π. Δημητρίου Μπόκου
Πολλοὶ ἔτρεχαν στὴν ἔρημο γιὰ νὰ ἀκούσουν τὸ κήρυγμα τοῦ Προδρόμου καὶ νὰ λάβουν ἕνα ἁπλῶς ἀφυπνιστικὸ «βάπτισμα μετανοίας» στὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη. Ἡ Βάπτιση ὅμως τοῦ Χριστοῦ ἦταν κάτι διαφορετικό. Ὑπῆρξε ὑπερφυής. Διενεργήθηκε μὲν διὰ χειρὸς τοῦ Προδρόμου, ἀλλὰ τελεσιουργήθηκε μὲ τὴν χάρη, τὴν παρουσία, τὴν θριαμβευτικὴ φανέρωση τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Δὲν ἦταν βάπτισμα «εἰς μετάνοιαν», ὁ Χριστὸς ἦταν ἀναμάρτητος, δὲν χρειαζόταν καμμιὰ ἄφεση ἁμαρτιῶν. Δὲν βαπτίσθηκε γιὰ νὰ λάβει, ἀλλὰ γιὰ νὰ δώσει ἁγιασμό. Ἦταν βάπτισμα «ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ», γιὰ νὰ φέρει μὲ αὐτὸ κάθαρση, ἀναγέννηση, σωτηρία στὴ σύμπασα κτίση του.
Γι’ αὐτὸ καὶ ἀμέσως μετὰ τὴ Βάπτισή του ὁ Χριστός, καλεῖ τὸν κόσμο σὲ μιὰ ρηξικέλευθη ἀλλαγὴ πορείας. Σὲ ποιοὺς ἀπευθύνεται ὁ Χριστός; Στοὺς ἀνθρώπους ποὺ μέχρι τότε καθόντουσαν σὲ χώρα καὶ σκιὰ θανάτου. Ποὺ ἦταν δηλαδὴ ἀνίκανοι νὰ κάνουν ἀκόμα καὶ τὸ παραμικρὸ βῆμα γιὰ νὰ βγοῦν ἀπὸ τὴν κατάσταση αὐτή. Ἀνατέλλει στὸ σκοτάδι τους ὁ Χριστὸς σὰν ἕνα περίλαμπρο φῶς. Καὶ τοὺς ἀπευθύνει τὸ καταλυτικὸ μήνυμά του: «Μετανοεῖτε» (Κυριακὴ μετὰ τὰ Φῶτα).
Ὁ Χριστὸς εἰσῆλθε στὸν ἀνθρώπινο κόσμο καὶ τίποτε πλέον δὲν θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἴδιο μὲ πρίν. Τὸ ποτάμι τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων ἀλλάζει ροή. Ὁ ροῦς τῆς ἱστορίας ἀναστρέφεται. Καιρὸς νὰ ἀλλάξουν πλεύση στὴ ζωή τους οἱ ἄνθρωποι, καιρὸς νὰ ἀλλάξουν τὰ πάντα.
Προανάκρουσμα καὶ ἀκριβὴς συμβολισμὸς τοῦ γεγονότος αὐτοῦ ἦταν ἡ παράδοξη ἀναστροφὴ τοῦ Ἰορδάνη κατὰ τὴν ὥρα τῆς Βάπτισης. «Ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω, θεωρῶν τὸ πῦρ τῆς θεότητος σωματικῶς κατερχόμενον καὶ εἰσερχόμενον ἐπ’ αὐτόν». Καὶ ὅπως τότε «ἔτρεμεν ἡ χεὶρ τοῦ Βαπτιστοῦ» καὶ τὰ ὕδατα ἀντίκρυσαν τὸν Χριστὸ «καὶ ἐφοβήθησαν», ἀλλὰ καὶ ὅλη ἡ κτίση ἔφριξε μπροστὰ στὸ ἀνέκφραστο μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ, ἔτσι καὶ τώρα, ποὺ ὁ Χριστὸς διαγγέλλει τὰ περὶ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ καλεῖ σὲ μετάνοια, οἱ πάντες πρέπει νὰ σταθοῦμε μπροστά του καὶ νὰ προσέξουμε τὸν λόγο του μὲ τὸν τρόπο ποὺ ὑποδεικνύει ὁ προφήτης Δαυΐδ: «Δουλεύσατε τῷ Κυρίῳ ἐν φόβῳ καὶ ἀγαλλιᾶσθε αὐτῷ ἐν τρόμῳ» (Ψαλμ. 2, 11).
Δὲν μποροῦμε νὰ προσπεράσουμε ἐπιπόλαια τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ. Ἡ εὐθύνη μας εἶναι νὰ σταθοῦμε μπροστά τους μὲ ἀπόλυτη περίσκεψη καὶ σοβαρότητα. Μὲ φόβο καὶ τρόμο, γιατὶ ἀφοροῦν τὴν αἰώνια σωτηρία μας. Καὶ νὰ ἀναστρέψουμε στὸ ἄκουσμά τους ἀμέσως, ὅπως ὁ Ἰορδάνης, τὴν πορεία μας. Ἡ ρότα τῆς ζωῆς μας νὰ ἀνακατευθυνθεῖ πρὸς τὸ σωτήριο λιμάνι τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἡ μετάνοια νὰ εἶναι ὁλικὴ ἀντιστροφὴ τοῦ τρόπου τῆς ζωῆς μας. Μὲ ἔργα καὶ ὄχι μὲ λόγια. Καὶ νὰ γίνει σήμερα. Ποιὸς μπορεῖ νὰ ξέρει «τί τέξεται ἡ ἐπιοῦσα;»
Ὁ ἀββᾶς Παῦλος ὁ Ἁπλοῦς πῆγε κάποτε σ’ ἕνα μοναστήρι, κάθισε στὴν πόρτα τοῦ ναοῦ καὶ μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ἔβλεπε τὴν ψυχικὴ κατάσταση τῶν μοναχῶν ποὺ ἔμπαιναν στὴ Λειτουργία. Ἄλλοι ἦταν φωτεινοί, ἄλλοι σκοτεινοί. Ἕνας ὅμως ἦταν πιὸ ζοφερὸς ἀπὸ ὅλους καὶ οἱ δαίμονες τὸν περιστοίχιζαν περιπαίζοντάς τον. Ὁ ἅγιος δάκρυσε καὶ ἄρχισε νὰ προσεύχεται γι’ αὐτόν.
Ὅταν λοιπὸν ἔβγαιναν ξανὰ ἀπ’ τὸν ναό, βλέπει τὸν μοναχὸ αὐτὸν νὰ λάμπει. Φωνάζει καὶ τοὺς ἄλλους κοντὰ καὶ τὸν βάζει νὰ ὁμολογήσει τί συνέβη. Ἐκεῖνος εἶπε ὅτι κατανύχθηκε ἀπὸ τὰ λόγια του Θεοῦ ποὺ ἄκουσε: «Λούσαθε καὶ καθαροὶ γίνεσθε» (Ἡσ. 1, 16), ὑποσχέθηκε στὸν Χριστὸ νὰ μετανοήσει πιὰ εἰλικρινὰ καὶ ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἔνιωσε τὸ βάρος τῆς ἁμαρτίας νὰ φεύγει ἀπὸ πάνω του.
Ὁ Χριστὸς καλεῖ. Θὰ κάνουμε ἐμεῖς τὴ μεγάλη ἀνατροπὴ καὶ ἀντιστροφὴ στὴ ζωή μας;
Καλή, εὐλογημένη ἑβδομάδα!-Καλὴ χρονιά!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου