
Το κακό ούτε είχε ούτε έχει ούτε θα έχη σύμφωνα με μια δική του φύση πραγματική υπόσταση – γιατί δεν έχει και καμμιάν ουσία ή φύση ή υπόσταση ή δύναμη ή ενέργεια στα όντα – , ούτε είναι ποιότητα ούτε ποσότητα ούτε σχέση ούτε τόπος ούτε χρόνος ούτε θέση ούτε ποίηση ούτε κίνηση ούτε έξη ούτε πάθος, που να ενθεωρείται φυσικώς σε κάποιο απ’ τα όντα – κι ούτε είχε βέβαια ουδαμώς σε όλα αυτά σύμφωνα με μια φυσική κλίση πραγματικήν υπόσταση –, και δεν είναι ούτε αρχή ούτε μεσότητα ούτε τέλος, αλλά, για να το πω σαν να το περιλαμβάνω μέσα σε όρια, το κακό είναι η έλλειψη της τελειοποιούς (προς το τέλος) ενέργειας των ενυπαρχουσών στη φύση δυνάμεων, και τίποτα απολύτως άλλο.
Ή πάλι, το κακό είναι η αλόγιστη κίνηση των φυσικών δυνάμεων κατ’ εσφαλμένη κρίση προς κάτι άλλο πλην του τέλους∙ και λέω τέλος την αιτία των όντων, την οποία φυσικώς επιθυμούν όλα, έστω κι αν αφού εκάλυψε στον υπέρτατο βαθμό με την παραποίηση της εύνοιας τον φθόνο ο πονηρός, και παρέπεισε (εξαπάτησε…) με δόλο τον άνθρωπο να κινήση την έφεσή του προς κάτι άλλο απ’ τα όντα πλην της αιτίας, δημιούργησε την άγνοια της αιτίας.


















