
Τό νά ἀγαπᾶ κανεὶς εἶναι μακαριότητα, τό νά μισεῖ εἶναι βασανιστήριο.
Ὅλος ὁ νόμος καί οἱ προφῆτες συνοψίζονται στήν ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τόν πλησίον(1).
Ἡ ἀγάπη πρός τόν πλησίον εἶναι τό μονοπάτι πού ὁδηγεῖ στήν ἀγάπη πρός τόν Θεό, γιατί ὁ Χριστός, ὁ ἀληθινός Θεός (2), εὐδόκησε νά ντυθεῖ μυστικά τόν κάθε πλησίον μας.
Μή νομίζεις, ἀγαπητέ μου ἀδελφέ, πώς ἡ ἀγάπη πρός τόν πλησίον μας εἶναι μέσα ἤ ἔστω κοντά στήν πεσμένη καρδιά μας. Γιατί ἡ ἐντολή τῆς ἀγάπης εἶναι ἐντολή πνευματική, ἐνῶ ἡ καρδιά μας εἶναι σαρκική. Ἡ ἐντολή εἶναι νέα, ἐνῶ ἡ καρδιά μας εἶναι παλαιά.
Μέ τήν πτώση τῶν προπατόρων μας στήν παρακοή καί τήν ἁμαρτία, ἡ φυσική μας ἀγάπη ἀλλοιώθηκε ἀνεπανόρθωτα. Πρέπει, λοιπόν, νά τή νεκρώσουμε –ἔτσι μᾶς προστάζει ὀ Χριστός– καί νά ἀντλήσουμε ἀπό τό Εὐαγγέλιο τή θεία ἀγάπη πρός τόν πλησίον, τήν ἀγάπη «ἐν Χριστῷ».


















