Γραμμένο από ΕΙΔΙΚΟ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ
Ας το πούμε καθαρά: η Ορθόδοξη Εκκλησία δενείναι λέσχη θρησκευτικών ιδεών που «συνυπάρχουν»κάτω από έναν γενικό τίτλο «Χριστιανισμός». Είναισυγκεκριμένο Σώμα, με συγκεκριμένη πίστη, μυστήριακαι κανονική τάξη. Η ενότητα δεν είναι επικοινωνιακόμήνυμα ούτε συναίσθημα συμπάθειας· είναι καρπόςκοινής πίστεως, κοινής λατρείας και κοινής μυστηριακήςζωής. Όταν, λοιπόν, ο λόγος της ηγεσίας ντύνει ως«ποικιλομορφία στο Σώμα του Χριστού» τηνεκκλησιολογική ασυμφωνία, τότε η φράση λειτουργείσαν θεολογικό καπνογόνο: μετατοπίζει το νόημα τηςΕκκλησίας από το «τι είναι» στο «τι μας βολεύει ναφαίνεται».
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η κρίσιμη αντίφαση. Απότη μία, η Ορθόδοξη αυτοσυνειδησία ομολογεί ότι ηΕκκλησία είναι «Μία» όχι επειδή το επιθυμούμε, αλλάεπειδή αυτό είναι δώρο και πραγματικότητα του Χριστούμέσα στην ιστορία. Από την άλλη, η οικουμενιστικήπρακτική συχνά υπονοεί ότι η «Μία Εκκλησία» είναι έναάθροισμα παραδόσεων που αλληλοσυμπληρώνονται, άρα ότι το εκκλησιαστικό γεγονός υπάρχει «σεδιασπορά» και ότι εμείς απλώς καλούμαστε να«ξεπεράσουμε την εσωστρέφεια». Αυτό δεν είναι«άνοιγμα». Είναι αντικατάσταση της ορθόδοξηςεκκλησιολογίας από ένα μοντέλο συνομοσπονδίας.
Ακόμη βαρύτερο, ως σημειολογία, είναι ότι σετέτοιες τελετές δίνεται πρωταγωνιστικός ρόλος σε«κληρικούς» άλλων κοινοτήτων, συμπεριλαμβανομένωνγυναικών που, κατά την αντίληψη των κοινοτήτων τους, φέρουν «ιερατική» ή και «επισκοπική» ιδιότητα. Δενσχολιάζω ανθρώπους· σχολιάζω εκκλησιαστικές πράξειςκαι συμβολισμούς. Διότι στο ορθόδοξο βίωμα, η λατρείαδεν είναι ουδέτερη πλατφόρμα ομιλιών· είναι η«γλώσσα» της Εκκλησίας. Όταν, λοιπόν, μπροστά στοιερό βήμα, σε χώρο που ορίζει και διδάσκει ολόκληρηεκκλησιολογία, εμφανίζεται ως ισότιμη «λειτουργικήηγεσία» κάτι που η Ορθόδοξη Παράδοση δεναναγνωρίζει ως ιερωσύνη, τότε ο πιστός δεν λαμβάνειαπλώς «μια πληροφορία». Λαμβάνει ένα μήνυμα: ότι οιδιαφορές είναι διακοσμητικές. Κι αν οι διαφορές είναιδιακοσμητικές, τότε γιατί να μη γίνουν σύντομα καιαδιάφορες;
Κάποιοι θα πουν: «Μα δεν έγινε συλλειτουργία». Όντως, δεν μιλούμε για κοινή Θεία Ευχαριστία. Όμως ηυποβάθμιση του προβλήματος σε τεχνικό επίπεδο είναιολισθηρή. Διότι η κοινή προσευχή σε τέτοιο πλαίσιο, ηανταλλαγή τελετουργικών χειρονομιών, η δημόσιασυν–εκφορά ιερών κειμένων, λειτουργούν ως“προ–λειτουργική” ενότητα: δημιουργούν κλίμα καισυνείδηση ότι “ήδη είμαστε ένα”, άρα ότι η δογματικήαλήθεια είναι λεπτομέρεια. Και όταν η αλήθεια γίνειλεπτομέρεια, τότε η Εκκλησία μετατρέπεται σεθρησκευτικό συναίσθημα με βυζαντινή μουσικήυπόκρουση.
Το πιο πικρό δεν είναι ότι υπάρχουν διάλογοι. Διάλογος υπήρχε πάντοτε, και η Εκκλησία δεν φοβήθηκεποτέ την αλήθεια. Το πικρό είναι ότι, στο όνομα ενός«προχωράμε πέρα από την εκκλησιαστική μαςαπομόνωση», καλλιεργείται η εντύπωση πως η ορθόδοξηακρίβεια είναι απομόνωση, πως η πιστότητα είναι φοβία, πως η διάκριση είναι μισαλλοδοξία. Αυτό είναιπνευματικός εκβιασμός με γάντια ευγένειας: αναντιδράς, “δεν αγαπάς”. Όχι. Η αγάπη χωρίς αλήθειαγίνεται συναισθηματισμός· και η αλήθεια χωρίς αγάπηγίνεται σκληρότητα. Η Ορθοδοξία δεν ζει με συνθήματα, ζει με διάκριση.
Και μια σκωπτική, αλλά αναγκαία παρατήρηση: όταν ο ιερός ναός μετατρέπεται σε αίθουσα“πανθρησκειακού” (ή έστω παν–ομολογιακού) συμβολισμού, ο οικοδεσπότης δεν “φιλοξενεί” απλώς. Υπογράφει. Όχι σε χαρτί· υπογράφει με την ίδια τηλατρευτική γλώσσα του τόπου. Και η υπογραφή αυτήδιαβάζεται από το πλήρωμα ως «κανονικότητα». Έτσικαθιερώνονται οι πρακτικές: όχι επειδή πείθουνθεολογικά, αλλά επειδή επαναλαμβάνονταιτελετουργικά.
Αν θέλουμε πραγματική μαρτυρία Ορθοδοξίας στονκόσμο, δεν την πετυχαίνουμε κάνοντας την Ορθοδοξία“πιο εύπεπτη” μέσω αμφίσημων τελετών. Τηνπετυχαίνουμε με καθαρότητα, ταπείνωση, νηφαλιότητακαι έμπρακτη αγάπη που δεν εξαγοράζει την αλήθεια. Τοζητούμενο δεν είναι να δείχνουμε “ευρύχωροι”, αλλά ναείμαστε αληθείς. Διότι η Εκκλησία δεν σώζει μεδημόσιες εικόνες ενότητας, αλλά με την αλήθεια πουγίνεται ζωή.
Στην υπόθεση της «οικουμενικής ακολουθίας» στονΚαθεδρικό της Αγίας Τριάδος στο Μανχάτταν, το πιοανησυχητικό δεν είναι ότι έγινε μία ακόμηδιαθρησκειακή/διαχριστιανική «εκδήλωση». Είναι ότι οορθόδοξος ναός χρησιμοποιήθηκε ως πλατφόρμασυμβολισμών που, αντικειμενικά, εκπαιδεύουν τοεκκλησιαστικό σώμα να συνηθίζει τη σύγχυση: ναθεωρεί ότι η κοινή προσευχητική πράξη, ησυν–εκφώνηση ιερών κειμένων και η τελετουργικήσυνεύρεση με ετεροδόξους είναι κάτι «ακίνδυνο», «φυσιολογικό» και σχεδόν αυτονόητο. Το μήνυμα δενπερνάει με δογματικό άρθρο· περνάει με εικόνα. Κι ηεικόνα, όταν επαναλαμβάνεται, γίνεται «κανόναςσυνείδησης».
Εδώ ακριβώς χρειάζεται η σκωπτική –αλλάαναγκαία– διατύπωση: μας ζητούν να χειροκροτούμε τη«ποικιλομορφία στο Σώμα του Χριστού», ενώ το μόνοπου πραγματικά ποικίλλει είναι τα μέτρα και τα σταθμά. Όταν πρόκειται να στηθεί θεατρικά μια “ενότητα” μεετεροδόξους μέσα σε ορθόδοξο ιερό χώρο, τότε όλαβαφτίζονται «μαρτυρία αγάπης», «άνοιγμα», «υπέρβασηαπομόνωσης». Όταν όμως πρόκειται για όσουςεπιμένουν να ομολογούν την πατερική εκκλησιολογία μεσαφήνεια, τότε ξαφνικά θυμόμαστε την “τάξη”, την“ομολογία”, τις “προϋποθέσεις”. Δεν είναι απλώςαντίφαση. Είναι πνευματική ειρωνεία: ζητείται«ομολογία πίστεως» όχι εκεί όπου η πίστη τραυματίζεταιδημοσίως, αλλά εκεί όπου η πίστη αρνείται να ντυθεί μεδιπλωματική ομίχλη.
Και εδώ έρχεται το ερώτημα που δεν αποφεύγεται: ο Οικουμενικός Πατριάρχης και η Ιερά Σύνοδος τηςΕκκλησίας της Κύπρου έθεσαν –όπως προκύπτει από τηδημόσια ειδησεογραφία– ζήτημα «ομολογίας πίστεως»/δηλώσεων πίστεως στην υπόθεση του ΠανιερωτάτουΜητροπολίτου Πάφου κ. Τυχικού, με αναφορές ότικατατέθηκαν σχετικές ομολογίες/δηλώσεις προς τηΣύνοδο και προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Τι έχουννα πουν τώρα όσοι, με περισσή ευκολία, μετατρέπουντην ορθόδοξη συνέπεια σε “πρόβλημα”, αλλά βαφτίζουντην οικουμενιστική σύγχυση σε “αρετή”; Πώς γίνεται ναεξαντλείται η αυστηρότητα σε έναν επίσκοπο για τηδιατύπωση, ενώ την ίδια στιγμή η δημόσια προσευχητικήσυν–σκηνοθεσία σε ορθόδοξο ναό περνά ως σχεδόναυτονόητη; Πώς γίνεται να απαιτείται «έλεγχοςορθοδοξίας» από εκείνον που αρνείται τις θολέςγραμμές, αλλά να χαλαρώνουν οι γραμμές όταν ηθόλωση παράγει “ωραίες φωτογραφίες”;
Αν θέλουμε βιβλικό καθρέφτισμα –σύντομο, αιχμηρό και απολύτως ταιριαστό στην υποκρισία τωνδύο μέτρων– υπάρχει ο απόστολος Παύλος: «Ὁ οὖνδιδάσκων ἕτερον, σεαυτόν οὐ διδάσκεις; … ὁ κηρύσσωνμὴ κλέπτειν, κλέπτεις;» (Ῥωμ. 2:21). Δεν χρειάζεταιπερισσότερη “ερμηνεία”. Το χωρίο καρφώνει ακριβώςεκείνους που κηρύττουν αυστηρότητα στους άλλους, ενώ επιφυλάσσουν στον εαυτό τους και στους «δικούςτους» μια βολική εξαίρεση.
Η πραγματική ορθόδοξη μαρτυρία δεν είναι νακάνουμε την Εκκλησία “πιο αποδεκτή” μέσω αμφίσημωντελετών, ούτε να μετατρέπουμε τον ναό σε σκηνήδιαθρησκειακής ευπρέπειας. Είναι να κρατούμε καθαράτα όρια της πίστεως, χωρίς εμπάθεια και χωρίς φόβο, μεδιάκριση και ταπείνωση. Γιατί η Εκκλησία δεν σώζει μεσυμβολικές φωτογραφίες ενότητας, αλλά με την αλήθειαπου γίνεται ζωή. Και όπου η αλήθεια θολώνει «για τοκαλό κλίμα», εκεί το καλό κλίμα γίνεται το πρόσχηματης εκκλησιολογικής απώλειας.
Τελικώς, το ερώτημα δεν είναι αν «συνυπάρχουμε»ευγενικά με όλους· αυτό το κάνει και ο κόσμος χωρίςΧριστό. Το ερώτημα είναι αν η Εκκλησία θα μείνειΕκκλησία, δηλαδή αν θα ομολογεί καθαρά, με αγάπηαλλά και με αλήθεια, ότι η ενότητα δεν χαρίζεται μετελετουργικές σκηνοθεσίες, ούτε αγοράζεται μεδιπλωματικές φράσεις, αλλά γεννιέται μόνο μέσα στηνκοινή πίστη, στη μετάνοια και στη μυστηριακή ζωή. Καιεδώ αποκαλύπτεται το σκανδαλώδες: ζητείται «ομολογίαπίστεως» από εκείνους που κρατούν την Ορθοδοξίαακέραιη, ενώ την ίδια στιγμή η δημόσια θόλωση τωνορίων βαφτίζεται «μαρτυρία» και «άνοιγμα». Αυτό είναιτο διπλό μέτρο που ελέγχει ο Απόστολος: «Ὁ οὖνδιδάσκων ἕτερον, σεαυτόν οὐ διδάσκεις;» (Ῥωμ. 2:21). Αν λοιπόν κάποιοι θέλουν ομολογίες, ας αρχίσουν πρώτααπό τα έργα τους και από τα δημόσια μηνύματα πουεκπέμπουν μέσα στους ορθόδοξους ναούς. Διότι ο λαόςδεν σκανδαλίζεται από την ακρίβεια της πίστεως, αλλάαπό την υποκρισία των εξαιρέσεων. Και η Εκκλησία δεντραυματίζεται από την καθαρότητα της αλήθειας, αλλάαπό την «ωραιοποιημένη» σύγχυση που παρουσιάζεταιως κανονικότητα.
https://exapsalmos.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου