Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017

Οικουμενισμός: Μητροπολίτης Ναυπάκτου Και Αγίου Βλασίου Ιεροθέος Βλάχος – Τα «Σχίσματα Των Εκκλησιών»



Ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιεροθέος , απαντά στον «αγράμματο ή σκοπίμως διαστρεβλωτή» Μητροπολίτη Μιλήτου Απόστολο, ο οποίος στην ομιλία του με θέμα: «Επομένη τοις Τρισίν Ιεράρχαις, η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας»(εδώ σελις 9), εμφανίζεται ως υπέρμαχος της χρήσης του όρου «εκκλησίες» για τις αιρετικές συναγωγές και μάλιστα δεν διστάζει να παρερμηνεύσει ακόμη και τον Μέγα Βασίλειο.

του Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

«Στην αναφορά της θείας Λειτουργίας του Μεγάλου Βασιλείου γίνεται λόγος για τα «σχίσματα των Εκκλησιών». 
Ο Μέγας Βασίλειος μεταξύ των άλλων προσεύχεται στον Θεό: «Παύσον τα σχίσματα των Εκκλησιών».
Μερικοί σύγχρονοι θεολόγοι, για να δικαιολογήσουν τον όρο Εκκλησία και για τους ετεροδόξους, επικαλούνται και την φράση αυτή και ισχυρίζονται ότι ο Μέγας Βασίλειος ονομάζει Εκκλησίες και τις κοινότητες των αιρετικών, οπότε αυτό, όπως ισχυρίζονται, δίδει το δικαίωμα να ονομάζουν όλους τους Χριστιανούς εκτός της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η οποία είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, ότι ανήκουν σε Εκκλησίες.

Αυτό εκ πρώτης όψεως είναι λογικοφανές, αλλά εάν αναλύση κανείς το θέμα θα διαπιστώση ότι τέτοιες ερμηνευτικές αποδόσεις στον Μέγα Βασίλειο είναι εσφαλμένες.

Κατ’ αρχάς αμέσως μετά την προσευχή «παύσον τα σχίσματα των Εκκλησιών» ακολουθεί η προσευχή: «τας των αιρέσεων επαναστάσεις ταχέως κατάλυσον τη δυνάμει του αγίου σου Πνεύματος»


Αυτό σημαίνει ότι εδώ γίνεται διάκριση μεταξύ των σχισμάτων, που πρέπει να παύσουν να υπάρχουν, και των επαναστάσεων των αιρέσεων που πρέπει να καταλυθούν με την δύναμη του Αγίου Πνεύματος. Και αυτό γιατί οι αιρέσεις είναι προιόντα του πονηρού πνεύματος, των δαιμονικών δυνάμεων.

Έπειτα, στην ίδια ευχή της αναφοράς προσεύχεται: «τους εσκορπισμένους επισυνάγαγε∙ τους πεπλανημένους επανάγαγε και σύναψον τη αγία σου καθολική και αποστολική Εκκλησία». 

Έτσι, υπάρχει η Μία, Αγία, Αποστολική και Καθολική Εκκλησία και «οι πεπλανημένοι» που έχουν απομακρυνθή από αυτή και πρέπει να επιστρέψουν σε αυτήν.

Όποιος δεν μπορεί να κάνη την διάκριση μεταξύ σχισμάτων και αιρέσεων, δεν μπορεί να καταλάβη τον λόγο του Μεγάλου Βασιλείου και κατά τον τρόπο αυτό τον παρερμηνεύει και τον αδικεί.

Το ότι ο Μέγας Βασίλειος κάνει διάκριση μεταξύ των σχισμάτων και των αιρέσεων φαίνεται στον 1ο Κανόνα του, ο οποίος έγινε αποδεκτός από την Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο και επομένως έχει καθολική ισχύ.

Στον σημαντικό αυτόν κανόνα ο Μέγας Βασίλειος κάνει την διάκριση μεταξύ αιρέσεων, σχισμάτων και παρασυγαγωγών. 



Αναλύοντας αυτό το θέμα γράφει, κατά την μετάφραση του χωρίου: 


«αιρέσεις (οι παλαιοί Πατέρες) ονόμασαν αυτούς που είχαν αποσχιστεί τελείως και είχαν αποξενωθεί από την ίδια την πίστη, ενώ σχίσματα αυτούς που φιλονίκησαν μεταξύ τους για κάποιες αιτίες εκκλησιαστικές και για ζητήματα που μπορούν να διευθετηθούν∙ και παρασυγαγωγές τις συγκεντρώσεις που έκαναν ανυπότακτοι πρεσβύτεροι ή επίσκοποι και αγράμματοι άνθρωποι». 


Δίνει δε μερικά παραδείγματα από την τότε πραγματικότητα για να γίνη κατανοητό.

Όταν ο Μέγας Βασίλειος προσευχόταν «παύσον τα σχίσματα των Εκκλησιών» εννοούσε την προσωρινή διακοπή εκκλησιαστικής κοινωνίας μεταξύ των Εκκλησιών για ζητήματα ιάσιμα, ενώ για τις αιρέσεις προσεύχεται διαφορετικά.

Κάνοντας αυτήν την διάκριση σαφώς γράφει ότι οι Πατέρες οι παλαιοί καθόρισαν «το μεν των αιρετικών (βάπτισμα), παντελώς αθετήσαι», το δε βάπτισμα των σχισματικών να το δεχθούν, επειδή «ως έτι εκ της εκκλησίας αυτών», αφού αποσχίσθηκαν από την Εκκλησία για «ζητήματα ιάσιμα», όχι της πίστεως, και το βάπτισμα αυτών που ανήκουν στις παρασυναγωγές «αν βελτιωθούν με αξιόλογη μετάνοια και επιστροφή, να ενώνονται ξανά με την Εκκλησία, ώστε πολλές φορές να γίνονται δεκτοί στην ίδια την τάξη, όταν μετανοήσουν, και αυτοί που έφυγαν μαζί με τους απειθάρχητους και που είχαν κάποιον ιερατικό βαθμό».

Ο Μέγας Βασίλειος αιτιολογεί θεολογικώς γιατί οι αιρετικοί δεν ανήκουν στην Εκκλησία, και γιατί δεν μπορεί να γίνη αποδεκτό το βάπτισμά τους. Γράφει: 

«οι δε της εκκλησίας αποστάντες, ούκ έτι έσχον την χάριν του αγίου Πνεύματος εφ’ εαυτούς∙ επέλιπε γαρ η μετάδοσις τω διακοπείναι την ακολουθίαν», δηλαδή «αυτοί όμως που αποστάτησαν από την εκκλησία δεν έχουν πιά την χάρη του Αγίου Πνεύματος επάνω τους∙ γιατί σταμάτησε η μετάδοση, επειδή διακόπηκε η συνέχεια».

Αυτό σημαίνει ότι όσες κοινότητες χριστιανικές δέχονταν την αίρεση, δεν είχαν αποστολική διαδοχή, και δεν έχουν έγκυρα μυστήρια, αφού τους εγκατέλειψε η Χάρη του Αγίου Πνεύματος.

Η εποχή στην οποία έζησε ο Μέγας Βασίλειος ήταν μια ταραχώδης εποχή. 

Είχε προηγηθή η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος, αλλά σχεδόν αμέσως μετά την Σύνοδο αυτή δημιουργήθηκαν έριδες. 


Γίνονταν μεγάλες συζητήσεις για τον όρο του ομοουσίου και άλλους όρους σχετικά με την θεότητα του Υιού και Λόγου του Θεού, αλλά και την θεότητα του Αγίου Πνεύματος. 


Έτσι, άλλες χριστιανικές κοινότητες είχαν απομακρυνθή από την Εκκλησία ως αιρετικές, λόγω του ότι ο Επίσκοπος είχε προσχωρήσει στην αίρεση, άλλες ήταν σχισματικές για λόγους προσωπικούς και διοικητικούς, αφού δεν είχε επικρατήσει ακόμη το διοικητικό σύστημα, που υπάρχει σήμερα, και άλλες ήταν παρασυναγωγές. 


Όλα αυτά ρυθμίστηκαν με την Β΄ Οικουμενική Σύνοδο, η οποία συνήλθε το 381 μ.Χ. δύο χρόνια μετά την κοίμηση του Μεγάλου Βασιλείου. 


Η δε Σύνοδος αυτή δεν ανήρεσε αυτήν την διάκριση του Μεγάλου Βασιλείου, αλλά την διατήρησε, γιατί θέτει ουσιαστικούς και κανονικούς όρους για να δεχθή το βάπτισμα αυτών που έφυγαν από την Εκκλησία.

Έτσι η διάκριση μεταξύ αιρέσεως, σχίσματος και παρασυναγωγής υφίσταται σήμερα. 

Αιρετικοί είναι όσοι έχουν εισάγει αιρετικές αποκλίσεις από την πίστη των Πατέρων. 


Το filioque, το actus purus, το analogia entis, το analogia fidei είναι αιρέσεις και αυτές έχουν εγκολπωθή οι δυτικοί Χριστιανοί. 


Ο μονοφυσιτισμός και ο μονοθελητισμός είναι αιρέσεις και αυτές έχουν εγκολπωθή οι ανατολικοί Χριστιανοί. 


Εκτός αυτών, υπάρχουν και Εκκλησίες για διοικητικούς λόγους, που δεν έχουν εκκλησιαστική κοινωνία, όπως το Πατριαρχείο Αντιοχείας διέκοψε την εκκλησιαστική κοινωνία με το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων.

Επομένως, όταν ο Μέγας Βασίλειος προσευχόταν «παύσον τα σχίσματα των Εκκλησιών» εννοούσε την προσωρινή διακοπή εκκλησιαστικής κοινωνίας μεταξύ των Εκκλησιών για ζητήματα ιάσιμα, ενώ για τις αιρέσεις προσεύχεται διαφορετικά, ήτοι «τας των αιρέσεων επαναστάσεις ταχέως κατάλυσον τη δυνάμει του Αγίου σου Πνεύματος» και «τους πεπλανημένους επανάγαγε και σύναψον τη αγία σου καθολική και αποστολική εκκλησία».

Μέσα στην προοπτική αυτή πρέπει να ερμηνεύση κανείς τις επιστολές που απέστειλε ο Μέγας Βασίλειος για την ειρήνη στην Εκκλησία.

Πρέπει να σταματήση αυτή η παρερμηνεία της διδασκαλίας του Μεγάλου Βασιλείου. Όσοι έχουν διαφορετικές απόψεις, έχουν το δικαίωμα να τις εκφράζουν, αλλά οπωσδήποτε ας σταματήσουν να παρερμηνεύουν τον μεγάλο μας Πατέρα, τον Αρχιεπίσκοπο Καισαρείας της Καππαδοκίας και ουρανοφάντορα Βασίλειο».

Ιερά Μητρόπολις Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου.
Εκκλησιαστική Παρέμβαση -parembasis.gr


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...