Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2019

Μία θεολογική θεώρησι τοῦ ἐνδύματος


Peterson Eric

Ἡ σχέσι, πού ἔχει ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος μέ τά ἐνδύματά του, θεωρεῖται συνήθως, ἐκτός Ἐκκλησίας, οὐδέτερη ἢ ἐπιφανειακή. Ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖον ντύνεται, ἤ ὁ βαθμός στόν ὁποῖον ξεντύνεται, δείχνει πὼς δὲν συνδέεται μέ αὐτά οὐσιαστικά... Ἀλλά κι ἐντός Ἐκκλησίας, ἡ σχέσι αὐτὴ θεωρεῖται, συχνά, μόνον ἀπὸ ἠθικῆς πλευρᾶς· γι' αὐτό κατακρίνεται λ.χ. τό ἀνεπαρκές ντύσιμο, κυρίως τῶν γυναικῶν.

Ἀλλ' ἁπλῶς καὶ μόνον ἕνα ἠθικό ὑπόβαθρο —στόν βαθμό, ἰδίως, πού μία ἠθική καί μία ἠθικῶς ἀδιάφορη θεώρησι κινοῦνται στό ἴδιο ἐπίπεδο— δέν θὰ μποροῦσε νά στηρίξη μία τέτοια σχέσι, πού ἅπτεται μᾶλλον τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας καὶ ἀνθρωπολογίας.
Ἔτσι θά ἦταν μάταιη κάθε ἀπόπειρα νά ἀναλυθῆ μέ καθαρῶς ἠθικά κριτήρια ἕνα, κατά βάθος, θεολογικό καὶ μεταφυσικό πρόβλημα. Οὔτε θά ἦταν δυνατόν νά ἐξετασθῆ σέ ὅλο του τό πλάτος, ἐάν ἁπλῶς ἐθεωρεῖτο σάν μία συνήθεια, ἀντίθετη στά ἤθη καὶ τὰ ἔθιμα .

Ἀπό τήν στιγμή, μάλιστα, πού ἐρευνᾶται βαθύτερα καί τίθεται γενικότερα τό ζήτημα τῆς γυμνότητος, τότε ἀναφύονται ποικίλοι θεολογικοὶ καί ὑπαρξιακοί προβληματισμοί. Εἶναι ἄλλωστε χαρακτηριστικό πώς, ὅσοι ἔκαναν παλαιότερα προπαγάνδα ὑπέρ τοῦ γυμνισμοῦ, χρησιμοποιοῦσαν διάφορες "θρησκευτικές" προφάσεις· οἱ ὁποῖες, βέβαια, ἦσαν συνειδητά ἀντίθετες στήν ἀποκαλυφθεῖσα διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας . Ἀλλ' ἔτσι, οἱ θιασῶτες τῶν ἰδεῶν αὐτῶν ἐγίνονταν, ἐξ ἀντιθέτου, ἀκούσιοι συνήγοροι τῶν Πατέρων, ὅταν αὐτοί ὑποστηρίζουν ὄχι ἁπλῶς καὶ μόνο τόν ἠθικό, ἀλλὰ κυρίως τόν θεολογικό χαρακτήρα τῆς σχέσεως ἀνθρώπου - ἐνδυμασίας του.

Ἡ θεολογική ἀναφορά τῆς σχέσεως αὐτῆς θά πρέπη, ἀσφαλῶς, νά ἔχη σάν σημεῖο ἀφετηρίας τήν διήγησι τῆς Γενέσεως περί τῆς πτώσεως τῶν πρωτοπλάστων (κεφ. γʹ). Τό καθοριστικό σημεῖο τῆς περικοπῆς αὐτῆς εἶναι ὅτι, ἡ γυμνότης ἐπακολουθεῖ τήν πτῶσι. Ὑπῆρχε, βέβαια, καί πρό τῆς πτώσεως μία κατάστασι μή-ἐνδύσεως· ἀλλ' αὐτή ἡ μή-ἔνδυσι δέν συνιστοῦσε τὴν γυμνότητα, ὅπως γίνεται σήμερα κατανοητή. Ἡ γυμνότης μετὰ τὴνπτῶσι εἶναι "παρατηρήσιμη" καί ἀντιληπτή, ἐνῶ ἡ προπτωτική μή-ἔνδυσι παρέμενε ἀκατάληπτη.

Ὅμως, οἱ πρωτόπλαστοι, ὡς γνωστόν, συνειδητοποίησαν τήν γυμνότητά τους, μόνον ἀφ' ὅτου ὑπέστησαν διά τῆς πτώσεως μία ἀλλαγή: Ὅταν "διηνοίχθησαν αὐτῶν οἱ ὀφθαλμοί", τότε "καί ἔγνωσαν ὅτι γυμνοί ἦσαν" (Γεν. γʹ, 7). Ἡ ἀλλαγή αὐτή ἦταν, ὄχι ἁπλῶς ἠθικῆς, ἀλλ' ὑπαρξιακῆς φύσεως, καθὼς ἔπληξε ὁλόκληρη τήν ὕπαρξί τους, ὁλόκληρο τό εἶναι τους. Γι' αὐτὸ ἔγινε αἰσθητή, ὄχι μόνο στόν ὀφθαλμό τῆς ψυχῆς τους, (δηλαδή τόν νοῦ τους), ἀλλά κι ἐκεῖ, ὅπου θά μποροῦσαν νά τήν παρατηρήσουν τά μάτια τους: στό σῶμα τους, στό ἀνθρώπινο σῶμα.

Αὐτό σημαίνει πολύ ἁπλά ὅτι, γιά τόν Ἀδάμ καί τήν Εὔα, μετά τήν πτῶσι, τό σῶμα "ἀπέκτησε" ἕνα διαφορετικὸ τρόπο ὑπάρξεως, ἀπό ὅ,τι πρίν. Τότε, ἀφοῦ "διηνοίχθησαν αὐτῶν οἱ ὀφθαλμοί", εἶδαν ἔκπληκτοι ὅτι δέν ἀντανακλοῦσαν πλέον τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ . Τότε, γιά πρώτη φορά, τό ἀνθρώπινο σῶμα ἔγινε ὁρατό σέ ὅλη του τήν σωματικότητα, σέ ὅλη του τήν "γυμνότητα". Τότε ὁ νοῦς τους στράφηκε, σάν ἕνας καθρέπτης, καί, ἀντί νά δέχεται τὶς θεῖες ἐλλάμψεις, ἄρχισε νά "παρατηρῆ" τήν ἀμορφία τῆς ὕλης .

Προπτωτικά, τό σῶμα ὑπῆρχε μὲ ἕνα ἐντελῶς διαφορετικὸ τρόπο γιά τόν ἄνθρωπο, γιατί καί αὐτός ὑπῆρχε μὲ ἕνα ἐντελῶς διαφορετικὸ τρόπο γιὰ τὸν Θεό. Ἡ "διασάλευσι", ὅμως, τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, λόγῳ τῆς παρακοῆς, εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τήν "ἀποκάλυψι" τοῦ σώματος καί, ὡς συνέπεια, τήν συνειδητοποίησι τῆς "γυμνότητός" του· ἀφοῦ μία τέτοια συναίσθησι ὑποθέτει μία προηγουμένη ξεγύμνωσι, ἡ ὁποία νά συνέβη πρίν συνειδητοποιηθῆ ἡ "γυμνότης".

Αὐτή, ὅμως, ἡ "ἀποκάλυψι" τοῦ σώματος, πού ἔκανε ὁρατή τήν "γυμνή σωματικότητά" του, αὐτή ἡ ἄτσαλη ξεγύμνσί του, πού ἔγινε ἀντιληπτή ἀφ' ὅτου "διηνοίχθησαν αὐτῶν οἱ ὀφθαλμοί", προϋποθέτει ὅτι, ἐκεῖνο, πού εἶναι τώρα "ἀκάλυπτο", ἦταν πρό τῆς πτώσεως "καλυμμένο", κι ἐκεῖνο, πού τώρα εἶναι ἀσκέπαστο καί ξεντυμένο, ἦταν πρίν σκεπασμένο καί ντυμένο.

Ὁ ἄνθρωπος, προπτωτικά, βρισκόταν ἔναντι τοῦ Θεοῦ μέ τέτοιο τρόπο, ὥστε τό σῶμα του δέν ἦταν "γυμνό", ἄν καί κανένα ροῦχο φτιαγμένο ἀπό ἀνθρώπινο χέρι δέν τό ἐσκέπαζε. Αὐτή ἡ κατάστασι τῆς "μή- γυμνότητος", παρά τήν ἀπουσία ἐξωτερικοῦ ἐνδύματος, ἐξηγεῖται ἀπό τό γεγονός ὅτι ἡ θεία Χάρις τόν περιέβαλλε, σάν ἕνα ἔνδυμα· ὅτι εἶχε γιά στολή του τήν ὑπερφυσική "ἀπάθεια, μακαριότητα καί ἀφθαρσία", πού τοῦ ἐχάριζε ὁ Θεός.

Μέ τήν πτῶσι, ὅμως, στερήθηκε αὐτήν τήν θεία Χάρι. Καί τώρα, ἐκεῖνο, πού γίνεται ὁρατό, εἶναι ἕνα σῶμα δίχως τήν θεία δόξα, ἀπογυμνωμένο καί σαρκικό· ἕνα σῶμα, ἀπό τό ὁποῖο λείπει ἡ ἀρχοντιά του, ἀφοῦ τό ὕψιστο ἀξίωμά του, τό "ἀρχαῖο κάλλος" του, ὀφειλόταν στήν θεία δόξα, τήν ὁποία τώρα ἀπώλεσε. Ὁποιαδήποτε, λοιπόν, μεταπτωτικὴ φανέρωσι σωματικῆς γυμνότητος —ἐκτός τοῦ ὅτι δέν μπορεῖ νά θεωρηθῆ πλέον ὡς "φυσική"— ἀποτελεῖ συγχρόνως μία φανέρωσι τῆς λειπούσης θείας Χάριτος, τῆς ἀπούσης θείας μακαριότητος, τῆς χαμένης ἀπαθείας καί ἀφθαρσίας.

Στόν παράδεισο, ὁ ἄνθρωπος δέν βρισκόταν ἁπλῶς μέσα στό φῶς τῆς θείας δόξης, ἀλλ' ἦταν οὐσιαστικὰ ἐνδεδυμένος μέ τὸ φῶς αὐτό . Ἔτσι, ἀφοῦ "ξεγυμνώθηκε" διὰ τῆς πτώσεως, θά πρέπη εἰς τό ἑξῆς κάθε σωματική "ξεγύμνωσι" νά καλύπτεται μέ τό ἔνδυμα. Ἀφοῦ τό "ἀκάλυπτο" σῶμα κάνει ὁρατή τήν "αἰσχύνη" του, τό "αἴσθημα τῆς αἰσχύνης (ντροπῆς)" ἐπιβάλλει νά καλύπτεται τό σῶμα . Ἀφοῦ τό σῶμα δέν εἶναι πλέον ἀπαθές καί ἄφθαρτο, θά πρέπη νά σκεπάζεται μέ ἕνα ροῦχο, ποὺ νά καταστέλλη τά πάθη του, νά κρύβη τὴν φθορά του καί νά καλύπτη τὴν σῆψι του .

Ἡ λαϊκή ρῆσι: "Φύλαγε τά ροῦχα σου", κρύβει ἕνα βαθύ θεολογικό νόημα. Γιατί τά ροῦχα ἀποτελοῦν ἕνα ἀπαραίτητο στοιχεῖο τῆς αὐτοσυνειδησίας τοῦ ἀνθρώπου, ἕνα "μέρος" τοῦ ἑαυτοῦ του· συμπληρώνουν, ἐπισφραγίζουν, ὁλοκληρώνουν τήν προσωπικότητά του. Τὰ ροῦχα ἐξασφαλίζουν τήν κυριότητα τῆς ψυχοσωματικῆς του ὑπάρξεως, προστατεύοντάς την, ὄχι μόνο ἀπό τίς κακουχίες, ἀλλά καί ἀπό τήν ἀήθη ἀλλοτρίωσι τοῦ σαρκικοῦ φρονήματος· τέλος, μετέχουν, τρόπον τινά, σ' αὐτό πού ὁ ἴδιος ὁ μεταπτωτικὸς ἄνθρωπος δέν μπορεῖ πλέον νά ἐκφράση, σ' αὐτό πού ἡ φύσι του δέν ἐπαρκεῖ νά ἀναπληρώση, καίτοι ἀπό συστάσεώς της εἶναι προορισμένη γι' αὐτήν τήν προσθήκη, γι' αὐτήν τήν τελείωσι, πού εἶναι ἡ Χάρις.

Ὁ Ἀδάμ ἦταν "ἐνδεδυμένος" μὲ τήν θεία Χάρι τῆς μακαριότητος, τῆς ἀπαθείας καί τῆς ἀφθαρσίας, γιατὶ ὁ κύριος σκοπός τοῦ ἐνδύματός του ἦταν νά κάνη ἀναγνωρίσιμο καί φανερό τό ἀξίωμά του· αὐτό γιά τό ὁποῖο ἔχει πλασθῆ ὁ ἄνθρωπος.

Ἐπί πλέον, τό παραδείσιο ἔνδυμα ἐδήλωνε, ὅτι: ὅπως τὰ ροῦχα εἶναι τό πρῶτο πράγμα, πού ὁ ἄνθρωπος ζητᾶ γιά νά ὁλοκληρωθῆ, ἔτσι καί οἱ ὑπερφυσικές χάριτες τῆς μακαριότητος, τῆς ἀπαθείας καί τῆς ἀφθαρσίας, θά πρέπη νά ἐδόθησαν στόν Ἀδάμ γιά νά τελειωθῆ. Ἐπίσης, ὅπως τὰ ροῦχα καλύπτουν τό ὑλικό σῶμα, ἔτσι καί οἱ ὑπερφυσικές χάριτες ἐπεκάλυπταν στόν Ἀδάμ αὐτό, πού ὑπῆρχε ὡς δυνατότης μέσα σέ μία φύσι ἐγκαταλελειμμένη ἀπό τόν Θεό καί ἀφημένη στόν ἑαυτό της: τήν ἔκπτωσι τοῦ ἀνθρώπου μέχρι τοῦ σημείου νά γίνη "σάρκα", τήν ἀποκάλυψι τῆς "γυμνότητός" του, τῆς ἀλλοιώσεως καί τῆς φθορᾶς του.

Ὅσο "ἐξωτερική" καί ἄν μπορῆ νά φαίνεται, ἐκ πρώτης ὄψεως, ἡ ἄμεση ἀντίδρασι τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας, μετά τήν πτῶσι, ἀφ' ὅτου "ἔγνωσαν ὅτι γυμνοί ἦσαν", τὸ γεγονὸς δηλαδή ὅτι "ἔρραψαν φύλλα συκῆς καί ἐποίησαν ἑαυτοῖς περιζώματα" (Γεν.γ', 7), ἐν τούτοις μέσῳ αὐτῆς τῆς πράξεως ἐκφράζεται ἡ συνεδησί τους ὅτι, στήν ἀρχική τους κατάστασι, περιεβάλλοντο ἀπό τήν δόξα, σάν ἕνα ἔνδυμα· κι ὅτι εἶχαν τήν οὐσιαστική ἔκφρασι τοῦ ἑαυτοῦ τους σ' αὐτό τό ἔνδυμα τῆς δόξης .

Ὁ ἄνθρωπος, βέβαια, πλάσθηκε ἀπό τόν Θεό μή-ἐνδεδυμένος. Ἀλλ' αὐτό, ὄχι μόνο γιά νά φανῆ ὅτι ἔτσι εἶχε μία δική του φύσι, ξεχωριστή ἀπό τοῦ Θεοῦ, ἀλλά κυρίως γιά νά μπορέση νά λάβη ἀπό Αὐτόν τήν στολή τῆς θείας δόξης . Ἐξ αἰτίας, ὅμως, τῆς παρακοῆς "ἀπογυμνώθηκε" κι ἔκτοτε ἔχασε, ὄχι μόνο τήν στολή τῆς θείας Χάριτος καί συγχρόνως τήν ὑπερφυσική ἐνδυμασία του, ἀλλ' ἐπίσης τήν προπτωτική κατάστασι τῆς μή-ἐνδύσεως, πού συνδέεται εἰς τό ἑξῆς μέ τήν "γυμνότητα" —ἡ ὁποία φανερώνεται στήν αἰσχύνη του— μιᾶς φύσεως μεταπτωτικῆς καί "γυμνῆς", λόγῳ τῆς ἁμαρτίας .

Ἄν καί φαίνεται νά μή ταιριάζη πολύ τό ὅτι ἡ θεία Χάρις εἶχε δοθῆ στόν ἄνθρωπο σάν ἔνδυμα, ἄν καί μοιάζη γελοία ἀναλογία τό ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν ἀντέδρασε τήν στιγμή τῆς πτώσεως, παρά καλύπτοντας τήν αἰσχύνη τοῦ σώματός του, ἐν τούτοις πίσω ἀπό τήν φαινομένη αὐτή δυσαρμονία καί δυσαναλογία ἐκφράζεται ἀληθινά τοῦτο: Ὅπως ἀκριβῶς ἡ Χάρις προϋποθέτει τήν φύσι, ἔτσι καί ἡ ἀπώλεια τῆς Χάριτος ἀποκαλύπτει τήν γύμνωσι τῆς φύσεως σέ ὁλόκληρη τήν ἀνθρωπίνη ὕπαρξι· οὕτως ὥστε, αὐτός πού, μόλις πρό ὀλίγου, ἦταν ἐνδεδυμένος μέ τήν θεία δόξα, σάν ἄγγελος, ἔπρεπε τώρα νά καλύψη τήν γυμνότητα τοῦ σώματός του μέ φύλλα συκῆς· αὐτός, πού μέσα στόν παράδεισο περιβαλλόταν ἀπό τήν θεοΰφαντη στολή τῆς Χάριτος, ἔπρεπε τώρα, γιά νά ἐπιβιώση μέσα στήν παρά φύσιν κατάστασι πού ἐξέπεσε, νά λάβη ἀπό τόν Θεό "χιτῶνας δερματίνους" (Γεν. γʹ, 21) .

Tό μεταπτωτικό, λοιπόν, ἔνδυμα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἕνα "κατεστημένο" ροῦχο, ποὺ ἐκφράζει τήν κατάστασι τῆς πεπτωκυίας φύσεώς του.

Εἶναι ἕνα ροῦχο φτιαγμένο ἀπό τά φύλλα ἐκείνης τῆς συκῆς, τήν ὁποίαν ἐπλησίασε ὁ Χριστός, ὅταν πεινοῦσε (Ματθ. καʹ, 19), κι εὑρῆκε τήν μέν συκιά ἄκαρπη, τά δέ φύλλα της τραχιά .

Εἶναι ἕνα ροῦχο μετανοίας, φτιαγμένο ἀπό δέρματα νεκρῶν ζώων , προκειμένου νά φανῆ ὅτι ὁ ἄνθρωπος, εὑρισκόμενος σωματικῶς μεταξύ ζωῆς καί θανάτου, πρέπει νά πληρώση τήν ἀπώλεια τοῦ παραδείσιου ἐνδύματος μέ τό ἀντίτιμο τοῦ θανάτου.

Εἶναι μία περιβολή "αἰσχύνης", πού, θεραπεύει μὲν τό αἴσθημα τῆς αἰδοῦς, ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νά ἐξαλείψη τήν ὑπαρξιακὴ ντροπὴ γιὰ τὸ προπατορκὸ ἁμάρτημα τῆς παρακοῆς ἔναντι τοῦ Θεοῦ.

Εἶναι μία ἐνδυμασία, πού δέν ἀκτινοβολεῖ πιά, ἀλλ' ἀναζητᾶ συνεχῶς, μέσα ἀπό τά πολύχρωμα ροῦχα τῆς ματαιοδοξίας, νά ξαναβρῆ τήν λαμπρότητα τοῦ χαμένου ἐνδύματος τῆς θείας δόξης.

Εἶναι ἕνα ροῦχο, πού μπορεῖ μέν νά σκεπάζη τό σῶμα, ἀλλά, μή καλύπτοντας ὑπαρξιακὰ τήν "γυμνότητα" τῆς ππτωκυίας φύσεως, ξεσκεπάζει συγχρόνως αὐτό τό ὁποῖο σκεπάζει, καί ξεντύνει αὐτό τό ὁποῖο ντύνει. Ἔτσι τά γήινα ροῦχα καταντοῦν συχνὰ ἕνα μέσο φιληδονίας καί πειρασμοῦ.

Εἶναι ἕνα "μικρό-ἀστικό" ροῦχο, πού μπορεῖ μέν νά ἐκφράζη τήν σεμνότητα, ἀλλ' ὄχι τήν ἀπάθεια· τήν εὐπρέπεια, ἀλλ' ὄχι τήν μακαριότητα.

Εἶναι ἕνα ροῦχο, πού μπορεῖ κάλλιστα νά γίνη μία νεκρώσιμη περιβολή καί νά σκεπάση τό ἐφήμερο, ἀλλά τελικῶς, σάν "νεκρώσιμη περιβολή", δέν μπορεῖ παρά νά ἀποκαλύπτη τήν γυμνότητα καί τήν φθορά τῆς πεπτωκυίας φύσεως .

Ἐν ὀλίγοις τό ροῦχο, πού φορᾶ ὁ μεταπτωτικός ἄνθρωπος, εἶναι μία ἀνάμνησι τοῦ χαμένου ἐνδύματος, πού φοροῦσε στόν παράδεισο. Καί εἶναι μία ἀνάμνησι τόσο ζωντανή, ὥστε ὁποιαδήποτε ἀλλαγή ἤ ἀνανέωσι, κι ἄν ἐπιφέρη ἡ μόδα στά ροῦχα, δέν συντελεῖ παρά στό νά ξυπνᾶ μέσα του τήν ἐλπίδα, πού τόν ὁδηγεῖ πρός τό χαμένο ἔνδυμα τῆς θείας δόξης· τό μόνο πού τόν ἐξέφραζε ἀληθινά, τό μόνο πού φανέρωνε τό ἀληθινό "ἀξίωμά" του, τό "ἀρχαῖο κάλλος" του.

Aὐτό τό παραδείσιο ἔνδυμα, πού ὁ ἄνθρωπος κατεῖχε κι ἔχασε, καί τό ὁποῖο δέν παύει ποτὲ νά ἀναζητᾶ στά γήϊνα ροῦχα, πού φορᾶ, τοῦ δίδεται κατά τό ἅγιο Βάπτισμα. Εἶναι ὁ λευκός χιτῶνας, πού λαμβάνει ὁ νεοφώτιστος, ὅταν ὁ ἱερεύς λέγη: " Ἐνδύεται ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ χιτῶνα δικαιοσύνης..." . Εἶναι τό "ἔνδυμα τῆς ἀφθαρσίας", πού μυστηριακῶς ὑφαίνεται "ἐξ ὕδατος καί Πνεύματος" .

Τό λευκό αὐτό ἔνδυμα προεικονίζει τήν αἰωνιότητα καί προαναγγέλλει τήν Ἀναστάσι. Ἐκφράζει τήν πνευματική εὐφροσύνη, μέσα στήν ὁποία ζῆ ἡ λευκοφοροῦσα ψυχή, πού εἶναι στολισμένη μέ λαμπρότητα καί κάλλος, μετά τήν ἐξάλειψι τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος διά τοῦ "λουτροῦ τῆς παλιγγενεσίας" (Τιτ. γʹ, 5). Συμβολίζει τήν πνευματική καθαρότητα, τήν ἀπάθεια καί τήν ἀκεραιότητα τοῦ ἀναγεννημένου ἀνθρώπου. Δηλώνει τήν ἐπιστροφή του στήν ὁλοκλήρωσι καί στήν ἀθωότητα, πού εἶχε στόν παράδεισο. Ἀναπληρώνει τό παλαιό ἔνδυμα τῆς θείας δόξης, πού ἔχασαν μέ τήν πτῶσι τους οἱ πρωτόπλαστοι καί "ἔγνωσαν ὅτι γυμνοί ἦσαν" (Γεν. γʹ, 7). Ἀποκαθιστᾶ τόν νεοφώτιστο στήν ἀληθινή του φύσι, ἡ ὁποία εἶχε ἀμαυρωθῆ καί ἀκρωτηριασθῆ ἀπό τήν ἁμαρτία .

Ὁ βαπτιστικός αὐτός χιτῶνας εἶναι τό "ἔνδυμα τοῦ γάμου" (Ματθ. κβʹ, 12), πού κάνει τόν κάθε πιστό "ἄξιο" νά συμμετάσχη στούς οὐρανίους γάμους τοῦ Ἀρνίου. Εἶναι ἡ "στολὴ ἡ πρώτη", πού ἔλαβε ὁ ἄσωτος υἱός, ὅταν ἐπέστρεψε στόν πατέρα του (Λουκ. ιεʹ, 22), καὶ ἡ λευκότης του φανερώνει τήν χαρά, πού ὑπάρχει μέσα στήν Ἐκκλησία —τόν πατρικό Οἶκο— γιά τήν ἐπιστροφή τοῦ χαμένου παιδιοῦ τοῦ Θεοῦ.

Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τόν παραβάλλουν ἐπίσης μέ τά "ἱμάτια" τοῦ Χριστοῦ, τά ὁποῖα κατά τήν Μεταμόρφωσί Του "ἐγένετο λευκά ὡς τό φῶς" (Ματθ. ιζʹ, 2)· ἀφοῦ, ἐπί τοῦ ὄρους Θαβώρ, ὁ Χριστός ἀπεκάλυψε μία τέλεια καί ἀναμάρτητη ἀνθρωπίνη φύσι, ὄχι "γυμνή", ἀλλ' ἐνδεδυμένη μέ τά "λευκά ὡσεί χιόνα" ἐνδύματά Του, μέσα στό ἄκτιστο φῶς τῆς δόξης Του.

Ὁ Χριστός προσλαμβάνοντας τήν ἀνθρωπίνη φύσι, μέ τήν ἐνσάρκωσί Του, τήν "βρῆκε ἀκάθαρτη, ἄλουστη, γυμνή, γεμάτη αἵματα. Τήν ἔλουσε (διά τοῦ Βαπτίσματος), τήν ἄλειψε μέ λάδι (διά τοῦ Χρίσματος), τήν ἔθρεψε (διά τοῦ Σώματος καί Αἵματός Του), τήν ἔντυσε μέ ἕνα ἔνδυμα, πού ὅμοιό του δέν ὑπάρχει: ἔγινε ὁ Ἴδιος στολή της. (Ἰεζ. ιστ', 3-13). Ἔτσι ἡ φτωχή καί περιφρονημένη ἀνθρωπίνη φύσι ἔγινε βασίλισσα, ποὺ μπορεῖ πλέον νά σταθῆ κοντά στόν Βασιλέα (Ψαλμ. μδʹ, 10)" .


Προκειμένου, ὅμως, νά λάβη τόν βαπτιστικό χιτῶνα, ὁ ἄνθρωπος, πρέπει νά ἀποβάλη προηγουμένως τά ροῦχα, πού φοροῦσε μετά τήν πτῶσι: τά ροῦχα ἀπό τά δέρματα τῶν νεκρῶν ζώων, ἀπό τά φύλλα τῆς ἀκάρπου συκῆς· τά ροῦχα μέ τά φανταχτερά χρώματα τῆς ματαιοδοξίας· τά ντυσίματα τῆς "μόδας", τοῦ πειρασμοῦ καί τῆς φιληδονίας· τά "μικροαστικά" ροῦχα.

Ἀποθέτοντας ὅλ' αὐτά τά "ρυπαρά" ἐνδύματα, ὁ βαπτιζόμενος, "ἀπεκδύεται τόν παλαιόν ἄνθρωπον" (Κολ. γʹ, 9) καί ἀπορρίπτει τήν παλαιά ζωή τῆς φθορᾶς καί τῆς ἁμαρτίας, σάν ἕνα ροῦχο. Μένει "μετὰ τοῦ χιτωνίσκου μόνον" καί, διὰ τῆς τριπλῆς καταδύσεως, ἀναγεννᾶται καί δέχεται τήν καινή (νέα) ζωή· " Ἐνδύεται" τόν ἴδιο τόν Χριστόν, ὁ Ὁποῖος γίνεται πλέον "τό ἔνδυμά του", γιατί Αὐτός ἀποτελεῖ "τό βασιλικόν ὄν- τως καί τίμιον ἔνδυμα"

Λαμβάνοντας τόν λευκό "χιτῶνα τῆς εὐφροσύνης", τήν στολή πού ἀκτινοβολεῖ ἀπό "δόξα, ἀπάθεια καί ἀφθαρσία", ὁ νεοφώτιστος "βλέπει ἐπάνω του τόν ἡλιόμορφο τοῦ Κυρίου χιτῶνα", τόν "τύπον τοῦ θείου φωτός καί τῆς ἀγγελικῆς καθαρότητος". Εἰς τό ἑξῆς, ὀφείλει νά διαφυλάξη "καθημερινά τήν λαμπρότητα τοῦ ἐνδυματός του, ὥστε νά μή δεχθῆ ρύπο ἤ ρυτίδα· οὔτε μέ ἄκαιρα λόγια, οὔτε μέ μάταια ἀκούσματα, οὔτε μέ πονηρούς λογισμούς, οὔτε μέ θεάματα, στά ὁποῖα πέφτουν τά μάτια ἀπερίσκεπτα" .

Πρέπει νά διατηρήση καθαρό τό ἔνδυμα τῆς ἀφθαρσίας, γιά νά τό παρουσιάση, κατά τήν ἡμέρα τῆς Δευτέρας Παρουσίας, "ἀρρύπωτο καί ἀμόλυντο" . Γιατί αὐτό, πού ὑποδηλώνεται μέ "σημεῖα" καί σύμβολα, κατά τό Βάπτισμα, καί, διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, χορηγεῖται μυστηριακά, πρόκειται νά ὁλοκληρωθῆ "ἐσχατολογικά". Τότε, πού θά ἀξιωθοῦν λοι οἱ "εὐλογμένοι τοῦ Πατρός" νά σταθοῦν "ἐνώπιον τοῦ θρόνου καί ἐνώπιον τοῦ Ἀρνίου, περιβεβλημένοι στολάς λευκάς" (Ἀποκ. ζʹ, 9).

Τότε, καὶ ἡ βαπτιστική πράξι τῆς ἀπεκδύσεως τῶν ρούχων, θά ἔχη ὁλοκληρωθῆ μέ τήν τελική "ἀπέκδυσι" τοῦ θανάτου, μέ τήν ἀπόθεσι τοῦ θνητοῦ σώματος, μέ τήν ἀπογύμνωσι τῆς ἀποβιώσεως. Καί, κατά τήν κοινή Ἀνάστασι, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος θά ἐπανενδυθεῖ τό ἀναστημένο σῶμα του, ἀφοῦ τό "θνητό θά ἐνδυθῆ τήν ἀθανασία, καί τό φθαρτό θά ἐνδυθῆ τήν ἀφθαρσία" (Αʹ Κορ. ιεʹ, 53), τότε θά ἐπέλθη καί ἡ ἐσχατολογικὴ ὁλοκλήρωσι τοῦ λευκοῦ βαπτιστικοῦ χιτῶνος (πρβλ. Κολ. γʹ, 3 κ.ἑ.).

Μέ τό ἅγιο Βάπτισμα ὁ ἄνθρωπος συναποθνήσκει μέ τόν Χριστό, συνθάπτεται καί συνανίσταται μαζί Του, μέσα στό ὕδωρ τῆς κολυμβήθρας . Ἔτσι μετέχει στόν θάνατο Ἐκείνου, πού ἐφόρεσε τήν ἀνθρωπίνη φύσι σάν ροῦχο, πού προσέλαβε τήν σάρκα τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου, πού "Ἑαυτόν ἐκένωσεν μορφὴν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος, καὶ σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος" (Φιλ. βʹ, 7).

Συμμετέχει στά πάθη Του, στόν θάνατό Του, στήν κάθοδό Του στόν Ἅδη, στήν ἀνάστασί Του καί στήν ἀνάληψί Του, ὥστε νά ἀξιωθῆ τοῦ ἐνδύματος τῆς δόξης, πού ἔχει ἀνάγκη γιά νά ὁλοκληρωθῆ, αἰσθανόμενος τήν "αἰσχύνη" του, τήν "γυμνότητά" του, τήν φθορά του, καί τήν ἀνελέητη καταδυνάστευσί του ἀπό "τάς ἀρχάς καί ἐξουσίας τοῦ σκότους" .

Διά τῆς πτώσεως, ὁ ἄνθρωπος ἐξέπεσε ὑποκάτω τῶν ἀγγέλων, ἤ μᾶλλον "παρασυνεβλήθη (ἐξισώθη) τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καί ὡμοιώθη αὐτοῖς" (Ψαλμ. μη',13), καί ὤφειλε, στήν θέσι τοῦ ἐνδύματος τῆς δόξης, νά καλυφθῆ μέ φύλλα συκῆς καί δέρματα ζώων. Ὅμως, ὁ ἀναγεννημένος καί ἀναστημένος ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος, θά ὑψωθῆ ὑπεράνω τῶν ἀγγέλων. Τό ἔνδυμά του θά εἶναι τότε ἐνδοξότερο ἀπό ἐκεῖνο τῶν ἀγγέλων καί ἡ στολή του λαμπρότερη ἀπό ἐκείνη τῶν πρωτοπλάστων.

Γιατί τό ἔνδυμα, πού τοῦ ἐδόθη κατά τό Βάπτισμα καί, κατά τήν Ἀνάστασι, θά τοῦ δοθῆ "ἀχειροποίητον αἰώνιον ἐν τοῖς οὐρανοῖς" (Βʹ Κορ. εʹ,1), εἶναι ἕνα ἔνδυμα τό ὁποῖον, "ἀφ' ὅτου περιέβαλε τήν ἀνθρωπίνη φύσι, ἐξηφάνισε τόν (ἑδρεύοντα) εἰς τήν σάρκα του θάνατο, κι ἔτσι κατεπόθη τό θνητόν (τῆς φύσεώς του) μέ τό ἔνδυμα τῆς ἀφθαρσίας" .

Αὐτό τό ἔνδυμα δέν θά χαθῆ ποτέ πιά, γιατί θά εἶναι ὑφασμένο, ὄχι ἀπό τήν προπτωτικὴ δόξα, πού ἐκάλυπτε τήν "μή-ἐνδεδυμένη" φύσι τοῦ πρώτου Ἀδάμ, ἀλλ' ἀπό τήν θεανθρώπινη δόξα τοῦ δευτέρου Ἀδάμ, τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος προσέλαβε καί ἀνεγέννησε στό πρόσωπό Του τήν "ἀπογυμνωμένη" ἀνθρωπίνη φύσι, ὥστε νά "καταποθῆ τό θνητόν μέ τό ἔνδυμα τῆς ἀφθαρσίας".


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...