Παρασκευή 17 Σεπτεμβρίου 2021

Τα δικά μας παιδιά, τα κακομαθημένα

Τα δικά μας παιδιά, τα κακομαθημένα (Χριστίνα Γαλανοπούλου)

Αυτό που συμβαίνει με τον Έλληνα, όταν του επισημαίνεις ότι τα παιδιά του ή ακόμη χειρότερα ο ίδιος, είναι κακομαθημένοι.

Αν θες να σπείρεις διχόνοια σε μία παρέα ξέγνοιαστων παραθεριστών –ανάμεσά τους και γονείς- μπροστά στα πιατάκια με τις φλούδες από καρπούζι, ξεκινάς μια ιστορία περί παιδικού σαματά σε κάποια ελληνική παραλία.

Στη δική μας την παρέα, λόγου χάριν, έχει μεγάλο σουξέ ένα εντελώς αθώο περιστατικό πριν από λίγα χρόνια, κάπου στο Αγκίστρι, όπου Γαλλάκι παίζει με Ελληνάκια στο νερό. Γίνεται της τρελής από τις φωνές των δικών μας, το Γαλλάκι διασκεδάζει πολύ με όλο αυτό το χάος, αλλά δεν ακούγεται ιδιαιτέρως και κάποια στιγμή, παραδόξως ταυτόχρονα, οι μητέρες των δύο σφυρίζουν το σήμα λήξης.

Η μεν Γαλλίδα τον φωνάζει μία φορά και ο μικρός βγαίνει απ’ το νερό στο επόμενο λεπτό. Η Ελληνίδα λογικά τον περιμένει ακόμη.

Αξιωματικά, σε όποιον Έλληνα κι αν αναφέρεις κάτι παρόμοιο, οι αντιδράσεις κυμαίνονται από την απλή ενόχληση στον σοβαρό εκνευρισμό, όλα διανθισμένα με λίγα «γαλλικά». «Έλα, μωρέ, σιγά οι αιώνιες ανοησίες για την πειθαρχία των παιδιών των ξένων». «Ναι, γι’ αυτό τα παιδιά τους είναι ζαβά και ψυχανώμαλα». «Τι να μας πουν, ρε συ, Άγγλοι, Γάλλοι πουρκουάδες που διώχνουν τα παιδιά τους απ’ το σπίτι στα 18;».

Μίλα στον Έλληνα γονιό για όρια, πες του στην ευγενέστερη γλώσσα ότι δεν είναι δυνατόν το παιδί του να ξεσηκώνει τον τόπο, και αν δεν είναι αυτός ο πιο ασφαλής τρόπος για να τσακωθείς ή να ψυχραθείς, ειλικρινά δεν ξέρω ποιος είναι.  

Βέβαια, γιατί να σπείρει κανείς τη διχόνοια καλοκαιριάτικα; Γιατί να εμπλακεί σε τέτοιες συζητήσεις; Η κακομαθησιά πλέον είναι δομικό στοιχείο της προσωπικότητας της ελληνικής «Γενιάς Ζ».

Κακομαθησιά ανάμεικτη με κυνισμό και σχεδόν καθόλου συναισθηματική νοημοσύνη. Για το IQ η συζήτηση γίνεται ακόμη πιο προβληματική, καθώς κάποτε μπερδεύεται στη μέση η εξυπνάδα και οι εξυπηρετήσεις της τεχνολογίας και το πράγμα γίνεται μαντάρα.

Σου λέει ο άλλος: «Αυτή η γενιά γεννήθηκε με ένα κινητό στο χέρι και παίζει την τεχνολογία στα δάχτυλα». Αφήνοντας τελείως ασχολίαστο αυτό το επιχείρημα, μπορούμε απλώς να αναφέρουμε ότι το τεστάρισμα της ευφυίας ενός νεαρού ανθρώπου θα γίνεται πάντα στα απλά, στα καθημερινά, στα της στιγμής, εκεί δηλαδή που πάντα λάμπει ο πραγματικά οξυδερκής, από το λυσσάρι της Google.

Και μετά είναι και όλα αυτά τα τερτίπια που βλέπεις σε σχέσεις, σε δουλειές, σε κοινωνικά τραβολογήματα, όλο αυτό το αποτέλεσμα του «δεν μου έβαλαν όρια ποτέ» που ξεχύνεται σε γραφεία, καφετέριες, εστιατόρια, λεωφόρους και σε κάνει να νιώθεις γέρος, υπερβολικός και ανυπεράσπιστος, επειδή εσύ ποτέ δεν τη «βγήκες» με τέτοιο ασυγχώρητο θράσος πουθενά.

Ας πούμε, στη δουλειά, τον βλέπεις τον άλλον: θέλει τον τίτλο, θέλει την εξουσία που του αντιστοιχεί, θέλει και να το παίξει «αεράτος», αλλά από ικανότητες μέτρια πράγματα, γλωσσάρα παπούτσι, χαζόψεματα, χαζοΐντριγκες και καταστροφικό gossip-άκι και η φανέλα δεν ιδρώνει ποτέ. Καταλαβαίνεις τι έχει να γίνει, αν δοθούν προνόμια σε ένα τέτοιο βύσμα.

Εννοείται ότι υπάρχουν αισχροί εργοδότες, όπως υπάρχουν και κάτι ατάλαντα της κακιάς ώρας που άνοιξαν καφετέρια μετά από χρόνια γλαστροσύνης στην τηλεόραση κι αναζητούν κορόιδα, και ναι, νόμος είναι το δίκιο του εργάτη, αλλά όχι ότι δεν υπάρχουν κι ορδές από τα παραπάνω, να τα λέμε όλα.

Στις σχέσεις; Ούτε εδώ εγκαταλείπεται το καλάμι. Πάντα κάποιος/-α πέφτει πολύς σε κάποιον/-α άλλο / -η. Ανεξήγητη έπαρση, οριακά κακοποιητική, χειριστικές συμπεριφορές και πόζα, πόζα, ανυπόφορη πόζα να ξεχειλίζει από τα social media, σαν αφρόδιχτο για τα επόμενα ψάρια, αν αποδειχθεί ότι το υπάρχον δεν «μασάει» εύκολα.

Ας αφήσουμε καφετέριες και καταστήματα. Ας μιλήσουν οι εργαζόμενοι αυτών των κλάδων για ό,τι ζουν, ειδικά τα τελευταία 2 χρόνια, εν μέσω πανδημίας. Για τις μάσκες που άλλος μπορεί και άλλος δεν μπορεί. Για την αγένεια, για την ανυπομονησία στην εξυπηρέτηση, που λόγω περιοριστικών μέτρων, έγινε πιο αργή. Για τις φωνές, τις προσβολές, το κανονικότατο bullying που εκπορεύεται από τη σαχλή, παλιακή ατάκα «ο πελάτης έχει πάντα δίκιο», να κάτι που αυτή η γενιά δεν είχε κανένα πρόβλημα να υιοθετήσει.

Κι ας περάσουμε στους δρόμους, στις μεγάλες λεωφόρους, στις Λωρίδες Εκτάκτου Ανάγκης που χρησιμοποιούνται σαν πίστες κάποιου video-game. Κι ας σκοτωθούν. Κι ας σε σκοτώσουν. Και το χειρότερο; Για όλα –μα για όλα!- από το πιο αμελητέο, μέχρι το πιο σοβαρό, θα υπάρχει μια δικαιολογία στην άκρη της γλώσσας, έτοιμη να σερβιριστεί. Δεν υπάρχει πια «συγνώμη» σκέτο. Υπάρχει το εξοργιστικό «συγνώμη, αλλά…», η θεοπάλαβη ανάγκη ο φταίχτης να βγει και από πάνω, να σου την πει και τελικά να σε ταπώσει κιόλας, αν γίνεται, παρακαλώ.

(Για τα social media ας μη γίνει καμία αναφορά. Δυστυχώς, στον πολτό των ύβρεων συμμετέχει με χαρά όλο το ελληνικό ηλικιακό φάσμα, που απλώς αποδεικνύει το πώς φτάσαμε μέχρι εδώ).

Πάντα ήμασταν –στο μυαλό μας μόνο- οι επίλεκτοι, οι περιούσιοι, το ελληνικό DNA το πολύτιμο, αλλά τώρα που όλες αυτές οι ανοησίες πότισαν από γενιά σε γενιά, απλώς δεν συμμαζεύεται η κατάσταση.

Τόλμα, όμως, να μας πεις κακομαθημένους. Επαναστατούμε, εξοργιζόμαστε, δεν ανεχόμαστε τις συγκρίσεις με τους ξένους. «Τι θες; Λόγω της οικονομικής κρίσης κι αυτοί που τους λιβανίζεις με τη μαμά και τον μπαμπά ζουν!». Τρομερό επιχείρημα κι αυτό –κρίση κι ανεργία από μάστιγες έγιναν βολικά άλλοθι στο να μη δουλεύει το μυαλό ούτε για τα βασικά, αλλά αν το πεις είσαι ένα βρωμοφιλελές, οπότε άχνα δεν βγάζεις- όμως…

Όμως, η πικρή και εξοργιστική αλήθεια είναι ότι εδώ και καιρό κυκλοφορούμε σαν ευσυνείδητα ρομπότ ανάμεσα στους εκπροσώπους μιας γενιάς, που ο κόσμος να χαλάσει, δεν θα βγει από τη βολή της. Δεν θα αναλάβει την ευθύνη για τίποτα. Ο μπαμπάς και η μαμά έχουν μεγαλώσει τέλεια παιδιά, και θα «καθαρίσουν» ακόμη και με ένα δόντι, ακόμη και με το «Π», ακόμη και μέσα απ’ τον τάφο που λέει ο λόγος για τη στραβή του γιου ή της κόρης.

Και όλο αυτό είναι απείρως πιο σιχαμένο και πιο αποκαρδιωτικό απ’ οποιοδήποτε τσαντισμένο επιχείρημα κάποιου γονιού που του θίξανε το πρόγραμμα ανατροφής ή κάποιου βλασταριού που αισθάνεται ότι το «κυνηγάνε» κι ότι το «αδικούν».

Και ναι, υπάρχουν και εξαιρέσεις, αλλά για την ώρα ο κανόνας σκάει στα μούτρα μας κάθε αναθεματισμένη μέρα. Το να μην το λέμε ανοιχτά, επειδή φοβόμαστε τις ξεκούραστες αηδίες που θα μας σούρουν στα σχόλια ή την αποδοκιμασία από φίλους και γνωστούς, είναι καθαρή (μας) βλακεία. Όσο μπορούμε, διορθώνουμε. Κι όσο αντέχουμε, δεν αφήνουμε να πέσει κάτω. Είναι για καλό. 

 

(Πηγή: lifo.gr)

https://alopsis.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου