
Πρωτεύοντα ρόλο και ισάξιο έργο με αυτό των δώδεκα αποστόλων επιτέλεσε και ο άγιος Λουκάς ο ιατρός (18 Οκτ.), αφού αναδείχθηκε απόστολος και αυτός, από την ευρύτερη ομάδα των εβδομήκοντα αποστόλων, αλλά και ευαγγελιστής.
Όπως διαβεβαιώνει ο ίδιος για τον εαυτό του, ανήκε σε αυτούς που παρακολούθησαν «άνωθεν πάσιν ακριβώς», ήταν δηλαδή και αυτός αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας για όσα είπε και έπραξε ο Ιησούς κατά την τριετή δημόσια δράση του, από τη βάπτισή του στον Ιορδάνη μέχρι την Ανάληψή του στο όρος των Ελαιών, «από του βαπτίσματος Ιωάννου έως της ημέρας ης ανελήφθη αφ’ ημών». Ιδιαίτερα η μαθητεία του αυτή τον ανέδειξε ένθερμο «μάρτυρα της αναστάσεως αυτού», συναποφέροντας και ως πολύτιμο καρπό τα δύο ιερά και με τρόπο υποδειγματικό γραμμένα θεόπνευστα κείμενά του, το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο και τις Πράξεις των Αποστόλων (Λουκ. 1, 1. Πράξ. 1, 22).
Αλλά και ο Χριστός επιβράβευσε τη συνέπεια του αποστολικού φρονήματος του Λουκά κατά τρόπο μοναδικό. Του φανερώθηκε αναστημένος κατά την πρώτη μέρα της Αναστάσεως, πριν ακόμα φανερωθεί στον στενό κύκλο των ένδεκα μαθητών του. Αυτό έγινε κατά τη γνωστή εκείνη πορεία του Λουκά και του Κλεόπα προς Εμμαούς, ένα χωριό που απείχε από την Ιερουσαλήμ «σταδίους εξήκοντα», κοντά 11 χιλιόμετρα.


















