
Ἐπιτρέπεται στὸ χριστιανὸ νὰ ζητάει ἀπὸ τὸν Θεὸ πειρασμοὺς ἢ νὰ τοὺς ἐπιδιώκει ὁ ἴδιος;
Κανένας μας δὲν πρέπει νὰ ζητάει πειρασμούς. Ἀπεναντίας, μάλιστα, ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, παραδίνοντάς μας τὴν Κυριακὴ Προσευχή, τὸ Πάτερ ἡμῶν, μᾶς πρόσταξε νὰ παρακαλᾶμε τὸν οὐράνιο Πατέρα: «…καὶ μὴ εἰσενέγκεις ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ ρύσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ» (Μάτθ. 6:13). Δηλαδή: καὶ μὴ μᾶς ἀφήσεις νὰ πέσουμε σὲ πειρασμό, ἀλλὰ γλύτωσέ μας ἀπὸ τὸν πονηρό. Κι αὐτὸ, γιατί εἶναι τόση ἡ ἀνθρώπινη ἀδυναμία, ποὺ ἀκόμα κι ἕνας ἄνθρωπος προχωρημένος στὴν ἀρετὴ μπορεῖ εὔκολα νὰ λυγίσει κάτω ἀπὸ πειρασμό, ἔστω καὶ μικρό.
Ὁ ἅγιος Πέτρος ἦταν ἀπόστολος κορυφαῖος καὶ γενναιόψυχος. «Κι ἂν ὅλοι χάσουν τὴν ἐμπιστοσύνη τους σ’ Ἐσένα», εἶχε πεῖ στὸν Ἰησοῦ λίγο πρὶν ἀπὸ τὴ σύλληψή Το, «ἐγὼ ποτὲ δὲν θὰ τὴ χάσω… Δὲν θὰ Σὲ ἀπαρνηθῶ, ἔστω κι ἂν χρειαστεῖ νὰ πεθάνω μαζὶ Σου» (Μάτθ. 26:33,35). Ἀλλὰ μετὰ τὴ σύλληψη τοῦ Κυρίου, ὅταν βρέθηκε μπροστὰ στὸν πειρασμὸ τῆς ἀρνήσεώς Του, ἔπεσε. Ἄρχισε νὰ ὁρκίζεται: «Ὁ Θεὸς νὰ μὲ τιμωρήσει, ἂν Τὸν ξέρω Αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο!» (Μάτθ. 26:74).


















