
Ὁ Βαρλαάμ, ὄντας ἀλλότριος τῆς θείας χάριτος καὶ «μηδέποτε προσευχόμενος», ὅπως ὑπαινίσσεται ὁ Ἅγιος (Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων 1,2,31· στὸ ἑξῆς, παραπέμπουμε σ᾿ αὐτὸ τὸ ἔργο μόνο μὲ τοὺς ἀριθμοὺς τῶν τριάδων, λόγων και κεφαλαίων), δὲν μποροῦσε νὰ κατανοήσει τὴ συμμετοχὴ τοῦ σώματος τῶν ἡσυχαζόντων στὴν προσευχή. Ἐπειδὴ εἶχε ἐμπιστοσύνη στὸν ἑαυτό του καὶ στὶς γνώσεις του, θέλησε νὰ ἐλέγξει τοὺς ἐν λόγῳ μοναχούς, τοὺς ὁποίους παρομοίασε μὲ τοὺς αἱρετικοὺς Βογόμιλους. «Δὲν ἀποκλείεται διόλου νὰ μὴν ἄνθεξε ὁ διανοητικὸς νοῦς τοῦ Βαρλαὰμ στὸν καθαρὰ θεωρητικὸ πειρασμὸ νὰ χτυπήσει ὅ,τι ἔκρινε ἀδιανόητο», σημειώνει ὁ Παναγιώτης Κανελλόπουλος στὴν Ἱστορία τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πνεύματος (τ. α’1, σ. 451).


















