π. Δημητρίου Μπόκου
Μιὰ μέρα ὁ Ζακχαῖος, ἀρχιτελώνης, ἐπίσημος δηλαδὴ φοροεισπράκτορας τοῦ ρωμαϊκοῦ κράτους, συνάντησε γιὰ πρώτη φορὰ στὴ ζωή του τὸν Χριστό. Ἡ συνάντηση ἦταν στιγμιαία καὶ ἔγινε κάτω ἀπὸ σχεδὸν κωμικὲς συνθῆκες. Μὰ ὡστόσο ἦταν τόσο κομβικῆς σημασίας γιὰ τὸν Ζακχαῖο, ποὺ σήμανε ριζικὴ ἀλλαγὴ στὴ ζωή του. Ὁ Χριστὸς τοῦ ἔριξε ἕνα βλέμμα μονάχα καὶ τοῦ μίλησε σὰν νὰ τὸν ἤξερε ἀπὸ πρίν. Τὸν φώναξε μὲ τὸ ὄνομά του καὶ τοῦ εἶπε ὅτι σκοπεύει νὰ μείνει στὸ σπίτι του. Ὁ Ζακχαῖος ἔτρεξε συγκλονισμένος στὴν οἰκία του καὶ τὸν ὑποδέχθηκε μὲ ἀνείπωτη χαρὰ (Κυριακὴ ΙΕ΄Λουκᾶ).
Ὁ Ζακχαῖος κατατασσόταν στὴν κατηγορία τῶν πιὸ διεφθαρμένων ἀνθρώπων. Μὰ ἡ συνάντηση μὲ τὸν Χριστὸ τὸν ἐπηρέασε βαθιά. Ἔπαψε στὸ ἑξῆς νὰ εἶναι ὁ σκληρὸς ἐκμεταλλευτὴς τοῦ λαοῦ. Ἔδειξε ἔμπρακτη μετάνοια, διορθώνοντας κάθε ἀδικία ποὺ εἶχε διαπράξει εἰς βάρος τῶν ἀνθρώπων. Ἐν τέλει, ἀπαρνήθηκε τὰ πάντα, γενόμενος μαθητὴς Χριστοῦ καὶ κηρύσσοντας τὸ Εὐαγγέλιό του, πιστὸς συνακόλουθος τοῦ Πέτρου. Ἡ Ἐκκλησία τὸν τίμησε ὡς ἀπόστολο καὶ γιορτάζουμε τὴ μνήμη του στὶς 20 Ἀπριλίου.
Θὰ ἔλεγε κανείς, ὅτι ὁ Χριστὸς σταμάτησε στὴν Ἱεριχὼ εἰδικὰ γιὰ τὸν Ζακχαῖο. Μὰ αὐτὸ ἀκριβῶς κάνει ὁ Χριστός. Ψάχνει παντοῦ γιὰ τὸ ἀπολωλός, γιὰ ὅλους ἐμᾶς, μὲ ἀμείωτη πάντα ἀγάπη. Μᾶς θέλει κοντά του, σὲ ὅποια κατάσταση καὶ ἂν βρισκόμαστε. Ἔρχεται πρῶτος Ἐκεῖνος νὰ μᾶς συναντήσει, τὸ πρῶτο βῆμα εἶναι πάντα δικό του. Καὶ μᾶς «καλεῖ κατ’ ὄνομα». Μᾶς γνωρίζει μὲ τὸ ὄνομά μας. Δὲν εἶναι ξένος, ἀπρόσιτος, ἀδιάφορος, ἀλλὰ δικός μας, καταδικός μας. Ἦρθε καὶ εἶναι ἀνάμεσά μας. Περπατάει μαζί μας στὶς ρύμες καὶ τὰ σοκάκια τοῦ κόσμου, ἐκεῖ ποὺ τρικλίζουμε θολωμένοι ἀπ’ τὸ τρελὸ μεθύσι τῶν θεοποιημένων ἡδονῶν μας. Μᾶς ψάχνει στὶς ἀχανεῖς ἐρήμους τῶν ἀβυσσαλέων κενῶν, αὐτὰ ποὺ οἱ «σοφές» ἐπιλογές μας συσσωρεύουν ἀδιάκοπα στὶς ψυχές μας. Κατεβαίνει στὰ χαίνοντα βάραθρα, ἐκεῖ ποὺ γκρεμιζόμαστε μὲ τσακισμένα τὰ φτερὰ τῶν φιλοδοξιῶν μας, μὲ ἀνεμοσκορπισμένα τὰ μεγαλεπήβολα ὄνειρά μας.
Παντοῦ μᾶς ἁπλώνει τὸ χέρι του. Μία τουλάχιστον ἢ καὶ περισσότερες φορὲς στὴ ζωή μας, μὲ κάποιον τρόπο, θὰ βρεθεῖ μπροστά μας ὁ Θεός. Θὰ δώσει στὸν καθένα μας τὴν εὐκαιρία νὰ συναντηθοῦμε μαζί του. Δὲν ἀδικεῖ ποτὲ κανέναν ὁ Θεός. Τὸ θέμα εἶναι τί θὰ κάνουμε ἐμεῖς. Θὰ νιώσουμε τὴν παρουσία του; Θ’ ἀκούσουμε τὴ φωνή του; Θὰ πιάσουμε τὸ χέρι του ποὺ μᾶς ἁπλώνει; Ἢ θὰ προσπεράσουμε ἀδιάφοροι; Μὰ ἂν τὸ τραῖνο περάσει γιὰ μᾶς ἀνεπιστρεπτί;
Ὁ ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης στὴ νεαρή του ἡλικία εἶχε σχεδὸν κοσμικὸ φρόνημα, σὰν ὅλους τοὺς συνομηλίκους του. Μέσα του εἶχε σβήσει ἀρκετὰ ὁ πόθος γιὰ τὸν μοναχισμὸ ποὺ εἶχε ἀπὸ μικρότερος. Ὅμως ὁ Θεὸς τὸν κάλεσε ξανά. Μιὰ μέρα κοιμήθηκε ἐλαφρὰ καὶ εἶδε σὲ ὄνειρο ἕνα φίδι νὰ μπαίνει μέσα του ἀπὸ τὸ στόμα. Ἔνιωσε φοβερὴ ἀηδία καὶ τινάχτηκε πάνω. Ὁπότε ἀκούει μιὰ φωνή:
«Κατάπιες στὸ ὄνειρό σου ἕνα φίδι καὶ δὲν σοῦ ἄρεσε. Ἔτσι καὶ σὲ μένα δὲν εἶναι ἀρεστὸ νὰ βλέπω τὰ ἔργα σου».
Δὲν εἶδε κανέναν, ἄκουσε μόνο τὴ φωνή, ποὺ ἦταν ἰδιαίτερα γλυκειὰ καὶ ὡραία. Συγκλονίστηκε. Πίστευε ἀναμφίβολα ὅτι ἦταν ἡ φωνὴ τῆς Παναγίας.
«Τώρα βλέπω, εἶπε, πόσο ὁ Κύριος καὶ ἡ Θεομήτωρ σπλαχνίζονται τὸν λαό».
Ἄλλαξε ριζικά. Ἔνιωσε βαθειὰ ντροπὴ γιὰ τὸ παρελθόν του, μετανόησε θερμὰ καὶ ἀποφάσισε ἀμετάκλητα νὰ γίνει μοναχός (Ἀρχ. Σωφρονίου, Ὁ Γέρων Σιλουανός, ἐκδ. ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ, Θεσ/νίκη 1973, σ. 16-17).
Ἐμεῖς θὰ μπορέσουμε ν’ ἀφήσουμε πίσω τίποτε δικό μας, ὅταν μᾶς συναντήσει ὁ Θεός;
Καλή, εὐλογημένη ἑβδομάδα!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου