Σάββατο 21 Μαρτίου 2026

Εκκλησία και πολιτική: όταν κάποιες πρωτοβουλίες θολώνουν επικίνδυνα τα όρια

Του Σωτήρη Μ. Τζούμα 

Η πρόσφατη παρουσία του Μητροπολίτη Αλεξανδρουπόλεως  Ανθίμου στην εκδήλωση για το βιβλίο «Ιθάκη» του πρώην Πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα,  δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη — ούτε να αντιμετωπιστεί ως μια απλή εθιμοτυπική συμμετοχή.  Εθιμοτυπική ήταν η επίσκεψη του κ.Τσίπρα στο γραφείο του Μητροπολίτη για να τον ευχαριστήσει προφανώς για την παραχώρηση της αίθουσαν για την παρουσίαση. Και αυτό ήταν υπεραρκετό.

Η εικόνα ενός Μητροπολίτη και μάλιστα της ακριτικής Ελλάδας να συμμετέχει ενεργά στην παρουσίαση του βιβλίου «Ιθάκη» δεν αποτελεί ένα αθώο στιγμιότυπο δημόσιας ζωής. Αντιθέτως, συνιστά μια πράξη με σαφές πολιτικό αποτύπωμα, που εκθέτει την Εκκλησία σε έναν ρόλο τον οποίο επισήμως δηλώνει ότι αποφεύγει.Και πρέπει να τον αποφεύγει! 

 Όταν μάλιστα αυτός ο  Ιεράρχης δεν περιορίζεται σε μια απλή τυπική παρουσία- για τα μάτια του κόσμου και του.. Αλέξη- αλλά επιλέγει να τοποθετηθεί δημόσια σε μια εκδήλωση με σαφές πολιτικό φορτίο, τότε ανακύπτουν εύλογα ερωτήματα.

Το πρώτο και βασικό: γιατί; 

▪️Γιατί ο Μητροπολίτης ένιωσε την ανάγκη να δώσει θεσμικό κύρος σε μια εκδήλωση που, πέρα από βιβλιοπαρουσίαση, λειτουργεί και ως προπομπός  πολιτικής  επανεμφάνισης;

▪️Γιατί έπρεπε να φανεί ότι ευλογεί το come back του Τσίπρα; Και τα ερωτήματα  δεν είναι ρητορικά. 

Ο πρώην πρωθυπουργός ως γνωστόν περιοδεύει ανά την Ελλάδα, παρουσιάζοντας το βιβλίο του. Κάποιοι εκ των συμβούλων του του πρότειναν προφανώς,  η κίνηση αυτή  να λειτουργήσει  και ως όχημα πολιτικής επανατοποθέτησης. 

Ως εκ τούτου σε μία τέτοια κίνηση κάθε δημόσια στήριξη —ιδίως όταν προέρχεται από θεσμικούς παράγοντες— αποκτά βαρύνουσα σημασία.Και μετρά. 

Η Εκκλησία και ασφαλώς οι Ιεράρχες μας δεν δικαιούνται  να αγνοούν  αυτή την πραγματικότητα. 

Είναι δύσκολο να αγνοήσει κανείς ότι τέτοιες κινήσεις —ιδίως όταν προέρχονται από πρόσωπα με επιρροή— αξιοποιούνται επικοινωνιακά και προβάλλονται από συγκεκριμένα κέντρα έστω και με υπερβολικό τρόπο. Δεν είμαστε πρωτάρηδες. Τα έχουμε ξαναζήσει. 

Και στην προκειμένη περίπτωση, ο κ. Τσίπρας φαίνεται να διεκδικεί μία θέση εκ νέου στο πολιτικό σκηνικό της χώρας και μάλιστα επιχειρεί αυτή την επανατοποθέτησή του εργαλειοποιώντας τα πάντα. .

Από τη μια η παραχώρηση του  χώρου από τη Μητρόπολη για να γίνει αυτή  η παρουσίαση όπως προείπαμε αλλά και η ουσιαστική τοποθέτηση του Μητροπολίτη σε αυτή  υπερβαίνουν κατά πολύ τα όρια της ευγένειας ή του διαλόγου. 

Συνιστούν, αντικειμενικά, παροχή θεσμικής κάλυψης. 

Ωστόσο η Εκκλησία, διαχρονικά, διεκδικεί έναν ρόλο υπεράνω πολιτικών αντιπαραθέσεων.

Γιαυτό όταν ένας εκπρόσωπός  της εμφανίζεται να παίρνει  θέση —έστω και έμμεσα— η εικόνα αυτή κλονίζεται. Δεν είναι ζήτημα πρόθεσης, αλλά εντύπωσης. Και η εντύπωση που δημιουργείται είναι ότι η Εκκλησία «γέρνει» προς συγκεκριμένες πολιτικές κατευθύνσεις.

Και μη μου πείτε ότι οι δύο αυτές συναντήσεις  Αλέξη- Ανθίμου πέρασαν απαρατήρητες ή δεν ενόχλησαν τον κ. Βελόπουλο που έχει άχτι τον Άνθινο. Ναι δεν ήταν αθώες!

Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται το πρόβλημα: ποιος εξουσιοδότησε έναν Ιεράρχη να προσδίδει στην Εκκλησία πολιτικό χρώμα;

Ακόμη πιο ανησυχητική ήταν κατά τη γνώμη μας  η αναφορά του στην ατελέσφορη- ευτυχώς λέμε εμείς- συμφωνία Τσίπρα–Ιερωνύμου του 2018 χαρακτηρίζοντας την  ως «ευκαιρία που χάθηκε». 

Μια τέτοια τοποθέτηση, σε μια εκδήλωση με σαφές πολιτικό πρόσημο, δεν είναι ουδέτερη. Αντιθέτως, εκλαμβάνεται ως έμμεση πολιτική τοποθέτηση υπέρ συγκεκριμένων επιλογών του παρελθόντος — επιλογών που είχαν διχάσει τόσο την κοινωνία όσο και την ίδια την Εκκλησία. Και αυτό είναι προκλητικό. 

Τι ακριβώς εξυπηρετεί, άραγε, μια τέτοια τοποθέτηση σήμερα; 

Σε μια περίοδο όπου η σχέση Εκκλησίας–Πολιτείας παραμένει ευαίσθητο ζήτημα,σε μία εποχή που ετοιμάζεται η αναθεώρηση του Συντάγματος- με κυοφορούμενες αλλαγές  όχι όλες  ευνοϊκές για το ισχύον status της Εκκλησίας-τέτοιες δηλώσεις δεν συμβάλλουν στον διάλογο — αντιθέτως, αναζωπυρώνουν παλιές εντάσεις.

Ας είμαστε ειλικρινείς: η Εκκλησία δεν μπορεί να παριστάνει τον ουδέτερο θεσμό και ταυτόχρονα να παρεμβαίνει επιλεκτικά, όταν αυτό εξυπηρετεί συγκεκριμένες συγκυρίες. 

Η διπλή αυτή στάση δεν είναι απλώς αντιφατική — είναι επικίνδυνη.

Διότι ανοίγει τον δρόμο για μια συζήτηση που μέχρι σήμερα πολλοί εντός της Εκκλησίας επιθυμούν να αποφεύγουν: τη ριζική αναθεώρηση των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας. 

Όταν εμφανίζονται Ιεράρχες της Εκκλησίας μας να συμμετέχουν ενεργά σε πολιτικές διεργασίες, τότε ενισχύονται —και νομιμοποιούνται— φωνές που ζητούν τον πλήρη διαχωρισμό, συμπεριλαμβανομένης της παύσης της κρατικής μισθοδοσίας του κλήρου.

Και εδώ προκύπτει μια ουσιαστική αντίφαση. Αν πράγματι θεωρείται θετικό το ενδεχόμενο αλλαγής του πλαισίου σχέσεων με το κράτος, τότε γιατί να απορρίπτεται εκ των προτέρων η συζήτηση για την αποδέσμευση της μισθοδοσίας του κλήρου από το Δημόσιο; Δεν είναι αυτή μια θέση που εδώ και χρόνια διατυπώνεται δημοσίως από πολλά πρόσωπα-επικριτές της Εκκλησίας;

 

Και υπάρχει και κάτι ακόμη, ίσως πιο κρίσιμο. Η κοινωνική βάση της Εκκλησίας δεν είναι δεδομένη. Ήδη παρατηρείται μια σταδιακή απομάκρυνση, ιδίως από τις νεότερες γενιές.Οι ναοί  μας δεν γεμίζουν πια. Αλλά αδειάζουν! 

 Και σε αυτή την συγκυρία  όταν οι πολίτες βλέπουν την Εκκλησία να εμπλέκεται —ή να φαίνεται ότι εμπλέκεται— σε πολιτικές διεργασίες, ενοχλούνται  και η αποστασιοποίηση αυτή ενισχύεται.

Οι δημόσιες σχέσεις είναι θεμιτές. Ο διάλογος επίσης. Αλλά χρειάζεται μέτρο. Διότι αν η Εκκλησία δώσει την εντύπωση ότι μετατρέπεται σε παράγοντα πολιτικής νομιμοποίησης, τότε ανοίγει η ίδια τον δρόμο για πιο ριζικές απαιτήσεις: διαχωρισμό, οικονομική αποδέσμευση, περιορισμό ρόλου.

Και τότε η συζήτηση δεν θα γίνεται με όρους σεβασμού, αλλά με όρους πίεσης.

Ίσως, λοιπόν, το ζήτημα δεν είναι αν ο Άνθιμος είχε δικαίωμα να παραστεί στην παρουσίαση του βιβλίου του Τσίπρα. 

Το ερώτημα είναι αν είχε λόγο να το κάνει — και κυρίως αν η Εκκλησία αντέχει τέτοιες υπερβάσεις ορίων αλλά  και  τις συνέπειες αψυχολόγητων και απερίσκεπτων επιλογών.

Η υπέρβαση αυτών των ορίων δεν  υπήρξε απλώς ατυχής. Ήταν στρατηγικά λανθασμένη.

Την εποχή της πανδημίας η Εκκλησία απαιτούσε από το κράτος να μην υπερβαίνει τις κόκκινες γραμμές που η ίδια είχε χαράξει . Αργότερα οι γραμμές αυτές έγιναν…κόκκινες κορδέλες που τις ποδοπάτησαν αμφότεροι. Δυστυχώς! 

Σε μια περίοδο αυξημένης ευαισθησίας γύρω από τον ρόλο των θεσμών, η Εκκλησία  δεν μπορεί να εμφανίζεται πως θολώνει η ίδια   τα όριά της. 

 

Και σε τελευταία ανάλυση : αντιλαμβάνονται οι αυτουργοί — ηθικοί και φυσικοί—  το κόστος αυτών των επιλογών  ή θα το διαπιστώσουν  εκ των υστέρων και τότε θάναι αργά;

https://exapsalmos.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου