Κυριακή, 24 Μαρτίου 2019

Οι δύο μανάδες μας: Η μάνα του Σολωμού, η μάνα του Κάλβου


ΟΙ ΔΥΟ ΜΑΝΑΔΕΣ ΜΑΣ: Η μάνα του Σολωμού, η μάνα του Κάλβου
στην Κ.Α.Ρ
       Η μοίρα των γυναικών είναι η μοίρα του κόσμου, και την μοίρα του κόσμου την ορίζουν οι άντρες. Η μοίρα της Αγγελικής Νίκλη και της Αδριανής Ρουκάνη (σε μικρότερο βαθμό) είναι η μοίρα γυναικών που, εν ζωή, υπέμειναν αγόγγυστα το τίμημα της πρωταρχικής ευφυΐας και της πολύπλοκης γενναιότητας της μήτρας. Το τίμημα περιλαμβάνει όμως και μεταθανάτια αντίποινα, έτσι η  Αγγελική Νίκλη διασχίζει την Ιστορία μέσα σε μια γλοιώδη ηθικοπλαστική χλεύη που, μαζί με τον εξευτελισμό της, στοχεύει τον πρώτο της γιο, Διονύσιο Σολωμό. Τού προσάπτουν ότι είναι νόθος, εξώγαμο, παράνομο, χαρακτηρισμοίνηπιώδους κενοσοφίας που, ωστόσο, απασφαλίζουν έναν σταθερά εμφανιζόμενο, μνησίκακο και συμπλεγματικό, οχετό ύβρεων κατά του προσώπου του, το οποίο θεωρούν εύκολο να λοιδορήσουν όσοι  δεν έχουν το υποτυπώδες θάρρος να χαρούν από το τετελεσμένο της ποιήσεώς του μέγα επίτευγμα.

       Το «παράπτωμα» που καταλογίζουν εμμέσως (και το έμμεσο συνιστά πάντα πολιτιστικό, πολιτικό και κοινωνικό βόρβορο) στην Νίκλη είναι ότι έκανε τον Διονύσιο και τον Δημήτριο σε  σχέση παλλακείας με τον εργοδότη της, κόντε Νικόλαο Σολωμόπου το βράδυ πριν πεθάνει νυμφεύθηκε την υπηρέτριά του Αγγελική Νίκλη και αναγνώρισε τους δυό φυσικούς γιούς του. Κι επειδή η ανανδρία δεν μοιάζει ποτέ της παλληκαριάς, ούτε η αχαριστία κι η μικροψυχία τής μοιάζουν, η Νίκλη αντιμετωπίζεται υποτιμητικά σαν γυναίκα και μάνα δεύτερης κατηγορίας, μάνα νόθων. Η γέννα τους, γέννησε την καταστροφή για την μάνα, που ολοκληρώθηκε όταν ένας τρίτος γιος της, από δεύτερο εσπευσμένο γάμο, ο νομικός Ιωάννης Λεονταράκης (η εγγενής ειρωνεία κάποιων επωνύμων λύνει εξ αρχής κάθε ζήτημα), προσέφυγε στα δικαστήρια ζητώντας να αναγνωρισθεί ως νόμιμος-γνήσιος γιος του κόντε Σολωμού και να πάρει ολόκληρη την περιουσία, αποκλείοντας τους δυο φυσικούς γιούς1. Η λιονταρίνα Αγγελική Νίκλη, προφανώς εξαπατημένη (ή εκβιαζόμενη απ’ τον αργυραμοιβό σύζυγό της) σχετικά με τις συνέπειες του αιτήματος, και παραβλέποντας με παράλογο τρόπο το αντίκτυπο που θα είχε η προκλητική στάση της στην ψυχολογία των δύο πρώτων της γιων και στις σχέσεις τους μαζί της, υποστήριξε με θέρμη το άτοπο αίτημα, για να επωφεληθεί οικονομικώς και το τρίτο της, ζηλόφθονο και λαίμαργο, λιονταράκι, όμως, καθώς η προσωπική της ζωή έγινε περίγελως, κατρακύλησε στην ανυποληψία και στην καταφρόνηση,  κι αυτά όλα απέτελεσαν ένα αξεπέραστο χτύπημα για τον Σολωμό.
      Ο γιος της που ’γραφε: «Νόμιζέ με φιλοστοργώτατόν σου υιόν – Νοιώθω ν’ αδυνατίζει κάπως το φως μου. Θεέ μου, δε θα θέλω να φθάσω σε θέσι να μη μπορώ να σε ξαναδώ»1, κι είχε ήδη γράψει προφητικό λαϊκό τραγούδι για την μοίρα της μάνας του και των γυναικών: «Κόσμε ψεύτη! τες κόρες τες μαύρες, κατατρέχεις όσο είν’ ζωντανές, σκληρέ κόσμε! και δεν τους λυπάσαι την τιμήν, όταν είναι νεκρές», δεν θέλησε να την ξαναδεί ούτε να της ξαναμιλήσει. Της έκανε έξωση απ’ το σπίτι τους. Την διέγραψε. Ήταν η παράφορη, οργισμένη αντίδραση ενός ορφανού από εννιά χρονών, μεγαλωμένου στην ουσία μόνο απ’ την μάνα του, στην οποία όφειλε τις θύραθεν, σκληροτράχηλες και αθυρόνοες, ρίζες της παιδείας και της ποιήσεώς του που άνθιζε στο χάσμα των πραγμάτων, ή ήταν η άκαμπτη διορατικότητα ενός καθιερωμένου ποιητή που είδε τον πυρήνα της υπάρξεως του, την ζωή της μάνας του,  να διασύρεται, και διείδε ότι η προσβλητική αυτή υπόθεση θα γινόταν εφαλτήριο ν’ αμαυρωθεί, μέσω του μεθεπόμενου δικού του διασυρμού, η ίδια η Αδήπνοη ποίησή του, κάτι που συνέβη και συμβαίνει, εσχάτως με πρόσχημα τις στροφές του Ύμνου για την άλωση της Τριπολιτσάς, κατά τις μομφές που του αποδίδουν με αξιοζήλευτη τόλμη οι περικαλλείς σπουδαρχίδαι της  τερπνής παλαιϊκότητας.
       Μήπως όμως η τεράστια ψυχική δοκιμασία, που τον εξάντλησε, τον  ώθησε κιόλας να προσδώσει αυτό το εκπληκτικό ψυχικό βάθος στους ήρωες των ημιτελών συνθέσεών του, αναδεικνύοντάς τον και σε μυθιστοριογράφο σπάνιας ποιότητας, μήπως η δίκη ήταν το τραγούδι που, πάλι παιδευτικά, τραγούδαγε η μάνα στον ενήλικο τώρα γιό της, ίδιας σημασίας με ‘κείνα τα τραγούδια που του ‘λεγε όταν ήταν μικρός και τον έκαναν να νοιώθει πόσο γερά κι ασύντριπτα είναι τα κόκκαλα της γλώσσας και πως μόνο οι λέξεις ασβεστώνουν αδιάβροχα το νοτισμένο κέλευθος του κόσμου –είχε ωραία φωνή η καλλονή η μάνα του, τραγούδαγε ενώ έκανε δουλειές ή έβγαινε απόβραδο στο παραθύρι  κι έστηνε το μελεσίπτερο τραγούδι της, κι από δίπλα της μαγεμένος ο Σολωμός σκεφτόταν πως αυτός θα ‘γραφε μια μέρα καλύτερα τραγούδια κι έδιν’ όρκο στα πεφτάστερα πως θα τα καταφέρει;
      ΄Η μήπως, αντίθετα, το μανιάτικο ένστικτο της  μάνας του, καρδαμωμένο ανάμεσα σε βράχια, ήλιους κι αρμυρανέμια, έπρεπε να το αισθανθεί ότι είχε χρέος να προστατέψει τον γιό της τον ποιητή, που ‘χε και το δίκηο με το μέρος του, παρά να νοιαστεί για την μειονεξία του άλλου; Ό,τι και να έπρεπε, η πενταετής δίκη, που έχασε ο ετεροθαλής αδελφός και έκτοτε μετώκησε στην Αγγλία, έσκαψε βαθειά τον λάκκο της Αγγελικής Νίκλη που από μάνα-ασπίδα κατάντησε μάνα-συμφορά. Μετάνοιωσε, ζήτησε συγγνώμη και την αρνήθηκε ο ταπεινωμένος και κλονισμένος γιος της ή δεν ζήτησε ποτέ συγγνώμη και δεν μετάνοιωσε, παρά τον ξεπεσμό της: «…ήλθε η μάνα μας, Διονύσιε, σε άθλια κατάσταση, κουρελιασμένη και πεινασμένη και με παρεκάλεσε να την συνδράμω… Βγάλε κι εσύ ένα μηνιάτικο γι’ αυτό το δυστυχισμένο πλάσμα που μ’ όλα της τα σφάλματα δεν παύει να είναι η μάνα μας» – «….Δεν της δίνω ούτε λεφτό»1. Στην απονενοημένη  διαθήκη της, η Νίκλη  μόνο τους δυο πρώτους γιους της αφήνει κληρονόμους1, αλλά η έντιμη απόγνωση της μεταμέλειάς της ήταν έκθετη, και το γνώριζε.   Όταν ο φαρμακωμένος Διονύσιος πέθανε στην Κέρκυρα το 1857, δυό χρόνια πριν από ‘κείνην, δεν παρέστη στην κηδεία η μάνα του. ΄Εφτιαξε η γρηά-μάνα κόλυβα για το πρωτοβλαστάρι της, τον  ποιητή της Ελευθερίας  και του Έθνους, που την αποκήρυξε, ή ήτανε καμμιά σκληρόπετση γρηά που, σαν της το ‘πανε, ίσα που πετάρισε το βλέφαρό της απ’ την συγκίνηση και σκεπάστηκε με το μαύρο μαντήλι της γυρνώντας αλλού το κεφάλι; Έπιασε μήπως κάνα μανιάτικο μοιρολόϊ τέτοιο, που κάνει τα βουνά να βλαστημάνε την Τύχη τους που δεν ‘γίναν άνθρωποι,  έμπηξε φωνές και κλάματα, πήγε κι άναψε στο νεκροταφείο τα καντήλια, σύρθηκε, μια καμπουριαστή σκιά μές στις σκιές, στον τάφο του κόντε Σολωμού να του πει ότι συγχώρεσε τον γιό της  που δεν την συγχώρεσε και δεν της ζήτησε συγγνώμη, ή τον έπνιξε τον πόνο της στα μαραμένα στήθια της που κάποτε στητά κι ολόρθια τον είχανε βυζάξει, μήπως κιόλας τον είχε καταραστεί τον σιορ Διονύσιο που απαρνήθηκε με πάθος την φταίχτρα μάνα του, και τέτοιες αχαριστιές δεν τις βολεύουνε οι αέρηδες της φύσεως; Αλλά η Αγγελική Νίκλη δεν καταράστηκε, δεν ήταν η γυναίκα της Ζάκυνθος, είναι η τιμή της Ζάκυνθος, είναι η τιμή όλων μας.
      Πώς πέρασε τα χρόνια της κατά και μετά την δίκη, και μέχρι τον θάνατο του Σολωμού και τον δικό της (που συνέπεσε με την έκδοση των Ευρισκομένων έργων του γιου της από τον σημαντικότατο Πολυλά), τι αντίκρυζε στα μάτια των γειτονισσών και των αρχοντισσών η ατίθαση Μανιάτισσα, παρείσακτη, ούτως ή άλλως, στην αστική κοινωνία της Ζακύνθου; «Και δε μου σώνουνε τα φαρμάκια κ’ οι πίκρες, μόν’ υποφέρω και τα λόγια του κόσμου, και λένε, καλά να πάθω, και πως μου εμεριτάριζε κάψιμο»1. Όποια λόγια και χλεύη κι αν υπέφερε όμως, ήταν τίποτα μπροστά στην σπίλωση που την περίμενε μετά θάνατον κι απλώνεται στον χρόνο και στον χώρο, εντός κι εκτός Ελλάδας, μέσω των λεγομένων ελληνιστών. «Ο Σολωμός ήταν νόθος, η καταγωγή του θολή, η μάνα  του  πληβεία, απλή γυναίκα του λαού, ποπολάρα, παλλακίδα, παραδουλεύτρα», ακονίζουν διάφοροι την οικτρογενή αβελτηρία τους με ταξική χαιρεκακία (αλλά ο Σεφέρης βάζει το: πληβεία σε εισαγωγικά) και τον λασπώνουν με κάθε είδους χυδαιότητα, αυτόν που μας μετάγγισε την ευφορία των ανθρώπων όταν δημιουργούσαν τους θεούς τους: «Αστροπελέκι μου καλό, για ξαναφέξε πάλι»,  και την μάνα του.
      «Γέννησα  το Σολωμό, δε σας φτάνει, ορέ κύριοι, δε το σεβοσάστενε; Σεβαστείτε αυτόνα αντίς για μένα», θα μπορούσε ν’ απαντήσει με περιφρόνηση η Αγγελική Νίκλη. Κι αν ύψωνε λίγο την φωνή, θα ‘λεγε: «Έτσι αγαπάτε τις γυναίκες εσείς; Τάϊσα το κορμί μου μ’ υγεία, κι ανάτρεψα χορτασμένο το Διονύσιο μου. ΄Ολοι ‘σεις που με κατηγοράτε, δεν εκάματε ποτές λάθη; Κι εσείς ποιόνα εγεννήσατε, εσείς ποιόνα ετέξατε;». Αλλά η περήφανη Αγγελική Νίκλη σιωπά. Διδάσκει ήθος δια της σιωπής της, ευπρέπεια.
        Η συντοπίτισσά της, αριστοκράτισσα Αδριανή Ρουκάνη παντρεύτηκε τον Κερκυραίο τυχοδιώκτη Τζανέτο Κάλβο, που έντεκα χρόνια αργότερα (1802) την εγκατέλειψε και πήρε στο Λιβόρνο τα παιδιά τους Αντρέα και Νίκο, δέκα και οκτώ χρονών. Με την έγκριση της μάνας τους ή χωρίς; Ποιος θα υποστηρίξει το πρώτο; Ότι τα ‘πλυνε, τα ‘ντυσε, τα χτένισε, τα φίλησε και τ’ άφησε να φύγουν (για λίγο; για πάντα;) από κοντά της.  Κοιμήθηκε καθόλου το προηγούμενο βράδυ, ξανακοιμήθηκε ήσυχη μετά απ’ αυτό; Τ’ αγόρια, μεγάλωσαν ορφανά από μάνα και πατρίδα. Ορφανά κι από πατέρα, στην πραγματικότητα. Η Αδριανή Ρουκάνη ζήτησε και πήρε διαζύγιο, στην απόφαση όμως δεν αναφέρεται τίποτα για απομάκρυνση των παιδιών παρά την θέλησή της, ή απαγωγή 2β. Παντρεύτηκε δεύτερη φορά, κι ο γάμος διήρκεσε μέχρι τον θάνατό της (1815).  Αλλά τ’ αγόρια  της δεν τα ξανάδε ποτέ πια. Πάνε οι γιοί της, πετάξαν, ‘φύγαν τα πουλάκια της. Θα μπορούσε να πάρει  το καράβι και να πάει να τα δει. Δεν το έκανε. Δεν τα διεκδίκησε. Είχε κάνει συμφωνία με τον πατέρα τους; Αδιαφόρησε; Δεν έχουν βρεθεί γράμματά της προς τ’  αγόρια, ούτε των αγοριών προς την μάνα. Την έφαγε όμως ο καϋμός την κυρ-Αντριανούλα, που στην διαθήκη της άφησε τ’ αμπέλια της, στο Ρόϊδο2β, στους δυο της γιούς, να ‘χουνε κάτι να πορεύονται, αλλά ο καϋμός της μάνας τσάκισε και τον τσακισμένο αλύγιστο Κάλβο:
      -Ζει η μάνα σου, ορέ Αντρέα Κάλβο;
     –Ζει.
      Δεν ζούσε. Αλλά ο πολυξενητεμένος Κάλβος το ‘μαθε έντεκα μήνες μετά, στην Φλωρεντία: επιστολή της Magiotti στον Ούγο Φώσκολο, 10-5-1816: «Ο Ανδρέας θα αναχωρήση από ‘δω την ερχόμενη Πέμπτη, 15 τρέχοντος. Θα είχε κιόλας ξεκινήσει, αλλά ο θάνατος της μητέρας του τον κράτησε λίγες μέρες για να κανονίση τα μικρά συμφέροντά του»2β.
      Οχτώ χρόνια αργότερα ο Κάλβος γράφει την Λύρα, και στην τρίτη ωδή, «Εις θάνατον», ο πόνος για την μάνα που ‘χε χάσει πριν αυτή πεθάνει, παρουσιάζεται αντρικός, γενναίος, αρχαιοπρεπής, και στις στροφές αυτές ο Κάλβος επινοεί μια απ’ τις πιο ανυπέρβλητες, προομηρικές, λέξεις του: «κυκλοδίωκτος» και συνθέτει μια απ’ τις πιο συνταρακτικές φράσεις του: «ο ήλιος κυκλοδίωκτος, ως αράχνη με εδίπλωνε και με φώς και με θάνατον ακαταπαύστως». Η μάνα απολογείται: «…θέλω εις την συνείδησίν σου τα λοιπά φανερώσειν ύστερον…», αλλά το συναίσθημα βοά: «Ω φωνή, ω μητέρα, ω των πρώτων μου χρόνων σταθερά παρηγόρησις. όμματ’ οπού μ’ εβρέχατε με γλυκά δάκρυα!  Και σύ στόμα όπου εφίλησα τόσαις φοραίς με τόσην θερμοτάτην αγάπην, πόση άπειρος άβυσσος μας ξεχωρίζει!»
        ΄Απειρος άβυσσος! Τέτοιες λέξεις κι έννοιες σμίγει ο διπλορφανός  (–Ζει ο πατέρας σου, Αντρέα  Κάλβε; -Δεν ξέρω) ασπιδοφέρμονας πολεμιστής, αλλά η κυρ-Αντριανή δεν το διάβασε ποτέ, είχε πια λειώσει στον τάφο. Τα γράφει κλαίγοντας αυτά ο Κάλβος, ο κοινωνικός επαναστάτης, ο  καρμπονάρος, που, αν και είχε ίσως λόγους,  δεν μίσησε, αλλά «πολύ ηγάπα την μητέρα του», «όταν αργότερα την θυμόταν έκλαιε» και «συχνά την έβλεπε στα όνειρά του»2α; Θ’ άναψε και το καντηλάκι στον αραχνιασμένο τάφο της, στην μοναδική επιστροφή του στην Ζάκυνθο, γενέθλιο τόπο της έμπνευσής του -ή της αστοργίας και της κακοδαιμονίας του; Η πολυπόθητη πολυπαθής πατρίδα ήταν αυτή που ριγούσε κάτω απ’ τα μυρμηγκιασμένα πόδια του (τον καλωσόριζε, τον ευχαριστούσε ή του παραπονιόταν;), αυτό το  θαλασσινό χώμα ονειρευόταν τόσα χρόνια; Θυμόταν πού ήταν το σπίτι του, πήγε προς τα ‘κει σκυφτός και κλαμμένος, άντρας σαραντατεσσάρων ετών, ξενητεμένος τα τριαντατέσσερα, ή, βάζοντας το χέρι αντήλιο, έμεινε ακίνητος να κοιτάζει γύρω, αγκυλωμένος απ’ την στυφή απελπισία του πρωϊνού της φυγής του απ’ το ίδιο λιμάνι; ΄Η προχώρησε με διστακτικά βήματα, κατέφυγε σε κάποιο στενό που ένοιωσε τον γυρισμό του, κοίταξε αν τον βλέπουν, και γονάτισε και φίλησε την καρδιά της γης που ήταν η μάνα της εξορίας του; Τι ‘ταν λοιπόν πιο αληθινό, η σκέψη ή η πραγματικότητα;
      Αλλά κι η κυρά-Αντριανούλα θα ‘κλαιγε, όταν σκεφτόταν τους γιούς της και τα χρόνια που ‘χε να τους δει, να τους αγκαλιάσει, να τους φιλήσει: Πόσο ψηλώσαν τ’ αγόρια μου, πόσο άλλαξαν, άντρες σωστοί γινήκανε, παλληκάρια! Λεβέντες μου! Αγωνιούσε, άραγε, τι θα απογίνει ο Αντρέας της, που ήταν παράξενος από μικρός, σιωπηλός κι απόμακρος,  ή ήταν παιδί ζωηρό που δέν άφηνε πέτρα πάνω στην πέτρα; Πες μας τι άνθρωπος ήταν ο γιος που γέννησες, κυρ-Αντριανούλα, πες μας πώς έμοιαζε. Πες πόσο λάμπανε τα μάτια του, και πώς μπορούμε να τον ευχαριστήσουμε που μας έμαθε ν’ αψηφούμε «το χάλκεον χέρι του φόβου» και να «απορρίπτουμε φρόνημα χαμερπές», να ελαφρώσουμε λίγο το κρίμα μας που τον αδικήσαμε, κι ίσως έτσι μαντέψουμε πώς ηλέκτρισε την ποίησή του μ’ αυτό το απροσδόκητα απρόσμενο μεγαλείο της που ανέτρεψε τον Χρόνο και την Ιστορία –ή τους περιέθαλψε;  ΄Ηταν τυχερή μάνα μες στην ατυχία της, όμως. Πέθανε νέα και δεν έμαθε για το ύστατο μαύρο βλέμμα που ‘ριξε ο γιος της στην ηλιόλαμπρη Κέρκυρα πριν επιβιβασθεί στο καράβι που τον ξανάπαιρνε απ’ την Ελλάδα, στιγμή απόλυτης ελευθερίας, ταπείνωσης, πόνου και ξεριζωμού, εκεί ψηλά στην άκρη της σκάλας, αιωρούμενος στο πουθενά, μεταξύ νησιού και καραβιού, μετατρέπει την προσωπική του τραγωδία σε αιώνιο οστεοβόρο διθύραμβο, καθώς κοιτάζει ηττημένος-αήττητος τα Μουράγια γνωρίζοντας καλά ότι δεν θα γυρίσει πίσω ούτε νεκρός κι ότι μπροστά του δεν ξανοίγεται καλοτάξιδος ο «οινόπας πόντος», αλλά το άξενο μνήμα, το φέρετρο κι η αμνησία της δονούμενης ποιήσεώς του, που θα κράταγε πόσο, πόσο θα κράταγε, μωρέ Αντρέα Κάλβο,
        Ούτ’ έμαθε ποτέ της, ευτυχώς η κυρ-Αντριανούλα, πως  τον δόλιο ‘κείνον μαυρ-Αντρέα της που τον: «είδε το πέμπτον του αιώνος εις ξένα έθνη», «ξένες μάνες τον εκλάψαν, ξένα χέρια τον εθάψαν3α». Ούτ’ άκουσε πως ο γιος της που ευχόταν: «ας μη μου δώση η μοίρα μου εις ξένην γην τον τάφον», «σε ξένο χώμα τέλειωσε τη ρημαγμένη του ζωή3β» κι εβδομήντα χρόνια δεν ξέραμε πού ήταν θαμμένος ο, χωρίς πρόσωπο και χωρίς τάφο, ανδρείος ποιητής μας, ο μέγας. ΄Ηταν όμως «καλή, ενάρετη, στοργική, θρησκευάμενη»2β η Αδριανή Ρουκάνη. Τέτοια επίθετα απουσιάζουν για την συντοπίτισσά της Αγγελική Νίκλη, την «σπιτωμένη»1, που ‘ταν «γεμάτη νιότη, ομορφιά κι υγεία»1.
      Είχαν, μήπως,  οι δυό μανάδες, που καμμιά προσωπογραφία τους  δεν σώθηκε (τέσσερ’ αγόρια, δύο κορίτσια έκανε η κυρ-Αγγελική, δύο αγόρια η κυρ-Αδριανή), είχαν κάποια διαίσθηση για τους πρωτότοκους γιους τους, που μας έδωσαν υπόσταση, αισθάνθηκαν πως γέννησαν παιδιά ξεχωριστά και περίφημα που θα μίλαγαν γι’ αυτά αιώνες μετά, και μαζί τους θα μνημόνευαν κι εκείνες; Το αισθάνθηκαν ποτέ,  να νοιώσουν μια αύρα λυτρωμού μες στους πόνους και στα βάσανα, στους έρωτες και στις απογοητεύσεις τους, τους τραγούδησε ποτέ κάποιος «…να ζήσει η μάνα που κάνει τέτοι’ αγόρια»3γ,  ν’ ανθίσουνε λίγο τα χείλια τους;  Τους το λέμε  εμείς:
     Γειά σου, σπουδαία Αγγελική Νίκλη, μάνα του Σολωμού,
     πο’ ενάμιση αιώνα τώρα κρατάς καλά το μυστικό σου.
     Στην άκρη ορθός του νιοσκαμμένου τάφου σου,
    σε θρήνησε, σε συγχώρεσε,  σου ζήτησε συγγνώμη, σ’ ευχαρίστησε,
     ο σκληρο-Διονύσης σου, μαζί με τον Δημήτρη και τ’ άλλα σου παιδιά.
    Ανέβηκε  απ’ τον  ΄Αδη.  Για την κηδεία σου. Ήταν εκεί.
     Εσύ μόνο τον είδες, με τα νεκρά σφαλιστά βαθουλωμένα σου μάτια.
     Άλλος κανείς.
   Γειά σου, εξαισία Αδριανή Ρουκάνη, τ’ Ανδρέα Κάλβου μάνα,
   μόνη ‘κατέβης στο μνήμα, χωρίς το Νίκο σου, χωρίς και τον Αντρέα,
   που ο  τάφος σου ήταν μέσα του,  στης μαυροψυχής του την νόηση,
   τον έσκαβε, τον πότιζε, τον ξεβοτάνιζε, δρόσιζε τ’ αχαμνολούλουδα,
   εφύτευε καινούργια μελανόπτερα,  με τ’ άνθη κυκλοδίωκτα,
   σταθερά του ήσουν παρηγόρησις μέχρι στων υπερβόρειων την χώρα,
   όπου εξεψύχησεν ο τυραγνισμένος Αντρέας σου. Το ηξεύρεις καλά.
   Εσύ  κουβάλαγες την σταχτιά του  κάσα με μπράτσα γερά,
   καμωμένα απ’  της γλυκειάς πατρίδος το αξενήτευτο χώμα.
       Γειά σου κυρ-Αντριανούλα, γειά σου κυρ-Αγγελικούλα, γειά σας αγράμματες μανάδες των λέξεων, της ποίησης των υψηλών και των σεμνών νοημάτων, ποίησης σπαρμένης με λέξεις φρέσκιες δημοτικιές, της λαϊκής αγοράς, και  λέξεις νεοαρχαίες από  του αειθάλλοντος  βυθού το κάλλος, μάνες του έθνους του λαού των ποιητών των επαναστατών των αντρειωμένων των απροσκύνητων, μάνες της ρίμας και του μέτρου, του δεκαπεντασύλλαβου και του επτασύλλαβου,  γεια σας μανάδες μας μαζί με τις δικές  μας μάνες, που τον πόνο των αγοριών σας τραγουδάνε οι λαϊκοί τραγουδιστές, «Σε ‘χασα μάνα μου γλυκειά / σε πήρε ο Χάρος μια βραδυά / και δίχως το δικό σου χάδι / απλώνεται τώρα σκοτάδι/. Κουράγιο μου ‘δινες εσύ / εσύ μανούλα μου χρυσή / εσύ στον πόνο μου πονούσες / και τι δεν θα ‘δινα / μάνα να ζούσες. / Μάνα, πάρε με στον τάφο / πάλι να ‘μαστε μαζί / να ξανάβρω εγώ κοντά σου / την αγάπη, την στοργή» 3δ, μανάδες που στην κοιλιά σας θρέψατε τον Ανδρέα Κάλβο-Ρουκάνη  και τον Διονύσιο Σολωμό-Νίκλη, που ποτέ δεν μίλησαν μεταξύ τους (και πόσο θα μας λύτρωναν λευτέρωναν από τον βαρειόμοιροδιχασμό μας την φύρα) και κοιμούνται φιλιωμένα πια στό ίδιο μνήμα, τα ξέν’ αδέλφια, μάνες που μεγαλώσατε και ‘μας μαζί με τους γιους σας και γράμματα άξια μας μάθατε, υποκλινόμαστε μπροστά σας Ευλαβικά και το άσπιλο αμαγάριστο λαμπερό σας  χέρι φιλούμε  μ’ Ευγνωμοσύνη.
    ΥΓ.   Το κείμενο ήταν  αφορμή για το θεατρικό έργο, με το ίδιο θέμα: Μανέρμες που ανέβασε στις 10-7-2010 το ΔΗΠΕΘΕ Κερκύρας. Δημοσιεύθηκε πρώτρη φορά στην Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας. Εδώ με μερικές αλλαγές.
    Οι στίχοι του Σολωμού: Φαρμακωμένη, Κρητικός, του Κάλβου: Εις Σάμον, Εις Πάργαν, Ο Φιλόπατρις.
1)  ΄Απαντα Σολωμού, προλεγόμενα Μαρίνου Σιγούρου, εκδ. ΟΕΔΒ, σελ. 77 κ.ε., 535 κε.
 2α) Κάλβου, Ωδαί. Εισαγωγή: Ζ (ενάκος) Λ (εωνίδας), εκδ. Βίπερ, σελ. 13.
   2β) «Ο βίος και το έργο του Ανδρέα Κάλβου», Λεύκιος Ζαφειρίου, εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 24, 33, 37.
  3α,β,γ,δ) Λαϊκά τραγούδια με τους: Γιώτα Λύδια, Μανώλη Αγγελόπουλο,  Άννα Χρυσάφη, Γιώργο Ταλιούρη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...