Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2018

Προχριστιανικὴ «Ἀναγκαιότητα»


Γράφει κάπου ὁ Κ. Κουτσουρέλης:
Στην αρχαία Φωκίδα λάτρευαν λέει τον Ηρακλή τον Μισόγυνο. Οι ιερείς του έδιναν όρκο, τι άλλο, αγαμίας. Όταν ένας νεαρός απ’ αυτούς ωστόσο τον πάτησε μετά από οινοποσία ανεξέλεγκτη, κατέφυγε περιδεής στους Δελφούς για να συμβουλευτεί το Μαντείο πώς να καθαρθεί απ’ το άγος. Και πήρε απ’ τον Λοξία τον φιλάνθρωπο χρησμό: 
πάντα τ’ ἀναγκαῖα συγχωρεῖ θεός. 
Όλη η ηθική των Αρχαίων σε μια φράση, σε πέντε λέξεις. Πάνω κι από τις επιταγές των θεών, η Ανάγκη. Ό,τι είναι αναπόφευκτο, είναι κι επιτρεπτό. Πόσο μακριά είμαστε απ’ τους αβρααμίτες, τα προπατορικά αμαρτήματα, τις ιερές εξετάσεις και τους φετφάδες του Αλλάχ, τις κατηγορικές επιταγές, τα βικτωριανά ήθη και την πολιτική κορεκτίλα… Τι έγινε αυτός ο κόσμος, πώς έδυσε; Πώς ο κουρνιαχτός της ερήμου έπνιξε το απολλώνιο φως;
Μοῦ φαίνεται ὅτι ὁ Κ.Κ. «ἀγνοεῖ» τὶς Ἑστιάδες τῆς Ρώμης, τῶν ὁποίων ἡ ποινὴ ἐὰν ἔχαναν τὴν παρθενιά τους ἦταν ὁ θάνατος ἀπὸ πείνα καὶ δίψα, διὰ τοῦ ἐγκλεισμοῦ τους σὲ ἕνα ὑπόγειο, σκοτεινὸ θάλαμο. Σύμφωνα μὲ ὅσα λένε ὁ Τίτος Λίβιος (2.42, 8.15, 22.57) καὶ ὁ Πλούταρχος, Νουμάς, 10. Ἂς μὴν βιαστοῦμε, σὲ μιὰ δευτερολογία, νὰ διαχωρίσουμε τὸν μὴ μονοθεϊστικὸ κόσμο σὲ καλοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες καὶ κακοὺς ἀρχαίους Ρωμαίους, ὥστε νὰ διαλέξουμε τοὺς καλοὺς Ἕλληνες. Θὰ ἦταν σοφιστικό, ἀλλὰ κι ἐνάντιο στὴν ἱστορία τοῦ ἀρχαίου «Παγανισμοῦ».
Ἀλλὰ καὶ τὰ περὶ τῆς «ὑπεράνω τῶν θεῶν Ἀνάγκης» ἔχουν ἀντικρουσθεῖ σὲ τόσο πρώιμες ἐποχὲς ἀπὸ τοὺς Χριστιανούς, ὥστε ἡ ἄγνοια/ἀποσιώπηση τῆς ἀντίκρουσης αὐτῆς ἐμποδίζει τὴν ἐξέλιξη τοῦ σημερινοῦ διαλόγου Χριστιανῶν-Μὴ Χριστιανῶν, ἀφοῦ ἔτσι ἐμφανίζονται οἱ πρῶτοι Χριστιανοὶ νὰ μὴν ἔχουν δοκιμάσει νά ἀπαντήσουν σὲ κάτι τόσο -δῆθεν- αὐτονόητο.
Γιὰ παράδειγμα, ὁ Ἰωάννης Χρυσόστομος τὸν 4ο αἰώνα γράφει ὅτι «Τὸ νὰ μοιχεύεις δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς φυσικῆς ἐπιθυμίας, ἀλλὰ τῆς ἀκολασίας, ἡ ὁποία εἶναι παρὰ φύσιν· διότι ἡ [σεξουαλικὴ] ἐπιθυμία ἐπιζητεῖ ἕνωση μόνο [γενικά], ὄχι τέτοια ἕνωση [μοιχεία ἢ πορνεία]». Ὥστε αὐτὸ ποὺ ὁ Κ.Κ. ἀποκαλεῖ «Ἀνάγκη» δὲν εἶναι ἀπαραίτητα «Ἀνάγκη». Ἐκτὸς κι ἂν δεχτοῦμε πὼς «ὅ,τι γίνεται ἦταν ἀναγκαῖο νὰ γίνει». Ἐὰν τὸ δεχτοῦμε, θὰ φαινόταν πόσο κοντὰ εἶναι τὸ ἰσλαμικὸ μονοθεϊστικὸ Κισμὲτ μὲ τὴν «φιλάνθρωπη» ἀρχαιοελληνικὴ Μοίρα. Καὶ πόσο λυτρωτικά (τουλάχιστον ἀπὸ ἐρευνητικὴ-ἐπιστημονικὴ πλευρά) ὁ Χριστιανισμὸς ἔσπασε τὴν κυκλικὴ δικαιολόγηση κι αἰτιολόγηση τοῦ τύπου «ἦταν (τάχα) Ἀναγκαῖο». Μιὰ αἰτιολογία ποὺ Ποτὲ δὲν ἐξηγεῖ Τίποτε, παρὰ καθαγιάζει ὡς ἀναπόφευκτο ὅ,τι ἔτυχε νὰ συμβεῖ, πρακτικῶς τὰ πάντα: «Ἦταν ἀναγκαῖο», θὰ σοῦ δικαιολογηθεῖ ἀκόμη κι ἕνας βιαστής. Βαφτίζουμε τὴν κάθε, καλὴ ἢ κακή, πράξη μας «Ἀναγκαιότητα» (ἢ Ἀθωότητα τοῦ γίγνεσθαι), καὶ ὁ θεὸς μαζί μας! Μᾶς συγχωρεῖ. Τί καλοὶ οἱ ἀρχαῖοι θεοί…
Ἔχουμε, φιλοσοφικά, μιὰ ἰδιοποίηση τῆς ἔννοιας τῆς Ἀνάγκης καὶ τὴν πολεμικὴ χρήση της ἐναντίον τῆς χριστιανικῆς κοσμοεικόνας. Προφανῶς, καὶ στὴ χριστιανικὴ κοσμοεικόνα ὑπάρχει ἡ Ἀνάγκη. Τὸ ζήτημα βεβαίως δὲν εἶναι τί μᾶς βολεύει,  δηλαδὴ δὲν θὰ κρίνουν οἱ προσωπικές μας ὀρέξεις ἂν π.χ. εἶναι ἀναγκαῖο ἄρα ὑποχρεωτικὸ καὶ συγχωρητέο αὐτὸ ποὺ ἔκανε ὁ ἱερέας τοῦ Ἡρακλῆ. Ἀλλὰ εἶναι ἀκριβῶς ἡ πολυδιάστατη πραγματικότητα (ποὺ δικαιώνει καὶ τὸ χρυσοστόμειο ἐπιχείρημα) ποὺ ἀποκλείει τὴν πολεμικὴ χρήση τῆς ἀναγκαιότητας. Ἂν κάτι εἶναι ἀναγκαῖο, θὰ τὸ ἔκαναν ὅλοι. Ἀλλὰ τότε, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξηγηθεῖ στοὺς Μὴ Χριστιανοὺς ἡ χριστιανικὴ θεώρηση γιὰ τὴ διάκριση ἀνάμεσα στὸ φυσικὸ θέλημα καὶ τὸ γνωμικό.
Εἶναι στιγμὲς ποὺ ἀναρωτιέσαι ἐὰν μόνο οἱ Χριστιανοὶ γνωρίζουν τὴν Ἀρχαιότητα (ἢ ἐὰν μόνο αὐτοὶ δὲν ἀποσιωποῦν ὅλο τὸ τεράστιο εὖρος της). Φοβᾶμαι ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ εἰπωθεῖ τὸ ἀντίστοιχο γιὰ τοὺς Μὴ Χριστιανούς: Δηλαδή, οἱ τελευταῖοι δὲν γνωρίζουν τὴ χριστιανικὴ γραμματεία τόσο ὅσο οἱ Χριστιανοὶ γνωρίζουν τὴν προχριστιανικὴ γραμματεία. Οἱ Χριστιανοί, συνεπῶς, μποροῦν νὰ ἀντικρούουν τὶς ἀπόλυτες διακηρύξεις (βασιζόμενες σὲ περιπτωσιολογίες) τῶν Μὴ Χριστιανῶν περὶ Ἀρχαιότητας καὶ Χριστιανισμοῦ. Ἔτσι, κάθε διάλογος μὲ τοὺς Μὴ Χριστιανούς (τὴν πλειονότητά τους, τέλος πάντων) εἶναι ἐξαρχῆς προβληματικός, σὲ σαθρὲς βάσεις. Καὶ τελικά, δὲν ἔχει νόημα.
Ἕνας μοναχὸς ρώτησε τὸν ἀββᾶ Ποιμένα: «ἔκανα μεγάλη ἁμαρτία, καὶ χρειάζεται νὰ μετανοήσω ἐπὶ τρία ἔτη». Ὁ Ποιμένας τοῦ λέει: «πολλὰ εἶναι»· ρωτᾶ πάλι ὁ μοναχός: «Ἕνα ἔτος;». Ἀπαντᾶ ὁ Ποιμένας: «εἶναι πολύ». Οἱ παρόντες ρώτησαν: «Γιὰ σαράντα μέρες;». Τοὺς ξαναλέει ὁ Ποιμένας; «ἂν μετανοήσει κάποιος πραγματικά, καὶ σὲ τρεῖς μέρες τὸν συγχωρεῖ ὁ Θεός».
Κατὰ τὸν ἀββᾶ Θεόδωρο τῆς Φέρμης, ἂν ὁ φίλος σου πέσει στὸ ἁμάρτημα τῆς πορνείας, ἂν δύνασαι δῶσε του χέρι βοηθείας καὶ ἕλκυσέ τον πρὸ τὰ πάνω. Ἂς μὴν ἀναφέρω κι ἄλλες περιπτώσεις ὅπου ἀπουσιάζει μιὰ ἱεροεξεταστικὴ νοοτροπία, ὅπου μόνο ἡ μετανοημένη πόρνη μεσιτεύει ἀποτελεσματικὰ γιὰ τὴν κοινότητα τῶν πιστῶν πρὸς τὸ Θεὸ κ.ο.κ. Τὰ μοναστικὰ κείμενα τῆς πρωτοβυζαντινῆς γραμματείας ὑπάρχουν -ὅπως καὶ τὰ Εὐαγγέλια (Ἰωάννης, 8.3-11).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου