Δευτέρα, 18 Δεκεμβρίου 2017

Μύθος ομόρριζος Καβάφης-Θεόφιλος-Μακρυγιάννης*

Σωτήρης Γουνελάς
Στρογγυλή γλώσσα, ώριμη, συνδυαστική ικανότητα, αφομοιωμένη γνώση σε τρία τουλάχιστον πεδία-της λογοτεχνίας, των εικαστικών και της μουσικής- και ελευθερία πλεύσης  είναι μερικά από τα κύρια στοιχεία της συγγραφής αυτής. Θέλει τόλμη για να συνάπτεις τον Καβάφη με τον Θεόφιλο και τον Μακρυγιάννη και μάλιστα κάπου να μπαίνει στη μέση ο Βαμβακάρης και ο Άκης Πάνου. Βρίσκει τους τρείς πρώτους πρόσωπα κοινής ρίζας και τεκμηριώνει τη σύλληψή του με πλήθος αναφορών και πετυχημένων συσχετισμών που, θα μπορούσα να πω, κρύβουν κι ένα στοιχείο ακουστικών συνηχήσεων καθώς, κάθε τόσο αναφέρεται σε ‘ακούσματα’ και ‘τόνους’ που επιβεβαιώνουν τις ‘συναρμογές’ του. Και μονάχα ως αίσθηση να τις είχε, θα έφτανε να τις διατυπώσει, όμως, θέλοντας να βεβαιωθεί ο ίδιος για τους ισχυρισμούς του, προβαίνει σε συστηματική παράθεση πολλών αν όχι όλων των ενδείξεων που καταδείχνουν τις συγγένειες.
Κατά βάθος περί αυτού πρόκειται. Και πώς να μη συγγενεύουν οι τρεις αυτοί -Καβάφης, Θεόφιλος, Μακρυγιάννης- αφού είναι με διαφορετικό τρόπο και ύφος γνήσιοι στην ελληνικότητά τους, με το νόημα που υπογραμμίζει ο συγγραφέας γράφοντας: «κι αν έχει κάποιο νόημα να μιλήσουμε για Ελληνικότητα- όχι από την άποψη της ταυτότητας μα σαν διεργασία πνευματική, σαν τρόπο ζωής και ερμηνείας του κόσμου-είναι αυτό το αόρατο νήμα που ενώνει τόσο διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες» (σ.83).
Υπάρχουν μερικά πολύ καίρια ζητήματα που θίγει ο Πολυμέρης στο βιβλίο του. Ένα από αυτά είναι το ζήτημα της διγλωσσίας που τόσο έχει ταλανίσει το λαό αυτό-από τότε κυρίως που φτιάξαμε ανεξάρτητο κράτος. Ο Πολυμέρης, εξηγώντας τα γλωσσικά γνωρίσματα και παραδείγματα των τριών –προπαντός των δυο, του Καβάφη και του Θεόφιλου- υπογραμμίζει τη σημασία μιας μεικτής, η οποία αντλεί από την ελληνική διαχρονία της ελληνικής γλώσσας, όπως την βλέπουμε στο απόσπασμα που παραθέτει από το ποίημα του Κ. «Λυσίου τάφος» (1914):
Πλησιέστατα, δεξιά που μπαίνεις, στην βιβλιοθήκη
Της Βηρυττού θάψαμε τον σοφό Λυσία, 
γραματικόν. Ο χώρος κάλλιστα προσήκει.
Τον θέσαμε κοντά σ’ αυτά του που θυμάται
 Ίσως κ’ εκεί-σχόλια, κείμενα, τεχνολογία,
Γραφές, εις τεύχη ελληνισμών πολλή ερμηνεία.
Κ’ επίσης έτσι από μας θα βλέπεται και θα τιμάται
Ο τάφος του, όταν που περνούμε στα βιβλία.
Γράφει ο συγγραφέας:
«Υπόδειγμα εναλλαγής γλωσσικού ύφους. Ταχύτατες εναλλαγές αρχαίας και δημοτικής μέσα σε οκτώ μόλις σειρές.[…] Ο Καβάφης έχει πλήρη συναίσθηση της διαχρονίας της ελληνικής γλώσσας, την ανέδειξε με ευλάβεια στην ποίησή του, αντιπαρατίθεται μάλιστα στους ξένους-και να ’ταν μόνον αυτοί…-που την αμφισβητούν: «Οι ξένοι παραγνωρίζουσι την γλώσσα μας μεγάλως. Την χωρίζουν, ούτως ειπείν, από την αρχαίαν ελληνικήν. Αρνούνται ή αγνοούσι την παράδοσιν της ενότητός της. Δεν παραδέχονται την προφοράν μας» (υπογράμμιση του Καβάφη)» (σ.56).
 Ο Πολυμέρης όπως και ο Καβάφης, Ο Σολωμός, ο Κάλβος, ο Παπαδιαμάντης, ο Λορεντζάτος κ.α. έχει την αίσθηση της διαχρονικής γλώσσας ως διαχρονικής, κι αυτό δεν νοείται αντικειμενικά, δεν είναι ζήτημα επιστημονικής έρευνας και διαπίστωσης, είναι αίσθηση και θα έλεγα ποιητική αίσθηση, όπου μέσαθέ της σμίγει το υπαρξιακό στοιχείο με το μυθικό και το αληθινό. Όχι ρασιοναλισμοί, ούτε διανοουμενισμοί του τύπου που λέει ο Καβάφης: «Οι ξένοι παραγνωρίζουσι την γλώσσα μας μεγάλως. Την χωρίζουν, ούτως ειπείν, από την αρχαίαν ελληνικήν. Αρνούνται ή αγνοούσι την παράδοσιν της ενότητός της». Φτάσαμε σήμερα, εμείς οι ίδιοι, εδώ στην Ελλάδα, λόγω των σπουδών στην Εσπερία-να παραγνωρίζουμε τη γλώσσα μας …να την χωρίζουμε από την αρχαία, να αρνούμαστε ή να αγνοούμε την παράδοση της ενότητάς της. Αυτό είναι αποτέλεσμα λειψής ζωής, άγνοιας της σημασίας της ΣΥΝΕΧΕΙΑΣ, έλλειψη ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑΣ, όχι μονάχα γλωσσικό θέμα.
Να πω εδώ ακόμη κάτι: οι καταλήξεις των ρημάτων που χρησιμοποιεί ο Κ. σε -ούσι («παραγνωρίζουσι» και «αγνοούσι») μου θύμισαν τη γιαγιά μου! Η μανιάτισσα αυτή χρησιμοποιούσε τέτοια ρήματα, απολύτως αρχαιοπρεπή. Η γυναίκα ήταν αγράμματη!
Ας δούμε τώρα τα σχετικά με τον Θεόφιλο. Ο συσχετισμός που κάνει με τον Καβάφη στηρίζεται εν πολλοίς στους επιγραμματικούς τίτλους που βάζει στα έργα του. Παραδείγματα και παραλληλισμοί:
(Θεόφιλος) Το 1822. Ο Στρατηγός της Πελοποννήσου/Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
Εις τον κάμπον της Λέρνης λίμνης/Συναθροίζει τους νικητάς του Δράμαλη.
(Καβάφης) …Και στην Ισπανίαν ο Γάλβας/Κρυφά το στράτευμά του συναθροίζει και το ασκεί/Ο γέροντας, ο εβδομήντα τριώ χρονώ. 
(Θεόφιλος) Παύλος Μελάς/Εφονεύθη παρά την Σιάτισταν/Πόλη της Καστορίας προδοθής υπό των Βουλγάρων/Το 1906 Οκτωβρίου.
( Καβάφης) …εγράφη εν Αλεξανδρεία υπό Αχαιού ∙/Έβδομον έτος Πτολεμαίου Λαθήρου.
 Ο Πολυμέρης εστιάζει αφενός στον γλωσσικό παραλληλισμό και την επιγραμματικότητα και των δύο, αφετέρου στην καθαρότητα της αποτύπωσης που στον ένα γίνεται διαμέσου της ποιητικής έκφρασης, στον άλλο δια της ζωγραφικής έκφρασης. Για την περίπτωση του Θεόφιλου αναφέρει δύο διατυπώσεις που αποσαφηνίζουν το νόημα: «είναι ο άνθρωπος-σύνδεσμος, η ζωντανή παύλα που μας ενώνει με την πιο αυθεντική πλευρά του αγνοημένου εαυτού μας» (Ελύτης). Και «ο Θεόφιλος φέρνει τους ανθρώπους και τα έργα τους πολύ πιο κοντά στον φυσικό νόμο, απ’ ό, τι μας δίνουν την εντύπωση ότι είναι» (Λε Κορμπυζιέ). 
Ένας λόγος που ο συγγραφέας έκανε όλη αυτή τη δουλειά, παραλληλίζοντας Καβάφη, Θεόφιλο, Μακρυγιάννη και άλλους φαίνεται να προέρχεται από έναν καυμό του: να αντικρίσει τον κόσμο απαλλαγμένο από τα περιττά αγαθά, αντικείμενα, πλαστές ανάγκες, κάθε λογής πράγμα ή πρόσωπο, που ντυμένο ή φορεμένο δεκάδες προσωπεία, ή στην κυριολεξία σκουριασμένο, στέκει παραμορφωμένο και μάλλον –όσο περνά ο καιρός- η αληθινή του όψη τείνει να χαλάσει τελείως ή να αφανιστεί. Γυρεύοντας λοιπόν την καθαρότητα, την γνησιότητα, την γυμνή παρουσία προσώπων και πραγμάτων αλλά μέσα στην τέχνη, μέσα σε χώρο και έργο που να διατηρεί ιερότητα και μυστηριακότητα, στράφηκε στην ιστορία, έδωσε ή μάλλον ενεργοποίησε-σαν άλλος Καβάφης- την μνήμη και άρχισε να συνδυάζει τις ανακαλύψεις του. 
*
¨Ένα άλλο ζήτημα πολύ ενδιαφέρον που θίγει ο συγγραφέας καθώς μεταβαίνει από τον ένα στον άλλο, είναι το ζήτημα του χρόνου. Βλέπει δηλαδή τον  Κ. και τον Θ. να στήνουν γέφυρες ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν και αυτό το διαβάζει ως ένα  είδος «γεφυρώματος του κενού που κατέλειπε ο ιστορικός χρόνος» Το λέει έτσι: «Κάλυψαν χάσμα αιώνων. Κάλυψαν τον χαμένο χρόνο» (σ.41). Αυτή την κάλυψη την βλέπει και σαν συμπύκνωση του χρόνου, καθώς οι δύο αυτοί μέσα από την λιτή, στεγνή, πεζή ποίησή του  ο ένας και μέσα από την ζωγραφική «με όρους του έντεχνου» ο άλλος, δουλεύουν με ατέλειες, χασμωδίες, κυνηγώντας την «αφανή αρμονίη» του Ηράκλειτου που ως κρυμμένη είναι πιο δυνατή από την φανερή. Η ασυμμετρία της στις λεπτομέρειες καταντά ευρέως συμμετρική κατά μια έκφραση του Ν.Γ. Πεντζίκη στον ο ποίο καταφεύγει συχνά ο Πολυμέρης, έχοντας αντιληφτεί ότι κάπου κοντά βρίσκεται κι αυτός. Κι αν οι τρεις που διάλεξε είναι πιο «ελληνοκεντρικοί», αν το πούμε έτσι, ο Πεντζίκης συνθέτει τον παγανισμό με το ορθόδοξο βίωμα μέσω μιας πετυχημένης ή μη ‘σαλότητας’, που ζητά να φέρει το θαύμα στην καθημερινή ζωή.
Κάπου εδώ παρεμβάλλει παραδόξως ίσως τον Άκη Πάνου για την σχέση έντεχνου-λαϊκού. Παραθέτοντας το τραγούδι «Τα όνειρα χτίζονται», όπου οι πρώτοι στίχοι (που μέρος τους επαναλαμβάνεται ως ρεφραίν) λένε: 
Τα όνειρα που χτίζονται μονάχα με τη σκέψη/Κανείς μη τα πιστέψει/
Τα σβήνει η ζωή./Τα όνειρα που χτίζονται και αντέχουνε στο χρόνο/
Υφαίνονται με πόνο,/Χωρίς αναπνοή./Είναι ο σκληρός ο  αγώνας/
Μα τόσο γλυκός./Είναι τόσο μεγάλη η ζωή, όταν ζεις διαρκώς,/
Κι έτσι φτάνεις στο τέρμα,/Χωρίς να ’χεις νοιώσει μικρός/Και παλεύεις, πεθαίνεις, περνάς/Μα δεν είσαι νεκρός! (σ.41-42)
Ο σ. σχολιάζει ότι ο συσχετισμός Θεόφιλου και Άκη Πάνου γίνεται «γιατί το τραγούδι αυτό, ενώ έχει μια φόρμα ‘λαϊκή’, υπερβαίνει τα όρια της κατάταξής του και φτάνει τα όρια της ποίησης». Το ανάλογο με τον Θεόφιλο. Γράφει:  «Ενώ κατατάσσεται-κακώς-στους λαϊκούς ζωγράφους …πρόκειται για ζωγράφο που ανταποκρίνεται μάλιστα σε προβληματισμούς της Μοντέρνας Ζωγραφικής». Δηλαδή: «Και ο Θεόφιλος και ο Άκης Πάνου ανεβαίνουν μέσα από φόρμες ‘λαϊκές’ στα όρια της ποίησης» (σ.42-43).
Ο Α.Π. έχει όντως γράψει ένα τραγούδι που αγγίζει το χώρο της ποίησης παρά τη ‘λαική’ του φόρμα. Γι’ αυτό λοιπόν δικαίως ο Πολυμέρης τον παρενέβαλε εδώ. Κάτι ανάλογο κάνει και με τον Βαμβακάρη.
 Όπως χαρακτηριστικά γράφει, γίνεται ‘γέφυρα’ «με την μεσαιωνική πολιτιστική Παράδοση στο χώρο του τραγουδιού». Ο Πολυμέρης δανείζεται αποσπάσματα από το βιβλίο του Γεωργιάδη Από το Βυζάντιο στον Μάρκο Βαμβακάρη για να δείξει τη συνέχεια: Από χειρόγραφο της Βιέννης του 1500μ.Χ. όπου διαβάζουμε:
Τα μάτια του τα μαύρα/Ήθελα ποτέ να τά ’βρα
…………………
Και να ξέβαινεν η λάβρα/Εκ τα σκότια μου τα μαύρα.
Παραλλαγή του βρίσκουμε στη συλλογή Πάσσωβ:
Τα ματάκια σου τα μαύρα/Με γεμώσαν από λάβρα
Που γίνονται στον Βαμβακάρη:
Τα κατσαρά σου τα μαλλιά τα μάτια σου τα μαύρα
Μες  τη δική μου αγκαλιά θα σβήσουν κάθε λάβρα.
Ο Πολυμέρης βρίσκει ακόμη ότι ο Β. παίρνει τη σκυτάλη από τον Ερωτόκριτο για το πασίγνωστο:
Τα ματόκλαδά σου λάμπουν/Σαν τα λούλουδα του κάμπου.
Θεωρεί δηλαδή ο Πολυμέρης ότι ο Β. συνθέτει ή συλλέγει δίστιχα αναγεννησιακά (16ου και 17ου αι.), «συρράπτει ωδές» με τη διαφορά ότι «το ‘ράψιμο’ είναι τόσο αριστοτεχνικό, ώστε οι ‘ραφές’ δεν διακρίνονται με το μάτι».
Ανάμεσα στα άλλα δηλαδή αυτό που θέλει να πει ο συγγραφέας είναι ότι η Παράδοση γεννά ολοένα κάτι άλλο, που είναι ταυτόχρονα όμοιο και διαφορετικό, αλλά και πολλές φορές χρειάζεται να  ψάξεις πολύ για να βρεις τις κοινές ρίζες ή το δρόμο μέσα από τον οποίο ανεβαίνουν. Ωστόσο, επιμένει ότι το νέο, το καινούργιο, για να έχει ουσία, για να έχει νόημα, και ζωή, όπως έλεγε ο Α.Π. απαιτείται να γυρνάς στις ρίζες, να βρίσκεις τις ρίζες κι αυτούς που άντλησαν από αυτές πριν από σένα. Έτσι, παραδίνεσαι (στην Παράδοση) και ταυτόχρονα την γονιμοποιείς. Ούτε πνίγεσαι εντός της, ούτε αλλοτριώνεσαι και αποξενώνεσαι  από αυτήν. Χάνοντας όμως τη σχέση με τις ρίζες χάνεις τον εαυτό σου.
Ας δούμε τώρα τη σημασία του Μύθου. Εδώ ο Π. καταφεύγει στον Πεντζίκη που στην Πραγματογνωσία γράφει:
« Έχει λοιπόν μεγάλη σημασία η αναζήτηση των ενσπαρμένων στο σώμα μας από τρεις χιλιάδες χρόνια πιο μπροστά ομηρικών μύθων με την ειλικρινή φόρτισή τους με αγάπη (…) Παράλληλα προς την λογική αντικειμενικά πραγματικότητα, υφίσταται μια άλλη, που κατά τρόπο μυστικό υπεισέρχεται στη διάπλαση του σώματός μας, πραγματοποιούμενη με τη σωρεία των μυθικών γνώσεων που νομίζουμε ότι διαψεύδονται» (σ. 122).
Εδώ ανοίγουμε μεγάλη συζήτηση που φτάνει στην περιβόητη σχέση ή μη σχέση υποκειμένου-αντικειμένου που στοιχειώνει ολόκληρη τη δυτικοευρωπαϊκή φιλοσοφία και ζωή: ο Πεντζίκης. ως ‘μυθικός’ νοιάζεται για την μέθεξη που υπερβαίνει τον διχασμό υποκ.-αντικ. που οφείλεται στις  apriori ‘ιδέες’ (γερμανική φιλοσοφία) που ήρθαν και αντικατέστησαν την ελληνοχριστιανική παράδοση, η οποία επένδυε στον μύθο ως  γ ε γ ο ν ό ς, όχι στον μύθο ως  ι δ έ α  ή  δ ι α ν ο η τ ι κ ό  σ χ ή μ α  ή  ψ έ μ α. Στον μύθο ως αλήθεια αν όχι και αποκάλυψη, ντυμένη την αγάπη. Δυο χιλιάδες χρόνια Χριστιανισμού-μέσω Δύσης- αυτό που κατάφεραν είναι να πετάξουν πέρα την Αγάπη (και τον μύθο βέβαια) και να βάλουν στη θέση τους Δύναμη, Επιστήμη, Τεχνολογία, και Χρήμα. Έτσι δεν είναι; Ποιός επενδύει στην Αγάπη (και μάλιστα την θυσιαστική), ποιός στην υπέρβαση-μέθεξη και ποιός στον αποκαλυπτικό μύθο;
Αυτός που διαμαρτύρεται ότι «τον έκλεισαν από τον κόσμο έξω’ (ο Καβάφης), αυτός που ντύνεται Μ. Αλέξανδρος γιατί αρνείται να ντυθεί «τα φράγκικα» και ζωγραφίζει στους τοίχους εν μέσω συμπατριωτών του που τον κοροϊδεύουν, αυτός ο  ιδιάζων ‘σαλός’ (ο Θεόφιλος) και ο άλλος ο αγωνιστής του 21, ο στρατηγός που του πετάγανε ‘μεγαρσές’ βρωμιές λέγοντάς του «φάγε απ’ αυτές στρατηγέ Μακρυγιάννη να χορτάσεις οπούθελες να κάμης Σύνταμα!»-θα μιλήσουμε γι αυτόν αργότερα- έρχονται και σμίγουν  με τον Α. Πάνου και τον Μ. Βαμβακάρη και βεβαίως με τον Πεντζίκη. Ο τελευταίος βοηθά τον συγγραφέα να εξηγήσει, με τον ιδιάζοντα τρόπο του, που όμως βουτάει την πένα του στον Μύθο, στην Αγάπη, στην ‘μωρία του Σταυρού’ και στην μέθεξη. Έτσι, βοηθά τον λόγο του και ταυτόχρονα τον σηκώνει λίγο πάνω από την γη, όπως απαιτεί η ποίηση και η αγιότητα.
Και τώρα ο Μακρυγιάννης. 
Υπάρχουν διάφοροι σε γραπτά τους ή δια ζώσης που κατηγορούν τον Σεφέρη, τον Λορεντζάτο και όσους υπογράμμισαν στα κείμενά τους την περίπτωση Μακρυγιάννη, λέγοντας ότι ‘κατασκεύασαν έναν μύθο’,  ότι μυθοποίησαν τον ταλαίπωρο-ήρωα στρατηγό. Είναι έτσι;
Ο Σεφέρης λόγου χάρη στην περίφημη ομιλία του στο Κάιρο με θέμα ‘Ένας έλληνας –ο Μακρυγιάννης’, διατυπώνει την φράση: «κοιτάζουμε και συλλογιζόμαστε και προσπαθούμε να διακρίνουμε το πεπρωμένο του Ελληνισμού». Είναι παράξενο ότι οι ‘κατήγοροι’ δεν φαίνονται να συγκινούνται από δηλώσεις που διαβάζουμε στα Απομνημονεύματα ότι «Ένα πράμα με παρακίνησε και μένα να γράψω: ότι τούτη την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί κι αμαθείς, και πλούσιοι και φτωχοί, και πολιτικοί και στρατιωτικοί, και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι» (ο. π. σελίδα 231). Και υπογράμμιζε τη σημασία του ‘εμείς’ και όχι του ‘εγώ’ για να υπάρξει αυτός ο τόπος και αυτός ο λαός μετά την Επανάσταση, γεγονός που μάλλον συνέβη αντίστροφα. Τι σημαίνει ότι είμαστε στο ‘εγώ’ το λέει αλλού ο Μακρυγιάννης (αναφέρομαι στα αποσπάσματα που επιλέγει ο Σεφέρης στην ομιλία του). Διαβάζουμε: «Αλλά η πατρίδα ‘ζημιώθη, διατιμήθη, και όλο σ’ αυτό κατανταίνει, ότι μας ήβρε όλους θερία’, ‘θρησκευτικούς και πολιτικούς και μας τους στρατιωτικούς’, γράφει ο στρατηγός. [Τα γραφόμενα αυτά δίνουν την αφορμή στο Σεφέρη να διατυπώσει μερικές κρίσεις για γενικότερα ζητήματα και-θα έλεγα- να μιλήσει έξω από τα δόντια. Γράφει : «…πρέπει να μη ξεχνούμε πως υπάρχει μια καλή παιδεία-εκείνη που ελευθερώνει και βοηθά τον άνθρωπο να ολοκληρωθεί σύμφωνα με τον εαυτό του ∙ και μια κακή παιδεία-εκείνη που διαστρέφει και αποστεγνώνει και είναι μια βιομηχανία που παράγει τους ψευτομορφωμένους και τους νεόπλουτους της μάθησης, που έχουν την ίδια κίβδηλη ευγένεια με τους νεόπλουτους του χρήματος» (ο. π. σ.236).] Σε τι διαφέρει ο Μακρυγιάννης από όλους αυτούς; Απάντηση: «ήταν μια από τις πιο μορφωμένες ψυχές του ελληνισμού. Και η μόρφωση, η παιδεία που δηλώνει ο Μακρυγιάννης, δεν είναι κάτι ξέχωρο ή αποσπασματικά δικό του ∙  είναι το κοινό χτήμα, η ψυχική περιουσία μιας φυλής, παραδομένη για αιώνες και χιλιετίες, από γενιά σε γενιά, από ευαισθησία σε ευαισθησία ∙ κατατρεγμένη και πάντα ζωντανή, αγνοημένη και πάντα παρούσα- είναι το κοινό χτήμα της μεγάλης λαϊκής παράδοσης του Γένους» (ο. π. σ.237).
Να γιατί ο Πολυμέρης ασχολείται  με τον Μακρυγιάννη, με τον Θεόφιλο και τον Καβάφη. Τους βλέπει να μετέχουν του «κοινού χτήματος της μεγάλης λαϊκής παράδοσης του Γένους». Τους βλέπει να βγαίνουν μέσα από εκεί, να εκφράζονται μέσα από  ένα ρεύμα ζωής, πόνου, καρδιάς, διάνοιας, φωνής, αίσθησης, επιθυμίας, δικαιοσύνης, ομορφιάς, ευγένειας που σφραγίζει την ιστορία αυτού του λαού και αυτού του τόπου, μα που αυτός ο  λαός και ο τόπος φαίνεται να την πέταξε στο περιθώριο, ήδη από τον καιρό αυτών των τριών. 
Ο Πολυμέρης στο κεφάλαιο για τον Μακρυγιάννη συσχετίζοντάς τον με τον Καβάφη γράφει: 
«Τα κείμενά τους μοιάζουν με ιστορικά γεγονότα, όπως τα αφηγείται ένας σοφός παππούς στους νεωτέρους, καθώς τα βίωσε μέσα του και τα αφομοίωσε, όχι εξωραϊσμένα, όχι από τις αλλοιώσεις που επιφέρει ο χρόνος, μα μέσα από το φίλτρο του Μύθου που υπερβαίνει τα ιστορικά γεγονότα Θυμίζουν τις θεματογραφίες των βυζαντινών εικόνων, όπου υπάρχει ένα στρογγύλεμα, μια αφήγηση που αθωώνει ακόμη και το κακό» (σ. 82).
Το κλειδί βρίσκεται στη φράση: «μέσα από το φίλτρο του Μύθου που υπερβαίνει τα ιστορικά γεγονότα». 
Το ζήτημα απαιτεί προσοχή. Γιατί αυτά που μόλις ειπώθηκαν βάζουν στο παιχνίδι πάραυτα την μνήμη. Χωρίς τη μνήμη δεν υπάρχει καμιά ιστορική αίσθηση, κανένα ταξίδι μέσα στο χρόνο και μάλιστα καμιά υπέρβαση του χρόνου, ώστε να φέρω το παρελθόν στο παρόν και να το ανοίξω στο μέλλον, γιατί βεβαίως παρελθόν και παρόν μας εκτινάσσουν σ’ ένα μέλλον που –πρέπει να ειπωθεί –εξαρτάται από τον βηματισμό αλλά και τον οραματισμό που προηγήθηκε. Τουλάχιστον για τις περιπτώσεις που αναφέρονται εδώ του Καβάφη, του Θεόφιλου, το Μακρυγιάννη και των συνοδοιπόρων τους ελλήνων και αλλοδαπών. Μα υπάρχει ένας πρόσθετος λόγος που το ζήτημα του χρόνου και της μνήμης όπως τέθηκε μας ενδιαφέρει ή πρέπει να μας ενδιαφέρει. Το γεγονός ότι οι έλληνες είμαστε αρχαίος λαός. Αυτομάτως λοιπόν, δεν τίθεται ζήτημα ταξιδιού μέσα στο χρόνο, με τη μνήμη την οποία κανονικά έπρεπε να έχει διογκωμένη ο λαός αυτός; Και τί να πούμε για την κριτική υποτίθεται γνώση της ιστορίας που γίνεται σήμερα μέσω δυτικοευρωπαϊκής αντίληψης της γνώσης, της μελέτης και της ανάλυσης, που δεν  λαμβάνει υπ’ όψη της αυτά τα δύο ζητήματα που μόλις θίξαμε –χρόνο και μνήμη- συνδυασμένα με την τέχνη της ποίησης ή άλλης μορφής έκφραση; Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια υπέρβαση του εαυτού-και αν θέλετε- του ποιητικού εαυτού που συναντιέται με τα ιστορικά γεγονότα αλλά τα αφομοιώνει και τα κάνει ποίηση, δηλαδή Μύθο. Να πως ξαναπιάνουμε το κεντρικό θέμα του βιβλίου, που επιτρέψτε μου να πω είναι το κεντρικό θέμα της χώρας μας. Όμως, τί σχέση έχουμε οι σημερινοί  έλληνες με τον Μύθο;
Το βιβλίο του Τάσου Πολυμέρη Μύθος ομόρριζος Καβάφης-Θεόφιλος-Μακρυγιάννης, κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εναλλακτικές εκδόσεις.
πηγή: Αντίφωνο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...