Πέμπτη 7 Απριλίου 2011

''Ο χειρότερος εχθρός των θρησκειών είναι ο συγκρητισμός".


Στην εσπερίδα που διοργάνωσε η Ιερά Μητρόπολη Θηβών και Λεβαδείας στη Θήβα την 5/4/2011, με παρουσία του Μητροπολίτη Θηβών και Λεβαδείας κ.κ. Γεωργίου, ο κ. Σταμάτης Πορτελάνος, Λέκτορας του Παιδαγωγικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων εισηγήθηκε το θέμα:
«Η θρησκευτική αγωγή απέναντι στις σύγχρονες προκλήσεις»
Ο κ. Πορτελάνος μεταξύ άλλων ανέφερε τα εξής:

Η ιστορία από την πανοραματική θέα του πολιτισμού διδάσκει ότι η παιδαγωγική και η θρησκεία βρίσκονται σε διαλεκτική σχέση με παράγοντες τον χωρόχρονο και τη διαγενεαλογία των ανθρώπων. Η αναζήτηση γι’ αυτή τη διαλεκτική σχετίζεται με την κουλτούρα και τον πολιτισμό που παράχθηκε σ’ ένα λαό, σε μια πατρίδα καταγωγικών αναφορών πολιτισμού, φιλοσοφίας, θρησκείας κ.ά. Η ιστορία των γενεαλογιών της βούλησης, της σκέψης, της καλλιέργειας με μια ιερότητα αναδεικνύει το νόημα και την εμπειρία που συνέθεσαν κοινωνίες πολιτών.

1.Η στρατηγική της παιδείας με μοναδικό κριτήριο τις μεταβαλλόμενες κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες δεν μπορούν να εξοστρακίσουν διαχρονικές έννοιες και αξίες όπως της αλήθειας, του ανθρωπισμού, της τελειότητας, της μεταφυσικής κ.ά. Ο ανθρωπιστικός χαρακτήρας της παιδείας όταν θυσιαστεί στο βωμό των φυσικών και υλικών αναγκών αποδομεί το υπαρξιακό μέγεθος του ανθρώπινου προσώπου. Η διολίσθηση του αγαθού της παιδείας σε εκπαίδευση με αλλαγές επιφάνειας δεν είναι αρκετή για να στερήσει τόσο την ανάμνηση της διαλεκτικής παιδείας και θρησκείας από την ιστορία, όσο και την ενδιάθετη υπόθεση ή υποψία για την ύπαρξη του θεϊκού. Η αθωότητα και η ιερότητα της παιδικής ηλικίας αναγνωρίζεται από τον ίδιο το Χριστό με τη φράση: «άφετε τα παιδία ελθείν προς με».
Σύμφωνα με το Schleiermacher, o άνθρωπος γεννιέται με τη θρησκευτική προδιάθεση, όπως και με κάθε άλλη. Όμως, από την τρυφερή παιδική ηλικία κακομεταχειρίζονται τον άνθρωπο και καταπιέζουν την κλίση του για ό,τι υψηλότερο. (Schleiermacher Friedrich, Για τη Θρησκεία, μτφρ. Κωνσταντίνος Ανδρουλιδάκης, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1997, σσ. 110-111).

2.Στον ελληνικό πολιτισμό η παιδεία είναι πλαστουργική εργασία πάνω στον άνθρωπο. Σ’ αυτή την πλαστουργική εργασία υπηρετείται και λειτουργείται το όλον: κράτος, θρησκεία, τέχνη και επιστήμη που έχουν άμεση σχέση με την καλλιέργεια του ανθρώπου και την επιστήμη (Reble Alber, Ιστορία της Παιδαγωγικής, εκδ. Παπαδήμα 2005, σ. 25). Εάν το μάθημα των θρησκευτικών ή και άλλα μαθήματα ανθρωπιστικής παιδείας παραμείνουν στη σκέψη του παιδιού ως αντι-κείμενα παρατήρησης και γνώσης τότε αποσυντονίζονται από τον παιδαγωγικό και ηθικό τους βάρος. Η διαγενεαλογία μιας θρησκευτικής ηθικής αφορά πνευματική κληρονομιά και σχετίζεται με τη διαμόρφωση ανθρώπων του πνεύματος με συνείδηση, και προσωπικοτήτων -αγίων- μέσα στην ιστορία. Διάφορες σύγχρονες τάσεις με φυσικές ερμηνείες της ανθρώπινης φύσης (βιογενετικός ντετερμινισμός, κοινωνικός δαρβινισμός, βιολογικός αναγωγισμός κ.ά.) δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα και ενστάσεις για τη σύλληψη της καθολικής φύσης του ανθρώπου και στον τρόπο παιδαγωγίας της. Ωστόσο, μοναδικό γνώρισμα στον άνθρωπο είναι ότι η διαμόρφωση της προσωπικότητάς του μελετάται και καθορίζεται από τους πολιτισμούς και την ιστορία του ανθρωπίνου γένους και όχι από την ιστορία που αποκρυπτογραφείται στα γονίδια και τα χρωμοσώματα. Χωρίς συγκεκριμένες προτάσεις νοήματος ελευθερίας και ηθικής πώς είναι δυνατόν να απαντηθούν τεράστια ζητήματα της βιοηθικής στη σχέση της με τη βιοτεχνολογία κ.ά.;

3.Η θρησκευτική παράδοση ενός τόπου, με τη θεωρία και την πράξη, που παραδίδει στις επερχόμενες γενεές, έχει μεγάλη σημασία για τον άνθρωπο όταν απαντά στα υπαρξιακά θέματα και συνιστά τρόπο ζωής και σχέσης στη σύγχρονη ζωή.
Διαφορετικά, είναι απολίθωμα και μνημείο χωρίς συνέχεια και δυναμική στο χώρο και στο χρόνο. Αν δεν υπήρχε παιδεία θα είμαστε θεοί και αν δεν υπήρχε θρησκευτική παιδεία για άντληση νοήματος και κουλτούρας θα είχαμε ατροφία στον ανθρωπισμό και στην ελπίδα. Πολλοί διακηρύττουν ότι: «Η θρησκεία δεν αποτελεί κάποια πληθωρική παραφυάδα πάνω στον κορμό της κοινωνίας, αλλά τη θεμελιακή έκφραση διαρκών αξιών» (Torrance, Εισαγωγή στη Φαινομενολογία της Θρησκείας, εκδ. Ψυχογιός, σ. 32). Άλλωστε, οι έννοιες «έκσταση» και «ενόραση» αξιοποιούνται και δίνουν περιεχόμενο στην επιστήμη της παιδαγωγικής, συνδέοντάς την με τη μεταφυσική.

4.Το περιεχόμενο της θρησκευτικής αγωγής έχει ουσιαστική σχέση με την παιδαγωγική, γι’ αυτό δημιουργεί πρόβλημα όταν αφαιρείται ο συνδυαστικός χαρακτήρας του (θεολογικός, γνωσιολογικός, παιδαγωγικός, μορφωτικός, Πατερικός, Βιβλικός, θρησκειολογικός κ.ά.), που αποβλέπει στην καθολικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Δηλαδή, ο γνωσιολογικός, πολιτιστικός χαρακτήρας χωρίς θεολογικοπαιδαγωγική διάσταση κολοβώνουν το μάθημα και αφήνουν την ψυχή του παιδιού απογυμνωμένη από τη θρησκευτικότητα που σμίγει όλες τις δυνάμεις της ψυχής. Εάν η θρησκευτική αγωγή εναρμονίζεται με τον σκοπό της παιδείας, τότε ο γνωσιολογικός, θρησκειολογικός και πολιτιστικός χαρακτήρας του μαθήματος δεν επαρκεί για τον καθολικό και παιδαγωγικό σκοπό που κάθε μάθημα υπηρετεί. Το ότι απουσιάζει η εμπειρία της εκκλησιαστικής ζωής για να συνδεθεί το μάθημα των Θρησκευτικών, αυτό δε σημαίνει ότι δεν συμμετέχουν οι πνευματικές αισθήσεις και δεν λειτουργούν οι παιδαγωγικές αρχές για τη μετάδοση του μορφωτικού αγαθού, που συμβάλλουν στη διαμόρφωση συνείδησης και ήθους. Ο Schleiermacher σημειώνει ότι: «…Πρέπει να είμαστε σε θέση να σμίγομε όλες τις αισθήσεις της ψυχής, απ’ όπου και αν προέρχονται, όλες τις πράξεις, σε όποια αντικείμενα και αν αναφέρονται, με θρησκευτικές απόψεις και συναισθήματα. Αυτός είναι ο αληθινά ύψιστος στόχος της δεξιοτεχνίας στον χριστιανισμό.» (Schleiermacher Friedrich, Για τη Θρησκεία, μτφρ. Κωνσταντίνος Ανδρουλιδάκης, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1997, σ. 191)

5.Με τη θρησκευτική αγωγή και την ιερή πρόταση, που κομίζει, η ψυχή καλλιεργείται στις αρετές, στην «εποπτεία» της πολιτιστικής πραγματικότητας με τα σύμβολά της. Ο υβριδισμός στην ιστορία, την παιδεία και τη θρησκεία με συγχωνεύσεις που καταργούν τη διαφορετικότητα και ετερότητα δεν είναι ασφαλής οδός για την αγωγή αυτογνωσίας και ετερογνωσίας από τη θεογνωσία. Με τον υβριδισμό αποδομούνται, ως ψευδείς ολότητες, διακριτοί πολιτισμοί, θρησκείες, ιστορίες, και γίνονται παράγοντες συγκρητισμού. Ο χειρότερος εχθρός των θρησκειών είναι ο συγκρητισμός. Μια ανάμειξη δοξασιών και παραδόσεων, που στην εκλαϊκευμένη εκδοχή του σημαίνει ότι “όλες οι θρησκείες είναι οι ίδιες”, “όλες οι θρησκείες έχουν την ίδια δομή”.

6.Η κάθε θρησκεία δίνει τη δυνατότητα για μια ξεχωριστή αυτεπίγνωση. Δίνει παιδαγωγικά κριτήρια ζωής και ηθοδείκτες ζωής που δεν παρέχονται από έναν πλουραλισμό ηθικών. Για παράδειγμα, άλλη η θέση της γυναίκας στο Χριστιανισμό και διαφορετική σε άλλες θρησκείες. Η παιδεία όταν δεν συνοδεύεται με τη μόρφωση της ψυχής από συγκεκριμένους παιδαγωγικούς άξονες κουλτούρας γίνεται υβριδικό προϊόν, συνονθύλευμα αδιάκριτων τρόπων ζωής, χωρίς συγκεκριμένη πρόταση και ταυτότητα νοήματος. Η γνώση των κτιστών χωρίς αναγωγική αναφορά σε συγκεκριμένη κουλτούρα και ανθρωπολογικούς στόχους, που απορρέουν απ’ αυτήν, γίνεται εφήμερο ενδιαίτημα ληξιπρόθεσμων στόχων, ενίοτε και σκοπιμοτήτων. Η διάκριση της γνώσης σε επιστημονική και πνευματική ωφελεί στην κατανόηση του ρόλου και της αποτελεσματικότητας της θρησκευτικής και ηθικής παιδείας.

7.Η ευθύνη της πολιτείας είναι σημαντική τόσο για την ελευθερία κινητικότητας του πλουραλισμού, όσο και για τη διακριτή κουλτούρα ενός λαού που η αρχή της παιδαγωγικής εποπτείας όταν ασκείται δεν στερεί την παιδεία από τις καθολικές και δημιουργικές δυνάμεις του γηγενούς πολιτισμού. Άραγε, όταν γίνεται σήμερα λόγος για «ουσιοκρατία», ποιοι είναι οι αφετηριακοί οδοδείκτες στην πρόσβασή της; Ο μητρικός πολιτισμός, το «αρχείο μνήμης», γίνεται η βάση για να προσληφθεί και να αναγνωσθεί ο «έτερος». Η ζωή και η αλήθεια έχουν πηγή, καταγωγική αφετηρία, που η αγωγή και η ανάμνηση διαιωνίζουν, από ένα αρχείο (αρχή) πατριδογνωσίας, που επανέρχεσαι για να αντλήσεις νόημα. Η οικεία πίστη που ιστορείται ως εμπειρία, εγκάρδια ενότητα, κοινότητα (Εκκλησία), μπορεί να οδηγήσει και να μπολιάσει ιερά συναισθήματα, να λειτουργήσει υπέρ μιας αλλαγής από το κυρίαρχο εγωιστικό μοντέλο ζωής και μαζοποίησης ανθρώπων και πολιτισμών. Άλλωστε, ο όρος relegere (από το religio: θρησκεία), στηριζόμενος στα κείμενα του Κικέρωνα συνδέεται, σημασιολογικά και μορφολογικά, με μια επαληθευμένη γενεαλογία και σημαίνει συλλέγω «υλικό» για να επανέλθω και να ξαναρχίσω να ζω διαφορετικά. Επομένως, ο όρος religio διαθέτει παιδαγωγική χροιά εφόσον παραπέμπει στην προσοχή, το σεβασμό, την υπομονή, την επιστροφή. Ο άλλος σχετικός όρος religare συνδέει τη θρησκεία με τον δεσμό, τη δέσμευση, το δέσιμο, δηλαδή με το καθήκον και το χρέος στη σχέση μεταξύ ανθρώπων ή μεταξύ ανθρώπου και θεού. (Ντεριντά Ζακ, «Πίστη και γνώση», Η Θρησκεία, επιιμέλεια Jaques Derrida, Gianni Vattimo, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2003, σ. 57).

8.Το θρησκειολογικό μάθημα, ως γνωσιολογικό και πολυσυλλεκτικό θρησκειακών καταβολών και ηθών, ιδιαίτερα στην παιδική ηλικία, μειώνει τον παιδαγωγικό και μορφωτικό χαρακτήρα και σκοπό. Ο παιδαγωγικός χαρακτήρας του μαθήματος έχει σχέση με τη δυναμική φύση του εσωτερικού βίου του ανθρώπου και μιας θρησκευτικότητας συνεκτικής για το πρόσωπο και την κοινωνία. Η ανάγκη του ανθρώπου για να βρει το Εν, που ενώνει, αποτέλεσε βάση της αρχαιοελληνικής, κλασικής φιλοσοφίας και της μεταφυσικής. Το μονοδιάστατο θρησκειολογικό μάθημα δεν διδάσκει τη δυναμική της έννοιας «Εκκλησία», στην οποία αληθεύει και αποκαλύπτεται το Έν (Τριαδολογία), ως ενότητα και σχέση που δειγματίζει ενότητα, ενώνει και συνέχει τον κόσμο. Επομένως, το μάθημα των Θρησκευτικών στην ελληνική πραγματικότητα, χωρίς Εκκλησία, δεν νοείται για την Ορθόδοξη Παράδοση και την κουλτούρα της.

9.Η σύζευξη μαθήματος Θρησκευτικών και Εκκλησίας είναι σημαντική για την ουσία του προσώπου και την αλήθεια της κοινότητας ζωής. Η Εκκλησία διδάσκει, μέσα από την εμπειρική θεολογία και την γηγενή ιστορία, προϋποθέσεις ενότητας και κοινότητας και προτείνει ένα μόρφωμα πνευματικής ταυτότητας και παιδαγωγίας. Ωστόσο, η καλλιεργημένη «αφαιρετική» σκέψη και ψυχή παρέχει τη δυνατότητα εντοπισμού της ουσίας από την εκκοσμίκευση της Εκκλησίας. Επομένως, είναι μετανεωτερικό προϊόν η επιζητούμενη απόσχιση του μαθήματος των Θρησκευτικών από τη ζωή της Εκκλησίας και της ελληνικής ταυτότητας και Παράδοσης, όταν ο Χριστιανισμός εμπότισε την ιστορία και τους θεσμούς της. Είναι ανακόλουθο, το μάθημα των Θρησκευτικών να αποστασιοποιείται από την έννοια της κουλτούρας, της καλλιέργειας του πνεύματος, με ό,τι ερμηνεύει και περιέχει ο όρος Θρησκεία που σχετίζεται με την εντοπιότητα. Άλλωστε από την ιστορία των Θρησκειών συνάγεται ότι η κουλτούρα της Θρησκείας, στην ουσία της, συνίσταται πάντα στην εκδίπλωση μιας συγκεκριμένης λατρείας πάνω σε μια κοινωνία. Και η λατρεία είναι, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Έγελος, το αναφαίρετο κέντρο που συνιστά ό,τι είθισται να ονομάζεται θρησκεία. (Τριας Εουχένιο, «Σκέψεις για τη Θρησκεία», Η Θρησκεία, επιιμέλεια Jaques Derrida, Gianni Vattimo, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2003, σ. 139). Η σχέση Εκκλησίας με τη θεολογία και την παιδαγωγική συνιστά μια φυσικότητα για την παιδική ηλικία. Τα παιδιά εισέρχοναι ευκολότερα απ’ ότι οι ενήλικοι στον κόσμο της τελετουργίας, στο λειτουργικό συμβολισμό. Η εμπειρία του ιερού, εκείνου του “mysterium tremendum”, που βρίσκεται στη ρίζα κάθε θρησκείας είναι πιο προσιτή στα παιδιά απ’ ότι σε μας. Γι’ αυτό τα παιδιά γίνονται αφορμή ανάκλησης των μεγάλων και ανεύρεσης του Είναι τους: «Εάν δεν στραφήτε και δεν γίνετε σαν τα παιδιά…» (Ματθ. 18,3) (π. Σμέμαν Αλέξανδρος, Λειτουργία και ζωή, εκδ. Αρμός, Αθήνα 20082, σ. 31)

10.Η πληθωρική παράθεση πίστεων στην παιδική ηλικία είναι προβληματική, δεν προσιδιάζει στην οικοδόμηση εγγυημένων αρετών, συναισθημάτων και συγκεκριμένης σκέψης στο παιδί, προοίμιο της κριτικής και αφαιρετικής. Ο μονοδιάστατος θρησκειολογικός χαρακτήρας του μαθήματος, ιδιαίτερα στην παιδική ηλικία, αποσυνδέεται από τον καθολικό χαρακτήρα ενός πολιτισμού με τα παιδαγωγικά χαρακτηριστικά και είναι ασύμμετρος με τη γηγενή ταυτότητα, η οποία συνιστά σύνθεση πολιτισμικών και πολιτιστικών στοιχείων από την ιστορία ενός τόπου. Επομένως, δημιουργεί προβληματισμό η παράβλεψη και απώθηση εμπειριών αγωγής γηγενούς πολιτισμού και ήθους.

11.Ο ά-πατρις πολιτισμός αποδυναμώνει εμπειρίες, αποδομεί αρμούς συνείδησης (θρησκεία, ιστορία, γλώσσα, ήθη και έθιμα) και κουλτούρας, κάνει τον Θεό απόκοσμο (αποφατικότητα), καθιστά ά-πατρι και αφηρημένη τη θρησκευτικότητα, νοθεύει τη θρησκευτική συνείδηση και τη διαγενεαλογία της. Αυτή η προσέγγιση εκκολάπτει πανθεϊσμό, δεϊσμό, θεϊσμό ή είδος πανθρησκευτισμού και είναι προβληματική για τη σκοποθεσία της παιδείας. Η διασταύρωση θρησκευτικής αγωγής και παιδαγωγικής δηλώνεται από τη μαρτυρία και ιστορική εμπειρία σε χωροχρόνο για την προσωπική σχέση Θεού και ανθρώπων, που καθοσιώνει πρόσωπα –πρότυπα- και διαμορφώνει κριτήρια πολιτισμού. Το έπος μας παρουσίαζε πρότυπα ηρώων. Η τραγωδία θέτει υπό αμφισβήτηση τρεις ουσιώδεις προβληματικές του ανθρώπου, το “είναι”, το “δραν” και το “έχειν”, που συνυπάρχουν και αντιτίθενται η μια στην άλλη μέσα σε μιαν ανθρώπινη διάσταση χρόνου, ο οποίος έχει διαρκές σημείο αναφοράς τη χρονικότητα των θεών. Ο Χριστιανισμός με τη σάρκωση του Λόγου και με όσους μιμήθηκαν τη ζωή Του, δίνει αναφορές για αποκατάσταση του καθόλου της ανθρώπινης φύσης και της αυτογνωσίας μας ως φυσικών και πνευματικών όντων.

12.Η πολυπολιτισμικότητα χωρίς τη διακριτότητα των πολιτισμών μπορεί να οδηγήσει σε ένα πανηθικισμό, ο οποίος κινδυνεύει να εξελιχθεί σε ρηχή ηθικολογία επειδή εστιάζεται σε πρόσκαιρο πνεύμα, που υπηρετεί ενίοτε σκοπιμότητα. Η ηθική υποδομή και το υπόβαθρο ενός πολιτισμού, καρπός αειφόρου Πνεύματος, διαμορφώνει στάση ζωής και κριτικό πνεύμα. Για τη δόμηση και λειτουργία παιδαγωγικών στοιχείων όπως, ηθικό κέλευσμα, εγρήγορση ή επαγρύπνηση για ένα πλήθος κινδύνων που αντιμετωπίζει ο σύγχρονος άνθρωπος και η κοινωνία, απαιτούνται προτάσεις έμ-πιστης αλήθειας και ελπίδας. Το νόημα της ζωής έγκειται στην αφύπνιση, την ενδυνάμωση και την καλλίτερη αξιοποίηση της αγάπης, το πρόσωπο της οποίας, σαν φως, ζητά να ανακαλύψει το παιδί. Η αγάπη που αναζητά, για να εμπιστευτεί τον εαυτό του έχει σημείο εκκίνησης, έχει «πατρίδα», οικογένεια, δάσκαλο (αγρό, σπόρο, μήνυμα προσώπου εμπειρίας και ζωής).

13.Η θρησκευτική αγωγή με σαφείς παιδαγωγικές αρχές και ηθική συμβάλλει στη διαμόρφωση πολίτη – προσώπου - με την καλλιέργεια της ψυχής και συντελεί στην πνευματική του πρόοδο. Ωστόσο, στην άσκησή της χρειάζεται ευθύνη στα εξής σημεία που αφορούν: α) στην πρόταση έγκυρης αναγωγικής ισχύος νοήματος που αξιοποιούμε για το σκοπό του μαθήματος (διήγηση, γεγονότα, πρόσωπα της ιερής παράδοσης) και την καλλιέργεια του παιδιού, β) στην ποιότητα των διαμεσολαβητών, δασκάλων και υλικού και γ) στον τρόπο μετάδοσης κάθε περιεχομένου, αγγίζοντας τα σύγχρονα προβλήματα. Η εφαρμογή της παιδαγωγικής στην ελευθερία του παιδιού για την προσέγγιση της ολιστικής γνώσης, εμπεριέχει τη μεταφυσική και τη θεογνωσία. Η αποκάλυψη του αιώνιου (αεί όντος Θεού) μέσα στην ιστορία, σύμφωνα με την Ορθόδοξη Παράδοση, παρέχει διαχρονικά παιδαγωγικά πρότυπα αξιών. Πρόκειται για παιδαγωγικές αναγωγές, ερείσματα οραμάτων παιδείας, επαναγωγές και εμπειρίες εμπιστοσύνης, που συνεχίζουν να υπενθυμίζουν καθημερινά με την ανάμνηση και το εορτολόγιο, τη σχέση Αλήθειας, νοήματος ζωής και υπέρβασης της πεσιμιστικής πραγματικότητας που καθημερινά δημοσιοποιείται. Οι αναγωγές και τα ερείσματα αυτά στην παιδική ηλικία διαμορφώνουν ηθική στάση και συνείδηση (ταυτότητα ύπαρξης) και δημιουργούν βασικές προϋποθέσεις για την κατανόηση, σεβασμό, ανοχή της διαφορετικής θρησκείας και πίστης, που είναι ζητούμενο στον κόσμο των ανταγωνισμών, φανατισμών, εθνικισμών και ανθρωπογενών διχασμών.

Σταμάτης Πορτελάνος
Λέκτορας Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης
Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου