ἕνας μικρὸς ναὸς μὲ τὴν εἰκόνα, τὸ θυμιατήρι, τὸν Σταυρὸ καὶ τὴν καντήλα. Κι αὐτὸς ὁ μικρόναος λατρεύεται καὶ λειτουργεῖται μὲ τὴν συμπροσευχὴ ὅλων τῶν μελῶν τῆς οἰκογενείας. Ὅλη ἡ οἰκογένεια μαζεύεται τὸ βράδυ πρὶν ἀπὸ τὸν ὕπνο καὶ γονατίζει μπροστὰ στόν Χριστό πού στέκεται γλυκὺς μπροστὰ στήν καντήλα καὶ λέγει ὁ πατέρας τὸ ‘’Εὐλογητὸς ὁ Θεός..’’, ὁ ἄλλος τὸ ‘’Ἅγιος ὁ Θεός’’ καὶ τὸ ἄλλο παιδὶ λέγει τὸ ‘’Πάτερ ἡμῶν..’’ καὶ ὁ μικρότερος προφέρει τὸ ‘’Κύριε ἐλέησον’’ καὶ ὅλοι μαζὶ τὸ ‘’Ἀμήν’’. Ὁ καθένας καὶ μία προσευχή. Μία ὄμορφη ἱκεσία καὶ εὐχαριστία στόν Θεό. Ἕνα χρέος πνευματικὸ γιά κάθε ἡμέρα καὶ ἀκόμη πιὸ μεγάλο τὴν παραμονὴ τῆς Κυριακῆς, ποὺ ἡ συμπροσευχὴ παίρνει τὸ νόημα τῆς προετοιμασίας γιά τὴν Θεία Κοινωνία. Κι ἂν τὰ παιδιὰ μας τὰ τρέφουμε καὶ τὰ ντύνουμε, πόσο μεγαλύτερη εἶναι ἡ εὐθύνη μας νά τὰ μάθουμε καὶ νά προσεύχονται. Δέν εἶναι μάθημα λόγου μόνον, ἀλλὰ μάθημα συνύπαρξης, συμπροσευχῆς, κοινωνίας Θεοῦ. Πόσο εὐλογημένο εἶναι νά ἔχει τὸ ἀνδρόγυνο καὶ τὴν δικὴ του συμπροσευχή. Γονατίζουν καὶ προσεύχονται μαζὶ, ὅπως μοιράζονται σὰν ἀντρόγυνο τὰ πάντα στή ζωὴ τους. Αὐτὴ ἡ κατακλείδα τῆς ἡμέρας πού τοὺς βρίσκει γονατιστούς, τοὺς δίνει γλυκύτητα καὶ συγχώρηση καὶ ὁμόνοια καὶ χαρὰ μετὰ ἀπὸ τῆς ὅλης ἡμέρας τίς δυσκολίες. Ἡ συμπροσευχὴ τους αὐτὴ εἶναι ἕνας ἀναβαπτισμὸς πνευματικός, μία ἀνανέωση τῆς ἀγάπης τους, ἕνας ἀνακαινισμὸς ἐλπίδος καὶ συνεχείας τοῦ καθήκοντος στό μοίρασμα τοῦ κόπου καὶ τοῦ πόνου.
Ἐπιπλέον, ὅταν τὰ παιδιὰ βλέπουν τοὺς γονεῖς μαζὶ τους νά προσεύχονται ζοῦν μία οὐράνια ἀλλοίωση καὶ μαθαίνουν τὸ μάθημα τῆς καρδιᾶς προσευχομένης. Ἀρκεῖ ἡ προσευχὴ νά μὴ γίνεται σὰν ἀγγαρεία καὶ μὲ ἐξοικείωση. Βλέποντάς τους τὰ παιδιὰ ταπεινοὺς νά προσεύχονται καὶ γλυκεῖς νά μιλοὺν στόν Θεὸ τοὺς ἀγαποῦν πιὸ πολὺ καὶ τοὺς σέβονται ὄχι πλέον μόνον σὰν γονεῖς, ἀλλὰ καὶ κάπως παραπάνω, σὰν ἀγγέλους πού τοὺς ἀγκαλιάζουν καὶ γίνονται παραδείγματα πρὸς μίμηση. Μαθαίνουν μαζὶ τους τὸ πιὸ μεγάλο μάθημα, νά γονατίζουν, νά σταυρώνουν τὰ χέρια τους καὶ νά μιλοῦν στόν Θεό. Εἶναι τὰ παιδιά πού τὰ ἔδωκε ὁ Θεὸς ὡς δῶρα στή ζωὴ μας γιά νά τὰ κάνουμε ἁγίους. Αὐτὲς οἱ πνευματικὲς ἐμπειρίες τῶν παιδιῶν στήν οἰκογενειακὴ προσευχή ποτέ δέν μποροῦν νά ἐξαλειφθοῦν ἀπὸ τὴν καρδιά τους, ἀλλὰ ἀντιθέτως θὰ μένουν ἀνεξίτηλες καὶ θὰ τοὺς βρεθοὺν ὡς σωτήριες εὐλογίες στήν ὥριμη ἡλικία τους. Ἀρκεῖ ἐμεῖς οἱ μεγάλοι νά μὴν κουραζόμαστε, οὔτε καὶ νά ἀμελοῦμε νά κάνουμε προσευχὴ καὶ νά τελοῦμε συμπροσευχή. Κι αὐτὰ τὰ παιδιὰ αὐτὸν τὸν κόπο μας τὸν πληρώνουν μὲ τὸ παραπάνω, διότι ὡς ἀθῶα καὶ ταπεινὰ γίνονται τὰ ἀλεξικέραυνα πού ἀπομακρύνουν τίς δυσκολίες καὶ τὴν ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἀπὸ πάνω μας λόγω τῶν ἁμαρτιῶν μας.
Καὶ παρακαλοῦσα τὸν Θεὸ νά μὲ μάθει πῶς νά προσεύχομαι, μᾶλλον καλύτερα πῶς νά συμπροσεύχομαι. Εἶναι αὐτό πού θὰ μὲ βγάλει ἀπὸ τὴν μοναξιὰ τῆς προσευχῆς μου, ποὺ δεικνύει τὸν αὐτισμό μου τὸν πνευματικό, καὶ θά μοῦ μάθει νά ἀγαπῶ καὶ νά μοιράζομαι. Καὶ τὶ πιὸ μεγάλη μοιρασιὰ μὲ τούς ἀδελφούς μου, ὅταν μαζὶ τους μιλῶ στόν Χριστὸ μὲ τὴν συμπροσευχή μου.


Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ: “Θερμές ευχαριστίες στον συγγραφέα του κειμένου, αρχ. Σεβαστιανό, Αρχιερατικό Επίτροπο Αμυνταίου, που μας έδωσε την ευλογία για την δημοσίευσή του”.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου