Ἀφήγησι πνευματικοῦ του τέκνου, τό ὁποῖο ἔμενε κοντά στό διαμέρισμα τοῦ Γέροντα:
Μιά μέρα δέχθηκα κάποιον φοιτητή τῆς Ἰατρικῆς καί δέν θυμᾶμαι ἀπό ποιά ἀφορμή συζητούσαμε γιά θέματα τῆς Ἐκκλησίας. Κάποια στιγμή κτυπάει τό κουδούνι. Ἀνοίγω καί βλέπω τόν Γέροντα.
– Παιδί μου, ἔχει χαλάσει τό τηλέφωνό μου. Μπορῶ νά τηλεφωνήσω ἀπό τό δικό σου;
– Εὐχαρίστως, Γέροντα. Περᾶστε.
Τηλεφώνησε καί μετά ἐγώ, ἐκμεταλλευόμενος τήν εὐκαιρία, λέω:
– Γέροντα, ἐδῶ συζητᾶμε μέ τόν φίλο μου καί μοῦ ἔχει θέσει ἕνα ἐρώτημα, στό ὁποῖο νομίζω ὅτι πρέπει νά ἀπαντήσετε καλύτερα ἐσεῖς. Τό ἐρώτημα εἶναι τό ἑξῆς: Ἐσεῖς οἱ Χριστιανοί ἀδιαφορεῖτε λίγο-πολύ γιά τά προβλήματα αὐτῆς τῆς ζωῆς. Συνέχεια μιλᾶτε γιά τήν αἰώνιο βασιλεία. Αἰώνιος βασιλεία ἐδῶ, αἰώνιος βασιλεία ἐκεῖ, ἐνῶ ὁ κόσμος ἔχει τόσα προβλήματα.



















