Ἡ Ἀκολουθία τοῦ Μνημοσύνου πρός τήν Ἀνατολή τελεῖται
Παν. Δ. Παπαδημητρίου, PhD
αʹ ἔκδοσις, 15/2/2026
(γιά καλύτερη ἀνάγνωση, γιά τίς παραπομπές, τίς εἰκόνες, τίς ἀναφορές, κτλ., δεῖτε παρακάτω τό PDF)
Ἡ Ἀκολουθία τοῦ Μνημοσύνου, ὅπως καὶ κάθε Ἀκολουθία στὴν Ἐκκλησία μας τελεῖται ἁγιοπατερικά, παραδοσιακά, πρὸς τὴν Ἀνατολή.1 Καὶ τὸ Μνημόσυνον προσευχή εἶναι. Ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ περασμένου αἰώνα, κυρίως λόγῳ τῆς προτεσταντολατινογενοῦς πλάνης «versus populum» τῆς λειτουργικῆς κινήσεως (τουτέστι κατ’ οὐσίαν «θεατρική» προσευχή πρὸς τὸν Λαόν, ποὺ ἄρχισε ἀπὸ τὸν Λούθηρο καὶ τοὺς Προτεστάντες, πέρασε στοὺς Ρωμαιοκαθολικούς, καὶ ὑπεστηρίχθη στήν αἱρετική Βʹ Βατικάνειο Σύνοδόν των), τὴν ὁποίαν προώθησαν καθ’ ἡμᾶς ἡμέτεροι παρασυρθέντες θεολόγοι, λειτουργιολόγοι, κληρικοί, τὸ μεγαλύτερο ποσοστὸ τῶν Ἱερέων μας - δυστυχῶς - τελοῦν τὸ Μνημόσυνον πρὸς τὸν Λαόν.
Ὑπάρχουν καὶ μερικοὶ ὑποστηρικτὲς τοῦ παρασυρθέντος Φουντούλη, ποὺ προωθοῦν τὴν ἀδιαφορία ἐν γένει γιὰ τὴν κατ’ Ἀνατολάς τέλεση τῶν Ἀκολουθιῶν, καὶ ὅτι ὅλα εἶναι «ἐντάξει». Αὐτὸ εἶναι μεγάλη πλάνη (ὑποσ. 1), καὶ τὰ πράγματα δὲν εἶχαν ἔτσι, οὔτε στὴν νεότητά μας στὸ χωριό, ὅπου οἱ Ἱερεῖς τελοῦσαν τὸ Μνημόσυνον πάντοτε πρὸς Ἀνατολάς, στὸ κέντρον τοῦ Ναοῦ, κάτω ἀπὸ τὸν μέγα Πολυέλεο (στὸ ἴδιο περίπου σημεῖο ὅπου διαβαζόταν παλαιὰ καὶ ἡ ὀπισθάμβωνος Εὐχή). Πολλῷ δὲ μᾶλλον ὅταν τὸ Ἅγιον Ὄρος, καὶ ὅλες οἱ ὑπόλοιπες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ἄλλων χωρῶν τηροῦν τὴν Παράδοση τῆς κατ’ Ἀνατολὰς τελέσεως τοῦ Μνημοσύνου, ἀκόμη καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Ἀρχιεπισκοπὴ Ἀμερικῆς ποὺ ἄγνωστο πῶς δὲν παρεσύρθη ἀπὸ τοὺς δικούς μας. 2Ἡ Ἀκολουθία τοῦ Μνημοσύνου εἶναι κυρίως Ἀκολουθία εὐεργετικὴ γιὰ τοὺς κεκοιμημένους ποῦ γίνεται ἀπὸ τὴν στρατευομένη Ἐκκλησία (ἀπὸ τοὺς ζῶντες Χριστιανούς). Οἱ κεκοιμημένοι ἅπαξ καὶ ἐκοιμήθησαν δὲν μποροῦν νὰ μετανοήσουν, διότι ἐν τῷ Ἅδη οὐκ ἔστι μετάνοια. Ὅμως ἡ ἀγάπη τῶν πιστῶν καὶ τῶν κληρικῶν πρὸς αὐτοὺς μέσῳ τῆς προσευχῆς τους στὰ Μνημόσυνα, καὶ ἰδιαίτερα στὴν Λειτουργία καὶ εἰδικὰ στὰ 40λείτουργα3 (ποῦ μποροῦν νὰ γίνονται καὶ ὁποτεδήποτε, ἀρκεῖ νὰ βρεθεῖ Ἱερεὺς ἢ Μοναστήρι νὰ λειτουργεῖ καθημερινῶς), τοὺς εὐεργετεῖ πάρα πολύ,4 καὶ ἀναλόγως τῆς καταστάσεως ποῦ ἔφυγαν (Κύριος οἶδεν).5
Ὀλίγας δεκαετίας πρίν, ἕνα μνημόσυνο γινότανε γιὰ ὅλα μαζὶ τὰ κόλλυβα.
Tὸ μνημόσυνον τελοῦνταν πάντοτε μὲ Θεία Λειτουργία, ἀφοῦ στὴν Θεία Λειτουργία γίνεται τὸ κατ’ ἐξοχὴν μνημόσυνον τοῦ τεθνεῶτος.
Τὰ κόλλυβα τοῦ Μνημοσύνου εὑρίσκοντο «ἐν τῷ μέσῳ» τοῦ Ναοῦ, στὴν ἴδια εὐθεία μὲ τὴν Ἁγία Τράπεζα (στὸν κεντρικό/διαμήκη ἄξονα τῆς Ἐκκλησίας), περίπου κάτω ἀπὸ τὸν μέγα πολυέλεο. Δὲν ὑπῆρχαν λουλούδια, οὔτε ἀνθοστολισμοὶ μέσα στὴν Ἐκκλησία, παρὰ μόνον δύο μεγάλες λαμπάδες δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ τῶν τραπεζιῶν τῶν κολλύβων καὶ πρὸς τὴν ἀνατολικὴ πλευρὰ τῶν τραπεζιῶν6 (πρὸς τὸ Ἱερό).
Οἱ συγγενεῖς τοῦ ἀποθανόντος στέκονταν στὸ κεντρικὸν κλῖτος τοῦ Ναοῦ,7 πίσω ἀπὸ τὰ κόλλυβα σὲ κάποια ἀπόσταση (γιατὶ θὰ ἐρχόταν ὁ Ἱερεὺς στὸ τραπέζι τῶν Κολλύβων νὰ τελέσει τὸ μνημόσυνον βλέπων πρὸς Ἀνατολάς). Λίγες καρέκλες ὑπῆρχαν μπροστὰ ἀπὸ τὰ κόλλυβα σὲ μια σειρά. Καθὼς ἔρχονταν στὴν Ἐκκλησία καὶ ἄλλοι συγγενεῖς καὶ φίλοι δημιουργοῦσαν στὸ κεντρικὸν κλῖτος «σειρὲς» πρὸς τὰ πίσω, ἰστάμενοι ὄρθιοι μέχρι τὸ τέλος τῆς Λειτουργίας καὶ τοῦ Μνημοσύνου (ὅπως καὶ ὁ πλεῖστος Λαὸς ὄρθιοι στέκονταν μέχρι τὸ τέλος).
Κατὰ τὴν τέλεσιν τοῦ Μνημοσύνου, οἱ ἱερεῖς ἐξέρχοντο τοῦ Ἱεροῦ Βήματος καὶ ἵσταντο ἔμπροσθεν τῶν κολλύβων μὲ τὸ πρόσωπο στραμμένο γιὰ Προσ-Εὐχή, ἤτοι στραμμένοι πρὸς Ἀνατολάς.
Ὁ Λαὸς τῆς Ἐκκλησίας στὸ Μνημόσυνο ἄφηνε τὴν θέση του καὶ προσέγγιζε καὶ στεκόταν πίσω καὶ στὰ πλάγια ἀπὸ τὸ Μνημόσυνον.
Τί ὡραῖα νὰ προσεύχεται ὅλη ἡ Ἐκκλησία, ὅλοι οἱ Πιστοὶ γιὰ τοὺς κεκοιμημένους σου!
Τί δύναμη ἔχει αὐτὴ ἡ προσευχή!
Σύγκρινε μὲ τὴν σημερινὴ πρακτικὴ τῶν πολλαπλῶν ξεχωριστῶν μνημοσύνων μετὰ τὴν Λειτουργία καὶ τὸ ἀντίδωρον, ἀφότου φύγει ὁ Λαός, εἰς τὰς ἐνορίας τῶν μεγαλουπόλεων ἢ τὰ ἰδιωτικὰ μνημόσυνα.
Ἀλοίμονο, μὲ τοὺς μοντερνισμοὺς καὶ προτεσταντισμοὺς ἐξασθενίζει ἡ Προσευχὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ποτὲ δὲν θυμόμαστε στὴν ἐπαρχία Μνημόσυνο νὰ τελέστηκε σὲ νεκροταφεῖο, ἢ ἀφ' ὅτου φύγει ὁ κόσμος ἀπὸ τὴν ἐκκλησία. Δὲν φταίει ὁ κόσμος ποῦ τυχὸν κάνει ἰδιωτικὰ μνημόσυνα στὰ νεκροταφεῖα. Ὁ Ἱερεὺς καὶ ὁ Ἐπίσκοπος πρέπει νὰ κατηχοῦν τὸν κόσμο νὰ κάνει τὰ μνημόσυνα στὴν ἐνορία γιὰ νὰ προσευχηθεῖ καὶ ὅλος ὁ λαὸς γιὰ τὸν κεκοιμημένο τους. Τὰ μνημόσυνα πρέπει νὰ τελοῦνται μὲ τὸν κόσμο παρόντα στὴν Ἐκκλησία, λαὸς ὁλόκληρος λέει ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος,8 καὶ ὁ κόσμος πρέπει νὰ κατηχηθεῖ ἀπὸ τοὺς Ἱερεῖς, ὅτι ἰδιαίτερα ἐκείνη τὴν ἡμέρα ποῦ τελεῖται τὸ μνημόσυνο πρέπει νὰ προσεύχονται (καὶ) γιὰ τὴν ψυχή του ἀποθανόντος.
Ἐπανερχόμενοι στὴν ἰστορία, στὸ τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας, λίγο μετὰ τὴν ἔξοδο τοῦ Ναοῦ, κρατοῦσαν δύο Ἐπίτροποι ἕνα μεγάλο λευκὸ σεντόνι, ἢ μία λεκάνη ἀργότερα, ὅπου ἔριχναν μαζὶ ὅλα τὰ κόλλυβα (ἀπὸ ὅλα τὰ μνημόσυνα). Μοιράζανε στὸν κόσμο χαρτοπετσέτες, καὶ μὲ ἕνα πιατάκι (ποῦ σέσουλα τότε) ἔδιδαν στὴν χαρτοπετσέτα ποῦ κράταγε ὁ κόσμος τὰ κόλλυβα (οὔτε κύπελα, οὔτε χαρτοσακκούλες μὲ σταυρούς καὶ ἀγγελάκια, οὔτε κουταλάκια, κλπ.).
Ἔτσι εἶχαν τὰ πράγματα στὸ χωριὸ ποῦ μεγαλώσαμε, καὶ μὲ ἔγγαμους Κληρικούς· οἱ Ἱερεῖς τελοῦσαν τὰ Μνημόσυνα «ἐν τῷ μέσῳ» πρὸς τὴν Ἀνατολή. Καὶ ὄχι μόνον στὸ χωριό, ἀλλὰ καὶ στὴν Ἀθήνα ὅπως μᾶς εἶπε ὁ π. Γεράσιμος Ἁγιορείτης:9 «Σὲ ὅσες ἐκκλησίες θυμᾶμαι Μνημόσυνα (ἀπὸ παιδί), κατ' Ἀνατολὰς ἦταν στραμμένος ὁ Ἱερέας».
Περίπου τὸ 2010 παρατηρήσαμε (συνειδητά) πρώτη φορά στὴν Ἀθήνα Ἱερεῖς νὰ τελοῦν τὸ Μνημόσυνον ἐξ’ ἀποστάσεως, πρὸς τὴν Δύση, καὶ ἀφ’ ὑψηλοῦ ἀπὸ τὴν Ὠραία Πύλη (οἱ περισσότεροι παρασυρθέντες ἐν ἀγνοίᾳ μὴ γνωρίζοντες γιατί, ἀλλὰ πολλοὶ δυστυχῶς οὔτε ἐνδιαφερόμενοι νὰ μάθουν), ἀτενίζοντες καὶ προσευχόμενοι πρὸς τὸν Λαόν,10 δηλ. προσευχόμενοι πρός τὴν Δύσιν (versus populum). Ἄλλοτε, ἂν εἶναι «Τρισάγιο», λίγα κόλλυβα τοποθετημένα στὰ σκαλιὰ τοῦ Ἱεροῦ, πάλιν Ἱερεῖς τὸ τελοῦν εἴτε πρὸς Βορρᾶ, εἶτε πρὸς Νότο,11 ὄχι ὅμως πρὸς τὴν Ἀνατολή, ἀναλόγως σὲ ποιὰ μεριὰ εἶναι τοποθετημένα τὰ κόλλυβα, μὴ μετακινούμενοι οὐδόλως ἐκ τῆς Ὠραίας Πύλης.
Τὴν σήμερον στὴν Ἑλλάδα, μεγάλο μέρος τῶν Κληρικῶν συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν Ἐπισκόπων, παρασυρθέντες, τελοῦν τὸ Μνημόσυνον ἀντικανονικῶς πρὸς τὴν Δύση. Καὶ στὴν Κύπρο, καὶ στὴν Αὐστραλία παρατηρήσαμε Ἑλληνορθόδοξους Ἐπισκόπους νὰ τελοῦν τὸ Μνημόσυνον πρὸς τὴν Δύση ἀπὸ τὴν Ὡραία Πύλη.
Εἰκ. 1. Τέλεσις Μνημοσύνου ἐξ ἀποστάσεως καὶ πρὸς τὴν Δύση. Ἱ.Ν. Ἁγ. Ἀχιλλίου Λαρίσης (2018).
Μὲ μεγίστη ἔκπληξη ἐπίσης μάθαμε ὅτι ἄλλοι Χριστιανοί, μεσήλικες μάλιστα, δὲν ἔχουν δεῖ ποτὲ τὸν Ἱερέα στὴν Ἑλλάδα νὰ τελεῖ τὸ Μνημόσυνον κατ’ Ἀνατολάς!12
Ὅμως καὶ τὸ Μνημόσυνον προσευχὴ εἶναι, καὶ ἔτσι καὶ αὐτὸ πρέπει ἱεροκανονικῶς, ἁγιοπατερικῶς, σύμφωνα μὲ τοὺς Ἁγίους Πατέρας μας καὶ τὴν Ἀποστολικὴ Παράδοση νὰ τελεῖται πρὸς Ἀνατολάς.
Τελεῖται πρὸς Ἀνατολάς, σημαίνει νὰ ἐξέρχεται ὁ Ἱερεὺς (καὶ ὁ Ἀρχιερεὺς13) τῆς Ὠραίας Πύλης καὶ νὰ ἴσταται «ἐν τῷ μέσῳ» (στὴν εὐθεία μὲ τὴν Ἁγία Τράπεζα καὶ τὸν Ἐσταυρωμένο Χριστό τῆς Ἁγίας Τραπέζης), μπροστὰ ἀπὸ τὰ κόλλυβα τοῦ Μνημοσύνου, μὲ τὸ πρόσωπον διὰ Προσ-Εὐχὴν, ἤτοι στραμμένος πρὸς Ἀνατολάς, ὅπως καὶ ὅλος ὁ Λαὸς πρὸς τὴν Ἀνατολή προσεύχεται.
Πάντως καὶ στὶς ἡμέρες μας εἶδαμε πρόσφατα παραδοσιακὴ τέλεση Μνημοσύνου στὴν Ἀθήνα, σὲ ἐνοριακὸ ναό (βλ. Εἰκ. 15).
Στὴν Ἑλληνορθόδοξη Ἀρχιεπισκοπή Ἀμερικῆς, καὶ παλαιά, καὶ σήμερα, τελοῦν τὰ Μνημόσυνα πρὸς τὴν Ἀνατολήν, καὶ σὲ Συλλείτουργο. Δεῖτε τὶς φωτογραφίες στὸ τέλος τοῦ ἄρθρου. Καὶ σὲ μοναστήρια τοῦ γ. Ἐφραῖμ στὴν Ἀμερική, εἴδαμε ὅτι οἱ Ἱερεῖς πρὸς Ἀνατολάς τελοῦν τὸ Μνημόσυνον.
Στό δέ Ἅγιον Ὄρος, σύμφωνα μὲ τὸν π. Γεράσιμο Ἁγιορείτη:14 «σὲ μοναστήρια καὶ κελιά, σὲ ὅσα Μνημόσυνα ἔτυχα (εἴτε Κτιτορικά, εἴτε Πατέρων) ὅλοι οἱ Ἱερεῖς Ἀνατολικὰ ἦταν στραμμένοι (λέω Ἱερεῖς "πληθυντικό", γιατί στὰ Κτιτορικά, λόγῳ πανηγύρεως τοῦ Καθολικοῦ, λαμβάνουν μέρος πολλοὶ Ἱερεῖς καὶ Διάκοι)».
Στὶς ἑπόμενες ἑνότητες θὰ μελετήσουμε Τυπικά, ἐτήσια Τυπικά (Δίπτυχα), Ἱερατικά, καὶ ἄλλες πηγές, καὶ φυσικὰ τὴν ζῶσα Παράδοση, σχετικὰ μὲ τὴν τέλεση τοῦ Μνημοσύνου.
Εἰκ. 2. Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον. Τέλεσις Μνημοσύνου κατ’ Ἀνατολάς, 2023 (yt ZsE0fLRVMZI).
Εἰκ. 3. Ἱ.Μ.Μ. Βατοπαιδίου. Κτητορικόν Ἀρχιερατικόν Μνημόσυνον, 2025 (thesspress.gr). Οἱ πιστοὶ, οἱ μοναχοὶ καὶ οἱ κληρικοὶ (καὶ οἱ Ἀρχιερεῖς) κρατοῦν ἀναμμένα κεριά σύμφωνα μὲ τὴν Παράδοσιν.
Εἰκ. 4. Ψυχοσάββατον, κόλλυβα ἐν τῷ μέσῳ, τέλεσις μνημοσύνου πρὸς Ἀνατολάς. Ἑλληνορθόδοξος Ἱ.Ν. Ἁγ. Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Houston, TX, ΗΠΑ, 6/6/2020.
Εἰκ. 5. Ἀντιοχειανή Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ψυχοσάββατον, κόλλυβα ἐν τῷ μέσῳ, τέλεσις μνημοσύνου πρὸς Ἀνατολάς. Ἱ.Ν. Προφ. Ἠλιοῦ, New Castle, PA, ΗΠΑ, 26/2/2022.
Εἰκ. 6. Ἱ.Ν. Παναγίας Παντανάσσης Λεμεσοῦ, 2021. Παραδοσιακή τέλεσις Μνημοσύνου, μετὰ Ἀρχιερέων, πρός τὴν Ἀνατολή «ἐν τῷ μέσῳ» στὴν εὐθεία μὲ τὴν Ἁγία Τράπεζα (φωτογραφία: adologala).
Εἰκ. 7. Ἱ.Μ.Μ. Βατοπαιδίου, Ἅγιον Ὄρος, 2012. Παραδοσιακή τέλεσις Μνημοσύνου μετὰ Ἀρχιερέως πρός τὴν Ἀνατολή καὶ «ἐν τῷ μέσῳ» στὸν κεντρικὸ ἄξονα τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ πιστοὶ καὶ οἱ κληρικοὶ (μέχρι καὶ ὁ Ἀρχιερεύς) κρατοῦν ἀναμμένα κεριά σύμφωνα μὲ τὴν Παράδοσιν (τὰ ὁποία διανεμήθηκαν προηγουμένως).
1. Τὸ ἰσχῦον Τυπικὸν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (ΤΜΕ) 15
Τό ΤΜΕ δὲν ἔχει λεπτομέρειες γιὰ τὸ Μνημόσυνον (τὸ ὁποῖον θεωρεῖται αὐτονόητο), ἀλλὰ γιὰ τὸ Ψυχοσάββατον ἀναφέρει:
«… εἶτα ψάλλονται τὰ Τροπάρια Μετὰ πνευμάτων δικαίων, μνημονεύονται ἐπὶ τῶν κολλύβων τὰ ὀνόματα τῶν κεκοιμημένων …».16
Μνημονεύονται λέει «ἐπὶ τῶν κολλύβων», ὄχι ἐξ ἀποστάσεως. Τὸ «ἐπὶ τῶν κολλύβων» εἶναι δηλωτικό ὅτι ὁ Ἱερεὺς ἐξέρχεται τοῦ Βήματος καὶ τῆς Ὡραίας Πύλης καὶ ἄρα τελεῖ τὸ Μνημόσυνον πρὸς Ἀνατολάς (πρβλ. ὑποσ. 1).
Τὸ ΤΜΕ καίτοι δὲν ἀναφέρει ἀκριβῶς τὴν θέσιν τῶν κολλύβων γιὰ τὸ Μνημόσυνον/Ψυχοσάββατον (προφανῶς τὰ μνημόσυνα δὲν ἤθελαν ἰδιαίτερη ἐπεξήγηση καθότι τελοῦνται τακτικότατα), ὑποννοεῖται ὅμως ἐν τῷ μέσῳ τοῦ Ναοῦ, ὅπως ἡ Παράδοσις μᾶς κληρονόμησε (βλ. Εἰκ. 8, Εἰκ. 9) καὶ τὸ εἴδαμε στὴν νεότητά μας στὶς ἐνορίες, καὶ ὅπως τὸ ἀναφέρει τό ΤΜΕ σὲ ἄλλες περιπτώσεις ὅπως:
Γιὰ τὴν Ἀρτοκλασία λέγοντας: «ὁ Διάκονος καὶ ὁ Ἱερεὺς … ἵστανται ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ναοῦ, ὅπου εἰσὶ προτεθειμένοι οἱ ἄρτοι, οἶνος καὶ ἔλαιον».17
Ἐπίσης γιὰ τὴν Παγκόσμιο Ὕψωση τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ, ἔχει: «Ὁ ἱερουργῶν Ἱερεύς … φέρει τὸν Σταυρὸν ἐν τῷ μέσῳ τοῦ Ναοῦ ἔνθα ἵσταται τὸ Τετραπόδιον ηὐτρεπισμένον, καὶ κύκλῳ αὐτοῦ περιελθών τρὶς ἴσταται, καὶ βλέπων πρὸς Ἀνατολὰς, κρατῶν δὲ εἰς χεῖρας τὸν δίσκον ἐκφωνεῖ Σοφία, ὁρθοὶ, …».18
Ἐπίσης καὶ γιὰ τὰ Ἅγια Θεοφάνεια τό ΤΜΕ ἔχει: «… ὁ δὲ Πατριάρχης (ἢ ὁ Ἀρχιερεὺς) κατέρχεται τοῦ Θρόνου καὶ ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τοῦ Ναοῦ, ἔνθα κεῖται ἡ τράπεζα καὶ τὸ δοχεῖον τοῦ Ἁγιασμοῦ, φορῶν ἐπιτραχήλιον καὶ ὠμόφορον».19
Ἄρα, ἡ σωστὴ τάξη τοῦ Μνημοσύνου εἶναι νὰ τεθοῦν τὰ κόλλυβα στὸ «κέντρο», «ἐν τῷ μέσῳ» τοῦ Ναοῦ (ὅπως παλαιὰ στὶς ἐνορίες, τὸ ὁποῖον εἴδαμε νὰ ἀκολουθεῖται καὶ σήμερα) ἢ ὁπωσδήποτε στὴν ἴδια εὐθεία μὲ τὴν Ἁγία Τράπεζα (στὸν κεντρικό/διαμήκη ἄξονα τῆς Ἐκκλησίας), καὶ ὁ Ἱερεύς νὰ τελέσει τὸ Μνημόσυνον μπροστὰ ἀπὸ τὰ κόλλυβα μὲ τὸ πρόσωπον γιὰ προσευχή δηλ. στραμμένος πρὸς τὴν Ἀνατολή.
Εἰκ. 8. Ἱ.Ν. Παναγίας Φανερωμένης Κῶ. Ψυχοσάββατον πρὸ τῆς Πεντηκοστῆς (2023). Τέλεσις «Ψυχοσαββάτου» (Μνημοσύνου) πρός Ἀνατολάς καὶ «ἐν τῷ μέσῳ» (Φωτογραφία ἀπό AegeanNews).
Εἰκ. 9. Ψυχοσάββατον πρὸ τῆς Πεντηκοστῆς (2025). Τὰ κόλλυβα «ἐν τῷ μέσῳ». Φωτογραφία Patrinorama.
2. Τὸ Τυπικὸν τοῦ π. Γεωργίου Ῥῆγα (1908) 20
Τὸ Τυπικὸν τοῦ π. Γεωργίου Ῥῆγα ἀναφέρει στό Κεφάλαιον ΚΗʹ, «7. Ἀκολουθία τοῦ Μνημοσύνου»: «Μετὰ τὴν ὀπισθάμβωνον Εὐχήν, ἐξέρχονται οἱ Ἱερεῖς [ἐννοεῖται ἐκτὸς τοῦ Βήματος]21 μετὰ κηρίων ἀνημμένων (βλ. Εἰκ. 3) καὶ ἵστανται πέριξ22 τῶν κολλύβων». Δὲν ἀναφέρει καθόλου τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, ὁπότε ἐννοεῖται τὸ σύνηθες, ἤτοι «ἐν τῷ μέσῳ» τοῦ Ναοῦ, περίπου κάτω ἀπὸ τὸν πολυέλεο, καὶ φυσικὰ οἱ Ἱερεῖς νὰ εἶναι στραμμένοι πρὸς Ἀνατολάς.
Ἡ Παράδοσις νὰ ἐξέρχονται οἱ Ἱερεῖς «μετὰ κηρίων ἀνημμένων» ποῦ ἀναφέρει ἤδη ἀπὸ τό 1908 ὁ π. Γεώργιος Ῥῆγας, εἶναι ἀρχαία ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, τὴν ὁποίαν ἀναφέρει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος «εἰπέ γάρ μοι, τί βούλονται αἱ λαμπάδες αἱ φαιδραί; οὐχ ὡς ἀθλητὰς αὐτοὺς [τοὺς κεκοιμημένους] προπέμπομεν;»23 [PG 63, 43].
Αὐτὴ ἡ παράδοσις εἴδαμε τηρεῖται σήμερα στὸ Ἅγιον Ὄρος, καὶ σὲ Σλαυικὲς ἐκκλησίες.
Ἡ παράδοσις αὐτὴ τηροῦνταν φυσικὰ καὶ στὴν Ἑλλάδα στὸ παρελθὸν ἀφοῦ τὴν ἀναφέρει ὁ π. Γεώργιος Ῥῆγας. Μάλιστα καὶ ὁ Γεώργιος Μπεκατῶρος ἀναφέρει τὴν παράδοση αὐτὴ τό 1966 (γιὰ τὶς ἐνορίες φυσικά), καὶ λέει ὅτι οἱ Ἱερεῖς «λαμπαδηφοροῦν»,24 ὅπως θὰ δοῦμε καὶ παρακάτω.
Κατάλοιπο αὐτῆς τῆς παραδόσεως εἶναι καὶ ἡ σημερινὴ ἐναπόθεση κεριῶν στὸ τραπέζι δίπλα στὰ κόλλυβα, σὲ ἐνορίες χωριῶν καὶ σὲ μοναστήρια. Σὲ ἀρχαίες ἐποχὲς αὐτὰ τὰ κεριὰ διανέμονταν στοὺς πιστούς (οἱ Κληρικοὶ εἶχαν δικά τους ψυχοκέρια) κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ Μνημοσύνου (πρβλ. Εἰκ. 3, Εἰκ. 11, Εἰκ. 25). Σήμερα συνήθως ἀνάβονται ὅλα μαζί στὰ μανουάλια, καὶ ἐπίσης τὰ ἀναμμένα κεριὰ ἀντὶ νὰ τὰ κρατᾶνε οἱ ἄνθρωποι, τὰ «κρατοῦν» πλέον τὰ κόλλυβα.
Γιὰ νὰ ἀντιπαραθέσουμε τὸ ἰσχῦον Τυπικὸν τῆς Ἐκκλησίας (ΤΜΕ), αὐτὸ ἀναφέρει ὅτι καὶ στὴν Ἀρτοκλασία ὁ Διάκονος καὶ ὁ Ἱερεὺς ἐξέρχονται «φέροντες εἰς χεῖρας λαμπάδας».25 Ὅμως καὶ ὁ Λαὸς κρατοῦσε λαμπάδες παλαιά, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὸ Τυπικόν Ἀγρυπνίας τοῦ 1933.26
Τὸ αὐτὸ Τυπικὸν τοῦ π. Γ. Ῥῆγα ἀναφέρει καὶ γιὰ τὸ Ψυχοσάββατον: «Μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τοῦ Ἑσπερινοῦ ἐξερχόμενοι ἐν τῷ νάρθηκι ποιοῦμεν ἐκεῖ Παννυχίδα27 ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων …».28 Ἄρα τελεῖται τὸ Μνημόσυνον (Παννυχίδα) πρὸς τὴν Ἀνατολή, καὶ τὰ κόλλυβα τοποθετοῦνται εἴτε στὸ ὕψος τοῦ Νάρθηκα (ἂν γίνει στὸν Νάρθηκα ἡ Παννυχίδα), εἴτε «ἐν τῷ μέσῳ» τοῦ Ναοῦ (πρβλ. §1), ἐννοεῖται στὸν κεντρικὸ (διαμήκη) ἄξονα τῆς Ἐκκλησίας ὅπου καὶ ἡ Ἁγία Τράπεζα, ἐὰν γίνει ἡ Παννυχίδα στὸν κυρίως Ναό.
Εἰκ. 10. Τάξις Παννυχίδος (Μνημοσύνου) μετὰ τὸν Ἑσπερινό. Τυπικόν π. Γεωργίου Ῥῆγα (1908).
Εἰκ. 11. Ἱ.Μ. Ξενοφῶντος Ἁγίου Ὄρους. Κτητορικόν Μνημόσυνον, 2025. Τέλεσις Μνημοσύνου πρός τὴν Ἀνατολή καὶ «ἐν τῷ μέσῳ» (στὸ χαρακτηριστικὸ σημεῖο τοῦ δαπέδου) κάτω ἀπὸ τὸν μέγα πολυέλεο, τῶν Ἀρχιερέων, Γερόντων, Ἱερέων, Μοναχῶν καὶ Πιστῶν λαμπαδηφορούντων (φερόντων κεριά/λαμπάδες), (φωτογραφία: orthodoxianewsagency).
3. Τυπικὸν Ἱ.Μ. Ὁσίου Σάββα (ΤΑΣ, 2012)
Ἀναφέρει τό ΤΑΣ29 γιὰ τὸ Ψυχοσάββατον πρὸ τῆς Κυριακῆς τῆς Ἀπόκρεω:
«Τῇ Παρασκευῇ ἑσπέρας, μνήμην ἐπιτελοῦμεν πάντων τῶν ἀπ’ αἰῶνος κεκοιμημένων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, Πατέρων καὶ Ἀδελφῶν ἡμῶν. […]
Μετὰ δὲ τὴν ἀπόλυσιν τοῦ Λυχνικοῦ [Ἑσπερινοῦ], ποιοῦμεν ἐν τῷ Νάρθηκι30 Παννυχίδα εἰς τοὺς κοιμηθέντας καὶ ψάλλομεν τὸν ἐνόρδινον κανόνα τῆς Ὀκτωήχου τὸν νεκρώσιμον.
Εἰς δὲ τὸν Ὄρθρον, μετὰ τὸν ἑξάψαλμον Ἀλληλούϊα, … .
[…]
Ἡ συνήθης στιχολογία. Ἐν δὲ ταῖς συναπταῖς πάσαις τῆς στιχολογίας καὶ31 τοῦ κανόνος μνημονεύονται πάντες οἱ προαπελθόντες Πατέρες καὶ Ἀδελφοὶ ἡμῶν. […]».32
4. Τυπικὸν Ἱ.Μ. Ὁσίου Γρηγορίου (1851)
Στὸ Τυπικὸν αὐτό, βλέπουμε γιὰ τὸ Ψυχοσάββατον ὅτι ἔχει ὅπως καὶ τὰ προηγούμενα, Παννυχίδα στὸν Νάρθηκα:33
«Μετὰ δὲ τὴν ἀπόλυσιν τοῦ Ἑσπερινοῦ ποιοῦμεν ἐν τῷ Νάρθηκι34 Παννυχίδα διὰ τοὺς κοιμηθέντας διανέμοντες κηρία τοῖς ἀδελφοῖς».
Ἡ τάξις τῆς Παννυχίδος, μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τοῦ Ἑσπερινοῦ, δίνεται στήν Εἰκ. 12.
Εἰκ. 12. Τάξις Παννυχίδος (Μνημοσύνου) μετὰ τὸν Ἑσπερινό. Τυπικόν τῆς Ἱ.Μ. Ὁσίου Γρηγορίου, ἔτους 1851, φ. 104.
5. Τυπικὸν Ἱ.Μ. Ἁγίου Διονυσίου (1909)
Τὸ Τυπικὸν αὐτὸ ἀναφέρει γιὰ τὸ Ψυχοσάββατον: «Τῇ Παρασκευῇ ἑσπέρας μνήμην ἐπιτελοῦμεν πάντων τῶν ἀπ’ αἰῶνος κεκοιμημένων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν Πατέρων καὶ ἀδελφῶν ἡμῶν. […] Ὁ δὲ ἐκκλησιαστικὸς [στὸν Ἑσπερινὸ μετὰ τὰ ἀπολυτίκια] τίθησι τὸ τρίποδον ἐν τῷ μέσῳ35 μετὰ τοῦ κολύβου, τοῦ μανουαλίου, τοῦ θυμιατοῦ, καὶ τοῦ χαρτίου τοῦ περιέχοντος τὰ ὀνόματα τῶν ἀπ’ αἰῶνος Κεκοιμημένων εὐσεβῶς Χριστιανῶν, πρὸς μνημόσυνον διανέμει πρὸς τούτοις καὶ τὰ κηρία τοῖς ἀδελφοῖς»·36 Ἄρα καὶ ἐδῶ «ἐν τῷ μέσῳ» καὶ πρὸς Ἀνατολὰς τελεῖται τὸ Μνημόσυνον.
6. Τυπικόν Ἱ.Μ. Μεγίστης Λαύρας (1917)
Τὸ Τυπικόν αὐτό (χφ. Παντοκράτορος 312), ἔχει γιὰ τὸ Ψυχοσάββατον:
«Εἰς δὲ τὴν ἔναρξιν τοῦ Ὁ κατοικῶν, θέτουν οἱ ὡρολόγοι εἰς τὴν μέσην τοῦ Ναοῦ τὸ τετραπόδιον καὶ ἀπάνω τὸ κόλλυβον, … . […].
Ὁ δὲ Ἱερεὺς […] θυμιᾷ τὰς εἰκόνας καὶ τὸ κόλυβον· καὶ τὸν ἐντὸς Ναὸν κατὰ τὸ σύνηθες, ἕως τὰς ὡραίας πύλας, ἕως τὴν συμπλήρωσιν τῶν Εὐλογηταρίων· καὶ μετ’ αὐτὰ εὐθὺς ὅπου εὑρεθῇ ἔρχεται ἔμπροσθεν τῶν κολύβων καὶ μνημονεύει [πρὸς Ἀνατολάς]. […] Εἶτα ἀπέρχεται καὶ θυμιᾷ τὸν ἐντὸς Ναὸν ὅθεν τὸν ἀφῆκεν. […]
[…]· μετὰ δὲ τὸ τέλος τοῦ κανόνος, Τρισάγιον, καὶ τὰ τροπάρια Μετὰ πνευμάτων, καὶ τὰ λοιπά. Ὁ δὲ Ἱερεὺς ἀπέρχεται ἔμπροσθεν τοῦ κολύβου καὶ μνημονεύει. Ἐλέησον ἡμᾶς ὁ Θεὸς […]».37
7. Τυπικὸν Ἱ.Μ. Παντοκράτορος (1918)
«Τῇ Παρασκευῇ ἑσπέρας, μνήμην ἐπιτελοῦμεν πάντων τῶν ἀπ’ αἰῶνος κεκοιμημένων Χριστιανῶν Ὀρθοδόξων Πατέρων καὶ Ἀδελφῶν ἡμῶν. […]. Μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τοῦ Ἑσπερινοῦ, ποιοῦμεν ἐν τῷ Νάρθηκι Παννυχίδα διὰ τοὺς κοιμηθέντας […]».38 Βλ. ἐπίσης, ὑποσ. 30.
8. Τυπικὸν τοῦ Πρωτάτου Ἁγίου Ὄρους (1997)
Σὲ αὐτὸ τὸ Τυπικὸν τοῦ 1997 βλέπουμε ὅτι σὲ Μνημόσυνον (Παννυχίδα), καὶ σὲ «Τρισάγιον» κτιτόρων39 (στὴν Θεία Λειτουργία), τὰ κόλλυβα τίθενται ἐν τῷ μέσῳ τοῦ Ναοῦ, κάτω ἀπὸ τὸν μέγαν πολυέλαιον.40 Στὴν Θεία Λειτουργία τοῦ Σαββάτου ὅμως, στὸ «Τρισάγιον» ἔχει νὰ τοποθετοῦνται τὰ κόλλυβα ἔμπροσθεν τῆς εἰκόνος τοῦ Κυρίου (ὅπως καὶ στὸ Ψυχοσάββατον). Σὲ μερικὲς ἐνορίες βλέπουμε ὅτι τίθενται στὸ κέντρον καὶ τὸ «Ψυχοσάββατον», βλ. Εἰκ. 4, Εἰκ. 5, Εἰκ. 8, Εἰκ. 14, Εἰκ. 16, Εἰκ. 17, ὅπως καὶ σὲ Ρώσσικη μονή, Εἰκ. 25. Τό 1957 στὴν Τάξη τοῦ Μπεκατώρου, θὰ δοῦμε πρώτη φορά, νὰ τίθενται τὰ κόλλυβα τοῦ Μνημοσύνου τοῦ Ψυχοσαββάτου, πρὸ τῆς εἰκόνος τοῦ Χριστοῦ, ὑποσ. 57.
i. Κτιτορικὸς Ἑσπερινὸς καὶ Μνημόσυνον [Παννυχίδα]
«[...]. Εἰς τὰ Ἀπόστιχα [τοῦ Ἑσπερινοῦ] ὁ εἷς ἐκκλησιαστικὸς ἀνάπτει τὸν μέγαν πολυέλαιον (ὁλόκληρον), ὁ δὲ ἕτερος - μετὰ μανδύου πάντοτε - διανέμει κηρία εἰς τὸν χοροστατοῦντα ἀρχιερέα (ἢ ἡγούμενον), εἰς τοὺς ἱερεῖς καὶ μοναχοὺς καὶ λοιποὺς παρευρισκομένους. [...].
Κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς Ἀπολύσεως [τοῦ Ἑσπερινοῦ], ὁ ἐκκλησιαστικὸς θέτει ὑπὸ τὸν μέγαν πολυέλαιον τραπέζιον μὲ τὰ κόλλυβα τῶν κτιτόρων καὶ ὄπισθεν αὐτοῦ (πρὸς τὸ Ἱερόν) εἰσοδικὸν μὲ θυμιατὰ δύο κρεμάμενα ἐξ αὐτοῦ, καὶ ὁλίγον θυμίαμα εἰς τὸ τοῦ εἰσοδικοῦ πινάκιον.
[...] τοῦ διακόνου θυμιῶντος τὰ κόλλυβα καὶ τὸ Καθολικόν [Ναόν], ὡς ἐν τῇ ἀρτοκλασίᾳ.
[...] Ἀκολούθως ὁ διαβαστὴς τὸ Τρισάγιον. Ὁ ἀρχιερεὺς καταβαίνει [ἐκ τοῦ θρόνου] ἔμπροσθεν τῶν κολλύβων καὶ περὶ αὐτὸν κύκλῳ41 οἱ ἱερεῖς ψάλλοντες “Μετὰ πνευμάτων δικαίων” κλπ.».42
ii. Ὄρθρος καὶ Θεία Λειτουργία Κτιτόρων
«[...] γίνεται ἀρχιερατικὴ Θεία Λειτουργία καὶ κόλλυβα τῶν κεκοιμημένων κτιτόρων (“Τρισάγιον”) μετὰ τὴν ὀπισθάμβωνον [Εὐχήν] καὶ ὑπὸ τὸν μέγαν πολυέλαιον». 43
(α)
(β)
(γ)
(δ)
Εἰκ. 13. Ἱ.Μ. Καρακάλλου Ἁγίου Ὄρους. Μνημόσυνον Ἀδελφοῦ, 2021. Τέλεσις Μνημοσύνου πρός τὴν Ἀνατολή καὶ τὰ κόλλυβα «ἐν τῷ μέσῳ» κάτω ἀπὸ τὸν μέγα πολυέλεο, τῶν Γερόντων, Ἱερέων, Μοναχῶν καὶ Πιστῶν λαμπαδηφορούντων (φερόντων κεριά/λαμπάδες), (youtube doumanis.gr).
iii. Τάξις ἀκολουθιῶν Σαββάτου: Θεία Λειτουργία, κόλλυβα κεκοιμημένων
«[...]. Ὅσον χρόνον ὁ Ἱερεὺς ἀναγινώσκει τὴν ὀπισθάμβωνον εὐχήν, ὁ ἐκκλησιαστικὸς τοποθετεῖ ἔμπροσθεν τῆς εἰκόνος τοῦ Κυρίου τὸ τραπέζιον μὲ τὰ κόλλυβα, χωρὶς νὰ ἀποσύρη τὸ εἰσοδικόν.
Μετὰ τὸ πέρας τῆς εὐχῆς λέγει ὁ διαβαστὴς χῦμα τὸ Τρισάγιον κλπ. Ὁ Ἱερεὺς τὸ “Ὅτι Σοῦ ἐστιν” καὶ ἄρχεται ψάλλειν τὸ τροπάριον “Μετὰ πνευμάτων δικαίων” ἐξερχόμενος τοῦ Ἱεροῦ. …».44
Ἐννοεῖται ὅτι ἀφοῦ ἐξέρχεται τοῦ Ἱεροῦ ὁ Ἱερεύς, τελεῖ τὸ “Τρισάγιον” πρὸς τὴν Ἀνατολή.
iv. Παρασκευή τοῦ Ἀσώτου ἑσπέρας (Παννυχίς)
«[...] Ἀρχομένων τῶν Ἀποστίχων ὁ ἐκκλησιαστικὸς - μετὰ μανδύου - διανέμει κηρία τοῖς ἀδελφοῖς. [...]
Τὰ κόλλυβα τοποθετοῦνται ἔμπροσθεν τοῦ Χριστοῦ εἰς τὸ τέμπλον.45 Ὁ Ἄμωμος παραλείπεται. Ἡ λοιπὴ Ἀκολουθία ὡς εἰς τὸ Κτιτορικὸν Μνημόσυνον. Τὰ κόλλυβα διανέμονται μετὰ τὴν Ἀπόλυσιν εἰς τὸν Νάρθηκα».46
v. Ψυχοσάββατον
«[...] μνημονεύονται εἰς ἑκάστην στάσιν [τοῦ Ἀμώμου] οἱ κεκοιμημένοι, ἔμπροσθεν τοῦ Χριστοῦ τοῦ τέμπλου, ὅπου εἶναι τοποθετημένα κόλλυβα.»47
Εἰκ. 14. Ψυχοσάββατον. Κόλλυβα ἐν τῷ μέσῳ τοῦ Ναοῦ, τέλεσις μνημοσύνου πρὸς Ἀνατολάς. Ἑλληνορθόδοξος Ἱ.Ν. Ἁγίας τοῦ Θεοῦ Σοφίας, Washington, DC, ΗΠΑ, 11/6/2022.
9. Τυπικὸν (Στοιχεῖα Τυπικοῦ) τῆς Ἱ.Μ. Ὁσ. Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους (2021)
Τὸ Τυπικὸν48 αὐτὸ λέει σχετικά στό κεφάλαιον γιὰ τὸ Κτητορικὸ Μνημόσυνον (7 Δεκεμβρίου):
«- Μετὰ τὴν ὀπισθάμβωνον εὐχὴν γίνεται εὐλόγησις τῶν κολλύβων τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου.
- Ἀκολουθεῖ Τρισάγιον ὑπὸ τοῦ Ἀναγνώστου καὶ Νεκρώσιμον Τρισάγιον ὑπὸ τοῦ Ἱερατείου κάτωθεν τοῦ μεγάλου πολυελέου. Εἰς τὸ τέλος τοῦ Τρισαγίου ψάλλεται τρὶς τὸ Αἰωνία ἡ μνήμη καὶ εὐθὺς ἀμέσως, ἄνευ νεκρωσίμου Ἀπολύσεως, οἱ ψάλται Εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου. [Εἰδοποιοῦμεν ἐγκαίρως τὸν ἐκκλησιαστικόν νἀ ἔχῃ ἕτοιμα ψυχοκέρια διὰ τὸ Ἱερατεῖον κατὰ τὴν τέλεσιν τοῦ Τρισαγίου καὶ ἔχομεν ἑτοίμας μερικὰς φυλλάδας διὰ τὸ Ἱερατεῖον …]».
Ἄρα βλέπουμε ὅτι τὸ «Τρισάγιον» γιὰ τοὺς κτίτορες τελεῖται συνηνωμένως μέσα στὴν Θεία Λειτουργία, στὸ κέντρον «ἐν τῷ μέσῳ» (κάτω ἀπὸ τὸν μέγα πολυλέλεο) μὲ τοὺς Ἱερεῖς φυσικά στραμμένους πρὸς τὴν Ἀνατολή, καὶ οἱ Ἱερεῖς φέρουν λαμπάδες ἀναμμένες, ψυχοκέρια, ἀλλὰ καὶ ὁ λαός φέρει ἀναμμένα κεριά.49
Καὶ ὅταν γίνεται Μνημόσυνο ἀδελφοῦ συνημμένο μὲ Ἑσπερινό (Παννυχίδα), τὰ κόλλυβα τοποθετοῦνται ὅπως καὶ στὸ κτητορικὸ «Τρισάγιον» κάτω ἀπὸ τὸν Πολυέλεο.50
Τὸ Τυπικὸν ὅμως τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ (2020) τῆς αὐτῆς Μονῆς ἀναφέρει ὅτι τὸ Σάββατον τῆς Ἀπόκρεω (Ψυχοσάββατον) - σὲ ἀντίθεση μὲ τὶς παραπάνω περιπτώσεις - τὰ κόλλυβα τοποθετοῦνται μπροστὰ στὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ τοῦ Τέμπλου.
Ἐπίσης στὴν αὐτὴ θέση (μπροστὰ στὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ τοῦ τέμπλου) τοποθετεῖται καὶ τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων τὸ καλάθι μὲ τὰ βαϊόκλαδα, καὶ στὴν Μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος ὁ δίσκος μὲ τὰ σταφύλια.51
10. Ἐγκόλπιον Ἐκκλησιαστικὸν Ἡμερολόγιον ὑπὸ τοῦ Ἐ.Ἰ. Φαρλέκα
Τὸ Ἐγκόλπιον Ἐκκλησιαστικὸν Ἡμερολόγιον τοῦ 1930, καὶ τοῦ 1937, ὑπὸ τοῦ πρωτονοταρίου τῆς Ἀρχιεπ. Ἀθηνῶν Ἐ.Ἰ. Φαρλέκα, τὸ πρῶτο δὲν ἀναφέρει τίποτε γιὰ τὰ κόλλυβα, τό δέ τοῦ 1937, ἁπλὰ ἀναφέρει ὅτι: «…Εἴη τὸ ὄνομα – Καὶ μνημονεύονται τὰ κόλλυβα».52 Ὅσο παλαιότερα, τόσο πιὸ λακωνικὰ ἦσαν τὰ τυπικά, ἐπειδὴ τὰ ἐγνώριζαν καλὰ (ἰδιαίτερα τὰ συχνότερα τελούμενα), ἀφοῦ ἀκολουθοῦσαν τὴν Παράδοση τῶν παλαιοτέρων στὶς λεπτομέρειες.
Τὸ Ἐγκόλπιον Ἐκκλησιαστικὸν Ἡμερολόγιον τοῦ 1955 (Ἐ.Ἰ. Φαρλέκα), καὶ αὐτὸ δὲν εἶχε κάτι τὸ ἰδιαίτερο, ἁπλά: «μνημονεύονται τὰ κόλυβα κατὰ τὴν ἐν τῷ Τυπικῷ ἐκτιθεμένην Τάξιν»·53 οὐσιαστικὰ παρέπεμπε στὸ ἰσχῦον Τυπικὸν τῆς Ἐκκλησίας, ΤΜΕ (§1).
11. Τάξις τῶν Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν τοῦ Γεωργίου Γ. Μπεκατώρου
Ἡ Τάξις τῶν Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν 1957 τοῦ Γεωργίου Γ. Μπεκατώρου,54, 55 εἰς τὸ Σάββατον πρὸ τῆς Ἀπόκρεω (Ψυχοσάββατον), ἐνῶ ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται νὰ ἀκολουθεῖ περίπου στὶς ἴδιες γραμμές τό ΤΜΕ στὴν τάξη τοῦ Ἑσπερινοῦ, ἐν τούτοις, διαφοροποιεῖται καὶ εἰσαγάγει ἕναν ἀδικαιολόγητο πρωτοφανὴ μοντερνισμό (κελεύσει ἀνωτέρου του; ἢ ἀπὸ πού;) στὴν ὑποσημείωση 3 τῆς σελίδος 40:
Γράφει πρὸ τοῦ «Μετὰ πνευμάτων», καὶ τοῦ νεκρωσίμου κανόνος σὲ ὑποσημείωση ἐπὶ τοῦ Νῦν ἀπολύεις: «Ὁ Ἱερεύς, φέρων ἐπιτραχήλιον, ἐκφωνεῖ τὸ Νῦν ἀπολύεις ἀπὸ τῶν Βημοθύρων, ἔνθα καὶ παραμένει ἱστάμενος μέχρι πέρατος τῆς ἀκολουθίας».56
Τέτοιον νεωτερισμό, πρώτη φορὰ βρήκαμε νὰ ἀπαντᾶται σὲ αὐτὴν τὴν Τάξιν τοῦ 1957 (Μπεκατώρου), σύμφωνα μὲ τὴν διαθέσιμη βιβλιογραφία μας.
Παρακάτω στήν σ. 41 λέει: «… τὰ τροπάρια Μετὰ πνευμάτων, …, Καὶ νῦν Ἡ μόνη ἁγνή, μεθ’ ἃ μνημονεύει ὁ Ἱερεὺς ἐπὶ τῶν πρὸ τῆς εἰκόνος τοῦ Χριστοῦ57 κειμένων ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων κολλύβων…».58
Ὅμως τὸ «ἐπὶ τῶν … κολλύβων», ὅπως τὸ ἔχει καὶ τό ΤΜΕ, σημαίνει στὴν κυριολεξία πάνω ἀπὸ τὰ κόλλυβα, στὴν οὐσία, μπροστὰ ἀπὸ τὰ κόλλυβα, τὸ ὁποῖον ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ὑποσ. 3 τῆς σελ. 40 ποῦ προανεφέρθη. Δηλ. αὐτο-ἀναιρεῖται ἡ Τάξις Μπεκατώρου μὲ τὴν προσθήκη τῆς νεωτεριστικῆς ὑποσημείωσης.
Παρατηρήσαμε ἐπίσης ὅτι ὁ Μπεκατῶρος, δυστυχῶς, συνέχισε νὰ βάζει τὸν αὐτὸν νεωτερισμό ἐλαφρῶς τροποποιημένο, ὄχι ὡς ὑποσημείωση, ἀλλὰ μέσα στὴν διάταξη, καὶ στὶς ὑπόλοιπες «Τάξεις» ποῦ βρήκαμε, τοῦ 1977,59 1986,60 1987,61 1992: «Νῦν ἀπολύεις (οὗ ἀναγινωσκομένου, ἐξέρχεται ὁ ἱερεύς, φέρων ἐπιτραχήλιον, εἰς τὰ Βημόθυρα, ἔνθα καὶ παραμένει μέχρις τῆς ἀπολύσεως τῆς ἀκολουθίας), μεθ’ ὃ οἱ χοροὶ ψάλλουσι τὸν νεκρώσιμον κανόνα ….».62
Φαίνεται ἀπὸ αὐτὴν τὴν 30+ἐτῆ ( ; ) σημείωση τῆς Τάξεως τοῦ Μπεκατώρου, ἀπὸ τὸ Σάββατον τῆς Ἀπόκρεω (Ψυχοσάββατον), νὰ πέρασε αὐτὸς ὁ μοντερνισμὸς στοὺς Κληρικοὺς (καὶ στοὺς Ἐπισκόπους) καὶ στὰ Μνημόσυνα, δηλ. ἡ τέλεση τῶν Μνημοσύνων πρὸς τὴν Δύση. Φυσικὰ μοντερνιστὲς Κληρικοὶ σίγουρα ἔπρατταν αὐτὴν τὴν καινοτομία πρὸ τοῦ Μπεκατώρου (αὐτὸς τὴν κατέγραψε, καὶ κατ’ ἐπέκτασιν τὴν προώθησε στὴν Ἐκκλησία). Θὰ δοῦμε ὅμως ἀργότερα καὶ ἄλλους καταλυτικοὺς παράγοντες αὐτοῦ τοῦ μοντερνισμοῦ. Ἀκόμη καὶ στὴν ΘΗΕ θὰ δοῦμε παρόμοια σημείωση, πάλι ἀπὸ τὸν Μπεκατώρο, ἐνισχύουσα ἐπὶ πλέον τὸν νεωτερισμό.
Εἰκ. 15. Ἱ.Ν. Ἁγ. Νικολάου Κάτω Πατησίων, Ἀθήνα. Τέλεσις Μνημοσύνου πρός Ἀνατολάς, 10/2/2024.
Εἰκ. 16. Ἐκκλησία τῆς Ἀλβανίας. Τέλεσις Μνημοσύνου («Ψυχοσαββάτου») πρός Ἀνατολάς καὶ στὸ κέντρον (τὰ κόλλυβα μετακινήθηκαν πρὸ τῆς ἀκολουθίας), 2021. Φωτογραφία ἀπό ekklisiaonline.
Εἰκ. 17. Ἐκκλησία τῆς Ἀλβανίας. Τέλεσις Μνημοσύνου («Ψυχοσαββάτου») πρός Ἀνατολάς καὶ στὸ κέντρον (2022). Οἱ πιστοὶ κρατᾶνε ἀναμμένα κεριά. Φωτογραφία ἀπό ekklisiaonline.
Εἰκ. 18. Ἱ.Μ. Φιλοθέου Ἁγίου Ὄρους. Κτητορικόν Μνημόσυνον, 2017. Τέλεσις Μνημοσύνου πρός τὴν Ἀνατολή καὶ «ἐν τῷ μέσῳ» κάτω ἀπὸ τὸν μέγα πολυέλεο, τοῦ Ἀρχιερέως, τῶν Γερόντων, Ἱερέων, Μοναχῶν καὶ Πιστῶν λαμπαδηφορούντων (φερόντων κεριά/λαμπάδες), (φωτογραφία: imtks.gr).
12. Ἡμερολόγιον / Δίπτυχα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
Εἰς τὸ Σάββατον πρὸ τῆς Ἀπόκρεω (Ψυχοσάββατον):
i. Ἐτῶν 1960, 1963, 1968, 1975, 1978
Τὸ ἐπίσημο Ἡμερολόγιον τῆς Ἐκκλησίας μας (τὰ τότε Δίπτυχα) ἐκδόσεως τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας, τοῦ 1960 (ἔτος δεύτερον), τοῦ 1963, τοῦ 1968, τοῦ 1975 καὶ τοῦ 1978: Μετὰ τὸ Νῦν ἀπολύεις δὲν ἔχουν καμία σημείωση τύπου Μπεκατώρου (βλ. §11), ἀλλὰ ἔχουν τὸν Κανόνα εἰς Κοιμηθέντας, ἀπό θʹ ᾠδῆς τὸν Εἱρμό, εἶτα τό Τρισάγιον, τὰ Ἀπολυτίκια, καὶ τὰ τροπάρια Μετὰ πνευμάτων, κ.λπ., καὶ μετὰ ἀναφέρονται στό ἰσχύον Τυπικόν τῆς Ἐκκλησίας, τό ΤΜΕ, ὅτι δηλ.: «μνημονεύονται τὰ ὀνόματα τῶν Κεκοιμημένων κατὰ τὴν ἐν τῷ Τυπικῷ (§7 καὶ §9) ἐκτιθεμένην τάξιν»63, 64, 65, 66 (πρβλ. §1).
Εἰκ. 19. Ἱ.Ν. τοῦ Τιμίου Σταυροῦ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Τιμίου Σταυροῦ τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀμερικῆς. Τέλεσις Μνημοσύνου («Ψυχοσαββάτου») πρός Ἀνατολάς. Brookline, ΜΑ, ΗΠΑ, 25/2/2023.
ii. Ἐτῶν 1983, 1984, 1989, 1994, 1997, 1998, 1999, 2000, 2001
Τὸ ἐπίσημο Ἡμερολόγιον τῆς Ἐκκλησίας μας τοῦ 1983, τοῦ 1984, τοῦ 1989, καὶ τὰ (μετονομασθέντα πλέον) Δίπτυχα τοῦ 1994, 1997-2001, ἐπίσης, Μετὰ τὸ Νῦν ἀπολύεις δὲν ἔχουν καμία σημείωση τύπου Μπεκατώρου (βλ. §11), ἀλλὰ ἔχουν τὸν Κανόνα εἰς Κοιμηθέντας, ἀπό θʹ ᾠδῆς τὸν Εἱρμό, εἶτα τό Τρισάγιον, τὰ Ἀπολυτίκια, τὴν Ἐκτενὴ δέησιν, καὶ τὰ τροπάρια Μετὰ πνευμάτων, κ.λπ., καὶ μετὰ καταγράφει πῶς «μνημονεύονται τὰ ὀνόματα τῶν Κεκοιμημένων»: «Ἐλέησον ἡμᾶς, ὁ Θεός, ….».67, 68, 69, 70, 71
iii. Ἐτῶν 2002, 2003, 2007
Τὰ Δίπτυχα ὅμως τοῦ 2002, 2003, ὡς μὴ ὤφειλαν, υἱοθέτησαν τὴν μοντερνιστικὴ «τάξη» τῆς Τάξεως τοῦ Μπεκατώρου (1957, 1977, 1986), ἡ ὁποία δυστυχῶς «πέρασε» ἤδη ἀπὸ τὸ 1962 καὶ στὰ νεωτερίζοντα Ἱερατικά τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας ὡς θὰ δοῦμε παρακάτω, ὅπου μετὰ τὸ Νῦν ἀπολύεις, ἔχουν: «… Νῦν ἀπολύεις (οὗ ἀναγινωσκομένου, ἐξέρχεται ὁ ἱερεύς, φέρων ἐπιτραχήλιον, εἰς τὰ Βημόθυρα, ἔνθα καὶ παραμένει μέχρις τῆς ἀπολύσεως τῆς ἀκολουθίας) …».72, 73
Τὰ Δίπτυχα τοῦ 2007 ἐπίσης, διατηροῦν τὴν τάξη τοῦ Μπεκατώρου ἐλαφρῶς παραλλαγμένη, ὅπου μετὰ τὸ Νῦν ἀπολύεις, ἔχουν: «Μετὰ τὸ Νῦν ἀπολύεις (κατὰ τὴν ἀπαγγελίαν τοῦ ὁποίου ὁ ἱερεὺς φέρων ἐπιτραχήλιον ἐξέρχεται εἰς τὰ Βημόθυρα, ὅπου καὶ παραμένει μέχρις τῆς ἀπολύσεως) …».74
Ἀλήθεια, ποιὸς ὁ σκοπὸς αὐτῆς τῆς μοντερνιστικῆς παγκόσμιας παραφωνίας (ἢ μᾶλλον ἀταξίας) στὰ Δίπτυχα τῆς ἐποχῆς τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπ. Χριστοδούλου, καὶ ποῖος ὁ ἐγκέφαλος αὐτῆς;
iv. Ἐτῶν 2008, 2009, 2017, 2025
Τὰ Δίπτυχα τοῦ 2008, τοῦ 2009, τοῦ 2017, καὶ τοῦ 2025, εὐτυχῶς ἔβγαλαν τὴν μοντερνιστικὴ αὐτὴ σημείωση, ἀλλὰ ἡ ζημιὰ στὴν Παράδοση ἔχει ἤδη γίνει, καὶ πρέπει νὰ ἀντιστραφεῖ. Μετὰ τὸν Νεκρώσιμο κανόνα, … καὶ τὴν ἐκφώνησιν Ὅτι ἐλεήμων, ἀναφέρουν:
«… Μετὰ πνευμάτων δικαίων κ.λπ., καὶ μετὰ ὁ Ἱερεὺς ἱστάμενος πρὸ τῆς εἰκόνος τοῦ δεσπότου Χριστοῦ [ὄχι ἐν τῷ μέσῳ], κάτωθι τῆς ὁποίας εὑρίσκονται τὰ ὑπὲρ τῶν ἀποιχομένων75 κόλλυβα, ἐκφωνεῖ τὸ μνημόσυνον τῶν κεκοιμημένων …»,76, 77, 78, 79 παρόμοια μὲ τοῦ Μπεκατώρου (Τάξις 1977, 1986).80
Τὸ «πρὸ τῆς εἰκόνος» κυριολεκτικά σημαίνει «μπροστά ἀπό τὴν εἰκόνα», «ἐνώπιον τῆς εἰκόνος», ἄρα κάτω ἀπὸ τὰ Βημόθυρα καὶ τὰ σκαλιά, μπροστὰ ἀπὸ τὰ κόλλυβα καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, βλέπων φυσικὰ (ὁ Ἱερεὺς) πρὸς Ἀνατολάς. Πρέπει ὅμως νὰ τονισθεῖ τὸ πρὸς Ἀνατολάς (μήπως κανεὶς ἐρμηνεύσει τὸ «πρὸ τῆς εἰκόνος» καὶ κατὰ τὸ δοκοῦν, «πλαγίως» γιὰ παράδειγμα), καὶ λόγῳ τῆς παρούσης καταστάσεως τελέσεως τῶν Μνημοσύνων πρὸς τὴν Δύση, π.χ. ὡς:
«ὁ Ἱερεὺς ἱστάμενος πρὸ τῶν κολλύβων ποῦ κατὰ τὴν Παράδοσιν τοποθετοῦνται ἐν τῷ μέσῳ (πρβλ. §1), ἐκφωνεῖ τὸ μνημόσυνον τῶν κεκοιμημένων, ἐστραμμένος πρὸς Ἀνατολάς».
13. Θρησκευτική καί Ἡθική Ἐγκυκλοπαίδεια (ΘΗΕ)
Μετὰ τὰ Τυπικά, τὰ ἐνιαύσια Τυπικά, καὶ τὰ Δίπτυχα ποῦ εἴδαμε στὶς προηγούμενες παραγράφους, ἄλλος ἕνας παράγοντας (φορέας) τοῦ μοντερνισμοῦ αὐτοῦ ἦταν ἡ Θρησκευτικὴ καὶ Ἡθικὴ Ἐγκυκλοπαίδεια (1962 − 1968).81
Στὸν τόμο Ηʹ (1966) ὑπάρχει τό θέμα «Μνημόσυνον» ὅπου ἡ ἐνότητα «Τάξις Λατρείας» εἶναι ἄρθρο τοῦ Γεωργίου Μπεκατώρου εἰς τὸ ὀποῖον ὑπάρχει ὁ μοντερνισμὸς οἱ Ἱερεῖς νὰ τελοῦν τὸ Μνημόσυνο ἀπὸ τὴν Ὡραία Πύλη:
«… ἐξερχομένων τοῦ Ἱεροῦ Βήματος λαμπαδηφορούντων82 … τῶν τελετουργούντων πρεσβυτέρων μετὰ τῶν διακόνων καὶ ἱσταμένων πρὸ τῶν Βημοθύρων, ἄρχονται οἱ χοροὶ ψάλλοντες τοὺς διὰ τὰς ἀκολουθίας τῶν ἀποιχομένων ἐκλεγέντας στίχους τοῦ ριηʹ ψαλμοῦ (τοῦ Ἀμώμου) … . … . Πληρωθέντων τῶν εὐλογηταρίων … κοντάκιον Μετὰ τῶν Ἁγίων … τὰ ἀναπαύσιμα τροπάρια Μετὰ πνευμάτων δικαίων …».83
Ξεκάθαρα λέει ὅτι οἱ Κληρικοὶ ἵστανται πρὸς τῶν Βημοθύρων στὸ Μνημόσυνον. Δηλ. προωθεῖ ἀντικανονικῶς τοὺς Κληρικοὺς νὰ τελοῦν τὸ Μνημόσυνον ἐξ ἀποστάσεως, ἀφ’ ὑψηλοῦ, καὶ πρὸς τὴν Δύση ἀπὸ τὴν Ὡραία Πύλη. Αὐτὸ εἶναι ξεκάθαρος μοντερνισμὸς, καὶ προώθηση τῆς λατινογενοῦς πλάνης versus populum, βάσει τῶν προηγουμένων ποῦ ἀναφέραμε.84 Φαίνεται ἐπίσης καὶ ἡ σύνδεση τοῦ μοντερνισμοῦ τοῦ Ψυχοσαββάτου μὲ τὴν πρὸς Δυσμὰς τέλεσιν τοῦ Μνημοσύνου.
14. «Ἀπαντήσεις» εἰς Λειτουργικὰς Ἀπορίας, Ἰωάννου Μ. Φουντούλη
Ὁ Ἰωάννης Φουντούλης ἀσχολεῖται μὲ τὸ Νῦν ἀπολύεις τοῦ Ἑσπερινοῦ (τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται ἐδῶ λόγῳ τοῦ μοντερνισμοῦ τοῦ Ψυχοσαββάτου ποῦ εἴδαμε) στὴν ἀπορία #365: «Τὸ Νῦν ἀπολύεις στὸ τέλος τοῦ Ἑσπερινοῦ λέγεται ἀπὸ τὸν Ἱερέα μὲ τὸ μέτωπο πρὸς τὸν λαὸ ἢ πρὸς τὴν Ἁγία Τράπεζα;»85
Ἡ τελικὴ ἀπάντηση τοῦ Φουντούλη εἶναι ὅτι «Τὸ ζήτημα πρὸς ποῖο μέρος θὰ εἶναι ἐστραμμένος ὁ Ἱερεὺς κατὰ τὴν ἀπαγγελία τοῦ Νῦν ἀπολύεις εἶναι ἑπομένως ἀνύπαρκτο, ἀφοῦ κατὰ τὴν ὀρθὴ τἀξι δὲν λέγεται ἀπὸ τὸν Ἱερέα».
Ἂν ἀνατρέξουμε στὰ παλαιὰ Τυπικά, στὸ Τυπικὸν Ἁγίου Σάββα, καὶ στὰ Τυπικὰ ποῦ δίνονται στὸν Δημητριέφσκη,86 παρατηροῦμε ὅτι δὲν διαχωρίζουν νὰ τὸ λέει Ἱερεὺς τὸ Νῦν ἀπολύεις. Βλέπουμε διατυπώσεις ὅπως:
«Δόξα, καὶ νῦν θεοτοκίον [ἀποστίχων]. Εἶτα τὸ Νῦν ἀπολύεις, τὸ τρισάγιον, τὸ Παναγία Τριὰς σὺν τῷ Πάτερ ἡμῶν. Ἐκφωνεῖ ὁ Ἱερεὺς Ὅτι Σοῦ ἐστιν ἡ Βασιλεία καὶ ἡ δύναμις, καὶ ἡμεῖς τὸ ἀπολυτίκιον τοῦ ἤχου ἢ τὸ Θεοτόκε Παρθένε, λέγοντες αὐτὸ ἐκ γʹ.»87
Ὅμως τὸ θέμα δὲν εἶναι ἀνύπαρκτο, ὅπως λέει ὁ Φουντούλης, ἀλλὰ ὑπαρκτό, διότι:
Ὅλα τὰ Ἱερατικά τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας (πρὶν ἀπὸ τὸν Φουντούλη) μέχρι καὶ τὰ σημερινά (μετὰ ἀπὸ τὸν Φουντούλη), ὅπως θὰ δοῦμε ἔχουν τὸν Ἱερέα νὰ λέει τὸ Νῦν ἀπολύεις.88 Καὶ τὸ Ἱερατικὸν τοῦ 1962, ἔχει νὰ τὸ λέει: «ὁ ἱερατικῶς Προϊστάμενος, ἢ ὁ Ἱερεύς».89
Καὶ στὰ μοναστήρια ποῦ τὸ λέει ὁ ἡγούμενος ἢ ὁ προεστώς ὄρθιος ἀπὸ τὸ στασίδι του, ἔστω γνωστόν ὅτι τὸ στασίδι τοῦ ἡγουμένου, ὅπως καὶ ὁ ἐπισκοπικός θρόνος, παραδοσιακῶς, πρὸς Ἀνατολάς βλέπουν στὴν Ἐκκλησία μας.90 Ἂν τύχει καὶ τὸ λέει ἀπὸ ἄλλης θέσεως καὶ προσανατολισμένος ὅπως τύχει, αὐτὸ ὑποδηλώνει ἄγνοια ἢ ἀδιαφορία τοῦ προεστῶτος.
Ἀφοῦ λοιπόν, πλέον ὁ Ἱερεύς (ἢ φυσικά ὁ Ἐπίσκοπος ὅταν εἶναι παρών) λέει τό Νῦν ἀπολύεις στὶς ἐνορίες, λογίζεται Προσευχή, δὲν λογίζεται ἁπλά Στίχος. Ἄρα πρὸς Ἀνατολάς πρέπει νὰ λέγεται.
15. Ἱερατικά
Ἂς δοῦμε ὅμως καὶ τὸ κατ’ ἐξοχὴν βιβλίον τῶν Ἱερέων, τό Ἱερατικόν, τὶ γράφουν σχετικὰ στὶς ἀπολύσεις τοῦ Ἑσπερινοῦ μετὰ τὸ Νῦν ἀπολύεις, καὶ γιὰ τὰ Μνημόσυνα (ὅσα κἂν γράφουν κάτι σχετικό).
i. Ἱερατικόν Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου 1895
Στὸν Μικρὸ Ἑσπερινὸ καὶ στὸν Μεγάλο, μετὰ τὸ Νῦν ἀπολύεις δὲν ἔχει καμία τάξη/σημείωση τύπου Μπεκατώρου, δηλ. νὰ στέκεται ὁ Ἱερεύς στὰ Βημόθυρα μέχρι πέρατος τῆς ἀκολουθίας» (βλ. §11).
Στὸν Μικρὸ Ἑσπερινὸ ἀναφέρει:
«ὁ χοροστατῶν Ἱερεύς [ἐννοεῖται πρὸς Ἀνατολάς διότι εἶναι «ἔσωθεν», ὅπως φαίνεται παρακάτω]91 λέγει τό, Νῦν ἀπολύεις· ὁ δὲ Ἀναγνώστης ἐλθὼν ἐν τῷ μέσῳ τοῦ Ναοῦ καὶ ἀτενίζων πρὸς τὸ Ἱερόν [πρὸς Ἀνατολάς] λέγει τό, Ἅγιος ὁ Θεός, τρίς, … Πάτερ ἡμῶν· … ὁ δὲ Ἱερεὺς ἔσωθεν [ἐκ τοῦ Βήματος, ἔμπροσθεν τῆς Ἁγίας Τραπέζης ἱστάμενος βλέπων πρὸς Ἀνατολάς] ἐκφωνεῖ· Ὅτι Σοῦ ἐστιν ἡ Βασιλεία· … ». Μετὰ τὰ Ἀπολυτίκια ἔχει: «Μεθ’ ὃ ὁ Ἱερεὺς ἐξελθὼν τοῦ Βήματος, καὶ στὰς πρὸ τῶν Ὡραίων Πυλῶν [ἐννοεῖ πρὸ τῆς Ὡραίας Πύλης, ἢ ἁγίων θυρίων, ἢ βημοθύρων], ἐστραμμένος πρὸς τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, λέγει [τὰς Δεήσεις]· Ἐλέησον ἡμᾶς ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός Σου· κτλ. εἶτα τὴν ἐκφώνησιν· Ὅτι ἐλεήμων· καὶ εὐθύς· Σοφία.92 Ὁ ὢν εὐλογητός· ὁ χοροστατῶν Ἱερεύς· Στερεώσαι Κύριος ὁ Θεός· ὁ Ἱερεὺς· Δόξα Σοι Χριστὲ ὁ Θεὸς, ἡ ἐλπὶς ἡμῶν, δόξα Σοι· καὶ ἡ συνήθης Ἀπόλυσις».93
Τὸ αὐτὸ Ἱερατικὸν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τοῦ 1895, στὴν ἐνότητα τοῦ Ἱερατικοῦ Συλλείτουργου ἔχει ἐπίσης τοὺς (πολλοὺς) Ἱερεῖς νὰ ἐξέρχονται τοῦ Βήματος γιὰ τὴν τέλεσιν τοῦ Μνημοσύνου (καὶ ὄχι νὰ ἴστανται ἐνώπιον τοῦ Λαοῦ - versus populum - στὴν Ὡραία Πύλη, καὶ νὰ τελοῦν ἐξ ἀποστάσεως τὸ Μνημόσυνον, ὅπως σήμερα) :
Εἰκ. 20. Ὁ χοροστατῶν Ἐπίσκοπος ἀπὸ τὸ παραθρόνιο, ἐστραμμένος πρὸς Ἀνατολάς, λέγει τὸ Νῦν ἀπολύεις.94 Κανονικά καὶ ὁ θρόνος καὶ τὰ παραθρόνια βλέπουν πρὸς Ἀνατολάς παραδοσιακῶς,90 ὅπως καὶ οἱ παριστάμενοι Ἱερεῖς πρὸς Ἀνατολὰς95 κανονικῶς πρέπει νὰ εἶναι ἐστραμμένοι (καὶ ὁ Λαὸς πρὸς Ἀνατολὰς εἶναι ἐστραμμένος).
Εἰκ. 21. Ὅτι Σοῦ ἐστιν ἡ Βασιλεία …, πρὸ τῆς Ἁγίας Τράπεζας [ὁ δὲ Ἱερεὺς ἔσωθεν ἐκφωνεῖ] πρὸς Ἀνατολάς.94
«Ἐὰν ᾖ ἐπιμνημόσυνος τελετή, μετὰ τὴν ὀπισθάμβωνον εὐχὴν οἱ Ἱερεῖς ψάλλοντες τό, Μετὰ πνευμάτων δικαίων τετελειωμένων κτλ. ἐξέρχονται τοῦ Βήματος καὶ ἱστάμενοι ἐν τῇ Σολέᾳ [προφανῶς ἔμπροσθεν τῶν κολλύβων βλέποντες πρὸς Ἀνατολάς] μνημονεύουσι κατὰ σειρὰν τῶν προαπελθόντων, καὶ εἰσελθόντες ποιοῦσιν ὅσα ἀνωτέρω προγέγραπται»96 (βλ. Εἰκ. 22).
ii. Ἱεροτελεστικόν (Ἱερατικόν), Χρυσοστόμου Βʹ, 1948
Καὶ αὐτὸ τὸ Ἱερατικὸν (ὑπὸ τοῦ Μητρ. Φιλίππων καὶ Νεαπόλεως, καὶ μετέπειτα Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος, Χρυσοστόμου Βʹ),97 στὸν Μικρὸ Ἑσπερινὸ καὶ στὸν Μεγάλο, μετὰ τὸ Νῦν ἀπολύεις δὲν ἔχει καμία σημείωση τύπου Μπεκατώρου (βλ. §11).
Στὸν Μικρὸ καὶ Μεγάλο Ἑσπερινὸ ἀκολουθεῖ καὶ ἐπεξηγεῖ περαιτέρω τὴν τάξιν τοῦ Ἱερατικοῦ 1895.
Ἀναλύει ὅτι τὸ Νῦν ἀπολύεις, μὴ χοροστατοῦντος Ἀρχιερέως ἢ Ἱερέως [ὅπως συνήθως συμβαίνει στὶς Ἐνορίες], «ἐκφωνεῖται ἐκ τοῦ Ἱεροῦ Βήματος παρὰ τοῦ Ἱερέως», ἐννοεῖται ἐκ τῆς οἰκείας θέσεώς του ἔμπροσθεν τῆς Ἁγίας Τραπέζης,98 φυσικὰ βλέποντος πρὸς Ἀνατολάς.
Μετὰ τὸ Τρισάγιον (Πάτερ ἡμῶν), ποῦ τὸ λέγει «ὁ Ἀναγνώστης μεθιστάμενος ἐκ τῆς θέσεως αὐτοῦ, καὶ στὰς ἐν τῷ μέσῳ τοῦ Ναοῦ πρὸ τοῦ Ἀρχιερατικοῦ θρόνου καὶ πρὸς Ἀνατολὰς προβλέπων», ἐπεξηγεῖ περαιτέρω ὅτι: «Ὁ δὲ Ἱερεύς, ἐξακολουθῶν νὰ ἵσταται πρὸ τῆς Ἁγίας Τραπέζης [βλέπων πρὸς Ἀνατολάς], ἐκφωνεῖ ἀπὸ τῆς θέσεώς του ταύτης τό: Ὅτι Σοῦ ἐστιν ἡ Βασιλεία …».99
Προφανῶς ἀπὸ τότε εἶχαν ἤδη ἀρχίσει μοντερνισμοί, καὶ ἀναγκάστηκε νὰ τὸ ἐπεξηγήσει τόσο ἀναλυτικά.
Στὴν συνέχεια, μετὰ τὰ Ἀπολυτίκια ἀπὸ τοὺς Χορούς: «Ὁ Ἱερεύς, μετὰ τὴν τούτων συμπλήρωσιν, προέρχεται μικρόν, καί, στὰς πρὸ τῶν ἁγίων θυρῶν καὶ πρὸς τὴν εἰκόνα τοῦ Κυρίου προσβλέπων, ἐκφωνεῖ, τῶν Χορῶν ψαλλόντων ἐναλλὰξ μεθ’ ἑκάστην δέησιν τό Κύριε, ἐλέησον· (ἅπαξ): Ἐλέησον ἡμᾶς ὁ Θεὸς … . Ἔτι δεόμεθα …».
Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν Ὅτι ἐλεήμων καὶ φιλάνθρωπος Θεὸς ὑπάρχεις: «Πρὸς τὸν Λαὸν εἶτα στραφεὶς ὁ Ἱερεύς, λέγει ἐκφώνως: Σοφία.92 …. Ὁ ὢν εὐλογητὸς Θεὸς ἡμῶν ….».
Εἶτα ὁ χοροστατῶν Προϊστάμενος ἢ ὁ Ἀναγνώστης κατέρχεται τῆς θέσεως αὐτοῦ καὶ στραφεὶς πρὸς Ἀνατολάς, λέγει ἐν εὐλαβείᾳ: «Στερεώσαι Κύριος ὁ Θεὸς …». Ὁ Χορός Ἀμήν.
Ὁ Ἱερεὺς, ἀφ’ ἧς ἵσταται θέσεως, ποιεῖ πρῶτον σχῆμα πρὸς τὴν εἰκόνα τοῦ Κυρίου, καὶ εἶτα, στραφεὶς πρὸς τὸν λαόν, ἐκφωνεῖ: Δόξα Σοι ὁ Θεός, … Ὁ ἀναστὰς ἐκ νεκρῶν (ἐν Κυριακῇ) … ὡς ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος. Ποιήσας δὲ τρὶς τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ καὶ ὑποκλιθείς, λέγει: Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, … .100
Στὴν ἐνότητα τοῦ Ἱερατικοῦ Συλλείτουργου συμφωνεῖ μὲ τὸ Ἱερατικὸν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου 1895, καὶ ἔχει ἐπίσης τοὺς Ἱερεῖς νὰ ἐξέρχονται τοῦ Βήματος γιὰ τὴν τέλεσιν τοῦ Μνημοσύνου:
«Ἐὰν ᾖ ἐπιμνημόσυνος τελετή, μετὰ τὴν ὀπισθάμβωνον εὐχὴν οἱ Ἱερεῖς ψάλλοντες τό, Μετὰ πνευμάτων δικαίων τετελειωμένων κτλ. ἐξέρχονται τοῦ Βήματος καὶ ἱστάμενοι ἐν τῷ Σωλέᾳ [προφανῶς ἔμπροσθεν τῶν κολλύβων βλέποντες πρὸς Ἀνατολάς] μνημονεύουσι κατὰ σειρὰν τῶν προαπελθόντων, καὶ εἰσελθόντες ποιοῦσιν ὅσα ἀνωτέρω προγέγραπται»101 (βλ. Εἰκ. 3, Εἰκ. 22).
iii. Ἱερατικόν 1951, Ἀποστολικῆς Διακονίας (τὸ πρῶτο Ἱερατικόν τῆς Ἀ.Δ.)
Καὶ τὸ πρῶτο ἐπίσημο Ἱερατικόν τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας (1951), στὸν Μικρὸ Ἑσπερινὸ καὶ στὸν Μεγάλο, μετὰ τὸ Νῦν ἀπολύεις δὲν ἔχει καμία τάξη/σημείωση τύπου Μπεκατώρου, δηλ. νὰ στέκεται ὁ Ἱερεύς στὰ Βημόθυρα μέχρι πέρατος τῆς ἀκολουθίας» (βλ. §11).
Ἐν γένει συμφωνεῖ μὲ τὸ Ἱερατικὸν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τοῦ 1895.
Καὶ τὸ Ὅτι Σοῦ ἐστιν ἡ Βασιλεία (μετὰ τὸ Νῦν ἀπολύεις, καὶ τὸ Τρισάγιον), ὁ Ἱερεὺς ἔσωθεν [ἐκ τοῦ Βήματος, ἔμπροσθεν τῆς Ἁγίας Τραπέζης ἱστάμενος βλέπων πρὸς Ἀνατολάς] ἐκφωνεῖ, καὶ μετὰ τὰ Ἀπολυτίκια ἐξέρχεται τοῦ Βήματος, ἱστάμενος πρὸ τῶν ἁγίων θυρῶν.102
Καὶ στὴν ἐνότητα τοῦ Ἱερατικοῦ Συλλείτουργου συμφωνεῖ μὲ τὸ Ἱερατικὸν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου 1895, καὶ ἔχει ἐπίσης τοὺς Ἱερεῖς νὰ ἐξέρχονται τοῦ Βήματος καὶ νὰ ἵστανται στὸν Σολέα γιὰ τὴν τέλεσιν τοῦ Μνημοσύνου103 (βλ. Εἰκ. 22).
iv. Ἱερατικόν 1962 (καί 1977, 1987, 1995, 2000), Ἀ. Δ.
Δυστυχῶς σὲ αὐτὸ τὸ Ἱερατικόν τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας τοῦ 1962,104 βρίσκουμε στὸν Μεγάλο Ἑσπερινό, μετὰ τὸ Νῦν ἀπολύεις, τὴν μοντερνιστικὴ «τάξη» τῆς Τάξεως τοῦ Μπεκατώρου (βλ. §11) νὰ παραμένει ὁ Ἱερεύς στὰ Βημόθυρα μέχρι τέλους, σὲ ἀντίθεση μὲ τὰ προηγούμενα Ἱερατικά:
«Πληρωθέντος δὲ καὶ τοῦ Καὶ νῦν, ὁ ἱερατικῶς Προϊστάμενος, ἢ ὁ Ἱερεύς, ἀπαγγέλει τὸν Ὕμνον τοῦ Θεοδόχου Συμεὼν καθ’ ἑκάστην ἀπὸ τῆς Ὡραίας Πύλης, ἔνθα καὶ παραμένει ἱστάμενος μέχρι πέρατος».105
Προφανῶς ἡ Βʹ Βατικάνεια Σύνοδος (1962-1965) καὶ τὰ προεόρτια αὐτῆς, ἦταν καταλυτικὴ γιὰ τὴν σημείωσιν αὐτὴν (ποῦ προωθεῖ ἐντέχνως καὶ σταδιακῶς τό versus populum), ἀφοῦ ἡ αἱρετικὴ αὐτὴ Σύνοδος τῶν Ῥωμαιοκαθολικῶν παρέσυρε καὶ συνεχίζει νὰ παρασύρει πλήθος Ὀρθοδόξων.106
Ἐπίσης, ὡς συνέπεια τοῦ μοντερνισμοῦ αὐτοῦ, στὸ Ἱερατικόν Συλλείτουργον αὐτοῦ τοῦ Ἱερατικοῦ,107 ἀφαιρέθηκε ἡ σημείωσις τῶν προηγουμένων Ἱερατικῶν, οἱ Ἱερεῖς νὰ ἐξέρχονται τοῦ Βήματος καὶ νὰ ἵστανται στὸν Σολέα γιὰ τὴν τέλεσιν τοῦ Μνημοσύνου, καὶ πλέον (ὅπως βλέπουμε στὶς ἐνορίες τῶν πόλεων) οἱ Ἱερεῖς παρατάσσονται ἀντικανονικῶς, ἀντιπαραδοσιακῶς, στὴν Ὡραία Πύλη βλέποντες πρὸς τὸν Λαὸν (versus populum) σὰν σὲ παράσταση,108 μὴν ἀφήνοντας οὐσιαστικὰ οὔτε τοὺς ἰδίους, ἀλλὰ οὔτε καὶ τὸν Λαὸν νὰ προσευχηθεῖ, ἀφοῦ ὁ Λαὸς πλέον γίνεται ἑκὼν ἄκων θεατὴς – παρατηρητὴς τῶν Ἱερέων.
Παρόμοια μὲ τὸ Ἱερατικὸν τοῦ 1962,105 καὶ τὰ Ἱερατικὰ τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας τοῦ 1977,109 1987,110 1995,111 μέχρι καὶ τοῦ 2000,112 ἔχουν τὴν ἴδια ἀντιπαραδοσιακὴ τάξη στὸν Μεγάλο Ἑσπερινό: «Πληρωθέντος δὲ καὶ τοῦ Καὶ νῦν, ὁ Προεστώς, ἢ αὐτὸς ὁ Ἱερεύς, ἀπαγγέλει τὸν Ὕμνον τοῦ Θεοδόχου Συμεὼν καθ’ ἑκάστην ἀπὸ τῆς Ὡραίας Πύλης, ἔνθα καὶ παραμένει ἱστάμενος μέχρι πέρατος».
v. Ἱερατικόν 1968 (καί 1971, 1981), Ἀ. Δ.
Ἀντίθετα, μὲ τὴν σειρά τοῦ 1962/1977, τὰ ἐνδιάμεσα χρονικῶς Ἱερατικά τοῦ 1968,113 1971,114 1981,115 δὲν ἔχουν καμία νεωτεριστικὴ σημείωση νὰ παραμένει ὁ Ἱερεὺς στὴν Ὡραία Πύλη, μετὰ τὸ Νῦν ἀπολύεις.
Ἴσα-ἴσα ποῦ ἀναφέρουν ὅπως καὶ τὰ παλαιότερα Ἱερατικά (1895, 1948, 1951) ὅτι ὁ δὲ Ἱερεὺς ἔσωθεν [ἐκ τοῦ Βήματος, ἔμπροσθεν τῆς Ἁγίας Τραπέζης ἱστάμενος βλέπων πρὸς Ἀνατολάς] ἐκφωνεῖ τό· Ὅτι Σοῦ ἐστιν ἡ Βασιλεία.
Στὴν ἐνότητα δέ τοῦ Ἱερατικοῦ Συλλείτουργου συμφωνοῦν μὲ τὸ πρῶτο Ἱερατικὸν τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας (1951) καὶ μὲ τὸ Ἱερατικὸν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου 1895, καὶ ἔχουν τοὺς Ἱερεῖς νὰ ἐξέρχονται τοῦ Βήματος καὶ νὰ ἵστανται στὸν Σολέα γιὰ τὴν τέλεσιν τοῦ Μνημοσύνου116 (βλ. Εἰκ. 22).
Εἰκ. 22. «ἐξέρχονται τοῦ Βήματος καὶ ἱστάμενοι ἐν τῷ Σωλέᾳ»· Τέλεσις Μνημοσύνου πρός Ἀνατολάς, καὶ στὸ κέντρον, παρόντων τριῶν Ἀρχιερέων. Τεσσαρακονθήμερον Μνημόσυνον τοῦ Γέροντος Ἐφραῖμ τοῦ Φιλοθεΐτου, Ἀριζονίτου καὶ Νέου Κοινοβιάρχου. Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Ἀντωνίου Ἀριζόνας, ΗΠΑ, 17/1/2020.
Εἰκ. 23. Βουλγαρική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία: «Ἐπιμνημόσυνη δέηση γιὰ τὸν Σεβασμιώτατο Ἐπίσκοπο Νικοπόλεως Βίκτωρα, 17 Μαΐου 2021». Τέλεσις Μνημοσύνου πρός Ἀνατολάς, στὸ κέντρον τοῦ Ναοῦ (στὸ χαρακτηριστικὸ σημεῖο τοῦ δαπέδου), καὶ ὁ Ἱερεύς φέρει λαμπάδα. Βλ. ὑποσ. 82.
Εἰκ. 24. Σερβική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία: «Ἐπιμνημόσυνη δέηση γιὰ τοὺς ἐκλιπόντες ἱεράρχες, εὐεργέτες καὶ συντελεστές τοῦ αφιερωματικοῦ ναοῦ τοῦ Σερβικοῦ λαοῦ» στὴν κρύπτη (ὑπόγειο Ναό) τοῦ Ἱ.Ν. τοῦ Ἁγίου Σάββα. Τέλεσις Μνημοσύνου πρός Ἀνατολάς μετ’ Ἀρχιερέως, «ἐν τῷ μέσῳ» τοῦ Ναοῦ, καὶ οἱ Ἱερεῖς φέρουν λαμπάδες. Βλ. §2 καί ὑποσ. 82.
vi. Ἱερατικόν 2004 (καί 2007, 2021), Ἀ.Δ.
Τὸ Ἱερατικόν τοῦτο, δὲν ἔχει τὴν σημείωση νὰ παραμένει ὁ Ἱερεύς στὰ Βημόθυρα ἀπὸ τὸ Νῦν ἀπολύεις μέχρι τέλους. Λέει ὅτι ὁ Ἱερεὺς μετὰ τοῦ διακόνου εἰσέρχονται εἰς τὸ Ἱερόν μετὰ τὴν ἀρτοκλασίαν, καὶ μετὰ τὸ Καὶ νῦν τῶν ἀποστίχων ὁ προεστὼς ἢ ὁ Ἱερεύς (ποῦ βρίσκεται ἀκόμη στὸ Ἱερόν) λέγει τό «Νῦν ἀπολύεις».117 Ἄρα πρὸς Ἀνατολάς στὴν Ἁγία Τράπεζα.
Ὅμως, λόγῳ τῆς σημερινῆς καταστάσεως, θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχει καθαρὰ ἡ διόρθωση τῶν παλαιοτέρων Ἱερατικῶν ποῦ περιεῖχαν τὴν μοντερνιστικὴ σημείωση (βλ. §15.iv), καὶ νὰ γράφει ξεκάθαρα ὅτι ὁ Ἱερεὺς ἀπὸ τοῦ Βήματος, μπροστὰ ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα, βλέπων πρὸς Ἀνατολάς, λέγει τό Νῦν ἀπολύεις, καὶ ἐπίσης ὁ Ἀναγνώστης πρὸς ἀνατολάς λέει τὸ Τρισάγιον, καὶ ἐπίσης νὰ τονίζει τὸ τῶν παλαιῶν Ἱερατικῶν ὅτι ὁ Ἱερεὺς ἔσωθεν [ἐκ τοῦ Βήματος, ἔμπροσθεν τῆς Ἁγίας Τραπέζης ἱστάμενος βλέπων πρὸς Ἀνατολάς] ἐκφωνεῖ τό· Ὅτι Σοῦ ἐστιν ἡ Βασιλεία.
Ἐπίσης θὰ πρέπει πλέον νὰ προστεθεῖ καὶ ἡ ἀναλυτικὴ Τάξη τοῦ Μνημοσύνου στὸ Ἱερατικόν, μὲ σαφὴ ἐπεξήγηση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ καὶ προσευχητικοῦ προσανατολισμοῦ τοῦ Ἱερέως πρὸς Ἀνατολάς, καὶ ἐπίσης νὰ προστεθεῖ καὶ στὸ Συλλείτουργον ὅπως εἶχαν τὰ παλαιὰ Ἱερατικά, (βλ. §15.iii).
vii. Ἱερατικόν Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου 2020
Τὸ Ἱερατικὸν αὐτὸ κράτησε τὴν Παράδοση στὸ θέμα μας καὶ δὲν ἔχει σημείωση νὰ παραμένει ὁ Ἱερεύς στὰ Βημόθυρα ἀπὸ τὸ Νῦν ἀπολύεις μέχρι τέλους.
Διευκρινίζει σωστὰ ὅτι τὸ Νῦν ἀπολύεις λέγεται «ἔσωθεν τοῦ Ἱεροῦ Βήματος», ἄρα ἐμπρὸς στὴν Ἁγία Τράπεζα πρὸς τὴν Ἀνατολή:
«Τῶν Ἀποστίχων πληρωθέντων, ὁ Προεστὼς ἢ ὁ Ἱερεὺς ἔσωθεν τοῦ Ἱεροῦ Βήματος λέγει· Νῦν ἀπολύεις».118 Καὶ ἄρα καὶ τὸ Ὅτι Σοῦ ἐστιν ἡ Βασιλεία, λέγεται ἀπὸ τὴν ἴδια οἰκεῖα θέση τοῦ Ἱερέως ἐπὶ τῆς Ἁγίας Τραπέζης βλέπων πρὸς Ἀνατολάς.
Ἐν τούτοις, τὸ Ἱερατικὸν αὐτὸ ἀντιπαραδοσιακῶς κατήργησε τὴν παλαιὰ σημείωση τοῦ Μνημοσύνου στὸ Συλλείτουργον, (βλ. §15.i, καί ὑποσ. 96). Στὴν Εἰκ. 2, ἔχουμε πρόσφατον τέλεσιν Μνημοσύνου στὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον πρὸς Ἀνατολάς (2023).
Εἰκ. 25. Ρωσσική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία (Μονή Σρετένσκι). Τέλεσις «Ψυχοσαββάτου» (Μνημοσύνου) πρός Ἀνατολάς καὶ στὸ κέντρον (Σάββατον αʹ τῶν Νηστειῶν). 12/25 Μαρτίου 2022. Οἱ Ἱερεῖς εἶναι πίσω (στὴν δεξιὰ μεριὰ τῆς εἰκ.), καὶ οἱ Λαϊκοὶ ἔμπροσθεν τῶν Ἱερέων κατ’ ἀνατολὰς προσεύχονται (δὲν στρίβουν πρὸς τὴν δύση).
Εἰκ. 26. Ἀντιοχειανή Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Τέλεσις Μνημοσύνου πρός Ἀνατολάς καὶ στὸ κέντρον (χωρίς λουλούδια). Ἱ.Ν. τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ, Cotuit, MA - Cape Cod, ΗΠΑ, 5/8/2012.
16. Τὰ κόλλυβα τοποθετοῦνται «ἐν τῷ μέσῳ» τοῦ Ναοῦ, ἢ μπροστὰ ἀπὸ τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ τοῦ Τέμπλου;
Ἡ Παράδοση λέει «ἐν τῷ μέσῳ» τοῦ Ναοῦ, ὅπως εἴδαμε καὶ ὅπως τηροῦνταν ἐκ νεότητός μας.
Παλαιὰ ὑπῆρχε μόνιμα μικρὸ φορητό (ἢ μὴ) εἰκονοστάσι (δισκέλιον) ἐν «τῷ μέσῳ» τοῦ Ναοῦ (ἢ καὶ περισσότερα ἀπὸ ἕνα), στὸν κεντρικὸ ἄξονα τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἄλλες εἰκόνες. Αὐτὸ τὸ φορητὸ εἰκονοστάσι (προσκυνητάρι) τὸ βλέπουμε «ἐν τῷ μέσῳ» καὶ σήμερα, στὴν Μ. Ἑβδομάδα, στὶς Παρακλήσεις τῆς Παναγίας μας, στὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο. Καὶ ὁ Ἐσταυρωμένος τῆς Μ. Πέμπτης τοποθετεῖται στὴν ἴδια θέση ἐν «τῷ μέσῳ», καὶ στὸ ἴδιο σημεῖο τελοῦνται ἡ Ἀρτοκλασία, ὁ Ἁγιασμός. Μερικὲς ἐνορίες καὶ σήμερα διατηροῦν τὸ κεντρικὸ αὐτὸ προσκυνητάρι σὲ μόνιμη βάση. Ἐπίσης καὶ ἄλλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες τὸ διατηροῦν σὲ μόνιμη βάση.120 Ἐκεῖ στὸ ἴδιο περίπου σημεῖο διαβαζόταν παλαιὰ πρὸς Ἀνατολὰς καὶ ἡ ὀπισθάμβωνος Εὐχή. Αὐτὸ τὸ κεντρικὸ προσκυνητάρι θὰ πρέπει νὰ ἐπανέλθει στὶς ἐνορίες μας (φέρων τὴν εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως τὶς Κυριακές! Ἄλλο καὶ τοῦτο στὶς Ἑλληνικὲς ἐκκλησίες, Κυριακὴ ἡμέρα κατ’ εξοχὴν τῆς Ἀναστάσεως, καὶ νὰ μὴν ὑπάρχει πρὸς προσκύνηση πουθενὰ ἡ εἰκὼν τῆς Ἀναστάσεως).
Ἄρα ἡ τοποθέτηση τῶν κολλύβων ἔμπροσθεν τῆς εἰκόνος τοῦ Χριστοῦ τοῦ Τέμπλου (ὅπου γίνεται), ἀντὶ τῆς παραδόσεως ἐν «τῷ μέσῳ» τοῦ Ναοῦ, ἴσως προέρχεται εἴτε ἀπὸ τὴν κατάργηση τοῦ κεντρικοῦ μικροῦ προσκυνηταρίου ἔμπροσθεν τοῦ ὁποίου τοποθετοῦνταν τὰ κόλλυβα (παλαιὰ βέβαια στὰ μοναστήρια γινόταν στὸν Νάρθηκα), εἴτε γινόταν κατ’ οἰκονομία (καὶ εὐκολία, ἢ καὶ διάκριση στὸν κόσμο) σὲ «μικρὰ» μνημόσυνα (“Τρισάγια”), καὶ ἡ οἰκονομία ἔγινε τελικὰ κανόνας καὶ στὰ μεγάλα Μνημόσυνα. Καὶ πάλιν ὅμως, ὁ Ἱερεὺς πρέπει νὰ κατεβαίνει κάτω ἔμπροσθεν τῶν Κολλύβων καὶ νὰ τελεῖ τὸ Μνημόσυνον κατ’ Ἀνατολάς.
Τὰ Κόλλυβα τῶν Μνημοσύνων (εἰδικὰ τοῦ 40ήμερου) κανονικὰ πρέπει νὰ τοποθετοῦνται παραδοσιακῶς «ἐν τῷ μέσῳ» τοῦ Ναοῦ ὅπως παλαιά.121 Ἂν δὲν εἶναι ἐφικτὸν αὐτό, τότε μέχρι νὰ γίνει χῶρος στὸ κέντρον, νὰ τοποθετοῦνται στὸ κέντρον τοῦ Σολέα (πάντοτε στὴν εὐθεία τῆς Ἁγίας Τράπεζας), καὶ τὸ τραπέζι τῶν κολλύβων μπορεῖ νὰ μετακινεῖται στὸ κέντρον ὁλίγον πρὸ τοῦ Μνημοσύνου ὅπως στὴν Ἀρτοκλασία (οἱ ἀνθοδέσμες καὶ οἱ ἀνθόκηποι, καὶ οἱ δυτικὲς ἀτμόσφαιρες πρέπει ἐπιτέλους νὰ ἐκλείψουν ἢ τοὐλάχιστον νὰ μειωθοῦν κἂν σὲ …ἕνα ἁπλὸ μικρὸ βάζο).122
Καλὸ θὰ ἦταν ἐπίσης, τοὐλάχιστον σὲ μικρὲς ἐνορίες, νὰ ἐπανέλθει ἡ παράδοση τῆς διανομῆς καθαρῶν κεριῶν μελισσῶν, καὶ τῶν ἀναμμένων κεριῶν ἀπὸ τοὺς Ἱερεῖς καὶ τοὺς Πιστοὺς κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ Μνημοσύνου, βλ. §2.
Εἰκ. 27. Προσκυνητάρι «ἐν τῷ μέσῳ» τοῦ Ναοῦ. Σερβικὸ μοναστήρι Manasija (1406-1418).
Εἰκ. 28. Προσκυνητάρι «ἐν τῷ μέσῳ» τοῦ Ναοῦ. Ἑλληνικὲς ἐκκλησίες.
Εἰκ. 29. Προσκυνητάρι «ἐν τῷ μέσῳ» τοῦ Ναοῦ. Ἱ.Ν. Ἁγ. Τριάδος (Ρωσσικὴ ἐκκλησία) ὁδοῦ Φιλελλήνων.
17. Ἕτερες Φωτογραφίες τελέσεως τοῦ Μνημοσύνου πρὸς Ἀνατολάς
Εἰκ. 30. Τέλεσις «Ψυχοσαββάτου» (Μνημοσύνου) πρός Ἀνατολάς (χωρίς λουλούδια). Ἱ.Ν. τοῦ Τιμίου Σταυροῦ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Τ. Σταυροῦ τῆς Ἀρχιεπ. Ἀμερικῆς, Brookline, ΜΑ, ΗΠΑ, 6/3/2021.
Εἰκ. 31. Τέλεσις Μνημοσύνου πρός Ἀνατολάς (χωρίς λουλούδια). Ἱ.Ν. Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, Houston, TX, ΗΠΑ, 29/6/2025.
Εἰκ. 32. Τέλεσις Μνημοσύνου πρός Ἀνατολάς. Ἑλληνικός Ἱ.Ν. Ἁγίας Τριάδος, Lowell, MA, ΗΠΑ, 30/6/2024.
Εἰκ. 33. Τέλεσις Μνημοσύνου πρός Ἀνατολάς. Ἑλληνικός Ἱ.Ν. Ἀθανασίου τοῦ Μεγάλου, Aurora, IL, ΗΠΑ, 22/6/2025.
Εἰκ. 34. Τέλεσις Μνημοσύνου πρός Ἀνατολάς. Ἑλληνικός Ἱ.Ν. Ἁγ. Νεκταρίου, Palatine, IL, ΗΠΑ, 7/9/2025.
Εἰκ. 35. Τέλεσις Μνημοσύνου πρός Ἀνατολάς (χωρίς λουλούδια). Ἑλληνικός Ἱ.Ν. Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, Rochester, NY, ΗΠΑ, 22/6/2025.
Εἰκ. 36. Τέλεσις Μνημοσύνου πρός Ἀνατολάς (χωρίς λουλούδια). Ἑλληνικός Ἱ.Ν. τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, Belmont, CA, ΗΠΑ, 5/11/2023.
Εἰκ. 37. Τέλεσις Μνημοσύνου πρός Ἀνατολάς. Ἑλληνικός Ἱ.Ν. τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, Birmingham, AL, ΗΠΑ, ~2023.
Εἰκ. 38. Ρωσσική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Τέλεσις Μνημοσύνου πρός Ἀνατολάς. Οἱ πιστοὶ κρατοῦν ἀναμμένα κεριά. Ἱ.Ν. Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ, Washington DC, ΗΠΑ, 11/1/2024.
Εἰκ. 39. Ρωσσική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἱ.Ν. τῆς Θεοτόκου «Χαρὰ πάντων τῶν θλιβομένων», Μόσχα, Ρωσσία, 2021. Τέλεσις Μνημοσύνου (Παννυχίδος) πρός Ἀνατολάς καὶ ἐν τῷ μέσῳ τοῦ Ναοῦ.
Εἰκ. 40. Ρουμάνικη Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Τέλεσις Μνημοσύνου πρός Ἀνατολάς καὶ «ἐν τῷ μέσῳ» τοῦ Ναοῦ. Οἱ Ἱερεῖς φέρουν λαμπάδες. Βλ. ὑποσ. 82.
Εἰκ. 41. Παραδοσιακή τέλεσις Μνημοσύνου πρός Ἀνατολάς. Ἱ.Ν. Ἀποστόλου Φιλίππου (OCA), Tampa, Φλόριντα, ΗΠΑ, 21/10/2020.
18. Ἐπίλογος
Εἴδαμε λοιπὸν ὅτι τὸ Μνημόσυνον τελεῖται παραδοσιακῶς πρὸς Ἀνατολάς,123 ὅπως καὶ ὅλες οἱ Ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας μας, καὶ «ἐν τῷ μέσῳ» τοῦ Ναοῦ.
Μοναδικὴ παραφωνία στὴν παγκόσμια Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀποτελεῖ ἡ Ἐκκλησία μας, ὅπου οἱ περισσότεροι Κληρικοὶ ἔχουν παρασυρθεῖ (τῶν Ἐπισκόπων συμπεριλαμβανομένων) ἀπὸ τοὺς λειτουργικοὺς τάχα ἀναγεννητές, καὶ τελοῦν ἀπὸ τὸν προηγούμενο αἰῶνα τὸ Μνημόσυνον πρὸς τὴν Δύση, προσευχόμενοι πρὸς τὸν Λαόν (versus populum), ἐξ ἀποστάσεως, ἀφ’ ὑψηλοῦ, μὴ μετακινούμενοι διόλου ἐκ τῆς Ὡραίας Πύλης.
Εἴδαμε μὲ τί «ὀργάνωση» καὶ «τέχνη», σταδιακῶς προωθήθηκε καὶ ἐπιβλήθηκε (καὶ δυστυχῶς διατηρεῖται) στὴν Ἐκκλησία μας, καὶ αὐτὸς ὁ μοντερνισμὸς (ἡ πλάνη) τῆς πρός τήν Δύση τελέσεως τοῦ Μνημοσύνου. Ἀπορίας ἄξιον εἶναι ἐπίσης πῶς ἡ Ἑλληνορθόδοξη Ἀρχιεπισκοπὴ Ἀμερικῆς κρατάει τὴν παράδοσιν τῆς πρὸς τὴν Ἀνατολή τελέσεως τοῦ Μνημοσύνου.124
Σήμερα, ἔχουν ἐξαλειφθεῖ οἱ μοντερνιστικὲς παλαιὲς σημειώσεις στὰ σύγχρονα Ἱερατικὰ καὶ ἐνιαύσια Τυπικά, ποὺ προωθοῦσαν τὴν ἀντιπαραδοσιακὴ τέλεση τοῦ Μνημοσύνου. Ἄρα, ἕνας λόγος παραπάνω νὰ ἐπανέλθει ἡ Ἐκκλησιαστική τάξις.
Κατὰ τὴν γνώμη μας, ὁ πιστὸς Λαὸς πρέπει νὰ ἐνημερωθεῖ ὅτι τὴν ὥρα τοῦ Μνημοσύνου προσεύχονται γιὰ τὴν ψυχὴ τοῦ κεκοιμημένου, καὶ ἐπίσης γιὰ τὶς ψυχὲς τῶν κεκοιμημένων τους. Ἐπίσης, καλύτερα θὰ εἶναι τὰ κόλλυβα τοῦ Μνημοσύνου νὰ τὰ φτιάχνει ἡ φιλόπτωχος τοῦ Ναοῦ ὅπου ὑπάρχει, ἢ κυρίες τῆς ἐνορίας, κατόπιν παράκλησης τοῦ Προϊσταμένου, ἐπειδὴ ἡ σύγχρονη ἐκκοσμικευμένη κατάσταση ἔχει ξεφύγει μὲ τὶς πολλὲς καὶ μεγάλες ἀνθοσυνθέσεις καὶ ἀνθοστῆλες (2 μεγάλες στῆλες ἀνθοσυνθέσεων ἀνὰ μνημόσυνο), μονοπωλούντων τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν πιστῶν πιὸ πολὺ ἀπὸ τὶς εἰκόνες τοῦ Τέμπλου (ἂν δὲν τὶς ὑποσκιάζουν κιόλας). Ἐπίσης, καλὸ θὰ εἶναι νὰ ἐπανέλθει στὰ Μνημόσυνα (εἰδικὰ σὲ μικροὺς Ναούς) ἡ διανομή μελισσο-κεριῶν στὸν κόσμο.
Μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου, ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ οἱ Ναοὶ εἶχαν ἐλάχιστες (κινούμενες) καρέκλες καὶ μόνο στὰ κλίτη (καὶ μόνο μεγάλοι παπποῦδες κάθονταν), φτάσαμε σὲ 30-40 χρόνια στὸ σημεῖο νὰ ἔχουν γεμίσει ἀσφυκτικὰ οἱ Ναοὶ μὲ μόνιμες μάλιστα καρέκλες ἀκόμη καὶ στὸ κέντρο τοῦ Ναοῦ μέχρι τὸν Σολέα. Ἂς δωρηθοῦν αὐτὲς οἱ καρέκλες σὲ Ναοὺς ποὺ δὲν ἔχουν (ἢ ἔχουν χαλασμένες) καρέκλες, καὶ ἔτσι θὰ ὑπάρξει καὶ πάλι χῶρος γιὰ τὸ Μνημόσυνον, καὶ ἡ Ἐκκλησία θὰ «ἀνασάνει» ἀπὸ τὶς πολλὲς καρέκλες, καὶ θὰ συνεισφέρουν στὴν πνευματικὴ ἀναγέννηση καὶ ἄσκηση τοῦ Λαοῦ.
Σημειωθήτω ὅτι ἀπόρροια τοῦ λατινογενοῦς αὐτοῦ μοντερνισμοῦ (versus populum), καὶ τοῦ ἄλλου ὁμοίως λατινογενοῦς μοντερνισμοῦ τῶν φωναχτῶν Εὐχῶν - Προσευχῶν, εἶναι νὰ διαβάζουν Ἱερεῖς μας φωναχτὰ τὰ ὀνόματα (Ψυχοσάββατα, Παρακλήσεις, κτλ.) ἀπὸ τὴν Ὡραία Πύλη βλέποντας πρὸς τὸν Λαό. Πρὸς Ἀνατολὰς διαβάζονται ἅγιοι Πατέρες τὰ ὀνόματα, μυστικῶς, ἐν σιγῇ στὴν Ἁγία Τράπεζα (πρὸς ἀνατολὰς προσευχόμαστε ὄχι πρὸς τὸν Λαό). Οὔτε δασκαλεύουμε τοὺς Ψάλτες νὰ σιωπήσουν, ἐνῶ οἱ Κληρικοὶ διαβάζουν ἐκφώνως τὰ ὀνόματα γιὰ νὰ τὰ ἀκούσουν οἱ γιαγιάδες, διότι α) δὲν εἶναι τῆς Παραδόσεως, β) ὁ Λαὸς γίνεται ἑκὼν ἄκων θεατὴς – παρατηρητὴς τῶν Ἱερέων, γ) καὶ μὲ τὸ διαρκὲς μουρμουρητό ἐμποδίζεται ὁ πιστὸς Λαὸς νὰ προσευχηθεῖ.
Τέλος, ἡ ἀναφορὰ στὶς ἄλλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ἔγινε μόνον γιὰ τὴν ἐπαλήθευση τῆς Παραδόσεως τῆς κατ’ Ἀνατολὰς τελέσεως τοῦ Μνημοσύνου.
Ὑποσημειώσεις
1 «Ὁ Ἱερεύς ἀνέκαθεν ἐποίει τήν Ἀνάγνωσιν τῶν Εὐχῶν πρός Ἀνατολάς», Ὀρθόδοξος Τύπος, ἀρ. φύλλων 2549 - 2550, 4/7/2025 - 11/7/2025.
2 Ἂν καὶ τώρα μὲ τὴν μετάφραση τῶν βιβλίων (καὶ τῶν μεγάλων λαθῶν) τοῦ Φουντούλη στὰ ἀγγλικά, ἴσως παρασυρθοῦν, τὸ ὁποῖον βέβαια ἀπευχόμαστε.
3 Ἄλλο τὸ Τεσσαρακονθήμερο Μνημόσυνον (40ήμερο, «τὰ σαράντα»), καὶ ἄλλο τὸ Σαρανταλείτουργον. Τὸ μὲν εἶναι (τὸ σημαντικότερο) Μνημόσυνον ποὺ τελεῖται μία φορά, στὶς 40 ἡμέρες ἀπὸ τὴν κοίμηση τοῦ κοιμηθέντος, τὸ δὲ εἶναι σαράντα Θείες Λειτουργίες (σὲ διαφορετικὲς ἡμέρες) ὅπου μνημονεύεται ὁ κεκοιμημένος.
4 Φυσικὰ καὶ ἡ ἐλεημοσύνη (καὶ μὲ χρήματά τους ποῦ ἄφησαν πίσω) τοὺς εὐεργετεῖ τὰ μέγιστα.
5 Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου Λόγοι Δʹ, Οἰκογενειακή Ζωή, Ἱ.Ἠ. “Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὁ Θεολόγος”, Σουρωτή Θεσ/νίκης, 2003, κεφ. 3, «Ἡ μετὰ θάνατον ζωή», σσ. 273-286.
6 Ἂν ἦσαν πολλὰ μνημόσυνα, τοποθετοῦσαν καὶ δεύτερο τραπέζι στὴν σειρά.
7 Παλαιά δὲν τοποθετοῦνταν, οὔτε καὶ τώρα πρέπει νὰ τοποθετοῦνται καρέκλες στὸ κεντρικὸν κλῖτος τοῦ Ναοῦ (πολλῷ δὲ μᾶλλον «ἀκίνητες», μόνιμες καρέκλες), παρὰ μόνον σὲ ἔκτακτες περιπτώσεις π.χ. μία σειρὰ γιὰ τὸ Μνημόσυνον. Τὰ ἀρχαία χρόνια στό κέντρον περίπου τοῦ Ναοῦ ἦταν ὁ μέγας ὀγκόλιθος τοῦ Ἄμβωνος, καὶ ὁ κόσμος πάντοτε ἦταν κυρίως στὰ πλάγια κλίτη τοῦ Ναοῦ, βλ. Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας (analogion.gr). Στὶς σλαυόφωνες Ἐκκλησίες (Φινλανδία, Σουηδία, Ἀμερική) οἱ Ἀκολουθίες καὶ ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι «Ἀκάθιστοι», ὁ περισσότερος κόσμος στέκεται ὄρθιος, ὅπως καὶ στὴν Ἑλλάδα παλαιότερα.
8 «Οὐκ εἰκῆ ταῦτα ἐνομοθετήθη ὑπὸ τῶν ἀποστόλων, τὸ ἐπὶ τῶν φρικτῶν μυστηρίων μνήμην γίνεσθαι τῶν ἀπελθόντων· ἴσασιν αὐτοῖς πολὺ κέρδος γινόμενον, πολλὴν τὴν ὠφέλειαν. Ὅταν γὰρ ἑστήκῃ λαὸς ὁλόκληρος χεῖρας ἀνατείνοντες, πλήρωμα ἱερατικὸν, καὶ προκέηται ἡ φρικτὴ θυσία, πῶς οὐ δυσωπήσομεν ὑπὲρ τούτων τὸν Θεὸν παρακαλοῦντες;», Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, [PG 62, 204].
9 Προσωπικὴ συζήτηση.
10 Οἱ Λατινογενεῖς Νεωτερισμοί τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί τῆς Λειτουργικῆς Ἀναγεννήσεως στήν Θεία Λειτουργία καί Λατρεία, Ὀρθόδοξος Τύπος, ἀρ. φύλλων 2537 - 2541, 4/4/2025 - 9/5/2025 (ἐπίσης καί στό analogion.gr).
11 Μερικοὶ ἴσως θὰ ποῦν ὅτι δὲν τὸ τελοῦμε πρὸς τὸν Νότο, ἀλλὰ πλαγίως πρὸς τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ στὸ Τέμπλο, ὅμως τὸ ὀρθὸ, ὅπως θὰ δοῦμε παρακάτω, εἶναι νὰ ἐξέλθουν τῆς Ὠραίας Πύλης νὰ κατεβοῦν τὰ σκαλιά, καὶ νὰ σταθοῦν μπροστὰ ἀπὸ τὰ κόλλυβα, φυσικὰ στρεφόμενοι πρὸς Ἀνατολάς.
12 Τί νὰ μᾶς δείχνει αὐτό, πέραν τοῦ ὅτι οἱ λειτουργικοὶ τάχα ἀναγεννητές, τοῦ προηγουμένου καὶ νῦν αἰῶνος, παρέσυραν σχεδὸν ὅλη τὴν Ἐκκλησία, εἰδικὰ στὶς μεγαλουπόλεις ὅπου ἤκμαζον;
13 Καὶ ὁ Ἀρχιερεὺς ἐξέρχεται (ὅπως ἐξέρχεται καὶ στὸν Ἁγιασμό, [ΤΜΕ σ. 149]), δὲν «παρακολουθεῖ» ἀπὸ τὴν Ὡραία Πύλη ἀτενίζοντας τὸν Λαό, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ἰδίως ἵσταται «ἐν τῷ μέσῳ» μπροστὰ ἀπὸ τὰ Κόλλυβα, προσευχόμενος, στραμμένος πρὸς τὴν Ἀνατολή (βλ. Εἰκ. 2, Εἰκ. 3, Εἰκ. 6, κλπ.).
14 Προσωπικὴ συζήτηση.
15 Τυπικόν κατά τήν τάξιν τῆς τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας [ΤΜΕ], ὅ.π., σσ. 331-334.
16 Τυπικόν κατά την τάξιν τῆς τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας [ΤΜΕ], ὅ.π., σ. 332.
17 Τυπικόν κατά τήν τάξιν τῆς τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας [ΤΜΕ], ὅ.π., σ. 9.
18 Τυπικόν κατά τήν τάξιν τῆς τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας [ΤΜΕ], ὅ.π., σ. 75.
19 Τυπικόν κατά τήν τάξιν τῆς τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας [ΤΜΕ], ὅ.π., σ. 149.
20 Οἰκονόμου Γεωργίου Ῥῆγα (1884-1961), Τυπικόν, Πατριαρχικόν Ἴδρυμα Πατερικῶν Μελετῶν, 1994 (1908), σ. 897.
21 Τὰ ἐντὸς ἀγκυλῶν εἶναι δικές μας σημειώσεις.
22 Πέριξ τρόπος τοῦ λέγειν (ἡ Προσευχὴ εἶναι πρὸς Ἀνατολάς), στὴν οὐσία σχεδὸν εὐθεία (ἂν εἶναι πολλοί, μὲ μιὰ ἐλαφρὰ καμπύλη στὰ ἄκρα, καὶ ἀκόμη περισσότεροι σὲ δεύτερη σειρά), βλ. Εἰκ. 3, Εἰκ. 11, Εἰκ. 13.
23 Πρωτίστως γιὰ τὴν νεκρώσιμον ἀκολουθίαν τὰ λέει, ἀλλὰ φυσικὰ καὶ γιὰ τὴν ἐπιμνημόσυνον.
24 ΘΗΕ, τόμος Ηʹ, Ἀθῆναι 1966 σ. 1229.
25 Τυπικόν κατά τήν τάξιν τῆς τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας [ΤΜΕ], δίς ἐκδοθέν ὑπὸ Κωνσταντίνου Πρωτοψάλτου, … συμπληρωθὲν ὑπὸ τοῦ νῦν Πρωτοψάλτου Γεωργίου Βιολάκη, ἐν Κωνσταντινουπόλει 1888, ἐκ τοῦ Πατριαρχικοῦ Τυπογραφείου, σσ. 8-9.
26 «Ὁ Λαὸς κρατεῖ λαμπάδας ἀνημμένας ἔτοιμος διὰ τὴν ἀκολουθίαν τῆς Λιτῆς τὰς ὁποίας θὰ διατηρήσῃ μέχρι τέλους τῆς Ἀρτοκλασίας, ὡς καὶ οἱ Ἱερεῖς», π. Στεφάνου Ζήτη, Τυπικόν Ὀλονυκτίου Ἀγρυπνίας, ἐν Ἀθήναις, τυπ. Ν. Γιαμούρη, 1933, σ. 31, ὑποσ. 1.
27 Ἡ Παννυχίδα εἶναι ἂς ποῦμε ἐκτενέστερο Μνημόσυνον μὲ Ψαλμούς καὶ Κανόνα. Βλ. Εἰκ. 10, Εἰκ. 12.
28 Οἰκονόμου Γεωργίου Ῥῆγα (1884-1961), Τυπικόν, ὅ.π., σ. 738.
29 Τό κυριώτερο Τυπικόν συνόλου τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεώς μας ἰδιαίτερα μετὰ τὴν νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας ἐπὶ τοῦ προτεσταντισμοῦ τῆς Εἰκονομαχίας, καὶ μέχρι τὶς ἡμέρες μας, εἶναι τό Τυπικὸν τῆς ἐν Ἱεροσολύμοις Λαύρας τοῦ Ὁσίου Σάββα (Τυπικόν τοῦ Ἁγίου Σάββα, ΤΑΣ), τὸ ὁποῖον ὅπως εἶπε ὁ Ἅγιος Συμεών Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης (+1429): «Ἐν ταύταις δὲ ταῖς ἱεραῖς μοναῖς καὶ σχεδὸν πάσαις ταῖς ἐκκλησίαις, ἡ τοῦ ἀπὸ τῶν Ἱεροσολύμων Τυπικοῦ τῆς μονῆς τοῦ Ἁγίου Σάββα τελεῖται τάξις» [PG 155, 556].
30 Ἐννοεῖται πρὸς Ἀνατολὰς καὶ στὸν κεντρικό/διαμήκη ἄξονα τῆς Ἐκκλησίας (στὴν εὐθεία τῆς Ἁγίας Τραπέζης καὶ τοῦ Ἐσταυρωμένου τῆς Ἁγίας Τράπεζας).
31 Τυπικόν τοῦ Ὁσίου καί Θεοφόρου Πατρός ἡμῶν Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου, ἔκδοσις Ἱ. Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Παναγίας Τατάρνης, 2010, κεφ. ΚΗʹ (Πεντηκοστάριον), σ. 309. Τὸ «καὶ» λείπει ἀπό το ΤΑΣ (2012).
32 Τυπικὸν τῆς ἐν Ἱεροσολύμοις ἁγίας Λαύρας τοῦ Ὁσίου Σάββα (ΤΑΣ), 2012, κεφ. ΚΗʹ, σσ. 268-269.
33 Τυπικόν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου (1851), χφ. 250, φ. 104 (Ἀθωνική Ψηφ. Κιβωτός).
34 Βλ. ὑποσ. 30.
35 Δὲν ἀναφέρεται ὅτι ἡ Παννυχίδα τελεῖται στὸν νάρθηκα ὁπότε μᾶλλον ἐννοεῖ «ἐν τῷ μέσῳ» τοῦ Ναοῦ, κάτω ἀπὸ τὸν κεντρικὸ πολυέλεο.
36 Τυπικόν τῆς ἐν Ἄθῳ Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Διονυσίου, 2004 (1909), σ. 414.
37 Τυπικόν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μεγίστης Λαύρας 1917 (χφ. Παντοκράτορος 312), σσ. 238-239.
38 Τυπικόν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παντοκράτορος (1918), χφ. 283, σ. 133.
39 Μᾶλλον καὶ σὲ «Τρισάγιον» πατέρων τῆς Μονῆς.
40 Στὸ κέντρον τίθενται σὲ κάποιες Μονὲς καὶ στὸ «Τρισάγιον» ποὺ γίνεται στὸ παρεκκλήσιον τοῦ Κοιμητηρίου γιὰ τοὺς κεκοιμημένους πατέρες κάθε Παρασκευή ἑσπέρας (π. Γεράσιμος Ἁγιορείτης, προσωπική συζήτηση).
41 Βλ. ὑποσ. 22.
42 Ἁγιορείτικον Τυπικόν τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἀκολουθίας, Ἱ.Κ. Εὐαγγελισμοῦ Καρυαί, Ἅγιον Ὄρος, βʹ ἔκδ., ἐκδ. Καστανιώτη, Ἀθήνα 1997, σσ. 125-129. Πρβλ. Πεντηκοστάριον, Ψυχοσάββατον [πρὸ τῆς Κυριακῆς τῆς Ἁγίας Πεντηκοστῆς], Ἀκολουθία τῆς Παννυχίδος.
43 Ἁγιορείτικον Τυπικόν τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἀκολουθίας, ὅ.π., σ. 130.
44 Ἁγιορείτικον Τυπικόν τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἀκολουθίας, ὅ.π., σ. 54.
45 «Εἴς τινας μονὰς ἡ παννυχὶς τελεῖται εἰς τὴν Λιτήν. Σβήνουσι τὰ φῶτα εἰς τὸν κυρίως ναόν, κλείεται ἡ Βασιλικὴ Πύλη καὶ τοποθετοῦνται τὰ κόλλυβα ἔμπροσθεν τοῦ Χριστοῦ τῆς Λιτῆς».
46 Ἁγιορείτικον Τυπικόν τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἀκολουθίας, ὅ.π., σ. 175.
47 Ἁγιορείτικον Τυπικόν τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἀκολουθίας, ὅ.π., σσ. 175-176.
48 Στοιχεῖα Τυπικοῦ (Διατάξεις), Ἱ.Μ. Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους (2021) [pdf], σ. 47
49 Τυπικὸ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ, Ἱ.Μ. Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους (2020) [pdf], σ. 82.
50 Στοιχεῖα Τυπικοῦ (Διατάξεις), Ἱ.Μ. Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους (2021) [pdf], σ. 97.
51 Τυπικὸ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ, Ἱ.Μ. Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους (2020) [pdf], σσ. 35, 51, 93.
52 Ἐγκόλπιον Ἐκκλησιαστικὸν Ἡμερολόγιον τοῦ 1937 ὑπὸ τοῦ πρωτονοταρίου τῆς Ἀρχιεπ. Ἀθηνῶν Ἐ.Ἰ. Φαρλέκα, σ. 37.
53 Ἐγκόλπιον Ἐκκλησιαστικὸν Ἡμερολόγιον τοῦ 1955, ὑπὸ τοῦ Ἐ.Ἰ. Φαρλέκα, σ. 48.
54 Κυκλοφόρησε τὰ ἔτη 1951-1993 καὶ εἶχε μεγάλη διάδοση καὶ ἀπήχηση ὡς ἐτήσιο Τυπικὸν τῆς Ἐκκλησίας, χρησιμοποιούμενον στὶς Ἐνορίες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.
55 Ἡ ἀναφορά μας στοὺς ἀνθρώπους καὶ στὶς ὀργανώσεις γίνεται γιὰ τὴν καταγραφὴ τῶν ἱστορικῶν στοιχείων ποῦ ἀφοροῦν τὸ παρὸν ἄρθρο, καὶ δὲν γίνεται γιὰ νὰ κριθεῖ ἢ μηδενιστεῖ ἐν γένει τὸ ἔργο τους.
56 Γεωργίου Γ. Μπεκατώρου, Τάξις τῶν Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν, Ἀθήναι 1957, σ. 40, ὑποσ. 3.
57 Πρώτη φορὰ ἐπίσης βλέπουμε στὴν παροῦσα μας ἔρευνα, τό 1957, σὲ αὐτὴν τὴν Τάξη τοῦ Μπεκατώρου, νὰ «τίθενται» τὰ κόλλυβα τοῦ Ψυχοσαββάτου πρὸ τῆς εἰκόνος τοῦ Χριστοῦ.
58 Γεωργίου Γ. Μπεκατώρου, Τάξις τῶν Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν, Ἀθήναι 1957, σ. 41.
59 Γεωργίου Γ. Μπεκατώρου, Τάξις τῶν Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν, Ἀθήναι 1977, σ. 76.
60 Γεωργίου Γ. Μπεκατώρου, Τάξις τῶν Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν, Ἀθήναι 1986, σσ. 79-80.
61 Γεωργίου Γ. Μπεκατώρου, Τάξις τῶν Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν, Ἀθήναι 1987, σσ. 75.
62 Γεωργίου Γ. Μπεκατώρου, Τάξις τῶν Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν, Ἀθήναι 1992, σσ. 73.
63 Ἡμερολόγιον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος 1960 (ἔτος δεύτερον), ἔκδοσις τῆς ἐκδόσεως τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, σσ. 58-59.
64 Ἡμερολόγιον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος 1968, σ. 51.
65 Ἡμερολόγιον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος 1975, ἔκδοσις Ἀ.Δ., σσ. 36-37.
66 Ἡμερολόγιον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος 1978, ἔκδοσις Ἀ.Δ., σ. 35.
67 Ἡμερολόγιον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος 1983, ἔκδοσις Ἀ.Δ., σ. 43.
68 Ἡμερολόγιον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος 1984, ἔκδοσις Ἀ.Δ., σσ. 34-35.
69 Ἡμερολόγιον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος 1989, ἔκδοσις Ἀ.Δ., σ. 52.
70 Δίπτυχα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος 1994, ἔκδοσις τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, σσ. 40-41.
71 Δίπτυχα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος 1997, σ. 48.
72 Δίπτυχα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος 2002, ἔκδοσις Ἀ.Δ., σ. 59.
73 Δίπτυχα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος 2003, ἔκδοσις Ἀ.Δ., σ. 58.
74 Δίπτυχα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος 2007, ἔκδοσις Ἀ.Δ., σ. 42.
75 Τό ἀποιχόμενος βγαίνει ἀπὸ τὸ ἀπό+οἴχομαι (οἴχομαι = φεύγω, πορεύομαι, χάνομαι), τὸ ὁποῖον σημαίνει φεύγω μακρυά, ἀπέρχομαι, ἔχω χαθεῖ, ἀπέθανον καὶ δὲν ὑπάρχω πλέον. Ἀποιχόμενος σημαίνει ὁ τελευτήσας, ὁ νεκρός. Γνώμη μας εἶναι ὅτι πρέπει ἀντὶ τοῦ ἀποιχομένου νὰ προτιμηθεῖ ἡ λέξη «κεκοιμημένος», καὶ μία ἀναλυτικότερη συνολικὰ φράση.
76 Δίπτυχα 2008, Ἀποστολική Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, σσ. 48-49.
77 Δίπτυχα 2009, Ἀποστολική Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, σ. 43.
78 Δίπτυχα 2017, Ἀποστολική Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, σ. 101.
79 Δίπτυχα 2025, Ἀποστολική Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, σσ. 99-100.
80 Παρόμοια ἀναφέρει βέβαια (στὸ σχετικὸ σημεῖο) καὶ ἡ Τάξις τοῦ Μπεκατώρου 1977 (σ. 77), 1986 (σ. 80) ἀλλὰ αὐτο-ἀναιρούμενη ὅπως εἴπαμε (βλ. §Γ.5) λόγῳ τῆς προηγηθεῖσης σημειώσεως στό Νῦν ἀπολύεις ὅτι τάχα παραμένει ὁ Ἱερεύς στὰ Βημόθυρα μέχρι τέλους.
81 Ἀρχισυντάκτης τῆς ΘΗΕ ἦταν ὁ Ἀριστείδης Πανώτης, μετέπειτα ἰδρυτικό μέλος τῆς «Εἰδικῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς Λειτουργικῆς Ἀναγεννήσεως» τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου, καὶ τοῦ Μητρ. Καισαριανῆς Δανιήλ.
82 Βλ. §2, αὐτὸ εἶναι ἀρχαία παράδοση, τὴν ἀναφέρει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, καὶ τηρεῖται σήμερα στὸ Ἅγιον Ὄρος, σὲ Ρώσσικες, Σέρβικες, Ρουμάνικες καὶ Βουλγάρικες ἐκκλησίες.
83 ΘΗΕ, τόμος Ηʹ, Ἀθῆναι 1966 σ. 1229.
84 «Ὁ Ἱερεύς ἀνέκαθεν ἐποίει τήν Ἀνάγνωσιν τῶν Εὐχῶν πρός Ἀνατολάς», ὅ.π..
85 Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς ἀπορίας, Γʹ τόμος, ἔκδ. γʹ, Ἀποστολικὴ Διακονία 2002 (1982), #365, σσ. 181-183.
86 Aleksej Dmitrievskij, Opisanie liturgitseskich rukopisej, 1895- 1917. Τόμος 3ος.
87 Τυπικὸν τῆς ἐν Ἱεροσολύμοις Λαύρας τοῦ Ὁσίου Σάββα, ΤΑΣ, ἐν Ἱεροσολύμοις 2012, σσ. 55, 117, κλπ..
88 Ἂς σταματήσουν οἱ Διάκονοι ἢ οἱ Ψάλτες νὰ ἀπαντοῦν Εἰς πολλὰ ἔτη Δέσποτα, ἐπειδὴ εἶναι ἐμπαιγμός.
89 Ὁ Φουντούλης «κόλλησε» στὴν ἀπορία αὐτὴ ὅτι κανονικὰ τὸ λέει ὁ ἡγούμενος, ὁ προεστώς, καὶ δὲν ἔχουμε ἡγούμενο, προεστῶτα στὶς ἐνορίες γιὰ νὰ τὸ πεῖ … , καὶ εὐκαίρως - ἀκαίρως δὲν παρέλειψε νὰ μᾶς ὑπενθυμίσει τὸν μοναχικὸ Ἑσπερινό (ποῦ τόσους αἰῶνες, 1200+ χρόνια, ὅπως τελεῖται στὶς ἐνορίες, ἀκόμη δὲν ἔχει γίνει ἐνοριακός)!
90 Βλ. Ὁ Ζωοποιός Σταυρός τοῦ Χριστοῦ ἀνέκαθεν δέσποζε στό Ἱερόν Βῆμα, στήν Ἁγία Τράπεζα, καί διέλαμπε ὅταν ἦταν ἀνοιχτὴ ἡ Ὡραία Πύλη, τό Καταπέτασμα …, αʹ ἔκδοσις, 4/11/2024, σσ. 8-10.
91 Πρὸς ἀνατολάς ἐστραμμένος, στὸν Κύριο ἀπευθύνεται, προσεύχεται.
92 Τό Σοφία εἶναι Διακονικόν.
93 Ἱερατικόν ἐγκρίσει τῆς τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας, ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐκ τοῦ Πατριαρχικοῦ Τυπογραφείου, 1895, σσ. 16-17, 19-20.
94 youtube.com/watch?v=KOSRMGK_jdU (πρόσβαση 30/8/2025).
95 «Πάντες μὲν ὁρῶμεν κατ’ ἀνατολὰς ἐπὶ τῶν προσευχῶν», Ἅγιος Μέγας Βασίλειος, [PG 32, 189C]. Βλ. ἐπίσης, «Ὁ Ἱερεύς ἀνέκαθεν ἐποίει τήν Ἀνάγνωσιν τῶν Εὐχῶν πρός Ἀνατολάς», ὅ.π..
96 Ἱερατικόν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τοῦ 1895, σ. 150.
97 Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος Χρυσόστομος Β΄ Χατζησταύρου (1962-1967), βλ. περισσότερα στό: iaath.gr.
98 Ἱεροτελεστικόν, ἐκδ. Μιχ. Σαλιβέρου, Ἀθῆναι 1948, σσ. 44-45. Φαίνεται παλαιὰ ἐνιαχοῦ ἦταν συνήθεια τὸ Νῦν ἀπολύεις νὰ τὸ λέει ὁ χοροστατῶν Κληρικός ἢ ὁ Ἀναγνώστης γιὰ αὐτὸ ἔχει καὶ τὴν ὑποσημείωση 1) ὅπου λέγει ὅτι «Τινὲς θεωροῦσι μόνον τῷ Ἱερεῖ ἢ τῷ Ἀρχιερεῖ ἐπιτετραμμένον τὸ ἐκφωνεῖν τό Νῦν ἀπολύεις», σ. 45. Βλ. ἐνταῦθα τὶς ὑποσ. 86, 87.
99 Ἱεροτελεστικόν 1948, ὅ.π., σ. 25.
100 Ἱεροτελεστικόν 1948, ὅ.π., σ. 25.
101 Ἱεροτελεστικόν 1948, ὅ.π., σ. 266.
102 Ἱερατικόν 1951, Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, σ. 28.
103 Ἱερατικόν 1951, Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, σ. 172.
104 Αὐτὸ τὸ Ἱερατικόν (1962) εἶναι πηγὴ μοντερνισμῶν (γιὰ τὴν ἐποχή του), ὅπως ἔχουμε δεῖ καὶ σὲ προηγούμενα ἄρθρα μας, καὶ οὐσιαστικὰ ἦταν/εἶναι τὸ ὄχημα τῶν μοντερνιστῶν, λειτουργικῶν τάχα ἀναγεννητῶν, τῆς ἐποχῆς (καὶ κάθε ἐποχῆς), ποῦ ὅταν πῆραν κάποια «ἐξουσία» στὶς ἐκδόσεις τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας (εὐτυχῶς ὄχι μόνιμη ἐξουσία ἀκόμη τό 1962), ὀρμήσανε στὴν Ἐκκλησιαστικὴ Παράδοση ὡς ταῦρος ἐν ὑαλοπωλείῳ, γιὰ νὰ περάσουν στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας λατινογενεῖς πλάνες τῆς αἱρετικῆς Βʹ Βατικάνειας Συνόδου τῆς ὁποίας θιασιώτες καὶ ὑπέρμαχοι γεγόνασι ἄχρι τῶν ἡμερῶν μας. Εὐτυχῶς ἀκόμη τό 1962 τὶς Μυστικὲς Εὐχὲς δὲν τὶς πείραξαν (παρὰ μόνον στὸ Ἱερατικὸν Συλλείτουργον), ἐπειδὴ ἡ Παράδοσις τῶν Μυστικῶν Εὐχῶν τῶν Ἱερέων (καὶ ὁ Λαὸς Μυστικῶς προσ-Εὔχεται) ἦταν ἰσχυροτάτη τότε στὴν Ἐκκλησία (βλ. στρατηγικὴ Ἀδ. Κοραῆ, [ΠΠ20, ὑποσ. 97]). Πείραξαν ὅμως τὴν στάσιν τοῦ Ἱερέως, μεταξὺ ἄλλων. Βλ. καὶ τὰ ἄρθρα μας ἀπὸ τοῦ Ἱερατικοῦ Συλλείτουργου (2022) καὶ ἑξῆς. Παρόλα αὐτὰ τὸ Ἱερατικόν 1962/2000 εἶναι παραδοσιακώτερον τῶν συγχρόνων.
105 Ἱερατικόν 1962, Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, σ. 22.
106 Παν. Παπαδημητρίου, Οἱ λατινογενεῖς νεωτερισμοί εἰς τήν Θείαν Λειτουργίαν καί Λατρείαν, Ὀρθόδοξος Τύπος, ἀρ. φύλλων 2537 - 2541, 4/4/2025 - 9/5/2025.
107 Ἱερατικόν 1962, Ἀ.Δ., σ. 250.
108 Δι’ αὐτῆς τῆς μοντερνιστικῆς λατινογενοῦς στάσεως τοῦ ἱερέως, «ὁ λαὸς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ βλέπῃ, νὰ παρακολουθῇ ὅλες τὶς κινήσεις, τὶς ἐκφράσεις, τὶς ἀντιδράσεις, τὶς προσωπικὲς αὐτόματες ἐκδηλώσεις τοῦ Ἱερέως, ὁ ὁποῖος ἵσταται πλέον ἐνώπιον ὅλων διὰ τοῦ προσωπικοῦ αὐτοῦ ὕφους, τῆς ἀτομικῆς του ἱκανότητος, τῆς προσωπικῆς του «γοητείας» καὶ τῶν ἐν γένει ἰδιαιτέρων αὐτοῦ προσόντων. Καλεῖται λοιπὸν νὰ ἀναπτύξῃ τὴν δημαγωγικήν του ἱκανότητα καὶ ὄχι τὸ χριστοκεντρικὸν ἦθος του, νὰ εἶναι εὐπαρουσίαστος, ἄψογος εἰς τὶς κινήσεις του καί πρωτίστως νὰ γνωρίζῃ τὶς ἀπαιτήσεις τῶν καλῶν τρόπων συμπεριφορᾶς, διότι πλέον τά βλέμματα ὅλων εἶναι ἐστραμμένα πρὸς αὐτόν. Ὁ Χριστός, ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, καθίσταται ἀπὼν ἐκ τῆς σκηνῆς». βλ. Ἀρχιμ. Νικοδήμου Μπαρούση, Ὁ Προσανατολισμός ἐν τῇ Λατρείᾳ, Ὀρθόδοξος Τύπος, τ. 1829, 1830, 30/4/2010, 7/5/2010.
109 Ἱερατικόν 1977, Ἀ.Δ., σ. 14.
110 Ἱερατικόν 1987, Ἀ.Δ., σ. 14.
111 Ἱερατικόν 1995, Ἀ.Δ., σ. 14.
112 Ἱερατικόν 2000, Ἀ.Δ., σ. 14.
113 Ἱερατικόν 1968, Ἀ.Δ., σ. 26.
114 Ἱερατικόν 1971, Ἀ.Δ., σ. 26.
115 Ἱερατικόν 1981, Ἀ.Δ., σ. 26.
116 Ἱερατικόν 1968/1971/1981, Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, σ. 180.
117 Ἱερατικόν 2004, Ἀ.Δ., σ. 29.
118 Ἱερατικόν, ἔκδοσις Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, 2020, σ. 42.
119 Αὐτὴν τὴν ἐναλλαγὴ τῶν Ἱερατικῶν, ὅπως εἴδαμε καὶ σὲ ἄλλα ἄρθρα μας), τὴν καυτηριάζει καὶ ὁ ἀρχιμ. π. Νικόδημος Μπαρούσης: «Πρβλ. τὶς ποικίλες ἑλληνικὲς ἐκδόσεις Λειτουργικῶν βιβλίων, (ὡς λ.χ. τοῦ «Εὐχολογίου», τοῦ «Ἱερατικοῦ», κτλ., κατὰ τὶς ὁποῖες παρατηροῦνται σημαντικὲς διαφορὲς ὄχι μόνον μεταξὺ τῶν ἐκδοτικῶν Οἴκων, ἀλλὰ καὶ μεταξὺ α΄ ἢ β΄ ἐκδόσεως τοῦ αὑτοῦ Οἴκου, ὡς ἐὰν εἰσήχθῃ καὶ παρ’ ἡμῖν τὸ λατινικὸν ἔθος διαφοροποιήσεως τῶν λειτουργικῶν βιβλίων ἀναλόγως τοῦ ἑκάστοτε Πάπα, (πρβλ. «Γρηγοριανὸν» ἢ «Γελασιανὸν» Εὐχολόγιον, κτλ., ἕνα ἔθος τὸ ὁποῖον συνέβαλε κατὰ πολὺ εἰς τὸ μεταρρυθμιστικὸ ἔργο τῆς «Λειτουργικῆς Κινήσεως»)», εἰς τό «Ἡ «Λειτουργική Κίνησις» τῆς Δύσεως καί ὁ Οἰκουμενισμός», 2004.
120 Σὲ μερικὲς Σλαυικὲς ἐκκλησίες, ὑπάρχει ἐπίσης καὶ τὸ τραπεζάκι τῆς Παννυχίδος (Panikhida table), ποὺ ἔχει στὴν ἄκρη τὸν Ἐσταυρωμένο, καὶ μπροστὰ του θέσεις γιὰ πολλὰ κεριά. Σὲ μερικὲς ἐκκλησίες τοποθετεῖται καὶ στὰ πλάγια (δεξιὰ ἢ ἀριστερά) μπροστὰ ἀπὸ ἕναν ὑπερμεγέθη Ἐσταυρωμένο.
121 Ἂν τὸ κεντρικὸν κλῖτος ἔχει γεμίσει καρέκλες ἂς δωρηθοῦν οἱ καρέκλες σὲ ἄλλον Ναὸ ποῦ δὲν ἔχει καρέκλες. Εἶναι ἀρκετὲς οἱ καρέκλες καὶ τὰ στασίδια στὰ κλίτη. Οἱ Σέρβοι, οἱ Ρῶσσοι, οἱ Φινλανδοί, ἀκαθίστως ἵστανται στὴν Θεία Λειτουργία ἐπὶ τὸ πλεῖστον, καὶ σὲ ἐμᾶς τοποθετοῦνε νέες καρέκλες μὲ μαξιλάρια, γιὰ νὰ μὴν «πιαστοῦνε» οἱ πιστοί. Παλαιὰ καὶ οἱ Ναοὶ τῆς Ἑλλάδος, ἔλάχιστες καρέκλες εἶχαν, μὲ κόντρα-πλακέ ξύλο γιὰ κάθισμα, χωρὶς μαξιλάρια.
122 Μὲ αὐτοὺς τοὺς νεωτερισμοὺς γίνονται καὶ διακρίσεις μεταξὺ τῶν πιστῶν. Οἱ φτωχοὶ, ὄχι μόνο πολυτελῆ κόλλυβα, ἀλλὰ καὶ μία ἀνθοδέσμη δυσκολεύονται νὰ ἀγοράσουν. Σήμερα βλέπεις καὶ σὲ ἀνδρικὰ μοναστήρια νὰ γεμίζουν λουλούδια τὸν χῶρο πέριξ τῶν κολλύβων.
123 Ἔχει σημασία μεγάλη τὸ ποῦ εἶναι στραμμένος ὁ Ἱερεύς ὅταν ἐπεύχεται τὶς Εὐχές, καὶ κατὰ τὴν ἀρχαιοτάτη Ἀποστολική καὶ Ἱεροκανονικὴ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι πάντοτε στραμμένος πρός τήν Ἀνατολή, ὅπως καὶ ὁ προσευχόμενος Λαός. Βλ. «Ὁ Ἱερεύς ἀνέκαθεν ἐποίει τήν Ἀνάγνωσιν τῶν Εὐχῶν πρός Ἀνατολάς», ὅ.π..
Αὐτὴν τὴν Παράδοση πρέπει νὰ τηρεῖ ὁλόκληρος ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία.
Εἶναι τεράστιο θέμα ἐπίσης, πέραν τῆς Ἱεροκανονικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας μας, ἐπειδή ἂν προσευχηθεῖ ὁ Ἱερεὺς πρὸς τὸν Λαό, μὲ πρόσωπο δηλ. πρὸς τὸν Λαό, ἀλλοιώνεται 180 μοίρες (ἀντιστρέφεται δηλαδή) ὁλόκληρος ὁ χαρακτῆρας τῆς Θείας Λατρείας καὶ τῆς Θείας Λειτουργίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας, ἀπὸ Προσευχητικὸς καὶ Δοξολογικός, σὲ Θεατρικόν, «κατὰ τὰ θέατρα ποῦ ἔστησαν ἐμπρὸς εἰς τὰ ἀλτάρια οἱ φραγκο-παπᾶδες τῆς Δύσεως».
124 Ἴσως δὲν χρησιμοποιοῦνταν στὴν Ἀρχιεπισκοπὴ Ἀμερικῆς ἡ Τάξις τοῦ Μπεκατώρου καὶ τὰ νεωτερίζοντα Ἱερατικά, ἀλλὰ χρησιμοποιοῦνταν τὸ Ἱερατικόν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τοῦ 1895 μὲ τὸ Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας (ΤΜΕ, «Βιολάκη») ὡς κύριες ἀναφορές. Βλ. ἐπίσης, ὑποσ. 2.
Τέλος, καὶ τῶ Θεῷ, δόξα πάντων ἕνεκεν

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου