
Η ελληνική γλώσσα, η γλώσσα μας, φθείρεται ημέρα με την ημέρα εδώ που γεννήθηκε και μιλιέται για περίπου 3500 χρόνια, όμως εσχάτως υπήρξαν γεγονότα που η αρχαία ελληνική γραμματεία προβλήθηκε στην παγκόσμια κοινή γνώμη. Το τελευταίο γεγονός είναι η βράβευση με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας της ελληνίστριας καναδής συγγραφέως και καθηγήτριας Αν Κάρσον, που από ετών ζει στο Ρέικιαβικ και είναι πολίτις της Ισλανδίας. Αμέσως μετά την βράβευσή της ρωτήθηκε από δημοσιογράφο ποιος – ποια είναι η πηγή της έμπνευσής της και απάντησε ότι είναι ο Όμηρος. Η βραβευθείσα συγγραφέας έχει μεταφράσει έργα των Ομήρου, Ευριπίδη και άλλων αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Η βράβευση της Κάρσον έρχεται ως συνέχεια της φετινής παγκοσμίως πετυχημένης πορείας της ταινίας «Οδύσσεια», που πάλι ήταν μια έμμεση διαφήμιση της Ελλάδος.
Η Κάρσον πάντως, όπως οι πολλοί δυτικοί συγγραφείς, σεναριογράφοι, ποιητές, ερμηνεύει τους αρχαίους συγγραφείς επηρεασμένη από τον δυτικό αυτονομιστικό τρόπο σκέψης και ζωής, Ο έρωτας και η ηδονή αποτελούν τον πυρήνα του έργου της και φτάνουν σε αφύσικες καταστάσεις. Επομένως καταγράφουμε το γεγονός της βραβεύσεως μιας ελληνίστριας συγγραφέως, αλλά θλιβόμαστε που εκ μέρους της με αλαζονεία διαστρεβλώνεται βάναυσα η πραγματικότητα.
Ο Ελληνισμός, η ιστορία του και ειδικότερα η πορεία της γλώσσας του δεν περιορίζονται στην αρχαία Ελλάδα. Έχουν συνέχεια από τότε έως σήμερα. Το 2020 με τη συνεργασία δύο αξιόλογων Γαλλίδων ελληνιστριών, της καθηγήτριας της Ελληνικής γραμματείας Laurence Plazenet και της καθηγήτριας των ελληνικών και μεταφράστριας Emmanuele Blanc κυκλοφορήθηκε στα γαλλικά από τις εκδόσεις Gallimard τόμος εκ 950 σελίδων με τίτλο και θέμα «Ανθολόγιο της ελληνικής γραμματείας από την Τροία στο Βυζάντιο», ( Από τον 8ο αιώνα π.Χ. έως τον 15ο αιώνα μ.Χ.). Στον πρόλογο του πονήματός τους η Λοράνς Πλαζενέ σημειώνει πως η παρασιώπηση της βυζαντινής γραμματείας στη Δύση φτάνει στο απόγειό της με την απόφαση της εν Τριδέντω (Τρέντο σήμερα) παπικής Συνόδου (1545-1563), που απαγόρευσε οι ρωμαιοκαθολικοί θεολόγοι και συγγραφείς να ανατρέχουν στις ελληνικές πηγές της Βίβλου...
Η Πλαζενέ σημειώνει πως το σταθερό σημείο του Ελληνισμού από τον Όμηρο έως σήμερα είναι η γλώσσα, η οποία στο διάβα των αιώνων εξελίχθηκε, αλλά πάντα ήταν και είναι η ελληνική: «Τα ελληνικά της Άννας της Κομνηνής, ή του Λαόνικου Χαλκοκονδύλη δεν είναι αυτά του Σοφοκλή ή του Δημοσθένη, ούτε η γλώσσα του Ομήρου ήταν αυτή του Σοφοκλή και του Δημοσθένη. Όπως η σημερινή κοινή ελληνική δεν ταυτίζεται με την ελληνιστική και με την βυζαντινή. Όμως όλες οι γλωσσικές εκφράσεις είναι ελληνικές και η Άννα η Κομνηνή μπορούσε να καταλάβει τον Όμηρο, όπως και εμείς, οι σύγχρονοι Έλληνες. Για μας η αρχαία γλώσσα αποτελεί οικείο γλωσσικό ιδίωμα και όχι μιάν άλλη, ξένη γλώσσα. Αυτό είναι ένα προνόμιο για εμάς, τους Έλληνες, γιατί εμείς μπορούμε από το πρωτότυπο να εννοήσουμε τα σπουδαία θεολογικά, λογοτεχνικά, φιλοσοφικά, επιστημονικά, κοινωνικά έργα των προγόνων μας, από τον Όμηρο, την Άννα την Κομνηνή, τον Άγιο Βασίλειο τον Μέγα, τον Αρχιεπίσκοπο Ευγένιο Βούλγαρη, τον Επίσκοπο Ηλία Μηνιάτη, έως τον Παπαδιαμάντη και τον Σαραντάρη.
Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο, το οποίο εξάγεται από το πόνημα των δύο γαλλίδων ελληνιστριών καθηγητριών καθώς και από το σύγγραμμα του καθηγητού της μεσαιωνικής ιστορίας SylvainGouguenheim «Ο Αριστοτέλης στο όρος Σαιν Μισέλ – Οι ελληνικές ρίζες της χριστιανικής Ευρώπης» ( Έκδοση του Seuil, 2008)είναι πως αποτέλεσε μεγάλο ιστορικό ψέμα πως ο ελληνικός πολιτισμός διαδόθηκε στην Δύση δια μέσου του Ισλάμ. Οι Πλαζενέ και Μπλαν περιγράφουν με ακρίβεια το πως εν όψει και μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης σημαντικοί Έλληνες λόγιοι, όπως οι Ιανός Λάσκαρης, Ζαχαρίας Καλλέργης, Γεώργιος ο Τραπεζούντιος, ο Μάρκος Μουσούρος, ο Γάζης Θεόδωρος και ο αλλαξοπιστήσας καρδινάλιος Βησσαρίωνας προσέφυγαν στην Δύση και μετέφεραν πολύτιμα χειρόγραφα και τις γνώσεις τους σε αυτήν, γενόμενοι πολύτιμοι διαφωτιστές των λογίων και των ηγεμόνων της.
Από πλευράς του ο Γκουγκενχάιμ σημειώνει περίπου το ίδιο πράγμα: πως το Ισλάμ εμμέσως προκάλεσε καλό στη Δύση, δια της καταλήψεως της Κωνσταντινούπολης και της διαφυγής σε αυτήν των εξορίστων Ελλήνων λογίων. Και προσθέτει: « Αλλά αυτή η φυγή δεν θα ήταν ευεργετική για τη Δύση αν οι Έλληνες του Βυζαντίου δεν είχαν πάρει τη σκυτάλη της αρχαίας κουλτούρας και η λογία αφρόκρεμα της Δύσης δεν ενδιαφερόταν γι’ αυτήν». Περαιτέρω ο Γκουγκενχάιμ αποδεικνύει με στοιχεία ότι από την εποχή του Καρλομάγνου υπήρχε ενδιαφέρον για την ελληνική Θεολογία και κουλτούρα. Ο συγγραφέας στη συνέχεια αναφέρεται στον ρόλο των Ελλήνων και δυτικών μεταφραστών και αντιγραφέων, και ειδικότερα στο μοναστήρι Σεν Μισέλ της Γαλλίας, που μεταξύ πολλών άλλων μετέφρασαν πολλά έργα του Αριστοτέλη.
Αυτή λοιπόν η ελληνική γλώσσα, αυτό το πολύτιμο τζιβαέρι μας, τα τελευταία χρόνια ταλαιπωρείται. Η κατασκευασμένη «μαλλιαρή» και «άτονη δημοτικιά» διάλεκτος συνέβη με την άνοδο στην εξουσία του ΠΑΣΟΚ. Τα ξημερώματα της 12ης Ιανουαρίου 1982, ενώπιον 30 βουλευτών – επί τριακοσίων – ψηφίστηκε η κατάργηση των τόνων! Λόγιοι τότε αντέδρασαν. Ο Στέλιος Ράμφος έγραψε: « Η βαρβαρότητα του γλωσσικού ολοκληρωτισμού δεν έγκειται στην τακτικής σκοπεύσεως μέριμνα να εξομαλύνη προκρούστεια τον λόγο και να τον απαλλάξη από περιττή και ανώμαλη τάχα πολυτυπία, έγκειται στην στρατηγική επιδίωξη να τον πλάση κατ’ εικόνα και ομοίωση προς τον κόσμο που απεργάζεται, κόσμο στον οποίο δεν υπάρχει θέση για την διαφορά ούτε για την ελευθερία». Ο Γιάννης Καλλιόρης σημειώνει: «Αδυνατώντας το ΠΑΣΟΚ να κάνει τις ιδέες του πράξη, κατέληξε να κάνει την ιδεολογία γλώσσα». Και ο Σαράντος Καργάκος, λόγω των ιδεολογικών επεμβάσεων στην εθνική γλώσσα, θυμίζει τον λόγο του Λένιν: «Αν θέλεις να εξαφανίσεις ένα λαό εξαφάνισε τη γλώσσα του». Στην λογική της πρακτικότητας η Άννα Διαμαντοπούλου το 2001 πρότεινε τα αγγλικά να καθιερωθούν ως δεύτερη επίσημη γλώσσα του ελληνικού κράτους – κατά τα πρότυπα αφρικανικών και άλλων χωρών πρώην αποικιών της Αγγλίας – και το 2018 πρότεινε να μην χορηγείται απολυτήριο Λυκείου σε μαθητές που δεν έχουν πιστοποιημένη ή πλήρη γνώση της αγγλικής γλώσσας…
Ο εκσυγχρονισμός της γλώσσας μας βαθμιαία περνά και στην Εκκλησία, την θεματοφύλακα της γλωσσικής μας κληρονομιάς επί 2000 χρόνια. Μοντερνίζοντες αρχιερείς και ιερείς αυθαιρέτως – ούτε απόφαση της Ιεραρχίας υπάρχει, ούτε έχουν πάρει κάποια σχετική άδεια – εν ονόματι, πάντοτε, της κοσμικής πρακτικότητας και της προσέγγισης του εκκλησιάσματος, από της παιδικής ηλικίας έως και των γερόντων, - μιας αποτυχημένης συνήθειας των προτεσταντών-, μεταφέρουν στη δημοτική τα λειτουργικά κείμενα. Στην υπάρχουσα γενική εκκλησιαστική χαλάρωση ουδείς αντιδρά…
Η γλώσσα μας επέζησε για 400 και πλέον χρόνια σκλαβιάς και ελλείψεως οργανωμένων σχολείων, χάρη στην πίστη και στον σεβασμό των Ελλήνων και κυρίως των κληρικών και μοναχών σε αυτά που τους παραδόθηκαν. Σήμερα με τα σχολεία, τα φροντιστήρια, τους μορφωμένους ιερείς, γονείς και δασκάλους οι μαθητές δεν μπορούν να κατανοήσουν κείμενα και να έχουν πλούσιο ελληνικό λεξιλόγιο… Και βεβαίως αντί ιερείς και δάσκαλοι μας να τους μάθουν την αξία της γλώσσας μας και την ευθύνη τους για τη διατήρησή της, πάνε μαζί τους στην κατηφόρα της αλαλίας... Υπάρχει ελπίδα; Ναι όσο υπάρχει σε Έλληνες επίγνωση της πολιτισμικής κληρονομιάς μας και αντίδραση στα όσα διαπράττονται σε βάρος της.-
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου