Όλα τα έργα του Θεού είναι βλογημένα. Τότε που έκανε τον κόσμο, είδε πως είναι πολύ καλά όσα έκανε. «Και είδεν ο Θεός πάντα όσα εποίησε, και ιδού καλά λίαν». Και το κρύο κ’ η ζέστη, κ’ η καλοσύνη κ’ ηφουρτούνα, κι ο χειμώνας και το καλοκαίρι, κ’ η δροσιά κ’ η πάχνη. Αληθινά, όλα είναι καλά. Γι’ αυτό λέγει ο Δαβίδ: «Αινείτε τον Κύριον επί της γης, δράκοντες και πάσαι άβυσσοι˙ πυρ, χάλαζα, χιών, κρύσταλλος, πνεύμα καταιγίδος, τα ποιούντα τον λόγον αυτού˙ τα όρη και πάντες βουνοί, ξύλα καρποφόρα και πάσαι κέδροι».
Τον καιρό που ζούσα φυσικά και βλογημένα, θυμάμαι πως όλα μου φαινόντανε καλά. Όλα τα δεχόμουνα με χαρά, και τα πιο σκληρά˙ φουρτούνες, παγωνιές, βροχές, κούραση, δίψα, πείνα και κάθε κακοπάθηση. Και μάλιστα εύρισκα πολλή ευχαρίστηση να τα περνώ με υπομονή. Και τώρα που τα θυμάμαι, μου φαίνονται ακόμα πιο έμορφα.
Έτσι, και τις ώρες που έκανε κάψα, κ’ η γης καβουρντιζότανε και μύριζε στουρναρόπετρα, ένιωθα πολλά πράγματα μέσα μου, μυστήρια ποιητικά, που με κάνανε να την αγαπώ. Τ’ απομεσήμερο, την ώρα που βράζει ο κόσμος, βαστά μια βουβή ησυχία, σαν να ‘ναι νύχτα βαθιά.
Στο νησί μου η ερημιά φαινότανε πιο μεγάλη αυτές τις ώρες. Πολλές φορές τύχαινε να πάρω τη βάρκα μου από νωρίς και να πάγω να ψαρέψω. Έπαιρνα μαζί μου ψωμί μαύρο, ντομάτες, ελιές μέσα σε μια ξυλόκουπα, ένα μαχαίρι, σπίρτα και καπνό. Τραβούσα παραμέσα στο μπουγάζι, κατά το μαΐστρο. Περνούσα δυο – τρεις μικρούς κάβους και, σαν έφτανα σ’ έναν κόρφο, φουντάριζα ανοιχτά και ψάρευα. Έπιανα καμιάν οκά μικρόψαρα, τα πιο πολλά ήτανε σαργοί, που είναι πολύ νόστιμοι.