Κυριακή, 13 Αυγούστου 2017

Ο ΠΙΟ ΘΑΥΜΑΣΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ


Ο ΠΙΟ ΘΑΥΜΑΣΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

π. Δημητρίου Μπόκου

Ἡ Παναγία εἶναι ὁ πιὸ θαυμαστὸς ἄνθρωπος. Μᾶλλον τὸ πιὸ θαυμαστὸ δημιούργημα τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἡ ὡραιότερη, σεμνότερη, ταπεινότερη καὶ ἱερότερη γυναίκα τοῦ κόσμου (π. Μωυσῆς Ἁγιορείτης). Πόσο μεγάλο εἶναι τὸ πνευματικό της ἀνάστημα;
«Χαίροις μετὰ Θεὸν ἡ Θεός, τὰ δευτερεῖα τῆς Τριάδος ἡ ἔχουσα», ψάλλουμε. Δηλαδή; Μετὰ τὸν Θεὸ ἔρχεται σὲ ἁγιότητα ἡ Παναγία. Εἶναι «ἡ ὄντως ἁγνὴ μετὰ Θεὸν ὑπὲρ ἅπαντας». Ἡ Ἁγία Τριάδα -Πατήρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιον Πνεῦμα- ἔχει τὰ πρωτεῖα σὲ ὅλα. Τὰ δευτερεῖα ὅμως τὰ ἔχει ἡ Παναγία. Ἀρχικὰ εἶχαν οἱ ἄγγελοι τὴ θέση αὐτή. Μὰ ἡ Παναγία τοὺς ξεπέρασε. Αὐτὴ τώρα δέχεται ἄμεσα ὅλες τὶς δωρεὲς ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ καὶ τὶς μεταβιβάζει στὰ ὑπόλοιπα δημιουργήματα, ἀγγέλους καὶ ἀνθρώπους. Εἶναι ὁ ὑπέρτατος σκοπὸς τῆς «δημιουργίας ἁπάσης, δι’ ἣν ὁ κόσμος ἐγένετο». Γι’ αὐτὴν δημιουργήθηκε ὁ ὑπόλοιπος κόσμος. Καὶ μὲ τὴ γέννησή της «ἡ αἰώνιος τοῦ Κτίστου βουλὴ πεπλήρωται». Μὲ τὴ γέννησή της πραγματοποιήθηκε τὸ προαιώνιο σχέδιο τοῦ Δημιουργοῦ (Ἅγ. Ἀνδρέας ὁ Κρήτης, Θεοτοκάριον).

Πῶς ὅμως κατάφερε νὰ κατακτήσει μιὰ τέτοια θέση μοναδικὴ ἡ Παναγία; Μήπως δημιουργήθηκε διαφορετικὴ ἀπὸ ἐμᾶς; Μήπως ὁ Θεὸς ἐνεργώντας μεροληπτικὰ τῆς ἔδωσε ἐπιπλέον χαρίσματα ἢ κάποια φύση ἀνώτερη ἀπὸ τὰ ἄλλα δημιουργήματα;
Ὄχι! Τουναντίον, ἦταν ὅπως ὅλοι μας. «Ἐκ γῆς ἔχει τὴν γένεσιν». Εἶναι «θυγάτηρ τοῦ πάλαι Ἀδάμ», ἀπόγονος καὶ αὐτὴ τῶν ἐκπεσόντων πρωτοπλάστων προπατόρων μας, βεβαρημένη ὅπως ὅλοι μὲ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα, «φθαρτὸν ἐκ τοῦ Ἀδὰμ σῶμα κληρονομήσασα». Γεννήθηκε σὰν ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, μὲ τὴ φυσικὴ συζυγικὴ συνάφεια τῶν ἁγίων γονέων της, ἀπὸ τὸ «πανάμωμον» σπέρμα τοῦ Ἰωακεὶμ καὶ ἀπὸ τὴ μήτρα τῆς Ἄννας. Δὲν γεννήθηκε ἔξω ἀπὸ τοὺς ὅρους τῆς ἀνθρώπινης φύσης, «ἀλλὰ καθὼς πάντες ἐκ σπέρματος ἀνδρὸς καὶ μήτρας γυναικὸς» (Ἅγ. Ἐπιφάνιος). Δὲν ἔχουμε «ἄσπιλο σύλληψη» τῆς Παναγίας, δηλαδὴ γέννησή της χωρὶς τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα, ὅπως διατείνεται ἡ Μαριολογία, ἡ ἐσφαλμένη περὶ τῆς Θεοτόκου δυτικὴ διδασκαλία.
Ἡ καθαρότητά της εἶναι καρπὸς τῆς δικῆς της θέλησης, τοῦ δικοῦ της ἀγώνα. Ἂν καὶ κληρονόμησε τὴ φθαρτὴ ἀδαμιαία φύση καὶ συνεπῶς καὶ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα, ἐν τούτοις κρατήθηκε ἔξω ἀπὸ προσωπικὲς ἁμαρτίες. Ἐδῶ εἶναι τὸ ἀνυπέρβλητο μεγαλεῖο της. Ἔγινε «ὄντως ἁγία καὶ Παναγία», «ἀγγελικῶν ὑπερτέρα δυνάμεων». Ἀνέβηκε πάνω ἀπὸ τὰ Χερουβὶμ καὶ ὑψώθηκε πάνω ἀπὸ τὰ Σεραφὶμ» (Ἅγ. Ἰω. Δαμασκηνός). Ἡ κάθαρσή της ἀπὸ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα ἔλαβε χώρα μὲ τὴν ἐπιφοίτηση τῆς ἁγιαστικῆς δύναμης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Λουκ. 1, 35) μόλις κατὰ τὴ στιγμὴ (τοῦ Εὐαγγελισμοῦ) ποὺ ἔδωσε τὴ συγκατάθεσή της καὶ συνέλαβε μέσα της τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι νωρίτερα. «Ἡ τοῦ Πνεύματος ἁγιαστικὴ δύναμις ἐπιφοιτήσασα ἐκάθηρέ τε καὶ ἡγίασε καὶ οἱονεὶ προήρδευσε». Ἡ ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν Παναγία εἶναι τὸ ἀντίστοιχο μὲ τὸ μυστήριο τοῦ δικοῦ μας βαπτίσματος.
Ἐπειδὴ ὅμως διὰ τοῦ Ἀδὰμ «ἡ ἁμαρτία εἰσῆλθεν εἰς τὸν κόσμον καὶ διὰ τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος», ἡ Παναγία, ὡς ἀπόγονος τοῦ Ἀδὰμ καὶ κληρονόμος τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος, πέρασε καὶ αὐτὴ μέσα ἀπὸ τὴ διαδικασία τοῦ θανάτου, ὅπως ὅλοι οἱ «ἐν τῷ Ἀδὰμ ἀποθνήσκοντες». Δὲν μετατέθηκε κατευθείαν ζωντανή, χωρὶς θάνατο, στὸν οὐρανό, κατὰ τὴ σφαλερὴ πάλι ἄποψη τῆς δυτικῆς Μαριολογίας. Γεύθηκε καὶ αὐτή, ὅπως κάθε ἄνθρωπος, τὸν θάνατο. Ἡ ψυχή της χωρίστηκε πραγματικὰ ἀπὸ τὸ σῶμα της. Τὴν ὥρα τῆς ἱερᾶς της Κοιμήσεως, ὁ ἴδιος ὁ Υἱός ἔρχεται «πρὸς τὴν οἰκείαν λοχεύτριαν», τὴν παναγία μητέρα του, καὶ «δεσποτικαῖς παλάμαις… τὴν ἱερὰν ψυχὴν ὑποδέχεται» καὶ μὲ τὴν τιμητικὴ συνοδεία τῶν ἀγγέλων ὅλων καὶ τῶν ἁγίων τὴν ἀνεβάζει, ὄχι ἁπλῶς στὸν οὐρανό, ἀλλὰ «ἕως αὐτοῦ τοῦ βασιλικοῦ θρόνου» του, στὰ ἐπουράνια «Ἅγια τῶν Ἁγίων» (Ἀθανάσιος Γιέφτιτς).
Καὶ πάλι ὁ Υἱὸς της συνενώνει οὐρανὸ καὶ γῆ, συναθροίζει τοὺς πάντες «τοῦ κηδεῦσαι ἐνδόξως τὸ σῶμα τὸ ἄχραντον» τῆς Θεοτόκου. «Θεαρχίῳ νεύματι», μὲ τὸ θεϊκό του πρόσταγμα, ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης «οἱ θεοφόροι ἀπόστολοι ὑπὸ νεφῶν μεταρσίως αἰρόμενοι», «πάντοθεν, θείᾳ δυνάμει περαιωθέντες, τὴν Σιὼν κατελάμβανον». Καὶ οἱ ὑπέρτατες «τῶν οὐρανῶν δυνάμεις σὺν τῷ οἰκείῳ Δεσπότῃ παραγενόμεναι», ἀλλὰ καὶ ὅλος ὁ ἅγιος λαὸς ἐν Ἱερουσαλήμ, «καταλαβόντες τὸ πανάχραντον καὶ ζωαρχικὸν σκῆνος» τῆς θεόπαιδος Μαριάμ, ὑπὸ τὸ κράτος ἀσυνήθους δέους, προπέμπουν σὲ θεοπρεπῆ ταφὴ «τὸ θεοδόχον καὶ ἀκραιφνέστατον σῶμα» της. Στὸ πάνσεπτο σκήνωμά της «προσπίπτουσι βασιλεῖς σὺν Ἀρχαγγέλοις καὶ Ἀγγέλοις…, Ἐξουσίαι, Θρόνοι, Ἀρχαί, Κυριότητες, Δυνάμεις καὶ Χερουβίμ καὶ τὰ φρικτὰ Σεραφίμ».
Ἡ Παναγία λοιπόν, ὅπως ὅλοι οἱ θνητοί, «τῇ νομίμῳ ταφῇ παραδίδοται». Τὸ πανάγιο, ἀλλὰ φθαρτὸ ἀκόμη σῶμα της κατατέθηκε στὸν τάφο. Ἐκεῖ ὅμως δὲν τὸ ἄγγιξε ἡ φθορὰ τοῦ θανάτου. Δὲν μπῆκε στὴ διαδικασία τῆς ἀποσύνθεσης. Συνέβη σ’ αὐτὴν «νέκρωσις ἄφθορος». Ἡ μητέρα τῆς Ζωῆς δὲν μποροῦσε νὰ μένει κάτω ἀπὸ τὴν κυριαρχία τοῦ θανάτου. Ἀπὸ τὸ μνῆμα τὸ σῶμα της «τριταῖον καὶ ἄφθαρτον πρὸς οὐρανίους δόμους μετεωρίζεται» (Ἅγ. Ἰω. Δαμασκηνός). Στὶς τρεῖς ἡμέρες ἀπὸ τὴν Κοίμησή της ὁ Υἱὸς καὶ Θεός της τὴν ἀνέστησε. Τῆς ἔδωσε ἀμέσως τὸ ἄφθαρτο, ἔνδοξο καὶ αἰώνιο σῶμα ποὺ θὰ τῆς ἔδινε κατὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία του. Καὶ τὴν ἀνέβασε ὁλοζώντανη καὶ ὁλοφώτεινη στὸν οὐρανό, κάνοντάς την χαρὰ καὶ βασίλισσα ἀγγέλων καὶ ἀνθρώπων καὶ μητέρα τοῦ κόσμου.
Ἔτσι λοιπόν, ἂν καί, μιμούμενη τὸν Υἱό της, ὑποκύπτει στοὺς νόμους τῆς φύσης, ταυτόχρονα νικάει τὴ φύση. Ἂν καὶ ἀποθνήσκει, ὅμως «σὺν τῷ Υἱῷ ἐγείρεται διαιωνίζουσα». Δὲν ἔχουμε μόνο Κοίμηση, ἀλλὰ καὶ Μετάσταση. Καὶ τὸ γεγονὸς αὐτὸ εἶναι γιὰ μᾶς ὅ,τι καλύτερο θὰ μποροῦσε νὰ μᾶς συμβεῖ. Διότι δὲν θὰ ξεχάσει ποτὲ τοὺς οἰκείους της, ἐμᾶς, ἡ Παναγία. «Συγγενοῦς οἰκειότητος μὴ ἐπιλάθῃ, Δέσποινα»!
Ἂς χαροῦμε λοιπὸν ἀπέραντα ὅλοι γιὰ τὴ Μητέρα μας! 

(ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, ἀρ. φ. 397, Αὔγ. 2016, ἐπηυξημένο)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...