Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2025

Η Μειοψηφία των Μαζών Για το βιβλίο του Ι.Γ. Κουρεμπελέ, «Η Πλειοψηφία του Ενός»

από
 Νίκος Μαυρίδης

Το βιβλίο του Γιάννη Κουρεμπελέ, «Η Πλειοψηφία του Ενός», από τις καλαίσθητες Εκδόσεις Κυριακίδη, με ένα προσεγμένο και ιδιαίτερα συμβολικό εξώφυλλο, είναι ένα βιβλίο που κάποιοι θα μπορούσαν να κατατάξουν στην λεγόμενη «Πολιτισμολογία». Οι Αγγλοσάξωνες αλλά και οι Ρώσοι αποκαλούν το αντικείμενο «Κουλτουρολογία» ή «Πολιτισμικές Σπουδές» και κάποιοι άλλοι θα μπορούσαν να το κατατάξουν στην Πολιτική Θεολογία ή ακόμη ακόμη σε κάτι που, ανεπαισθήτως πως, σχηματίζεται στον δημόσιο λόγο, στη «Πολιτισμική Θεολογία». Σε κάθε περίπτωση, οι ανωτέρω κατατάξεις ελέγχονται ως ανακριβείς σε συνάρτηση με τις βαθύτερες προθέσεις του συγγραφέα.

Η πρώτη παρατήρηση κατά την ανάγνωση του κειμένου είναι ότι ο Κουρεμπελές αρθρώνει λόγο ως δεινός γνώστης της ορθόδοξης θεολογίας, αλλά και ως εξαιρετικός χειριστής μιας γλώσσας που τείνει να λησμονηθεί, καθώς ο σύγχρονος κόσμος  δεν εγκύπτει πλέον  στα μεγάλα κείμενα της Ορθόδοξης παράδοσής μας. Έτσι, γίνεται αντιληπτό ότι παρακολουθεί κανείς την τεκμηριωμένη θέση ενός ειδικού. Εικάζουμε, με το δικαίωμα που έχει κάθε αναγνώστης να αναζητά τα βαθύτερα αίτια και τους στόχους του κειμένου που μελετά, ότι οι στόχοι του παρόντος έργου είναι αυθεντικά θεολογικοί.

Ο Κουρεμπελές εμβαθύνει στον σύγχρονο μεταμοντέρνο πολιτισμό για να καθαρίσει το πεδίο του από προσμείξεις που το καθιστούν ετερόνομο απέναντι στα αυθεντικά θεμέλιά του. Κοντολογίς επιμένει ότι η Θεολογία και το Ορθόδοξο δόγμα είναι ένας τόπος με ιδιαίτερη αυτονομία, αυτοδύναμος ως προς  την πολυσθένεια των απόψεων και της σοφιστικής δόξας, φαινόμενα που διέπουν λόγους οιονεί φιλοσοφικούς, όπως αυτοί που προαναφέραμε, εν άλλαις λέξεσιν: πλείστες όσες επιφάσεις κουλτούρας, πολιτικής, πολιτισμού, επιστημών και τεχνών.

Βάλλει, εν πρώτοις, εναντίον μιας φιλελευθερίζουσας Θεολογίας που χαρακτηρίζει την εποχή του «Μεταμοντέρνου», η οποία, κατά τη εκτίμησή του, συνιστά μια καίρια παρανόηση του θεολογικού λόγου, μια παρέκκλιση που απομακρύνει την παραγωγή γνώσεως από την οντολογική αλήθεια. «Αληθειομάχεια» ονομάζει το πεδίο αυτής της Θεολογίας, προσφυώς, και την αντιλαμβάνεται ως «θρησκειοσυγχητική»[1].

Εντυπωσιάζει βεβαίως - και ξαφνιάζει συνάμα - η αρκετά συχνή χρήση του βιβλίου του Κορνήλιου Καστοριάδη, «Η Άνοδος της Ασημαντότητας». Ο Καστοριάδης καταδίκαζε μεν την πολυσθένεια και ισοτιμία των θεωριών και ιδεών της «Μεταμοντέρνας Συνθήκης», αλλά το «αντι-ουσιολογικό» περιεχόμενο του έργου του καταδεικνύει κοινή κατεύθυνση με εκείνη που θα ακολουθούσε το ρεύμα του Μεταδομισμού και το οποίο, κάπως αντιφατικά, κατακρίνει[2].

Χαρακτηριστική η φράση του Καστοριάδη από την Άνοδο της Ασημαντότητας, την οποία μετέρχεται ο Ι. Κουρεμπελές: «αν όλες οι αφηγήσεις είναι ισότιμες στο όνομα τίνος πράγματος θα καταδικάσουμε την «αφήγηση» των Αζτέκων και τις ανθρωποθυσίες τους, ή τη χιτλερική «αφήγηση» και όλες τις προεκτάσεις; Και γιατί η διακήρυξη του «τέλους των μεγάλων αφηγήσεων δεν είναι και η ίδια μία αφήγηση; Τη διαυγέστερη εικόνα αυτής της κατάστασης τη δίνουν οι «θεωρίες του μεταμοντερνισμού» που αποτελούν την πιο ξεκάθαρη, θα έλεγα μάλιστα την πιο κυνική έκφραση της άρνησης (ή της ανικανότητας) να αμφισβητηθεί η σημερινή κατάσταση»[3].

Στο όνομα τίνος, άραγε, θα μπορούσε ο Καστοριάδης να θεμελιώσει ως μοναδική και αναντικατάστατη την «Αυτονομία» της αρχαίας ελληνικής πόλεως, ενόσω βασίλευε θλιβερά το δουλοκτητικό σύστημα ή λάμβαναν χώρα ολέθρια, διαλυτικά της διαχρονικής ελληνικής «Αυτονομίας» γεγονότα, όπως η σφαγή των Μηλίων; Ας δεχθούμε, όμως, ότι η αφήγησή του διαφέρει υπεροχικώς και ηθικώς όλων των άλλων· υπό αυτή την οπτική, η ηθική αυθεντία που υπερασπίζεται δεν παραπέμπει στην ολοκληρωτική βεβαιότητα του πλατωνικού «Φυσικού Δικαίου» ή στις πολιτικές παραφυάδες που ο ίδιος απεχθανόταν;

Ο Γ. Κουρεμπελές όμως πασχίζει να σώσει και όχι να επιβάλλει τον θεολογικό λόγο, θεωρεί ότι η καρτεσιανή αμφιβολία του νεωτερικού κοσμοειδώλου είχε ως απώτατη σκοποθεσία να εξοντώσει τον κοινοτικό θρησκευτικό λόγο και συνακολούθως να εγκαθιδρύσει μια οιονεί θρησκευτική αφήγηση του σύγχρονου ατόμου, μια «θρησκεία χωρίς θρησκεία».

Και νομίζουμε ότι σ’αυτό έχει ένα πολύ στέρεο δίκαιο, καθώς η εποχή μας είναι η εποχή όπου η φιλελεύθερη νεωτερικότητα παύει να είναι η κυρίαρχη αφήγηση. Κοντολογίς αυτό που φοβάται ο Καστοριάδης στην μετανεωτερική εφεκτικότητα, ήγουν την ισοσθένεια των αφηγήσεων, είναι και μια προσωπική ήττα της δικής του θεωρίας της «Αυτονομίας».

Η θεωρία της «Αυτονομίας» έλκει την καταγωγή της από την υπόθεση ότι το πολιτικό σώμα της αρχαίας ελληνικής δημοκρατίας, πρόδρομος του νεωτερικού ρεπουμπλικανισμού, είχε πάρει τις αποστάσεις της από την «ετερόνομη», θρησκευόμενη θέσμιση των πολιτειακών νόμων.

Ο Καστοριάδης φοβάται, πολύ λογικά, ότι μέσα από το σώμα της νεωτερικότητας και της κυρίαρχης ουμανιστικής αφήγησής της —η οποία είχε καταστείλει την «ετερόνομη» λογική του Χριστιανισμού— αναδύεται το σώμα του μεταμοντερνισμού. Ο Μεταμοντερνισμός καθιστά τη Νεωτερικότητα απλώς μια ακόμη αφήγηση —δίπλα σε αυτήν του Χριστιανισμού— ανάμεσα σε άλλες, επαναφέροντας έτσι την «αφήγηση» του Χριστιανισμού, που είχε περιθωριοποιηθεί, σε ισότιμη θέση. Με άλλα λόγια, στα μάτια του Καστοριάδη, η μετανεωτερικότητα αναφύεται ξανά ως παράδοση της «Ετερονομίας».

Δεν ήταν, όμως, όλη αυτή η αποτυχία παρά η αναπόφευκτη συνέχεια του Μάη του ’68; Εκείνου του κινήματος που διεκδίκησε δικαιώματα για όλους και, στο τέλος, μετέτρεψε τα δικαιώματα σε προνόμια —ή, πιο σωστά, σε «προνομιακά δικαιώματα»; Δεν ξενίζει λοιπόν η οργή του Καστοριάδη ή του Νόαμ Τσόμσκι απέναντι στον Μεταμοντερνισμό, όταν αμφότεροι αναδείχθηκαν ως στοχαστές παγκόσμιας απήχησης από το μεταμοντέρνο star system;

Εντούτοις, παρεκβατικώς, θα πρέπει να σημειώσουμε τα εξής: η κριτική που ασκείται από τον χριστιανικό και τον πολιτικά συντηρητικό δημόσιο λόγο ενάντια - εν γένει και αορίστως- στο «Δικαίωμα» είναι εξαιρετικά επικίνδυνη, ειδικά για το σώμα της Εκκλησίας. Η Εκκλησία κινδυνεύει να ταυτισθεί ιδεολογικά και κοινωνικά με μια μεσαία τάξη, η οποία ενώ διαθέτει κατοχυρωμένα «δικαιώματα», ασκεί εξοντωτική κριτική στο «δικαίωμα», υπονομεύοντας την δυνατότητα πλείστων όσων ανθρώπων να διεκδικήσουν δικαιώματα που είτε στερούνται είτε κινδυνεύουν να απωλέσουν. Τα κοινωνικά δικαιώματα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τα έμφυλα δικαιώματα, προς τα οποία συνήθως κατευθύνονται τα βέλη της συντηρητικής κριτικής έναντι του «Δικαιώματος».  Όταν ο καθηγητής Γιανναράς κατήγγελλε, καθ’υπερβολήν βεβαίως, την «Απανθρωπία του Δικαιώματος»,  βιώναμε εποχή  δαψίλειας και υπεραφθονίας δικαιωμάτων. Σήμερα η κριτική της «απανθρωπίας του δικαιώματος» μοιάζει στα μάτια του ενός ημίσεος της κοινωνίας, το οποίο παραπαίει, ως μια αφήγηση «απάνθρωπων δικαιωματούχων».

Ας επανέλθουμε όμως στην «Πλειοψηφία του Ενός»: ο Κουρεμπελές επιχειρεί με δύναμη και ορμητικότητα την δική του αποδόμηση του νεωτερικού λόγου με ιδιαίτερο πεδίο τον τόπο μας. Ορθότατα και καίρια επισημαίνει ότι: «στο «θεολογικό», επιστημονικό πεδίο, κατά τη νεότερη και σύγχρονη εποχή, μιλώ για τον τόπο μας, δεν συνέβη εμφανώς, ως όφειλε, η ενυποστασία της φιλοσοφίας και της θεολογίας εντός της ανθρωπολογίας και θεανθρωπολογίας αντίστοιχα. Έτσι δεν λειτούργησε ο ανακαλυπτικός λόγος της φιλοσοφίας σε σχέση με τον αποκαλυπτικό της θεολογίας;»[4].

Πιο συνοπτικό ρεζουμέ του αδιεξόδου τόσο της φιλοσοφίας όσο και της θεολογίας στον τόπο μας δύσκολα συναντά κανείς, είτε σε φιλοσοφικό βιβλίο είτε σε έργο θεολογικής εποπτείας. Τη δεκαετία του ’90 προσπαθούσαμε μάταια να πείσουμε γνωστούς και αγνώστους για τη θεολογική προέλευση της σύγχρονης νεωτερικής φιλοσοφίας και ανθρωπολογίας, αλλά και για την ανάγκη της νεωτερικής παράδοσης να μελετήσει τη γενεαλογία της. Σήμερα παρατηρούμε ότι είναι σχεδόν αδύνατον να επιχειρηματολογήσουμε για τις φιλοσοφικές προεκτάσεις, και πολλές φορές για τα θεμελιώδη φιλοσοφικά στοιχεία της θεολογίας — τα οποία, αντί να πλήττουν, ενισχύουν την αυτονομία τόσο της φιλοσοφίας όσο και της θεολογίας και, ταυτόχρονα, λαμπρύνουν τον λόγο και των δύο.

Οφείλουμε, ωστόσο, να αναγνωρίσουμε ότι πολύ σωστά ο Κουρεμπελές επισημαίνει πως η εμφιλοχώρηση της φιλοσοφίας στη θεολογία έχει, σε ορισμένες περιπτώσεις, αξιώσεις αφομοίωσης που φτάνουν μέχρι την εξαφάνιση της θεολογίας — κάτι που δεν συμβαίνει αν αντιστραφούν οι όροι. Από την άλλη πλευρά, αξίζει να σημειωθεί ότι η επιβίωση της θεολογίας, παράδοξα, στηρίζεται σε μια μετανεωτερική στρατηγική, αυτή της «αποδόμησης» της κυρίαρχης νεωτερικής αφήγησης. Ο Κουρεμπελές ακολουθεί ακριβώς αυτή τη στρατηγική: αποδόμηση του ευδαιμονισμού, αποδόμηση του νεομανιχαϊσμού και του δικαιωματισμού, καθώς και της «Κυριοκτονίας» ως «Κυριακοκτονίας». Πρόκειται για μερικές μόνο από τις πολλές ατραπούς που οδηγούν στο εξέχον δυναμάρι του βιβλίου, την Ε΄ ενότητα, στην οποία θα αναφερθούμε σε λίγο.

Άνευ αποδόμησης, και ιδού το παράδοξο, η περαιτέρω μακροημέρευση της Νεωτερικότητας θα είχε ισοπεδώσει τις παραδοσιακές θρησκείες. Οι νεωτερικές πολιτικές θρησκείες θα ηγεμόνευαν εις το ιστορικά εσχατολογικό διηνεκές της «Εκκοσμίκευσης».

Ήταν το χριστιανικό «Πνεύμα» και η  ελευθερία του χριστιανικού «Ατόμου» με το οποίο συντάχθηκε ο «αυτόνομος» Διαφωτισμός της Δύσης και αντετέθη στην ανατολική «Ύλη». Αυτή η μετανεωτερική στρατηγική ανέστρεψε εκείνη την άφευγκτη πορεία διά της οποίας η θρησκεία θα εξαφανιζόταν από τον νεωτερικής εμπνεύσεως Ολοκληρωτισμό. Ας μην διαλάθει της προσοχής μας: ήταν ο πρωθιερέας του Μεταμοντερνισμού, ο «πολύς» Derrida, αυτός που σάλπισε την «Επιστροφή της Θρησκείας» στην μετανεωτερική εποχή.

Στην Ε΄ Ενότητα του βιβλίου του, ο Κουρεμπελές φτάνει σε ένα θεολογικό κρεσέντο, εστιάζοντας στην εσχατολογική Ευχαριστία και αναδεικνύοντας τη ζείδωρη ποίηση του Ρωμανού Μελωδού. Μέσα από τη μελέτη αυτή, συνεχίζει να υφαίνει τη συζυγία ανάμεσα στην ποιητική τέχνη και την ευχαριστηριακή θεολογία του ορθόδοξου πολιτισμού, αντλώντας βαθιά πνευματική έμπνευση από τη σπουδαία διδακτορική του διατριβή για τον Ρωμανό. Η διατριβή του Ιωάννη Κουρεμπελέ είναι ελεύθερα προσβάσιμη στο διαδίκτυο και αξίζει να διαβαστεί με προσοχή· πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες μελέτες γύρω από ένα ζήτημα που, δυστυχώς, δεν έχει ακόμη λάβει τις αναγκαίες διαστάσεις. Αναφερόμαστε, φυσικά, στα κοντάκια του Ρωμανού του Μελωδού, έργα βαθύτατης σημασίας για τον θεολογικό λόγο της Ορθοδοξίας και γενικότερα του Χριστιανισμού.

Ο Κουρεμπελές διερευνά θεολογικά και ανθρωπολογικά τον «καινό χρόνο» που σηματοδοτεί η παρουσία του θεανδρικού σώματος του Χριστού εντός της Εκκλησίας, ανοίγοντας τη Θεία Ευχαριστία προς τα έσχατα ενός εν Πνεύματι χρόνου, ο οποίος «πληρώνει» τη βασιλεία του Τριαδικού Θεού. Λαμπρό όχημα προς αυτή την κατεύθυνση αποτελεί η οικουμενικής αξίας ποίηση του Ρωμανού του Μελώδου.

Η ποίηση του Μελωδού, βαθιά λειτουργική, χαρακτηρίζεται από τον Κουρεμπελέ ως «Χριστοδραματική». Στα κοντάκια του διαδραματίζεται η μετοχή του ανθρώπου, η μέθεξή του στην αλήθεια του Θεού εντός της Εκκλησίας, μέσα σε ένα σωτήριο, δραματουργικό γίγνεσθαι της Θείας Λειτουργίας.

Πρόκειται για ένα «αδιάλειπτο χρόνο» που αφηγείται μελωδικά και ποιητικά την «Δεύτερη Έλευση» του Θεού, την καθολική Ανάσταση της ανθρωπότητας. Παρελθόν, παρόν και μέλλον δεν τέμνονται αναμνηστικά, αλλά ενοποιούνται μέσα στα πλαίσια ενός χρόνου που συνέχει το γίγνεσθαι ως αιωνιότητα.

Θαυμάσια η ερμηνεία της αμαρτίας και της μετάνοιας στον Ρωμανό τον Μελωδό από τον Κουρεμπελέ: «η μεταναστάσιμη <μάταιη μετάνοια> των αμαρτωλών ανθρώπων συνδέεται με την κατ’ επίγνωση αμετανοησία που επιδεικνύουν στη ζωή τους. Εν προκειμένω, ο Ρωμανός δηλώνει την επίγνωση που θα έχει ο αναστημένος άνθρωπος ότι έχει όντως τον Θεό ενώπιόν του, τον οποίο, ως αμαρτωλός και άδικος, απαξίωνε να δει στη ζωή του, πάσχοντας στην μεταναστάσιμη κατάστασή του ενώπιον του απροσωπόληπτου Θεού <εν κατηφεία>»[5].

Το ευρύ επιμύθιο του βιβλίου ανοίγεται στο κρίσιμο ζήτημα αυτού που ο συγγραφέας αποκαλεί «Ευχαριστιομαχία» και αφορά την «εγχριστούμενη αυτεξουσιότητα» του ανθρώπου, πως δηλαδή, με απλά λόγια, θα ειρηνεύσει μέσα του ο άνθρωπος για να ειρηνεύσουν τα πάντα έξωθεν του.

Η Θεία Ευχαριστία, κατά τον συγγραφέα, ειδωλοποιείται όταν εστιάζουμε στο οριζόντιο επίπεδο της επισκοπικής παρουσίας εντός αυτής και όχι στον κάθετο άξονα —στη Θεοδοχία του ιερωμένου—, ήγουν στην πνευματική υπεροχή της παρουσίας του Θεανθρώπου στο γίγνεσθά της. Ο ιερέας, λέει, είναι «Θεοδόχος», και η λαβίδα της Θείας Ευχαριστίας αποτελεί το μέσο έκφρασης της Θεοδοχίας.

Η Θεία Ευχαριστία, κατά τον Κουρεμπελέ, δεν χωρεί τη διαίρεση του καθέτου και οριζοντίου ρόλου του ιερέως υπό πολιτικά ή πολιτικοθεολογικά συμφραζόμενα, αλλά προϋποθέτει τη μέθεξη: την απροσωπόληπτη μετοχή και ένωση ιερουργού και πιστού, την κοινωνία και όχι τη διαίρεση του Σώματος και του Αίματος. Πρόκειται, με τα λόγια του συγγραφέα, για το «Ενωτικό ποτήριο του θυσιαστικού Αίματος και Σώματος του Θεανθρώπου που ίσταται αναστάσιμο στην Αγία Τράπεζα»[6].

Ωστόσο, σημαντική και εξόχως καίρια είναι και μια εκ των ένδον κριτική ματιά αυτού που αποκαλεί «Θεοκτησία», μια εσωτερική κρίση της Θείας Ευχαριστίας: πρόκειται για την «Θεοκτησία»,  από τον εκείνης της κοπής Χριστιανό που θεώρει τον Θεό κτήμα του ανθρώπου. Είναι ειδωλική, λέει εύστοχα ο Κουρεμπελές, αυτή η θεοκτησία και συμπληρώνεται με την ακόμη ευστοχότερη έννοια του «Αγαπητισμού», στρέβλωση, κατ’ουσίαν της μεθέξεως του πιστού με τον τριαδικό Θεό, εντός της Θείας Λειτουργίας: «Εδώ η αγάπη του ανθρώπου για τον Θεό και τον άνθρωπο παραφθείρεται από τον εξατομικευμένο θεοκτήτη πιστό, ο οποίος φαντασιώνεται ότι κατέχει τον Θεό και γίνεται δικαιικός χειριστής, και άτεγκτος ελεγκτής που προβαίνει στην αφιλάνθρωπη <ανθρωποδικία>. Εδώ βεβαίως, βρίσκεται ο άλλος ευχαριστιοφθαρτικός κίνδυνος, μια ειδωλική ευχαριστιολατρίας, δηλαδή της ψευδοευχαριστίας που απαξιώνει το μετανοιακό είναι του όντως ασκούμενου ευχαριστιακού ανθρώπου και επενδύει τελικά στην τυπολατρία, η οποία υπόκειται είτε σε τηλευχαριστίες είτε οικο-εγωτικές προσευχές από τους ένθεν και ένθεν εξουσιαστές του Θεού» [7].

Αφήσαμε πολλά σημεία του βιβλίου του Ι. Κουρεμπελέ «Η Πλειοψηφία του Ενός» έξω από την παρουσίασή μας, όχι γιατί ήταν ήσσονος σημασίας, αλλά, όλως τουναντίον, γιατί ήταν εξαιρετικά σημαντικά για να αναλυθούν εκτενώς και επιλεπτώς μέσα στην οικονομία αυτού του κειμένου. Ευελπιστούμε ότι κάποια στιγμή θα επανέλθουμε εκ νέου στο βιβλίο του είτε με ένα δεύτερο εκτεταμένο κείμενο ή στα πλαίσια μιας ευρύτερης μελέτης για το έργο ενός σύγχρονου σπουδαίου θεολόγου, όπως ο Ιωάννης Κουρεμπελές.

[1] Ιωάννης Γ. Κουρεμπελές, Η Πλειοψηφία του Ενός, Εκδόσεις Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2024, Εισαγωγή, σελίδα 23 και 37.

[2] Όρα και: Gavin Ray, PostStructuralist Agency, Κεφ. 8, Castoriadis, Agency and the Socialised Individual, Edinburgh University Press 2020.

[3] Ό.π. σελ. 25.

[4] Ό.π. σ.σ 48, 49.

[5] Ό.π. σελ.172

[6] Ό.π. σελ. 191.

[7] Ό.π. σελ. 207.


2 σχόλια:

  1. Μου φαίνεται καλό το άρθρο για τον καλό καθηγητή Κουρεμπελέ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Και το βιβλίο πρέπει να είναι καλό και ορθόδοξο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή