«Ει και ήμαρτον Σωτήρ, αλλ’ οίδα ότι φιλάνθρωπος ει· πλήττεις συμπαθώς, και σπλαγχνίζη θερμώς· δακρύοντα βλέπεις, και προστρέχεις ως πατήρ, ανακαλών τον άσωτον» (12ο τροπάριο της α’ ωδής του Μ. Κανόνος).
Ερμηνεία
Η αγάπη που έχει ο Θεός προς τον άνθρωπο είναι τόσο πολλή και μεγάλη, ώστε κάνει και αυτούς τους αγίους Αγγέλους να εκπλήττονται και να υπερθαυμάζουν. Αυτή την υπερβολική θεία αγάπη αναλογιζόταν και ο προφήτης και βασιλιάς Δαβίδ, και με θαυμασμό κραύγασε προς τον Θεό λέγοντας· «Τι είναι ο άνθρωπος, και τον θυμάσαι; Ή ο απόγονος του ανθρώπου, και τον φροντίζεις;» (Ψαλμ. 8:5). Αν λοιπόν είχε τόπο το πάθος του φθόνου στην άυλη εκείνη και απαθή φύση των υπερκοσμίων και ουρανίων Δυνάμεων, δεν θα φθονούσαν βέβαια οι άγιοι Άγγελοι κανένα άλλο πράγμα περισσότερο, παρά μόνο τον αμαρτωλό εκείνον που μετανοεί με όλη του την ψυχή και καρδιά και προστρέχει στον φιλάνθρωπο και φιλόστοργο πατέρα Θεό με θερμά και κατανυκτικά δάκρυα.
Γι’ αυτό και γίνεται στους ουρανούς για την επιστροφή ενός αμαρτωλού μεγάλη χαρά και πανήγυρη, καθώς μας βεβαιώνει το θείο και ιερό Ευαγγέλιο, και μάλιστα η παραβολή του ασώτου, τον οποίο μόνο που είδε ο ουράνιος πατέρας, ότι σκεφτόταν και έλεγε μέσα του· «Ας επιστρέψω στον πατέρα μου», δεν περίμενε ο φιλόστοργος εκείνος πατέρας την επιστροφή και επάνοδο του γιου του προς αυτόν, αλλ’ αμέσως πρόλαβε και έτρεξε με ανοικτές αγκάλες στη θερμή προϋπάντησή του. Και αφού γλυκά τον κατεφίλησε και με ενδύματα φωτεινά τον έντυσε, τότε παρευθύς έσφαξε και τον σιτευτό μόσχο και έκανε εκείνη την ημέρα γι’ αυτόν μεγάλη εορτή και πανήγυρη. Ω, τι μεγάλη φιλανθρωπία! Ω, τι υπερβολική αγαθότητα!
Έχοντας λοιπόν, αμαρτωλέ άνθρωπε, τέτοιον πατέρα φιλεύσπλαχνο και πανάγαθο, γιατί δεν μετανοείς για τις αμαρτίες σου; Γιατί δεν επιστρέφεις προς το πλούσιο έλεός του; Γιατί αναβάλλεις τον καιρό με το αύριο και μεθαύριο; Μήπως και ξέρεις τι θα γίνει ως αύριο; Αν σε αρπάξει σαν κλέφτης ο θάνατος αύριο, τι θα κάνεις τότε, ταλαίπωρε; Εδώ στην παρούσα ζωή ο Θεός ως πανάγαθος πλήττει και μαστίζει τους αμαρτάνοντες με το άκρο έλεός του και με την πατρική του συμπάθεια· εκεί όμως στον μέλλοντα αιώνα δεν πλήττει πλέον συμπαθώς τους αμετανόητους, ούτε σπλαχνίζεται θερμώς τους πονηρούς και αδιόρθωτους, αλλ’ ως δίκαιος κριτής τους παραπέμπει μαζί με τον Διάβολο στο πυρ το αιώνιο, στο σκότος το εξώτερο και στο κλάμα εκείνο το απαρηγόρητο και αδιάκοπο.
Πριν από τον θάνατο λοιπόν, αγαπητέ, τότε που σε ωφελεί πολύ η μετάνοια, πριν από τον θάνατο κλάψε και δάκρυσε, για να δει ο Θεός τα δάκρυά σου και να εξαλείψει με αυτά όλες τις αμαρτίες σου. Πριν από τον θάνατο πρόστρεξε στον ουράνιο Πατέρα σου, για να σε προϋπαντήσει και αυτός με τη συνήθη φιλανθρωπία του, όπως τότε και τον υιό εκείνο τον άσωτο· πριν από τον θάνατο κραύγασε και πες με κατάνυξη προς τον φιλόψυχο Χριστό και Σωτήρα σου:
«Αν και αμάρτησα, Σωτήρα μου πολυέλεε, όμως πάλι ξέρω πολύ καλά, ότι είσαι Δεσπότης μου αμνησίκακος και φιλάνθρωπος. Ελέησέ με λοιπόν, πολυεύσπλαχνε Κύριε. Πλήξε με εδώ συμπαθώς ως ιατρός ευσπλαχνικός και πανάριστος. Με τις συμπαθητικές σου πληγές γιάτρεψέ με τον άθλιο. Όπως τον άσωτο υιό ανακάλεσέ με. Δεν έχω άλλη ελπίδα ο ταλαίπωρος, παρά μόνο τη φιλανθρωπία και αγαθότητά σου. Δώσε μου λοιπόν άνεση, Κύριε, και μη με στείλεις στην απώλεια μαζί με τις ανομίες μου, ούτε να διατηρήσεις τα κακά μου στον αιώνα τον μέλλοντα, ούτε να με καταδικάσεις στους κατώτατους τόπους του άδη για τις βρομερές και σιχαμερές πράξεις μου, αλλά σπλαχνίσου με σύμφωνα με το πολύ έλεός σου, και συγχώρησέ με για το όνομά σου το άγιο. Διότι μόνο εσύ είσαι ο Θεός των μετανοούντων και Σωτήρας των αμαρτανόντων, και σε σένα αποδίδουμε τη δόξα και την ευχαριστία και την προσκύνηση στον αιώνα τον άπαντα».
Από το βιβλίο: Ερμηνεία του θείου και ιερού Μεγάλου Κανόνος … παρά του αρχιεπισκόπου Μύρων της Λυκίας Ιωάννου του εκ της Λίνδου. Τόμος Α’…, Βιέννη 1796.
Aπόδοση στην Νεοελληνική
για την Κ.Ο
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου