Τετάρτη, 15 Μαΐου 2019

Η ἀληθινή μετάνοια



Μοναχοῦ Μωυσέως Ἁγιορείτου

Συμβαίνει, ἀγαπητοί μου, λέγει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, συχνά ὁ ἄνθρωπος στόν κόσμο νά φοβᾶται πολύ. Φοβᾶται μή ἀρρωστήσει, μή πάθει κάτι ἄσχημο, μή τοῦ κάνουν κακό, μή δέν ἐπιτύχει, μή δέν προοδεύσει, μή ἐκτεθεῖ, μή δέν τιμηθεῖ, μή δέν ἀναγνωρισθεῖ. Γιά τή σωτηρία τῆς ἀθάνατης ψυχῆς του δέν πολυνοιάζεται, δέν φοβᾶται, δέν ἀγωνιᾶ, μόνο ἐλπίζει στόν Πολυεύσπλαχνο Θεό, ἄν βέβαια πάλι νοιάζεται καί ἐνδιαφέρεται. Δέν ἀγαπᾶ πολύ τή σωτηρία τοῦ φαίνεται σήμερα ὁ ἄνθρωπος. Γιατί ἄραγε; Τί εἶναι αὐτό πού τόν κάνει ν' ἁμαρτάνει εὔκολα καί νά μετανοεῖ δύσκολα; Εἶναι τόσο δύσκολο ν' ἀλλάξει ὁ ἄνθρωπος; Εἶναι ὑποτιμητικό νά ζητήσει συγχώρεση; Εἶναι ἀναξιοπρεπές νά ταπεινωθεῖ; Τόν ὁμιλητή παρακαλῶ καλεῖσθε ν' ἀκούσετε ὡς ἀδελφό σας, ὡς συναγωνιστή καί ὄχι σάν...αὐστηρό δάσκαλο. Θά προσπαθήσει ν' ἀπαντήσει στά βασικά καί καίρια παραπάνω ἐρωτήματα. Θά χρησιμοποιήσει πρός τοῦτο τήν ἀπαράμιλλη Ἁγία Γραφή, τή θεοκίνητη Πατρολογία καί τόν μυροβόλο Συναξαριστή.
Τό κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι, θά πρέπει πάντα νά εἶναι, περί μετανοίας. Αὐτό ἦταν τό κήρυγμα ὅλων τῶν προφητῶν τῆς Π. Διαθήκης ἕως τοῦ Τιμίου Προδρόμου, αὐτό ἦταν καί τοῦ Χριστοῦ. Ἡ μετάνοια δημιουργεῖ τό κατανυκτικό κλίμα τῆς ἐλεύσεως τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τῆς θεωρίας τοῦ Θεοῦ, τῆς συναντήσεως μέ Αὐτόν.
Ο ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμάς ο Ἁγιορείτης, ὁ διαπρύσιος κήρυκας τῆς χάριτος καί τοῦ φωτός, λέγει χαρακτηριστικά πώς ἡ ἀληθινή μετάνοια εἶναι ἀρχή, μέση καί τέλος τῆς ἐν Χριστῷ πνευματικῆς ζωῆς. Ὅλοι μά ὅλοι ἔχουμε ἀνάγκη μετανοίας, γιατί οὐδείς ἀναμάρτητος. Ἡ πνευματική ζωή ἀρχίζει ὁπωσδήποτε μέ τή μετάνοια. Τό ἔργο της δέν παύει ποτέ. Ο Μ. Βασίλειος λέγει πώς ὅλος ὁ ἀνθρώπινος βίος εἶναι πρός μετάνοια. Ὁ ἀτελής ἄνθρωπος θέλει συνεχῆ ἀγώνα γιά νά πλησιάσει τόν Παντέλειο Θεό. Ἀτέλεστος ἡ τελειότητα θά πεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης. Δέν ὑπάρχουν νιρβάνα στήν Ὀρθοδοξία, ὅπου παύεις τόν ἀγώνα καί ἐπαναπαύεσαι μακάρια. Ὁ ἀγώνας εἶναι ἕως τοῦ τάφου, ἀσταμάτητος, ἀδιάκοπος.
Ὁ μεγάλος δογματικός πατήρ τῆς Ἐκκλησίας μας άγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός λεγει πώς μετάνοια σημαίνει ἐπάνοδο ἀπό τό παρά φύση στό κατά φύση καί ὅδευση πρός τό ὑπέρ φύση. Εἶναι πορεία ἀπό τό κατ' εἰκόνα στό καθ' ὁμοίωση.
Ὁ Ἀδάμ πλάσθηκε ἀπό τόν Πανάγαθο Θεό κατ' εἰκόνα καί καθ' ὁμοίωσή Του. Τό κατ' εἰκόνα τοῦ δόθηκε ἀμέσως. Τό καθ' ὁμοίωση θάπρεπε ὅμως νά τό καλλιεργήσει ἐλεύθερα καί φιλότιμα ὁ ἴδιος μέ τή συνεργία βέβαιά της Θείας Χάριτος. Ἡ κατάκτηση τοῦ καθ' ὁμοίωση ἀποτελεῖ τόν ἁγιασμό, τή χαρίτωση, τήν τελείωση, τή θέωση. Ὁ Ἀδάμ πρίν τήν πτώση εἶχε τήν ἄνεση νά συνομιλεῖ μέ τόν Θεό συνέχεια. Εἶχε καθαρότητα, φωτεινότητα, ἁπλότητα, ταπεινότητα. Μετά τήν πτώση διαταράχθηκε αὐτή ἡ σχέση ἡ ὡραία. Σκοτεινίασε ὁ νοῦς του, θόλωσε, ἀμαυρώθηκε. Ὁ ἀκάθαρτος νοῦς δέν μπορεῖ νά εἶναι δεκτικός της θείας Χάριτος.
Ἡ ἁμαρτία ἀποτελεῖ παρά φύση κίνηση, πού δέν ἐπιφέρει ἁπλά στόν Ἀδάμ τή στέρηση τῆς κοινωνίας του μέ τόν Θεό, ἀλλά δέν μπορεῖ τώρα πλέον ἡ θεία ἐνέργεια νάναι καθαρτική, φωτιστική καί θεοπτική. Ὁ παρασυρμός τοῦ Ἀδάμ ἀπό τήν Εὕα καί τῆς Εὕας ἀπό τόν δαίμονα ἐπέφερε τή στέρηση τῆς θείας Χάριτος. Πῶς θά ἐπανέλθουν στό πρωτοκτιστό κάλλος; Μόνο διά τῆς μετανοίας. Ἡ μετάνοια ἡ ἀληθινή εἶναι δυνατή νά θεραπεύσει, νά καθαρίσει, νά ἐπαναφέρει στήν προπτωτική κατάσταση. Ἡ θεοσδοτη καί θεοδώρητη μετάνοια εἶναι ἱκανή νά ξεσκοτεινιάσει τόν νοῦ, νά καθαρίσει τήν καρδιά καί τήν πνευματική ὅραση. Ὁ ὅσιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος τονίζει πώς ἡ μετάνοια δύναται νά ἐπαναφέρει τόν μετανοοῦντα σέ μεγαλύτερη καθαρότητα καί ἀπό τήν πρίν τῆς ἁμαρτίας κατάσταση.
Κατά τόν ἅγιο Μακάριο τόν Αἰγύπτιο ὁ Ἀδάμ μέ τό νά ὑπακούσει στόν δαίμονα, ἀποδυναμώθηκε ἀλλά δέν καταστράφηκε τελείως. Κέντρο τοῦ τώρα γίνεται ὁ ἐαυτός του κι ὄχι ὁ Θεός του. Ἡ βάση τῆς ἁμαρτίας κατά τόν μακαριστό Γέροντα Ἰουστίνο Πόποβιτς εἶναι νά γίνουμε θεοί δίχως Θεό, μόνοι μας. Ἡ αὐτοθέωση αὐτή εἶναι ἀντίθεη, ἀντιχριστῆ, δαιμονιώδης. Πουλήθηκε στόν δαίμονα ὁ Ἀδάμ, κάνοντας κακή χρήση τῆς ἐλευθερίας του, καί ὁ δαίμονας τώρα τόν κάνει ὅτι θέλει. Τάχασε ὁ Θεός μέ τόν ἄνθρωπο, λέγει κάπου ὀ Μ. Ἀθανάσιος, δέν περίμενε ὅτι θά βγοῦμε τόσο σκάρτοι. Ὁ ἅγιος Μακάριος συνεχίζει: Τή μέρα πού ὁ Ἀδάμ ἔπεσε, ἦλθε ὁ Θεός στόν Παράδεισο καί ἔκλαψε γιά τό κατάντημά του. Προτίμησε τό κακό ἀντί τοῦ ἀγαθοῦ, τή ντροπή ἀπό τή δόξα, τό σκοτάδι ἀπό τό φῶς. Ὁ Ἀδάμ παρέσυρε ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος στήν κακία.
Ἡ συνάντηση τῆς ψυχῆς μέ τήν ἁμαρτία γεννᾶ τά πάθη. Ἡ τροπή αὐτή δέν ἔχει ἐπιβληθεῖ, εἶναι ἐντελῶς ἑκούσια, ἀποτέλεσμα τῆς πλήρους ἐλευθερίας. Ἡ κακία εἶναι ξένη στή φύση τῆς ψυχῆς. Ἡ ἁμαρτία διάβρωσε τήν ψυχή, τήν ἀποδυνάμωσε. Ἡ συνήθεια τῆς ἁμαρτίας εἶναι ὡς πορνεία μέ τόν δαίμονα κατά τόν ἔξοχο ὅσιο Μακάριο. Τά πάθη κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμά εἶναι δαιμονοκίνητα. Ἡ παραμονή τῆς ἁμαρτίας τυφλώνει τήν ψυχή, τή σκοτεινιάζει, τήν ἀρρωσταίνει, τήν τραυματίζει, τή θανατώνει. Στήν κατάσταση αὐτή ἐμπαίζεται ἀπό τούς μισάνθρωπους δαίμονες. Ὁ ἁμαρτωλός, κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμά, εἶναι κατά ἕνα τρόπο δαιμονισμένος. Ἡ ψυχή δέν ταυτίζεται μέ τήν ἁμαρτία καί ποτέ δέν γίνεται ἕνα μέ αὐτή. Ἡ παράβαση τοῦ Ἀδάμ ἔδωσε δικαίωμα στόν δαίμονα νά κτυπήσει καί νά σκοτίσει τό νοῦ τοῦ ἀνθρώπου, πού εἶναι τό βασιλικό μέρος τῆς ψυχῆς, ὁ ἡγεμόνας νοῦς πού ὁρᾶ τόν Θεό κατά τούς ἁγίους πατέρες.
Ἔτσι ὁ ἡγεμόνας νοῦς γίνεται δοῦλος τῆς ἁμαρτίας. Τόν κυριεύουν τότε ἄτοποι, ἀκάθαρτοι, πονηροί λογισμοί. Ἀσχολεῖται μόνο μέ τά κοσμικά, τά γήινα, τά φθαρτά. Λησμονᾶ νά προσεύχεται. Δέν αἰσθάνεται τήν ἀνάγκη. Ἐνίοτε τόν ἐλέγχει ἡ μνήμη ἤ ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ τόν ἁμαρτωλό ἄνθρωπο. Σκανδαλίζεται μέ τήν Ἐκκλησία, ἀγαπᾶ πιό πολύ τόν κόσμο. Τόν αἰχμαλωτίζει τό κακό. Τότε νομίζει πώς ζεῖ. Κυκλοφορεῖ νεκρός, νεκρός ψυχικά.
Τό κακό εἶναι ἠθελημένο, ἐπιλεγμένο καί πραγματούμενο ἑκούσια ἀπό τόν ἄνθρωπο. Ἡ βούληση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι κύρια ὑπεύθυνη γιά κάθε ἁμαρτία. Ἀναίτιος του κακοῦ ἡ θεία αὐτοαγαθότητα λέγει ὀ Μ. Βασίλειος. Κανένα κακό ἔξω ἀπό τήν προαίρεση τοῦ ἀνθρώπου δέν ὑπάρχει, λέγει ὁ ἀββάς Ἰσαάκ. Ὁ Ἀδάμ εἶναι ὁ κύριος ὑπεύθυνος γιά τήν παράβαση ὡς αὐτεξούσιος καί τέλεια ἐλεύθερος. Ἡ πτώση μόλυνε τόν Ἀδάμ. Ὁ Χριστός λέγει ν' ἀρνηθοῦμε τό θέλημά μας, νά τό ὑποτάξουμε, νά τό νεκρώσουμε καί ἔτσι αὐξάνουμε στήν ἀρετή.
Ἡ ἁμαρτία εἶναι παράλογη, ἀφύσικη, ἀντίθεη καί δημιουργεῖ ἀποσύνθεση τῆς ἀνθρώπινης προσωπικότητος καί ἀποσύνδεση ἀπό τόν Θεό. Ἡ ἁμαρτία εἶναι θά λέγαμε ἡ λογική του δαίμονα, πού εἶναι ἰδιαίτερα ὕποπτος, ὕπουλος, πονηρός, πανοῦργος, τεχνίτης, πλάνος, εὐφυής, ἔμπειρος καί μεγάλος ἀπατεώνας. Μέ τήν πτώση τοῦ ὁ Ἀδάμ παρέλαβε τή φθαρτότητα καί τή θνητότητα.
Ἡ Ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ θέωσε τήν ἀνθρώπινη φύση. Μέ τόν Σταυρό καί τήν Ἀνάσταση νίκησε τόν θάνατο. Τ' ἅγια Μυστήρια καί ἰδιαίτερα ἡ θεία Εὐχαριστία μᾶς ἀθανατίζει. Ἀπό τά παραπάνω νομίζουμε πώς διαφάνηκε πώς ἡ μετάνοια δέν εἶναι ἀπόφαση στιγμῆς, προσωρινή ἀλλαγή δοκιμαστική, ψυχολογική ἀνανέωση, ἁπλή νομική πράξη, ἠθικιστική διόρθωση καί ἐπιπόλαιο πείραμα, ἀλλά πράξη γενναία ζωῆς, ἀκολούθηση ὀρθοῦ βίου, ἤθους καί ὕφους, ἐκκλησιολογικῆς, ὑγιοῦς, γνήσιας, ἀνόθευτης, ἱερῆς καί ὡραίας νοηματισμένης βιοτῆς. Ἡ ἀποτυχία τοῦ Ἀδάμ εἶναι διδακτική. Ἡ ἀκραιφνής ὁδός τῆς μετανοίας στηρίζεται στ' ἀπαραίτητα στάδια: κάθαρσης, φωτισμοῦ καί θέωσης.
Μετάνοια ἀληθινή σημαίνει ὄχι ἁπλά ἀπομάκρυνση τῆς ἁμαρτίας ἀλλά μίσος τῆς ἁμαρτίας καί τρυφερή ἀγάπηση τῶν ἔνθεων ἀρετῶν. Μόνος ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀδύναμος νά τό καταφέρει. Ἔτσι συνδράμει οὐσιαστικά ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὁ Θεάνθρωπος. Ὅσο ἀγαπᾶμε τόν Χριστό τόσο βοηθούμεθα νά μισοῦμε τήν ἁμαρτία. Ἡ σύνδεση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Χριστό δημιουργεῖ προσωπική ἀναγέννηση, ἀπαλλαγῆ ἀπό τή ρίζα τοῦ κάκου, τήν ἑωσφορική ὑπερηφάνεια, καί στολισμό τῆς ψυχῆς ἀπό τήν ὑψοποιό ταπείνωση. Ὁ μετανοημένος πιστεύει, ἀγαπᾶ καί ἐλπίζει.
Ἡ μετάνοια εἶναι βασική καί μεγάλη ἀρετή, πάνω στήν ὁποία οἰκοδομεῖται ἡ πνευματική ζωή τοῦ πιστοῦ. Ὁ μετανοημένος μόνο μπορεῖ νά ἐπικοινωνεῖ μέ τόν Θεό. Πρόκειται γιά μεγάλο δῶρο τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο. Τοῦ Θεοῦ πού δέν παύει ποτέ ν' ἀγαπᾶ, νά ἐμπνέει, νά μή ξεσυνερίζεται τόν ἀγνώμονα ἁμαρτωλό. Εἶναι μία τρανή ἀκόμη ἀπόδειξη τῆς ἄφατης καί φιλόστοργης φιλανθρωπίας τοῦ Παναγάθου Θεοῦ Πατέρα καί Πλάστη. Δέν ἀπομένει ἀπό τό ν' ἀποδεχθεῖ αὐτόβουλα τήν πρόκληση καί πρόσκληση πρός ἀπόλαυση τῶν πολλῶν ἀγαθῶν της μετάνοιας. Ἡ ἀντίδραση, ἡ ἀντίθεση καί ἡ ἀπόδραση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τό εὐγενές αὐτό προσκλητήριο τόν καταταλαιπωρεῖ.
Καρποί ἄξιοί της μετανοίας κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμά εἶναι ἡ ἐξομολόγηση, ἡ ἐλεημοσύνη, ἡ δικαιοσύνη, ἡ ἀγάπη, ἡ ταπείνωση. Οἱ ἀρετές ἀποτελοῦν ἀναμφισβήτητα σημαντικό ἔργο τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς καί συνδράμουν στή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Δίχως μετάνοια κανείς δέν μπορεῖ νά σωθεῖ. Ὁ καταπληκτικός ὅσιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος λέγει πώς ἀρχή μετάνοιας εἶναι ἡ ἀποχή τοῦ κακοῦ καί ἡ ἀρχή τῆς μετάνοιας εἶναι ἀρχή τῆς σωτηρίας μας. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς πάλι λέγει πώς ἡ μετάνοια ἀρχίζει μέ τήν αὐτομεμψία, τήν ἐξομολόγηση, τήν ἀπομάκρυνση ἀπό τίς κακίες. Δέν μπορεῖ ποτέ κανείς, λέγει, νά προχωρήσει καί προοδεύσει πνευματικά στά ὑψηλά καί τέλεια ἄν δέν ἀγγίξει τήν ἀρχή τῶν ἀρετῶν.Τή μετάνοια.
Μετά τή Σάρκωση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ καί τό Θεῖο βάπτισμα ὁ πιστός εἶναι ὑπεύθυνος ὁ ἴδιος ἄν θ' ἀκολουθήσει τόν Χριστό ἤ τόν δαίμονα. Ὁ Ἀδάμ προσκλήθηκε καί παρακλήθηκε ἀπό τόν Θεό ἐπίμονα νά μετανοήσει καί νά παραμείνει οἰκήτορας τοῦ ἔξοχου κήπου τῆς Ἐδέμ. Δέν θέλησε ὅμως νά πεῖ τό «ἥμαρτον» καθόλου, λέγει ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος. Ὁ εἰλικρινά μετανοῶν παρουσιάζει λοιπόν διάθεση καί στάση ἐντελῶς ἀντίθετη ἀπό αὐτή τοῦ ἀμετανόητου καί τελικά δυστυχισμένου Ἀδάμ. Ὁ μετανοῶν θά πρέπει νά πιστεύει στόν Θεό, νά ἔχει φόβο Θεοῦ, ν' ἀπαρνηθεῖ ὅτι τόν χωρίζει ἀπό τόν Θεό ἑκούσια καί νά λυπηθεῖ γιά τήν πρότερη κατάσταση πού λύπησε καί τόν Θεό. Λυπᾶται λοιπόν ὁ μετανοημένος εἰλικρινά. Δέν ἄγχεται, δέν φοβᾶται, δέν εἶναι τρομοκρατημένος, θυμωμένος μέ τόν ἑαυτό του, δέν εἶναι ταραγμένος, δέν ἔχει ἐνοχές, δέν τόν κυνηγοῦν Ἐρινύες. Ἄν εἶναι ἔτσι δέν εἶναι σωστή ἡ μετάνοιά του. Παρουσιάζεται νά εἶναι θιγμένος ὁ ἐγωισμός του, νά ἔχει ἐκτεθεῖ, ρεζιλευθεῖ καί ντροπιασθεῖ ἀνεπανόρθωτα. Δέν αἰσθάνεται διόλου ἔτσι ὁ πραγματικά μετανοημένος.
Ἡ μετάνοια εἶναι βάπτισμα μετά τό βάπτισμα, χάρη μετά τή χάρη. Ἡ μετάνοια συνυφαίνεται μέ τήν ἐξομολόγηση καί ἀπαλλάσσεται ὁ ἐξομολογούμενος ἀπό τό βάρος τό κουραστικό τῶν ἁμαρτιῶν. Ἡ ἐμμονή στή μετάνοια θερμαίνει τήν πίστη καί αὐξάνει τήν ταπείνωση, κατά τόν ἅγιο Συμεών τόν Νέο Θεολόγο. Τότε, λέγει, ἀληθινά εὐτυχοῦμε γινόμενοι θεοχαρίτωτοι, ἁγιοπνευματικοί. Εἴμασθε μέ τόν Θεό, ὅπως ἦταν ὁ Ἀδάμ στόν παράδεισο τῆς τρυφῆς, προγευόμαστε τήν ἀνεκλάλητη χαρά τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, διατηρώντας γνήσιο ταπεινό φρόνημα, κατάνυξη, κατά Θεόν πένθος, καρδία καθαρή, πράττοντας πρόθυμα ἔργα μετανοίας, εὐάρεστα στόν Θεό.
Εἴπαμε πώς ἡ μετάνοια εἶναι διαρκής. Ὁ ἅγιος Συμεών μάλιστα λέγει πώς καί ἄν χίλια χρόνια ζήσουμε στή γῆ, ποτέ δέν θά μπορέσουμε τέλεια νά κατανοήσουμε τή μετάνοια, ἀλλά καθημερινά νά βάζουμε ἀρχή σέ αὐτή καί ν' ἀγωνιζόμεθα. Ὁ ὅσιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος τή θεωρεῖ ἀναβαπτισμό, νέα συνθήκη μέ τόν Θεό, ἐνδυνάμωση κατά τῆς ἀπελπισίας, λογισμός αὐτοκριτικῆς καί αὐτοκατάκρισης, ἐμπιστοσύνη στόν Θεό καί ἀπόλυτη ἐλπίδα, συνδιαλλαγή καί ἀγαθοεργία, καθαρή συνείδηση, ὑπομονή στίς θλίψεις, ἀντοχή στή νηστεία, νέκρωση τοῦ παλαιοῦ ἑαυτοῦ. Ἡ μετάνοια κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμά δέν ἐξαντλεῖται στό μίσος τῆς ἁμαρτίας ἀλλά καί στήν ἀγάπη τῆς ἀρετῆς.
Πῶς θά μετανοήσει κανείς; Πῶς θ' ἀρχίσει; Χρειάζεται νά ξαποστάσει κατ' ἀρχάς, νά ξελαχανιάσει ἀπό τό καθημερινό τρεχαλητό, τό κυνηγητό τῆς ἡδονῆς, νά στραφεῖ πρός τά μέσα του, νά κινηθεῖ ἀπό τή συνεχῆ ἐτεροπαρατήρηση στήν αὐτοπαρατήρηση, ἀπό τό κουτσομπολιό τῶν πάντων στή συνομιλία μέ τόν ἄγνωστο ἑαυτό του. Νά σκύψει λίγο μέσα του, νά σκάψει ἐντός του, νά δεῖ τίς δυνάμεις, τίς δυνατότητες, τά ὅρια, τίς ἀντοχές, τά δοθέντα τάλαντα. Χρειάζεται περισυλλογή, αὐστηρός αὐτοέλεγχος, ἐπιείκεια καί κατανόηση τῶν ἄλλων. Νά βροῦμε τά ποσοστά τῆς προσωπικῆς μας εὐθύνης. Νά μή τά ρίχνουμε εὔκολα καί γρήγορα πάντα μόνο στούς ἄλλους. Ἁπλά καί εἰλικρινά, τίμια καί δίκαια πρέπει καί ἀξίζει νά ὁδηγηθεῖ ὁ ἐαυτός μας, πού συνηθίζει νά ξεγλυστράει σάν χέλι, νά παραδεχθεῖ τήν ἁμαρτωλότητά του. Νά θελήσει γενναία, ἡρωικά καί παλληκαρίσια ν' ἀναχωρήσει ἀνεπίστροφα ἀπό τήν ἁμαρτία. Νά μή ἐπωάζει πιά μνῆμες καί φιλεπίστροφους λογισμούς στά πρότερα, τ' ἄχαρα, τ' ἁμαρτωλά, τ' ἀνέντιμά της προηγούμενης ζωῆς.
Ὄλ' αὐτά φυσικά γίνονται ἐλεύθερα καί αὐτοπροαίρετα καί δέν ὑπάρχει κανένα νόημα σέ κανενός εἴδους ἐξαναγκασμό. Ποτέ δέν ἐπιτρέπεται νά ἐκβιάσουμε κάποιον νά ἐξομολογηθεῖ. Ἡ ἐξομολόγηση ἐμπνέεται καί εἶναι ἱερό μυστήριο καί πράξη ἐλευθερίας. Προηγεῖται τῆς μετάνοιας ἡ ἐπίγνωση τῆς ἁμαρτίας, ἡ συνειδητοποίηση τῆς ἁμαρτωλότητος. Ἀκολουθεῖ ἡ λύπη γιά τήν ἁμαρτία. Ἕπεται ἡ ἐξομολόγηση, μέ καρδιά συντετριμμένη καί πνεῦμα τεταπεινωμένο, δέηση γιά συγχώρεση καί ἄφεση καί ἀπόφαση ὑποσχετική γιά μόνιμη ἀποχή ἀπό τό κακό. Ἐλεύθερα καί αὐτόβουλα ἐπιλέγει ὁ ἁμαρτωλός τή μετάνοια καί πλουτίζει ἀπό τ' ἀγαθά τῆς εἰρήνης. Πάντα ἰδιαίτερα μέ προβληματίζει ὁ λόγος ἑνός σύγχρονου, σοφοῦ κι ἐνάρετου Ἁγιορείτου: Πολλοί ἐξομολογοῦνται, λίγοι μετανοοῦν!
Ἡ μετάνοια ἔχει ὁπωσδήποτε καθαρά προσωπικό χαρακτήρα. Ὁ καθένας μετανοεῖ γιά τόν ἑαυτό του. Στήν ἐξομολόγηση ὁ ἐξομολογούμενος καταθέτει τήν προσωπική του εὐθύνη. Δέν ἀναλύει πόσο κακοί εἶναι οἱ ἄλλοι πού δέν τόν καταλαβαίνουν καί πόσο ἄστατος ὁ κόσμος πού τόν κουράζει. Ἡ μετάνοια δέν ἔχει σχέση μέ τήν ἐπιφάνεια ἀλλά μέ τό βάθος. Δέν στηρίζεται τόσο στά λόγια ἀλλά στίς πράξεις. Ἡ εὐσέβειά μας, λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, δέν μένει στά λόγια ἀλλά στά πράγματα. Ἡ μετάνοια ἐλευθερώνει καί δέν ὑποδουλώνει τόν ἄνθρωπο. Ὅσο ὁ πιστός βαθαίνει στή μετάνοια τόσο περισσότερο αἰσθάνεται τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί βιώνει τήν ἐλευθερία.
Μετανοεῖ ὁ χριστιανός γιατί ἐλπίζει ὅτι θά λάβει ἀπό τόν Θεό τή συγχώρηση κι ἔτσι εἶναι στήν πραγματικότητα. Παραδεχόμενος εἰλικρινά τήν ἁμαρτωλότητά του ὁ ἄνθρωπος ἀναγνωρίζει καί ὁμολογεῖ τήν ἀδυναμία του. Ἡ γνώση τῆς ἀδυναμίας εἶναι δύναμη. Ἡ παραδοχή τῆς ἥττας εἶναι νίκη. Ἡ δίχως δικαιολογίες συναίσθηση τῆς παραβατικότητος, ἀνυπακοῆς καί καταχρήσεως τῆς ἐλευθερίας ὁδηγεῖ στή μετάνοια. Ἡ ἔξοδος τοῦ Ἀδάμ ἀπό τόν παράδεισο ἐπῆλθε λόγω τῆς ἀμετανοησίας του. Φθάνουν μάλιστα οἱ ἅγιοι πατέρες νά λέγουν ὅτι ὁ Ἀδάμ ἔχασε τόν παράδεισο ὄχι λόγω τῆς συγκεκριμένης ἁμαρτίας τοῦ ἀλλά λόγω τῶν δικαιολογιῶν του. Ἄν ἀπροφάσιστα καί ντόμπρα παραδεχόταν τό σφάλμα του θά τόν συγχωροῦσε ὁ Θεός καί θά παρέμενε στόν παράδεισο. Ἔτσι φθάνει ὁ μακαριστός Γέροντας Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης νά λέγει τόν φοβερό λόγο: Ὅποιος συνέχεια δικαιολογεῖται ἔχει Γέροντά του τόν δαίμονα!
Ἐλπίζοντας στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ὁ πιστός καί πιστεύοντας στή συγχώρεση ἀναγνωρίζει ὅτι ὁ Παντοδύναμος Θεός μπορεῖ νά τόν ἐλεήσει καί νά τόν δεχθεῖ ὡς τόν ἄσωτό της παραβολῆς. Ἡ μετάνοια ὅμως θά πρέπει νά ὑπάρξει σέ αὐτή τή ζωή. «Ἰδού νῦν καιρός εὐπρόσδεκτος, ἰδού νῦν ἡμέρα σωτηρίας». Ἡ ἀναβλητικότητα εἶναι ἕνα ἀπό τά πιό πονηρά παιχνίδια τοῦ δαίμονα. Ὁ Γέροντας Τύχων ὁ Ρῶσος, ὁ Ἁγιορείτης, ἔλεγε πολύ χαριτωμένα: Ἡ κόλαση εἶναι καλά στρωμένη ἀπό «θά»! Κατοικεῖται ἀπό ἀνθρώπους καλῶν προθέσεων καί ὡραίων, μακρυνῶν σχεδίων. Ἡ μετάνοια ἐπαναφέρει, ἐπανορθώνει, ἀνορθώνει. Ἄν ἐπιτρέπεται, ὅλα ἐπιτρέπονται ἐκτός ἀπό τήν ἀπελπισία. Ὁ δαίμονας ἐπισταμένως ἐργάζεται νά μᾶς ὁδηγήσει στήν ἀπόγνωση. Ἀφοῦ συνέχεια πέφτουμε στά ἴδια καί τά ἴδια, ποιός ὁ λόγος νά συνεχίσουμε ν' ἀγωνιζόμαστε; Ὁ θεοφόρος ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής λέει: Ἡ ἁμαρτία μαυρίζει, ἡ μετάνοια ἀσπρίζει. Καμιά ἁμαρτία δέν εἶναι μεγαλύτερή της ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ὅλα συγχωροῦνται ἀρκεῖ ὁ ἄνθρωπος ἔγκαιρα καί ἔγκυρα νά μετανοήσει. Ὁ μετανοῶν ἁμαρτωλός εἶναι πάντοτε συμπαθής, ὁ ἀμετανόητος πεισματάρης καί θεληματάρης ἀπομακρύνει τή θεία χάρη καί βρίσκεται σέ δύσκολη θέση.
Οἱ νηπτικοί πατέρες συνδυάζουν πάντοτε μέ τή μετάνοια τήν κατάνυξη, τήν ὁποία θεωροῦν ἀπαραίτητη ὅσο τ' ὀξυγόνο. Ὁ ἅγιος Συμεών συνδυάζει τήν κατάνυξη μέ τά θερμά δάκρυα καί τήν ἀγαθοεργία, διά τῶν ὁποίων καθαίρεται ὁ ἄνθρωπος. Ἡ κατανυκτική προσευχή ἔχει δάκρυα, αὐτά ὅμως εἶναι ἄκοπα, θερμά καί γλυκά. Δέν εἶναι ἀποτέλεσμα συναισθηματικῶν καταστάσεων καί νοσηρῶν φαντασιῶν ἑνός στραπατσαρισμένου ἐγωισμοῦ καί μίας κακομοίρικης ψευδοαμαρτωλότητος καί νόθας μηδαμινότητος. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος ἁμαρτάνει σκληραίνει, πωρώνεται, δέν δακρύζει εὔκολα. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος μετανοεῖ, χύνει δάκρυα, σπάει ὁ πάγος, φανερώνεται ἡ ἐπίσκεψη τῆς θείας χάριτος. Τέλος, δακρύζει ἐνθυμούμενος τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τίς πρεσβεῖες τῶν ἁγίων, ἰδιαίτερά της Θεοτόκου. Τά δάκρυα τῆς χάριτος καμιά σχέση δέν ἔχουν μέ τά φυσικά δάκρυα λέγει ὁ πάντοτε εὐκατάνυκτος ὅσιος Ἐφραίμ ὁ Σύρος. Ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος λέγει ἡ σκληροκαρδία θά μαλαχθεῖ μέ δάκρυα, ἡ καρδιά θά ταπεινωθεῖ μέ δάκρυα, ἡ ἕνωση μέ τόν Θεό θά γίνει μέ δάκρυα, ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀδύνατον νά ἐπιτευχθεῖ δίχως δάκρυα.
Ὁ πρῶτος Ἀδάμ, κατά τόν ἀββᾶ Δωρόθεο, ἀπογύμνωσε τόν ἄνθρωπο ἀπό τίς πνευματικές δυνατότητες τῆς «κατ' εἰκόνα» Θεοῦ ὑπάρξεώς του, γιατί ἐπέλεξε τήν ὑπερηφάνεια καί ὄχι τή μετάνοια. Ὁ τέλειος ἄνθρωπος καί τέλειος Θεός Χριστός, ὁ δεύτερος Ἀδάμ, κάλυψε τή γύμνωσή του, τούδωσε τή δύναμη ν' ἀνθίσταται στήν ἁμαρτία καί ν' ἀγαπᾶ τήν ἀρετή. Ἡ μετάνοια συνδράμει σημαντικά νά γνωρίσουμε τόν πραγματικό ἑαυτό μας μέ τήν ὅλη νηπτική ἐργασία καί ὄχι νά θεωροῦμε, νά νομίζουμε ἤ νά φανταζόμαστε κάτι ἄλλο ἀπό αὐτό πού εἴμαστε στήν πραγματικότητα. Ἡ βίωση τῆς μετάνοιας διασφαλίζει τήν αὐθεντικότητα τῶν ἀρετῶν τοῦ ἀνθρώπου, τίς ὁποῖες ἁρμολογεῖ, συνέχει καί συντηρεῖ ἡ πάντα ἀπαραίτητη, γνήσια ταπείνωση.
Οἱ κατά τό μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως κανόνες - ἐπιτίμια, ὅταν τίθενται ἀπό τόν πνευματικό, δέν ἔχουν ποτέ τόν νομικό χαρακτήρα, ἐκδικήσεως τοῦ παραβάτη, τιμωρίας τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ἐξιλεώσεώς του πρός ἱκανοποίηση τοῦ προσβληθέντος Θεοῦ, ὅπως θεωροῦν οἱ Λατίνοι. Τά ἐπιτίμια εἶναι φάρμακα πρός θεραπεία. Χρειάζεται μεγάλη διάκριση, γνώση, σοφία, τέχνη, προσοχή, προσευχή. Χρειάζεται ἀνάλογα ἡ αὐστηρότητα ἤ ἡ ἐπιείκεια καί ἡ κατάλληλη οἰκονομία. Ὄχι πάντα αὐστηρότητα, ὄχι πάντα οἰκονομία. Ὁ κύριος θεραπευτής εἶναι ὁ Χριστός. Ὁ ἱερεύς εἶναι διάκονος τῶν μυστηρίων τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἄφεση ὅμως τῶν ἁμαρτιῶν γίνεται διά τοῦ πετραχηλιοῦ τοῦ ἔγκυρου, κανονικοῦ ἱερέως, πού θά πρέπει νά στολίζεται ἀπό ἐμπειρία, πρός διάκριση τῶν πνευμάτων. Θά πρέπει νάχει ὁ πνευματικός κοινωνία μέ τόν Θεό ὁ ἴδιος, γιά νά ὁδηγήσει καί αὐτούς πού τόν πλησιάζουν σέ Αὐτόν.
Εἶναι σημαντική ὁπωσδήποτε ἡ συνδρομή τοῦ πνευματικοῦ πατέρα στήν ἀνόρθωση τοῦ πνευματικοῦ τέκνου. Ἡ μεγάλη μάχη ὅμως πρέπει νά ποῦμε δίνεται ἐντός του ἴδιου του ἀνθρώπου. Θά πρέπει ν' ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τή δουλεία τῶν παθῶν, νά ἐνισχυθεῖ ἀπό τίς εὐχές τῆς Ἐκκλησίας καί ν' ἀγωνισθεῖ ὑπομονετικά καί ἐπίμονα γιά τήν ἀπαλλαγή ἀπό τίς ἁμαρτωλές ἐνθυμήσεις, μνῆμες καί προσβολές, ἀγαπώντας ὅλο καί πιό πολύ τόν Χριστό. Θά πρέπει νά φτιάξουμε, κατά τόν Γέροντα Παΐσιο, ἕνα ἐργοστάσιο καλῶν λογισμῶν. Ὁ πνευματικός συνδέει τό τέκνο τοῦ πιό πολύ μέ τόν Χριστό καί λιγώτερο μέ τόν ἑαυτό του. Προσεύχεται γι' αὐτό, ἀκόμη καί ὅταν παρακούει, ἴσως τότε πιό πολύ. Ἡ ὑπακοή ἐμπνέεται, δέν ἐπιβάλλεται. Ἡ ὑπακοή δέν ἔχει σχέση μέ τή στρατιωτική πειθαρχία. Ἡ ὑπακοή βοηθᾶ στήν ταπείνωση, στήν ἐκκοπή τοῦ νοσηροῦ ἰδίου θελήματος.
Ὁ ἀνυπάκουος, ὁ αὐθαιρετῶν, αὐτός πού πράττει ὅ,τι νομίζει, ὅ,τι τόν συμφέρει, ὅ,τι τόν ἀναπαύει, ἔχει πρόβλημα, πρέπει νά προσεχθεῖ ἰδιαίτερα. Ἔχει ἀρχίσει νά χάνει τόν προσανατολισμό του, νάχει μία μεγάλη ἰδέα γιά τόν ἑαυτό του, νάναι ἕνας μικρός ἤ μεγάλος Φαρισαῖος. Ἡ ὑπακοή στόν πνευματικό πρέπει νάναι ἀβίαστη, ἐλεύθερη, πρόθυμη, φιλότιμη, εὐχάριστη. Χρειάζεται ἀγώνας γιά νάναι ἔτσι. Ἡ ὑπακοή ἀπό μόνη της δέν λέει πολλά πράγματα. Θά πρέπει νά συνδυάζεται μέ τήν καθαρή προσευχή καί τή συνειδητή καί ἐμπροϋπόθετη συμμετοχή στ' ἅγια μυστήρια καί ἰδιαίτερά της θείας Εὐχαριστίας. Ἡ ὑπομονή στούς πειρασμούς ἐνδυναμώνει τόν ἀγώνα, ὡριμάζει πνευματικά καί καλλιεργεῖ ψυχικά τόν ταπεινό ἀγωνιστή.
Ὁ ἄνθρωπος τῆς μετανοίας ἀγαπᾶ τήν ἄσκηση, ἀντιμετωπίζει μ' ἐγρήγορση καί γνώση τίς παραχωρούμενες γιά καλό δοκιμασίες. Ὁ εἰλικρινά μετανοημένος δέν ἔχει ψυχολογικά προβλήματα μειονεξιῶν, διχασμῶν, ἀνικανοποίητων καί ἀνολοκλήρωτων καταστάσεων, συναισθηματικῶν ἀσταθειῶν, φοβιῶν, καχυποψιῶν καί λοιπῶν κουραστικῶν παρόμοιων πραγμάτων. Ὁ μετανοημένος ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ἀγαπᾶ τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο, ταπεινώνεται, χαίρεται μυστικά, δοξολογεῖ, εὐχαριστεῖ καί εὐγνωμονεῖ τόν Θεό.
Ὁ πνευματικός πατέρας μπορεῖ νά μή εἶναι ἅγιος καί τέλειος καί κάπου νά σφάλλει κιόλας, ὅμως πρέπει νά γνωρίζει τίς θεραπευτικές μεθόδους τῶν παθῶν καλά, ὥστε νά μή ταλαιπωρεῖ τούς προσερχόμενους μέ λαθεμένες διαγνώσεις καί ὁδηγίες. Συντείνει βεβαίως ἰδιαίτερα στή βοήθειά του ἡ εἰλικρίνεια καί ἡ μετάνοια τοῦ ἐξομολογούμενου. Ἔτσι πνευματικός κανείς καθίσταται κυρίως ὅταν τόν διακρίνει αὐτή ἡ ἐμπειρία, πού πάντοτε δέν ὑπάρχει μέ τή μεγάλη ἡλικία. Ὁ ἐπίσκοπος θά πρέπει νά γνωρίζει ἐπίσης πολύ καλά ποιούς τοποθετεῖ σέ αὐτή τή διακονία καί νά εἶναι βαθύς γνώστης τῶν διαχρονικῆς ἀξίας Ἱερῶν Κανόνων τῆς Ἐκκλησίας μας.
Ὁ ἐπιφανής π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος, κάτοχος ἄριστός του Πηδαλίου, ἔλεγε: Οἱ Ἱεροί Κανόνες δέν εἶναι κανόνια! Καί ὁ σοφός π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ἔλεγε: Μαχαίρι κρατᾶ καί ὁ ἰατρός καί ὁ κρεοπώλης... Ὁ σκοπός τῶν Ἱερῶν Κανόνων, κατά τόν μητροπολίτη Ναυπάκτου Ἰερόθεο, εἶναι ἡ βίωση τῆς ἀποκαλυπτικῆς ἀλήθειας τῆς πίστεως καί ἡ πνευματική ἀναγέννηση τῶν ἀνθρώπων. Πνευματική ἀναγέννηση δέν σημαίνει ἁπλά προσωπική πρόοδο τοῦ χαρακτήρα μας, ἀλλά ἐκκλησιοποίηση τοῦ ἀνθρώπου.
Οἱ Ἱεροί Κανόνες συνδράμουν στήν ἐπαναφορά τοῦ μετανοοῦντος ἁμαρτωλοῦ στήν εὐθεία, τή μεσότητα, τήν Ὀρθόδοξη πλεύση.
Τό Πηδάλιο στά χέρια ἑνός ἀδιάκριτου πνευματικοῦ πατέρα θά μπορεῖ νά δημιουργήσει καί συντρίμια. Ὁ προσευχόμενος, δηλαδή θεολόγος, καί μέ διάκριση πνευματικός εἶναι ἀπαραίτητο νά μπορεῖ νά διακρίνει τό θεϊκό ἀπό τό δαιμονικό, τό ἀγγελικό ἀπό τό ἀνθρώπινο, τό πνευματικό ἀπό τό ὑλικό, τό ψυχικό ἀπό τό σωματικό, τό ψυχολογικό ἀπό τό νευρολογικό, τό ψυχιατρικό ἀπό τό νευρικό, τό ἀγχωτικό ἀπό τό ἀνυπόμονο καί πολλά ἄλλα παρόμοια. Ἡ ἀδιακρισία θά δημιουργήσει σύγχυση καί αὐτή σοβαρή πνευματική ζημιά, πού μπορεῖ πολύ νά ταλαιπωρήσει καί τόν ἐξομολόγο καί τόν ἐξομολογούμενο.
Ὁ πνευματικός πρέπει νά γνωρίζει τόν ἑαυτό του, τίς δυνατότητές του, τίς ἁρμοδιότητές του καί τό μέτρο τῶν καθηκόντων του. Νά μή θέτει δυσβάστακτα φορτία στούς ἀνθρώπους καί λυγίσουν καί ἀποθαρρυνθοῦν καί ἀπογοητευθοῦν. Δέν εἶναι γιά ὅλους πάντοτε ὅλα. Ἰδιαίτερα ἐδῶ χρειάζεται μία ἐξατομικευμένη ποιμαντική. Ἀκόμη σ' ἕνα ἀρχάριο δέν πρέπει νά παρουσιάζονται ὑψηλές καταστάσεις, πού ἀδυνατεῖ τώρα ν' ἀνέλθει. Ἡ σύγχυση τῆς ἀκριβοῦς διαγνώσεως, π.χ. ἕνα πρόβλημα ψυχολογικό νά θεωρηθεῖ ὡς δαιμονισμός, μπορεῖ ὅπως εἴπαμε νά δημιουργήσει μεγαλύτερες περιπλοκές, καθυστερήσεις καί ταλαιπωρίες. Καλό θά ἦταν ὁ κάθε ἐξομολόγος νά ἦταν καί Γέροντας, δηλαδή πνευματικός καθοδηγητής. Ὅμως αὐτό δέν σημαίνει ὅτι στόν κόσμο μποροῦν ἀπόλυτα νά μεταφερθοῦν τά μοναχικά πράγματα καί οἱ νέοι ἤ οἱ οἰκογενειάρχες ν' ἀκολουθοῦν ἕνα ἀπαράβατο κανόνα ὑπακοῆς καί στίς λεπτομέρειες κατά τίς προτιμήσεις τοῦ πνευματικοῦ. Ἤ νά χρησιμοποιεῖ καί ἐκμεταλλεύεται κατά διάφορους γνωστούς τρόπους ὁ πνευματικός τά πρόσωπα πού ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ φέρνει στό ἅγιο πετραχήλι του. Ὁ πνευματικός ὁπωσδήποτε καί ποτέ δέν εἶναι παντογνώστης καί ἀλάθητος. Γι' αὐτό δέν θά πρέπει νάχει γνώμη ἐπί παντός ἐπιστητοῦ. Θά πρέπει νά περιορίζεται στό καθαρά πνευματικό του ἔργο. να μορφώσει Χριστό στίς καρδιές τῶν τέκνων του. Ὁ πνευματικός ὁ καλός σέβεται πάντοτε τήν ἐλευθερία τοῦ τέκνου του, ἀκόμη καί ὅταν ἐλεύθερά του τήν προσφέρει ἐκεῖνο. Μέ τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀγωνίζεται νά θεραπεύσει τόν μετανοημένο καί ὄχι νά τόν κάνει ὀπαδό, πού θά τόν φοβᾶται, θά τόν κολακεύει, θά τόν χειροκροτεῖ, θά τόν ἀκολουθεῖ παντοῦ καί πάντοτε.
Ἀντιλαμβάνεσθε πόσο σπουδαία εἶναι ἡ ἐξεύρεση ἑνός διακριτικοῦ πνευματικοῦ πρός ὀρθή καθοδήγηση μακρυά ἀπό ὑπερβολές, ἀκρότητες, συναισθηματισμούς καί νοσηρότητες. Ἡ ἀγωγή πού δίδει ὁ πνευματικός συνδράμει στό ξεκαθάρισμα πολλῶν πραγμάτων, στήν εἴσοδο στήν οὐσία τῆς πνευματικῆς ζωῆς, στή γνώση ὅτι ἡ Ἐκκλησία μας δέν εἶναι ἕνας ὡραῖος καί ἱερός ἔστω θρησκευτικός ὀργανισμός, ἕνα σωματεῖο κοινωνικῆς ἀλληλεγγύης, ἕνας χῶρος ὅπου περνᾶμε εὐχάριστα, ἀποδεχόμενοι, συζητώντας καί χαμογελώντας συνέχεια, ὅπου ἱκανοποιοῦνται συναισθήματα καί καταξιωνόμαστε. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό σῶμα τοῦ ζῶντος Χριστοῦ, ἡ κοινωνία τῶν ἁγίων, ἡ μόνη ὁδός θεώσεως τῶν μετανοούντων.
Ὁπωσδήποτε ἡ Ἐκκλησία εἶναι καί πνευματικό θεραπευτήριο καί πνευματική οἰκογένεια καί ὁ σημερινός κυνηγημένος καί ἀνέραστος ἄνθρωπος μέσα στίς δύσκολες καί μαζοποιημένες κοινωνίες ἔχει ἀνάγκη ἀπό τήν ἀνεύρεση τῆς μοναδικότητος τοῦ ἱεροῦ προσώπου του καί τήν ἀληθινή ἐπικοινωνία. Ὁ πνευματικός πατέρας εἶναι ἀπαραίτητος. Τήν ἀνάγκη τοῦ κόσμου θά ἐκπληρώσουμε ὅταν εἴμεθα καθαροί, τίμιοι, ἀγαθοί καί ταπεινοί. Δέν μπορεῖ ἕνας νά εἶναι πνευματικός καί νά μή ἔχει πνευματικό.
Τό θαυματουργό καί ἰαματικό μυστήριο τῆς μετανοίας πολλοί ἄνθρωποι, ἀκόμη καί πιστοί ἐξομολογούμενοι, συχνά δέν τό μεταχειρίζονται σωστά, ὥστε τελικά νά μένουν ἀθεράπευτοι. Ἡ κάθε ἁμαρτία εἶναι μία μικρή ἐπανάσταση τοῦ ἀνθρώπου κατά τοῦ Θεοῦ, διαχωρίζεται ἀπό Αὐτόν, ἀπομακρύνεται, φεύγει ἀπό τή χάρη τῆς Ἐκκλησίας, ἀποξενώνεται, τελικά νεκρώνεται. Ἡ ἁμαρτία αὐτοκαταστρέφει, ἀπομονώνει καί στενοχωρεῖ τόν ἄνθρωπο. Ἡ μετάνοια, ὅπως εἴπαμε, εἶναι μία διορθωτική πράξη, ἐπαναφέρει, ἀποκαθιστᾶ στήν ἀρχαία ὡραιότητα. Μερικοί δέν γνωρίζουν, λένε, γιατί νά μετανοήσουν. Τό πρόβλημα εἶναι σοβαρό. Ἔχουν ἀμβλυνθεῖ φοβερά τά κριτήρια. Ἡ θεωρούμενη ἐλευθερία ἔχει ἐξασθενήσει ἠθικά, τρομερά τόν σύγχρονο ἄνθρωπο. Ἡ μετάνοια δέν μπορεῖ νά ἐξαντλεῖται σέ μία ἐντελῶς τυπική ἐξομολόγηση πρίν τίς μεγάλες ἑορτές, μέ τό ξεμπέρδεμα τῶν θρησκευτικῶν μας καθηκόντων καί τήν κατάθεση τοῦ βάρους μας γιά νά ξαλαφρώσουμε ψυχικά. Ἡ μετάνοια εἶναι ριζική ἀλλαγή ὅλης της ζωῆς, ἀναποδογύρισμα, ἐπανατοποθέτηση, ἐπαναπροσανατολισμός, ἄρνηση καί μίσος τοῦ κακοῦ, πλήρης ἀλλαγή νοοτροπίας, ἀγάπη ὁλοκάρδια τοῦ ἀγαθοῦ καί πιστή καί ὑπομονετική ἀκολούθησή του.
Ἡ μετάνοια δέν τελειώνει σέ μία ἐξομολόγηση μέ λίγα ἔστω δάκρυα. Ἡ μετάνοια δέν εἶναι ἀστραπή ἤ φωτοβολίδα, ἀλλά συνεχές, ἐπίπονο ἔργο ζωῆς. Ἡ ἐξομολόγηση δέν εἶναι πάλι ἁπλή διαλογική συζήτηση, λύση ἀποριῶν, τυπική ἐξαγόρευση δυσκολιῶν πού ἔχουμε μέ τούς ἄλλους, πού δέν μᾶς καταλαβαίνουν καί δέν μᾶς ἀγαποῦν τόσο. Ἡ ἐξομολόγηση δέν γίνεται ἀπό καλή συνήθεια, γιά τό καλό, γιά τό ἔθιμο, ἀπό φόβο μή μᾶς τιμωρήσει ὁ Θεός καί λοιπά. Ἡ ἐξομολόγηση εἶναι βαθειά ἀνάγκη τῆς μετανοημένης ψυχῆς, ταπεινή κατάθεση τοῦ βάρους τῶν πλημμελημάτων.
Δέν εἶναι σωστό ν' ἀλλάζει κανείς συνέχεια πνευματικούς. Νά ἔχει συγχρόνως δύο πνευματικούς. Νά λέγει λίγα ἐδῶ καί λίγα ἐκεῖ. Τοῦτο φανερώνει μεγάλη πνευματική ἀνωριμότητα, ἐπιπολαιότητα καί ἀστάθεια. Θέλει μία κάποια προετοιμασία ἡ ἐξομολόγηση. Μή ζητώντας τόν τέλειο καί ἅγιο πνευματικό δέν πᾶμε καθόλου. Ἡ ἁγιότητα δέν εἶναι μεταδοτική. Ὁ πιό ἅγιος πνευματικός δέν μπορεῖ νά μᾶς κάνει τίποτε ἄν δέν ἀγωνισθοῦμε. Μή νομίζουμε ὅτι ἀνεβαίνουν οἱ πνευματικές μετοχές μας μέ τό νά ἔχουμε ὀνομαστούς πνευματικούς, μᾶλλον αὐξάνονται οἱ ὑποχρεώσεις μας καί θά πρέπει νά ἐλεγχόμεθα. Καλό εἶναι νά ζητᾶμε τό καλό καί τό τέλειο, ὄχι ὅμως νά πάσχουμε ὡς ἀτελεῖς καί δεινοί εὐσεβιστές. Μή φοβόμαστε νά παραδεχθοῦμε τήν ἥττα μας, τήν ἀδυναμία μας, τήν ἀμέλειά μας.
Δέν θά κατακριθοῦμε γιατί πέσαμε, ἀλλά γιατί δέν σηκωθήκαμε. Μόνο ὁ δαίμονας ἔπεσε καί δέν σηκώθηκε ποτέ. Δέν θά κολασθοῦμε, ἀδελφοί μου, γιατί ἁμαρτήσαμε, ἀλλά γιατί δέν μετανοήσαμε. Ἡ ὑγιής παραδοχή τῆς ἁμαρτωλότητός μας εἶναι πολύ σημαντική. Ὅλοι οἱ ἅγιοί της Ἐκκλησίας αὐτή τήν παραδοχή εἶχαν μόνιμα. Αὐτό τό συντετριμμένο πνεῦμα πρέπει πάντοτε νά ὑπάρχει στήν καρδιά τοῦ μετανοοῦντος χριστιανοῦ, πολύ περισσότερο κατά τήν ὥρα τῆς ἐξομολογήσεως. Μή ἀναμένουμε ἀνακριτικές ἐρωτήσεις, μή φοβόμαστε, μή δειλιάζουμε, μή ντρεπόμαστε, μή ἀναβάλλουμε, μή θεωροῦμε ἁμαρτίες μόνο τόν φόνο καί τήν κλοπή. Οὔτε ἀδιάφοροι οὔτε σχολαστικοί, οὔτε φοβισμένοι οὔτε ξεθαρρεμένοι. Θά μποροῦσε κανείς πολλά νά πεῖ ἐπί τοῦ σοβαροῦ αὐτοῦ θέματος. Ἄς παρακαλέσουμε τόν Θεό νά μᾶς φωτίζει ν' ἀναχωροῦμε ἀπό τό ἐξομολογητήριο ὄχι μέ πρόσθετες ἁμαρτίες. Παρουσιάζοντας ἀκόμη καί ἐκεῖ προφάσεις καί δικαιολογίες γιά τόν καλό ἑαυτό μας καί τόν κακό κόσμο...
Ὁ ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης στόν ὡραιότατο λόγο τοῦ περί μετανοίας μεταξύ ἄλλων γράφει χαρακτηριστικά, ἐμπνευσμένα καί θεοχαρίτωτα: Γνωρίζω ὅτι εἰς ὅσους παλαίουν κατά τῆς ἁμαρτίας, ὁ Κύριος χαρίζει ὄχι μόνον τήν ἄφεσιν ἀλλά καί τήν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία χαροποιεῖ καί πληροί τήν ψυχήν μέ βαθείαν καί γλυκείαν εἰρήνην... Δέν ὑπάρχει μεγαλύτερον θαῦμα ἀπό τό νά ἀγαπᾶ τίς τόν ἁμαρτωλόν εἰς τήν πτῶσιν του. Τόν ἅγιον εἶναι εὔκολον νά ἀγαπᾶς - εἶναι ἄξιος... Χαίρει ὁ Κύριος ἐπί τή μετανοία τῶν ἀνθρώπων. Καί ὄλαι αἵ οὐράνιαι δυνάμεις ἀναμένουν, ὅπως καί ἠμεῖς ἀπολαύσωμεν τῆς γλυκύτητος τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καί ἴδωμεν τό κάλλος τοῦ προσώπου Αὐτοῦ... Δόξα τῷ Κυρίω, ὅτι ἔδωκεν εἰς ἠμᾶς τήν μετάνοιαν, καί διά τῆς μετανοίας σωζόμεθα πάντες ἠμεῖς, ἄνευ ἐξαιρέσεως. Δέν θά σωθοῦν μόνο οἱ μή μετανοοῦντες... Σημεῖον τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν εἶναι ὅτι ἐμίσησαν τήν ἁμαρτίαν... Ἄς ταπεινωθῶμεν, ἴνα διά τῆς μετανοίας ἀποκτήσωμεν ἐλεητικήν καρδίαν καί τότε θά ἴδωμεν τήν δόξαν τοῦ Κυρίου... Ὅστις μετανοεῖ ἀληθῶς, οὗτος εἶναι ἕτοιμος νά ὑπομένη κάθε θλίψιν... Εἰς τόν ἐλεήμονα ὁ Κύριος παρευθύς συγχωρεῖ τά ἁμαρτήματα... Θά ηὐχόμην νά μάθω μόνον τήν ταπείνωσιν καί τήν ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ, ὥστε οὐδένα νά προσβάλλω, ἀλλά νά προσεύχωμαι δί' ὅλους, ὡς δί' ἐμαυτόν....
Ταπεινῶς φρονῶ ὅτι οἱ λόγοι αὐτοί τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ εἶναι συμπύκνωση ὅλων τῶν προηγουμένων. Λησμονῆστε, λοιπόν, ἄν θέλετε τά παραπάνω. Νά θυμάσθε πάντα ὅμως ὅτι ὅποιος παλεύει κατά τῆς ἁμαρτίας χαριτώνεται καί εὐλογεῖται ἀπό τόν Θεό. Ν' ἀγαπᾶμε τόν ἁμαρτωλό καί νά μισοῦμε τήν ἁμαρτία, ὅπως λέγει καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Χαρά λαμβάνει ὁ Θεός ἀπό τή μετάνοιά μας, χαρά ἀληθινή αἰσθανόμεθα τότε κι ἐμεῖς. Ἀπόδειξη ὅτι μᾶς συγχώρεσε ὁ Θεός εἶναι τό μίσος κατά τῆς ἁμαρτίας. Ἡ συγχωρητικότητα εἶναι χαρακτηριστικό του ἀληθινά μετανοημένου.

Εὔχεσθε νά συνεχίζουμε ἐλπιδοφόρα τό ὡραῖο ταξείδι στά βαθειά νερά τῆς μετανοίας, ὁδηγούμενοι στόν εὔδιο λιμένα τῆς σωτηρίας μας ἀπό τόν Σωτήρα καί Λυτρωτή Κύριο, διά πρεσβειῶν πάντων τῶν ἁγίων καί τῆς Θεοτόκου.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...