Πέμπτη 30 Νοεμβρίου 2017

Επιστροφή στην παραδοσιακή διδασκαλία



Tα βρετανικά σχολεία πρέπει να αξιολογήσουν καλύτερα τις μεθόδους που κάνουν περισσότερο αποτελεσματική τη διδασκαλία, διασφαλίζοντας ότι μη εγκεκριμένες πρακτικές δεν θα εξακολουθήσουν να χρησιμοποιούνται στις αίθουσες διδασκαλίας. Στα συμπεράσματα αυτά καταλήγει μελέτη η οποία δόθηκε στη δημοσιότητα από τη Sutton Trust και το πανεπιστήμιο Ντέραμ.

Η μελέτη υποδεικνύει ότι αρκετά σχολεία και καθηγητές εξακολουθούν να χρησιμοποιούν μεθόδους διδασκαλίας οι οποίες δεν συμβάλλουν καθόλου ή συμβάλλουν ελάχιστα στην πρόοδο του μαθητή. Αντιθέτως, τα σχολεία αυτά στηρίζονται σε «ανεκδοτολογικά στοιχεία» προκειμένου να κατασκευάσουν νεωτερικές τεχνικές, όπως είναι η «μάθηση διά των ανακαλύψεων» στην οποία ο μαθητής καλείται να ανακαλύψει μόνος του τις βασικές ιδέες ή «στυλ μάθησης» σύμφωνα με τις οποίες οι μαθητές μπορούν να χωριστούν σε ομάδες αυτών που μαθαίνουν καλύτερα μέσω της όρασης ή των ήχων ή της κίνησης.

Αντιθέτως, οι παραδοσιακές μέθοδοι διδασκαλίας, που ανταμείβουν την προσπάθεια, χρησιμοποιούν αποδοτικά την ώρα διδασκαλίας και επιμένουν στον καθορισμό σαφών κανόνων για τη διαχείριση της συμπεριφοράς του μαθητή, είναι πιο πιθανό να επιτύχουν, αναφέρει η σχετική έκθεση.

Πώς μαθαίνουν

Ενας εκ των συντακτών της, ο καθηγητής Ρόμπερτ Κο, του πανεπιστημίου Ντέραμ, επισημαίνει ότι η αξιολόγηση της διδασκαλίας ήταν εξαιρετικά δύσκολη ακριβώς επειδή παραμένει μυστήριο με ποιον τρόπο μαθαίνουν οι μαθητές. «Είναι ιδιαίτερα δύσκολο για όποιον παρακολουθεί ένα δάσκαλο να διδάσκει να κρίνει πόσο αποτελεσματικά μαθαίνουν οι μαθητές. Ολοι πιστεύουμε ότι μπορούμε να το κάνουμε, αλλά τα δεδομένα που έχουμε από την έρευνα μας δείχνουν ότι κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό. Γι’ αυτό όποιος θέλει να κρίνει την ποιότητα της διδασκαλίας πρέπει να είναι εξαιρετικά προσεκτικός», καταλήγει ο καθηγητής Κο.

Επίσης, από τα στοιχεία της έρευνας προκύπτει ότι είναι λανθασμένη η κατηγοριοποίηση των μαθητών με βάση τις ικανότητές τους. Παρ’ όλα αυτά εξακολουθεί να είναι μια διαδεδομένη μέθοδος σε πολλά σχολεία, αν και δεν υπάρχουν στοιχεία που να δείχνουν ότι αυτού του είδους ο διαχωρισμός των μαθητών βοηθά τα παιδιά να τα καταφέρνουν καλύτερα. Η δημιουργία τέτοιων ομάδων μπορεί να σημαίνει ότι «ο δάσκαλος πηγαίνει υπερβολικά γρήγορα με τα παιδιά υψηλής ικανότητας και υπερβολικά αργά με τα παιδιά χαμηλής ικανότητας», υποδεικνύει η έρευνα, με αποτέλεσμα να ακυρώνονται έτσι όλα τα οφέλη που θα μπορούσε να έχει η διαμόρφωση των μαθημάτων έτσι ώστε να αντιστοιχούν στις ικανότητες των παιδιών. Αντιθέτως, η έρευνα υποδεικνύει πως οι καθηγητές που έχουν καλή γνώση του αντικειμένου τους και διαθέτουν υψηλής ποιότητας τεχνικές διδασκαλίας είναι αυτοί που βοηθούν περισσότερο τα παιδιά να μάθουν.

Οι υπερβολικοί έπαινοι βλάπτουν 

Oι δάσκαλοι που επαινούν τα παιδιά υπερβολικά για μια αναποτελεσματική προσπάθειά τους τελικά ενδέχεται να μην τα βοηθούν να επιτύχουν τους στόχους τους, υποδεικνύει η μελέτη της Sutton Trust και του πανεπιστημίου Ντέραμ. Οι υπερβολικοί έπαινοι στα παιδιά που προσπαθούν να τα καταφέρουν χωρίς, ωστόσο, να καταγράφουν ιδιαίτερα καλά αποτελέσματα, τους γεννά την εντύπωση πως οι δάσκαλοί τους έχουν περιορισμένες προσδοκίες από αυτά. Προφανώς οι δάσκαλοι προσπαθούν να ενθαρρύνουν με τους επαίνους τους μαθητές που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά, αλλά η πρακτική αυτή έχει τελικά αρνητικές επιπτώσεις καθώς τα παιδιά συνδέουν τα κακά αποτελέσματα με τη συμπάθεια και τον έπαινο του δασκάλου τους.

Αντιθέτως, οι μαθητές που αντιμετώπισαν «θυμό» όταν εμφάνισαν κακά αποτελέσματα δεν συνδέουν τίποτα θετικό με την κακή τους απόδοση. Η Νταίζη Χριστοδούλου, πρώην δασκάλα και συγγραφέας του «Επτά μύθοι για την παιδεία», δήλωσε χαρακτηριστικά ότι η έκθεση είναι εξαιρετικά ωφέλιμη διότι θίγει το ουσιαστικό πρόβλημα: ότι δεν έχουμε σαφή άποψη του τι είναι καλή διδασκαλία. Προτού καταφέρουμε να μιλήσουμε για το πώς μπορούμε να βελτιώσουμε τις μεθόδους διδασκαλίας, θα πρέπει να αποσαφηνίσουμε ποιες είναι οι καλές.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου