Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2020

Ἁγιοβασιλειάτικα, Παπαδιαμάντης Ἀλέξανδρος



Δὲν ἠξεύρω ποῖος περιπλανώµενος ραψῳδὸς συνέθηκε τὰ νῦν συνήθως ὑπὸ τῶν παίδων ἀδόµενα ᾄσµατα τῶν Χριστουγέννων, τοῦ Ἁγ. Βασιλείου καὶ τῶν Φώτων, τὰ ὁποῖα ἀκολουθοῦσι δῆθεν κατὰ γράµµα τὴν ἐκκλησιαστικὴν παράδοσιν, βρίθουσιν ὅµως κακοζήλων στίχων, οἷοι οἱ ἑξῆς:

Καὶ ἐπληρώθη τὸ ρηθὲν προφήτου Ἡσαΐου
µετὰ τῶν ἄλλων προφητῶν καὶ τοῦ Ἱερεµίου...

ὁ δεύτερος οὗτος στίχος εἶναι προδήλως διὰ τὸ κεχηνὸς τοῦ ρυθµοῦ:

Φωνὴ ἠκούσθη ἐν Ραµᾷ, Ραχὴλ τὰ τέκνα κλαίει,
παραµυθῆν (!) οὐκ ἤθελεν, ὅτι αὐτὰ οὐκ ἔχει (!!).

Ἢ ἐν τῷ ἄσµατι τῆς α´ τοῦ ἔτους:

Σήµερον εἶν᾿ Περιτοµὴ κ’ ὑµνεῖ ἡ Ἐκκλησία,
καὶ προσκαλεῖσθε ἄρχοντες, γυναῖκες καὶ παιδία ...

Τόσον ἀληθεύει ὅτι ὑµνεῖ ἡ Ἐκκλησία, ὥστε ἕνα ἢ δυὸ ὕµνους µόνον ἔχει εἰς µνήµην τῆς Περιτοµῆς, τοὺς λοιποὺς ἀφιεροῖ εἰς τὸν Μ. Βασίλειον.


Ἐννοεῖ ὁ ἀναγνώστης ὅτι, θέλων ἐνταῦθα νὰ ἐκφράσω λύπην ἐπὶ τῇ ἐκθρονίσει τῶν γνησίων ᾀσµάτων τοῦ λαοῦ, ἣν κατώρθωσαν τὰ κακόφωνα ταῦτα ῥαψωδήµατα, πολὺ ἀπέχω ἄλλως τοῦ νὰ θαυµάσω τὰ ἐν Ἀθήναις ἀκουόµενα δηµώδη ᾄσµατα:

Ἀρχιµηνιὰ κι ἀρχιχρονιά,
ψηλή µου δεντρολιβανιά, (;)
κι ἀρχι- καλός σας χρόνος (;)
ἐκκλησιὰ µὲ τ᾿ ἅγιο θρόνος (!!)
Ἅις- Βασίλης ἔρχεται
καὶ δὲν µᾶς καταδέχεται (;!!)

ἢ τὸ ἀδόµενον τῇ παραµονῇ τῶν Φώτων:

Ἀφέντη µου, πεντάφεντε, πέντε φορὲς ἀφέντη,
ἔχεις καὶ γυιὸ στὰ γράµµατα καὶ γυιὸ στὸ ψαλιτήρι (sic).

Ἀλλ᾿ ὑπάρχουσιν, ἰδίως εἰς τὰς νήσους, ἄλλα κάλλιστα ᾄσµατα τοῦ λαοῦ καὶ ἐπ᾿ αὐτῶν θέλω νὰ ἐνδιατρίψω ὀλίγον. Τινὰ τούτων ἔχουσιν ὑπόθεσιν ἀποκλειστικῶς τὴν ἑορτὴν τῆς ἡµέρας, ἄλλα, χωρὶς νὰ παρακολουθῶσι τὰ ἱερὰ κείµενα, διεξέρχονται τὸ θέµα µὲ ποιητικὰ χρώµατα, καὶ βοηθείᾳ τῆς δηµώδους legende.

Ἐννοεῖται ὅτι τὰ κατωτέρω παρατιθέµενα εἶναι ἁπλᾶ ἀποσπάσµατα, διότι τὰ τοιαῦτα ἄλλως ἀλλαχοῦ ἄδονται καὶ πολλαχῶς ἀλλοιοῦται ἀπὸ στόµατος εἰς στόµα ἡ ἔννοια καὶ ἡ λέξις. Τὸ τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων ἔχει ὡς ἑξῆς:

Χριστούγεννα, πρωτούγεννα, πρώτη γιορτὴ τοῦ χρόνου,
ἐβγᾶτ᾿ ἀκοῦστε, µάθετε, τώρα Χριστὸς γεννιέται·
γεννιέται κι ἀνατρέφεται στὸ µέλι καὶ στὸ γάλα·
τὸ µέλι τρῶν οἱ ἄρχοντες, τὸ γάλα οἱ ἀντρειωµένοι.

Τὸ τῆς ἑορτῆς τῶν Φώτων:

Σήµερον τὰ φῶτα κι ὁ φωτισµός
καὶ τοῦ Ἰησοῦ µας ὁ βαφτισµός.
Σήµερα ἡ κυρά µας ἡ Παναγιά,
σπάργανα στὰ τίµια χέρια κρατεῖ
καὶ τὸν Ἅι-Γιάννη παρακαλεῖ:
«Δύνεσ᾿, Ἅι-Γιάννη <καὶ> Πρόδροµε,
γιὰ νὰ µοῦ βαφτίσεις Θεοῦ παιδὶ;»
«Δύνουµαι καὶ σώνω καὶ προσκυνῶ,
γιὰ κοντοκαρτέρει ὥς τὸ πουρνό,
γιὰ ν᾿ ἀνέβω ἀπάνου στοὺς οὐρανούς,
γιὰ νὰ ρίξω δρόσο καὶ λίβανο·
ν᾿ ἁγιασθοῦν οἱ βρύσες καὶ τὰ νερά,
ν᾿ ἁγιασθῇ κι ἀφέντης µὲ τὴν κυρά».

Ἄλλα τῶν ᾀσµάτων ἐκφράζουσιν ἐπὶ τῇ ἑορτῇ ἐπαίνους καὶ προσρήσεις. Τὸ ἑπόµενον τεµάχιον ἐκρίθη ὑπὸ πολλῶν ἀπαράµιλλον τὸ ὕψος:

Σήκω, κυρὰ µ᾿, νὰ στολιστῆς, νὰ πᾶς ταχιὰ στὰ Φῶτα,
στὰ Φῶτα καὶ στὸν ἁγιασµὸ καὶ στὸν καλὸ τὸ χρόνο.
Βάλε τὸν ἥλιο πρόσωπο καὶ τὸ φεγγάρι ἀστήθι,
καὶ τοῦ κοράκου τὸ φτερὸ βάλ᾿ το καµαροφρύδι.

Ἐπανερχόµενοι εἰς τὴν ἑορτὴν τὸν Ἁγίου Βασιλείου (τὴν Περιτοµὴν ἀγνοεῖ ὁ λαός, καὶ εὐλόγως), παραθέτοµεν τὸ κύριον τῆς ἡµέρας ἆσµα:

Ἅις- Βασίλης ἔρχεται ἀπὸ τὴν Καισαρίτσα,
βαστάει κόλλα καὶ χαρτί, χαρτὶ καὶ καλαµάρι.
«Βασίλη µ᾿ ποῦθεν ἔρχεσαι; καὶ ποῦθε κατεβαίνεις;»
Ἀπὸ τὴ µάννα µ᾿ ἔρχουµαι καὶ στὸ σκολειὸ πηγαίνω,
πάω νὰ µάθω γράµµατα, νὰ πῶ τὴν ἄλφα-βῆτα».
Καὶ στὸ ραβδί του ἀκούµπησε νὰ πῇ τὴν ἄλφα-βῆτα,
Καὶ στὸ ραβδί, ποὺ ἦταν ξερό, χλωρὰ βλαστάρια πέταε
κι ἀπάνου στὰ ξεβλάσταρα περδίκια κελαηδοῦσαν,
ὄχι περδίκια µοναχά, µόνε καὶ περιστέρια.

Τὸ ἆσµα τοῦτο µᾶς φαίνεται θαυµάσιον ἐν τῇ ἀφελείᾳ αὐτοῦ. Ἡ ἔµφυτος φιλοµάθεια τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, ἐν µέσῳ τοσούτων διωγµῶν καὶ θλίψεων ἐπιζήσασα, µετεχειρίσθη τὴν ἐπὶ παιδείᾳ φήµην τοῦ ἑλληνικωτάτου Ἁγίου ὡς προτροπὴν πρὸς τοὺς νέους πρὸς τὴν σπουδὴν καὶ µάθησιν, οὕτω δὲ καὶ µετὰ πολλοὺς αἰῶνας ὁ µέγας τῆς Καισαρείας φωστὴρ παρίσταται οἱονεὶ συγγράφων δευτέραν «Πρὸς τοὺς νέους Παραίνεσιν».

Τὰ ἄλλα ᾄσµατα τῆς ἡµέρας, ἀποτελοῦντα ὁρµαθὸν εὐχῶν καὶ ἐγκωµίων διὰ τὰ µέλη ἑκάστης οἰκογενείας, εἶναι οἱονεὶ συνέχεια τοῦ πρώτου ἐξαρτωµένη ἐκ τοῦ ἐν τῷ προτελευταίῳ στίχου, ὅτι τὰ «περδίκια κελαηδοῦσαν» καὶ ἰδοὺ τί κελαηδοῦσαν:

Γιὰ βάλε τὸ χεράκι σου
τοῦτο ἀποτείνεται πρὸς τὸν οἰκογενειάρχην:
στὴν ἀργυρῆ σου τσέπη
κι ἂν εὕρῃς γρόσα δῶσ’ µας τα, φλωριὰ µὴ τὰ λυπᾶσαι,
κι ἂν εὕρῃς καὶ µισὸ φλωρί, κέρνα τὰ παλληκάρια,
κέρνα τ᾿ ἀφέντη µ᾿ κέρνα τα, νὰ πιοῦνε στὴν ὑγειά σου,
καὶ στὴν ὑγειά σου, ἀφέντη µου, καὶ στὴν καλὴ χρονιά σου.
Νὰ ζήσεις χρόνια ἑκατό, διακόσα, παραπάνου,
κι ἀπ᾿ τὰ διακόσα κι ὕστερα ν᾿ ἀσπρίσεις νὰ γεράσεις,
ν᾿ ἀσπρίσεις σὰν τὸν Ἔλυµπο, σὰν τ᾿ ἄσπρο περιστέρι,
σὰν τ᾿ ἀηδονάκι ποὺ λαλεῖ, τὸ Μάη, τὸ καλοκαίρι.

Καὶ τί λαλεῖ τὸ ἀηδονάκι τοῦτο; Ἰδοὺ ἀκούσατε· λαλεῖ εὐχὰς διὰ τὰ ἄλλα µέλη τῆς οἰκογενείας:

Κυρά µου, τὸν ὑγιόκα σου, κυρά µ᾿, τὸν ἀκριβό σου,
τὸν ἔλουζες, τὸν χτένιζες, στὸ δάσκαλο τὸν πάινες,
κι ὁ δάσκαλος τὸν ἔδερνε µὲ δυὸ κλωνάρια µόσκο,
µὲ τέσσαρα βασιλικό, µὲ πέντε µαντζουράνα, κτλ.

Τοσαῦτα περὶ τοῦ υἱοῦ. Ἰδοὺ τώρα καὶ περὶ τῆς θυγατρός:

Κυρά µ᾿, τὴ δυγατέρα σου, κυρά µ᾿, τὴν ἀκριβή σου,
γραµµατικὸς τὴν ἀγαπᾶ, πραµµατευτὴς τὴ θέλει,
κι ὁ δάσκαλος ἀπ᾿ τὸ σκολειὸ γυρεύοντας τὴν στέλλει.

Δὲν ἐνθυµοῦµαι δυστυχῶς τὴν συνέχειαν τοῦ ᾄσµατος τούτου, τὸ ὁποῖον ἤρχισε νὰ γίνεται περίεργον, χάρις εἰς τὰ τολµηρὰ διαβήµατα τοῦ δασκάλου· ἀλλ᾿ εἰς τὸ µέλλον ἴσως δυνηθῶ νὰ συλλέξω πλείονα· ἐπὶ τοῦ παρόντος εὔχοµαι εἰς τὸν ἀναγνώστην ἐν ὑγείᾳ καὶ εὐτυχίᾳ τὸ Νέον Ἔτος.

ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ

«Ἐφηµερίς», 1 Ἰανουαρίου 1888



Σημειώσεις

1. Τ᾿ ἀποσιωπητικὰ δική μου προσθήκη.

2. Τὰ θαυμαστικὰ καὶ ἐρωτηματικὰ εἶναι τοῦ Παπαδιαμάντη.

3. Ὑπονοεῖ τὴ Σκιάθο, ὅπου στὰ παιδικά του χρόνια, μὲ τοὺς παιδικούς του φίλους καὶ συγγενεῖς, τὸ Σωτήρη Οἰκονόμου, τὸν Ἀλέξανδρο Μωραϊτίδη, τὸν περίφημο πλατωνιστὴ Σπυρίδωνα Μωραΐτη, γύριζαν τὶς γιορτὲς κι ἔψαλλαν τὰ κάλλαντα. (Βλ. σχετικὰ τὰ διηγήματα τοῦ «Τῆς Κοκώνας τὸ Σπίτι» καὶ «Ὁ Σημαδιακός» («Μάγισσες», Φέξης, σ. 71 κ.ἄ.).

4. Τὴ λέξη αὐτὴ προτιμᾶ νὰ χρησιμοποιεῖ πολλὲς φορὲς ὁ Παπαδιαμάντης. Πρβλ. καὶ τὴν ἁπάντηση τοῦ Παπαδιαμάντη στὸ Ζερβὸ γιὰ τὰ «Θαλασσινὰ Εἰδύλλια» («Ἄστυ», 28-29 Αὐγ. 1891).

5. Ἀντὶ βαπτισμὸς τοῦ κειμένου.

6. Ἀντὶ ἁγιασθοῦν καὶ ἁγιασθῆ τοῦ Ππδ.

7. Ἀντὶ στολισθῆς τοῦ Ππδ.

8. Ἀντὶ τοῦ πέταε τοῦ Ππδ.

9. Τὸ κείμενο τῆς «Ἐφημερίδας» ἔχει ῾στίχον᾿.

10. Ἀντὶ τοῦ χθένιζες τοῦ Ππδ. (πιθανώτατα τυπογραφ. λάθος).

11. Ἀντὶ τοῦ δάσσκαλος τοῦ Ππδ. Τὸ διπλὸ σ ἴσως ἠθελημένο γιὰ ν᾿ ἀποδώσει τὴν προφορὰ τοῦ ῾ch᾿.

12. Τὴν θέλει (τὸ κείμενο).

13. Σχολειὸ (τὸ κείμενο τῆς Ἐφημ.).

14. Γυρεύωντας τὴν στέλλει (ἀδιανόητη γραφὴ στὸ ἴδιο κείμενο).

15. Τρόπος ὑπεκφυγῆς ἐκ μέρους τοῦ Παπαδιαμάντη, ποὺ προσπαθοῦσε στὴ ζωὴ καὶ στὴν τέχνη ν᾿ ἀποφεύγει τὴν αἰσχρὴ καὶ πολὺ συνηθισμένη δυστυχῶς στὰ χρόνια μας ἐκμετάλλευση τῆς περιέργειας τοῦ ἀναγνώστη μὲ διάφορα πορνογραφικὰ καὶ τραγικὰ καρυκεύματα. «Ἡ ὕλη αὕτη εἶναι ζῶν πῦρ...» φωνάζει κάπου, καὶ πετᾷ ἀπότομα τὴν πέννα του, σταματώντας τὴ διήγησή του στὴ μέση. Μάθημα καὶ παράδειγμα γιὰ μίμηση, ἐφ᾿ ὅσον ὑπάρχει καιρός. Στὸ «Σημαδιακό» («Οἱ Μάγισσες», ἔκδ. Φέξη, σελ. 151), ἐκτὸς ἀπ᾿ τὴν ἰδιαίτερη ἐξύμνηση κάθε προσώπου τοῦ σπιτιοῦ, μᾶς δίνει ὁ Παπαδιαμάντης κι᾿ ἕνα ὡραῖο σκιαθίτικο δημοτικὸ τῆς Πρωτοχρονιᾶς, ποὺ περιλαμβάνει ὅλα τὰ παιδιά, τ᾿ ἀγόρια τὰ ξενιτεμένα στὸ πέλαγος καὶ στὴ βιοπάλη:

Κυρά μου, τὰ παιδάκια σου, κυρά μου, τ᾿ ἀκριβά σου,
καράβι τριοκάταρτο στὸ πέλαγο ἀρμενίζουν
καὶ μὲ τ᾿ ἀφέντη τὴν εὐχὴ γρόσα πολλὰ θὰ φέρουν.

Κι ὁ κὺρ Βορηᾶς τὰ κύματα φυσάει καὶ τὰ σπρώχνει.

Σπρῶχνε, Βορηά,τὰ κύματα, νὰ μὤρθει τὸ παιδί μου,
Τ᾿ ἀγαπημένο μου πουλὶ καὶ τὸ ξεπεταρούδι,
ἀνάθρεμμα τῆς ἀγκαλιᾶς, τῆς ξενιτιᾶς λουλούδι...


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου