
μ. Θεόκτιστος ο Κρης
«Ζητάμε πολλά από τον Χριστό. Ζητάμε υγεία, εργασία, προστασία, να πάνε καλά τα παιδιά μας, να θεραπευθεί ένας άρρωστος, να σωθεί ένας γάμος, να λυθεί μια οικονομική δυσκολία, να ανοίξει ένας δρόμος που έκλεισε, να φύγει ένας πειρασμός.
Τρέχουμε στην Παναγία, επικαλούμαστε τους Αγίους, κάνουμε Παρακλήσεις, ανάβουμε κεριά, γράφουμε ονόματα, κάνουμε τάματα, πηγαίνουμε σε προσκυνήματα, παρακαλούμε, κλαίμε, επιμένουμε. Και καλά κάνουμε. Παιδιά του Θεού είμαστε και στον Θεό θα προστρέξουμε. Αλλά μέσα σε αυτή την αδιάκοπη ροή των αιτημάτων μας αποφεύγουμε συνήθως μια πολύ απλή και πολύ δύσκολη ερώτηση. Εμείς τι είμαστε διατεθειμένοι να προσφέρουμε στον Χριστό; Τι προσφέρουμε στην Παναγία; Τι δίνουμε στους Αγίους, τους οποίους τόσο εύκολα επικαλούμαστε; Γιατί πολλές φορές η σχέση μας με τον Θεό καταντά μια παράξενη πνευματική συναλλαγή. Εμείς υποβάλλουμε το αίτημα και περιμένουμε από τον Θεό να το ικανοποιήσει. Αν γίνει αυτό που ζητήσαμε, λέμε «Δόξα τω Θεώ». Αν δεν γίνει, αρχίζουν τα παράπονα. «Γιατί δεν με άκουσε ο Θεός;». Εσύ άκουσες ποτέ τον Θεό; Αυτό δεν το ρωτάμε. Ο Χριστός σου είπε να συγχωρήσεις. Συγχώρησες; Σου είπε να μην κατακρίνεις. Έπαψες να κατακρίνεις; Σου είπε να αγαπήσεις τον εχθρό σου. Τον αγάπησες; Σου είπε να μετανοήσεις. Μετανόησες; Σου είπε να σηκώσεις τον σταυρό σου. Τον σήκωσες; Σου είπε να κόψεις το θέλημά σου. Το έκοψες; Και ύστερα στεκόμαστε μπροστά στην εικόνα Του και λέμε με παράπονο «Χριστέ μου, γιατί δεν με ακούς;». Μα, βρε παιδί μου, εσύ πότε Τον άκουσες; Θέλουμε έναν Χριστό που να ακούει αδιαλείπτως εμάς, ενώ εμείς επιφυλάσσουμε στον εαυτό μας το δικαίωμα να μην ακούμε σχεδόν ποτέ Εκείνον.
Θέλουμε έναν Χριστό που να θεραπεύει, αλλά να μη μας ελέγχει. Μια Παναγία που να προστατεύει, αλλά να μη μας διδάσκει με το «γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου» τι σημαίνει παράδοση στο θέλημα του Θεού. Θέλουμε Αγίους που να θαυματουργούν, αλλά δεν θέλουμε να μάθουμε πώς έγιναν Άγιοι. Πηγαίνουμε στον Άγιο Νεκτάριο και ζητάμε θεραπεία, αλλά όταν μας αδικήσουν ή μας συκοφαντήσουν δεν θυμόμαστε καθόλου πώς εκείνος δέχθηκε την αδικία. Ζητάμε από τον Άγιο Παΐσιο βοήθεια, αλλά το φιλότιμο, την αυταπάρνηση, την απλότητα, την αυτομεμψία και τη θυσία τα αφήνουμε για τον Άγιο Παΐσιο. Ζητάμε από τον Άγιο Πορφύριο φωτισμό, αλλά δεν είμαστε διατεθειμένοι να κόψουμε ούτε έναν κακό λογισμό για τον αδελφό μας. Θέλουμε την εικόνα του Αγίου στο σπίτι, αλλά δεν θέλουμε τον τρόπο του Αγίου μέσα στο σπίτι. Θέλουμε το καντήλι του, το λαδάκι του, το φυλαχτό, το προσκύνημα, το θαύμα. Τη ζωή του δεν τη θέλουμε. Τότε τι ζητάμε ακριβώς από τους Αγίους; Να συνεργήσουν με τα πάθη μας; Να μεσιτεύσουν ώστε να περάσει το δικό μας; Να πείσουν τον Θεό να προσαρμόσει το θέλημά Του στις δικές μας επιθυμίες; Οι Άγιοι δεν είναι μεσάζοντες του θελήματός μας. Είναι οι άνθρωποι που παρέδωσαν το θέλημά τους για να ζήσει μέσα τους το θέλημα του Θεού. Αυτό όμως είναι το μέρος της αγιότητος που δεν μας συγκινεί τόσο. Το θαύμα μάς συγκινεί. Η άσκηση που προηγήθηκε του θαύματος όχι. Το άφθαρτο λείψανο μάς συγκινεί. Η νέκρωση του παλαιού ανθρώπου που προηγήθηκε όχι. Η εικόνα του Αγίου μάς συγκινεί. Η μετάνοια που έκανε αυτόν τον άνθρωπο εικόνα Χριστού όχι.
Και εδώ πρέπει πρώτοι να προσέξουμε εμείς που φορούμε το ράσο. Γιατί είναι πολύ εύκολο να μιλά ο μοναχός για την εκκοσμίκευση των άλλων και να μη βλέπει τη δική του. Μπορεί κανείς να φύγει από τον κόσμο και να πάρει ολόκληρο τον κόσμο μαζί του μέσα στο κελλί. Μπορεί να μην έχει προσωπική περιουσία και να έχει φοβερή προσκόλληση στο θέλημά του. Μπορεί να μην επιζητεί κοσμικές τιμές και να επιζητεί μοναχικές τιμές. Να θέλει να τον υπολογίζουν, να τον συμβουλεύονται, να αναγνωρίζουν την πνευματικότητά του, να επαινούν τη διάκρισή του. Μπορεί ακόμη και η άσκηση να γίνει τροφή του εγωισμού. Να νηστεύω περισσότερο από τον άλλον και να τον περιφρονώ. Να αγρυπνώ περισσότερο και να τον θεωρώ αμελή. Να κάνω περισσότερα κομποσχοίνια και να αισθάνομαι ότι κάτι έγινα. Ε, τότε τι έκανα; Έβγαλα το κοσμικό ένδυμα και έντυσα τον ίδιο παλαιό άνθρωπο με ράσο. Αν ο μοναχός ζητά Χάρη από τον Χριστό, αλλά δεν Του δίνει το θέλημά του, αν ζητά φωτισμό αλλά δεν δέχεται έλεγχο, αν προσεύχεται για ολόκληρο τον κόσμο και δεν μπορεί να ανεχθεί τον αδελφό που βρίσκεται στο διπλανό κελλί, κάτι δεν πηγαίνει καλά. Μπορεί να λες χίλιες φορές «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με» και συγχρόνως να θεωρείς ότι εσύ δεν χρειάζεσαι έλεος, αλλά διόρθωση χρειάζονται όλοι οι άλλοι. Τότε το στόμα λέει την ευχή και ο λογισμός έχει στήσει δικαστήριο. Τι ωφελεί το κομποσχοίνι, αν κάθε κόμπος του περνά από τα δάχτυλα και κανένας δεν λύνει έναν κόμπο του εγωισμού μας;
Μπορεί ένας αρχιερέας να ομιλεί ακατάπαυστα για τον Χριστό και η καρδιά του να ταράζεται περισσότερο για την πρωτοκαθεδρία, το αξίωμα, την αναγνώριση, την προσφώνηση, το ποιος τον τίμησε και ποιος δεν τον τίμησε. Τότε τι πρόσφερε στον Χριστό; Τη μίτρα; Το εγκόλπιο; Τον θρόνο; Τι να τα κάνει αυτά ο Χριστός; Σε μια φάτνη γεννήθηκε και επάνω στον Σταυρό φανέρωσε τη Βασιλεία Του. Τι παράξενο πράγμα να διακονούμε έναν Θεό που κένωσε τον εαυτό Του και εμείς να αγωνιούμε μήπως μειωθεί το κύρος μας. Να κηρύττουμε Εκείνον που ένιψε τα πόδια των μαθητών και να στενοχωριόμαστε για το ποιος θα καθίσει πρώτος. Να υψώνουμε λειτουργικά τον Σταυρό και να μην αντέχουμε ούτε την ελάχιστη προσωπική ταπείνωση. Και μπορεί ένας ιερέας να λειτουργεί επί δεκαετίες, να εξομολογεί, να κηρύττει, να θυμιάζει, να ευλογεί και κάποτε να συνηθίσει τα Άγια. Αυτό είναι φοβερότερο από πολλές εξωτερικές πτώσεις. Να συνηθίσει το Άγιο Ποτήριο. Να συνηθίσει το Ιερό. Να συνηθίσει το Ευαγγέλιο. Να λέει «Εἰρήνη πᾶσι» και να μη μιλά στον αδελφό του. Να λέει «Ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους» και να κρατά κακία. Να διαβάζει το Ευαγγέλιο της συγχωρήσεως και να μη συγχωρεί. Να κρατά στα χέρια του το Σώμα του Χριστού και συγχρόνως να κρατά στην καρδιά του αντιπάθειες, ανταγωνισμούς, φιλοδοξίες και μικρότητες. Τι φοβερό να βρίσκεται ο Χριστός στα χέρια μας και να μην έχει βρει ακόμη τόπο μέσα μας. Και τι φοβερότερο να συμβαίνει αυτό τόσες φορές, ώστε κάποτε να μη μας φοβίζει πια.
Μόνον αφού τα πούμε αυτά για εμάς μπορούμε να μιλήσουμε και για τον άνθρωπο που μπαίνει στην εκκλησία. Αλλιώς η αυστηρότητα γίνεται υποκρισία. Αν εγώ δεν πολεμώ το θέλημά μου, πώς θα μιλήσω στον άλλον για μετάνοια; Αν εγώ επιθυμώ τιμές, πώς θα του μιλήσω για ταπείνωση; Αν εγώ δεν συγχωρώ τον αδελφό μου, πώς θα του πω να συγχωρήσει τον δικό του; Πρώτα λοιπόν το μαχαίρι επάνω μας και ύστερα ο λόγος στους άλλους. Αλλά και ο πιστός πρέπει κάποτε να αναρωτηθεί τι ακριβώς πηγαίνει να κάνει στον ναό. Δεν πηγαίνουμε στην εκκλησία για να κάνουμε χάρη στον Θεό. Λέει κάποιος «πήγα και σήμερα στην εκκλησία». Ε, και; Πήγες. Τι έγινε μέσα σου; Μπήκες θυμωμένος και βγήκες θυμωμένος; Μπήκες κατακρίνοντας και βγήκες κατακρίνοντας; Μπήκες χωρίς να μιλάς στον αδελφό σου και βγήκες πάλι χωρίς να του μιλάς; Τότε άλλαξες τόπο, δεν άλλαξες ζωή. Μπορείς να ανάψεις είκοσι κεριά και να μη συγχωρήσεις έναν άνθρωπο. Μπορείς να κάνεις σαράντα Παρακλήσεις και να βασανίζεις καθημερινά το σπίτι σου. Μπορείς να νηστεύεις το λάδι και να κατασπαράζεις τον άλλον με τη γλώσσα σου. Μπορείς να κοινωνείς συχνά και να κρατάς μέσα σου κακία. Μπορείς να προσκυνάς με κατάνυξη τις εικόνες και να φέρεσαι στους ζωντανούς ανθρώπους, που είναι εικόνες Θεού, με αδιανόητη σκληρότητα. Τι ευσέβεια είναι αυτή; Το κερί είναι καλό, αλλά δεν γίνεται το κερί να καίγεται και η καρδιά να μένει παγωμένη. Η νηστεία είναι αγία, αλλά δεν γίνεται το στόμα να νηστεύει από το λάδι και να μη νηστεύει από το δηλητήριο. Το προσκύνημα είναι ωφέλιμο, αλλά τι ωφελεί να διανύσουμε χίλια χιλιόμετρα για έναν Άγιο και να μη διανύσουμε δύο μέτρα για να ζητήσουμε συγγνώμη από τον αδελφό μας;
Μπορεί ένας άνθρωπος να περάσει ολόκληρη τη ζωή του μέσα στην Εκκλησία χωρίς να αφήσει ποτέ την Εκκλησία να περάσει μέσα του. Να γνωρίζει όλες τις ακολουθίες, όλες τις νηστείες, όλα τα μοναστήρια, όλους τους Αγίους, όλους τους Γέροντες, ποιος πνευματικός είναι αυστηρός και ποιος επιεικής, να μπορεί να συζητά ώρες για εκκλησιαστικά ζητήματα και η καρδιά του να παραμένει αμετακίνητη. Αυτό είναι πολύ επικίνδυνο. Ο άνθρωπος που βρίσκεται μακριά από την Εκκλησία ξέρει τουλάχιστον ότι βρίσκεται μακριά. Εκείνος όμως που έμαθε όλες τις εξωτερικές μορφές της ευσεβείας κινδυνεύει να νομίσει ότι έφθασε κιόλας. Και τότε αρχίζει να μετρά τους άλλους. Ποιος ντύθηκε σωστά, ποιος έκανε σωστά τον σταυρό του, ποιος νήστεψε, ποιος δεν νήστεψε, ποιος κοινώνησε, ποιος δεν κοινώνησε. Τον εαυτό του όμως δεν τον μετρά. Για τον εαυτό μας θέλουμε όλο το έλεος του Θεού. Για τον άλλον θέλουμε όλη τη δικαιοσύνη Του. Ζητάμε από τον Θεό να μη θυμηθεί τις αμαρτίες μας και εμείς θυμόμαστε με θαυμαστή ακρίβεια τι μας έκανε ο άλλος πριν από δεκαπέντε χρόνια. Ζητάμε συγχώρηση και δεν συγχωρούμε. Ζητάμε μακροθυμία και δεν ανεχόμαστε κανέναν. Ζητάμε να μας σηκώσει ο Θεός όταν πέσουμε και μόλις πέσει ο άλλος σπεύδουμε να τον πατήσουμε. Ζητάμε να μας κοιτάξει ο Θεός με επιείκεια και εμείς εξετάζουμε τον αδελφό μας με μικροσκόπιο. Και μετά στεκόμαστε στην προσευχή και λέμε «Κύριε, ἐλέησον». Ποιον να ελεήσει ο Κύριος; Εμένα μόνο; Ο άλλος δεν είναι παιδί Του;
Το ίδιο κάνουμε πολλές φορές και με την Παναγία. «Παναγία μου, κάνε μου αυτό και θα σου φέρω μια λαμπάδα». Μα τι είναι η Παναγία, βρε παιδί μου; Έμπορος είναι; Τη λαμπάδα σου περιμένει; Την καρδιά σου περιμένει. Τη λαμπάδα μπορείς να την αγοράσεις σε πέντε λεπτά. Το θέλημά σου μπορεί να χρειαστεί μια ζωή για να το κόψεις. Η Παναγία πρόσφερε στον Θεό τον ίδιο της τον εαυτό. «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου». Εμείς πολλές φορές προσευχόμαστε ακριβώς ανάποδα. Αντί για το «γενηθήτω τὸ θέλημά Σου», λέμε στην πράξη «γενηθήτω τὸ θέλημά μου». Αυτό θέλω, αυτό να γίνει. Αυτός ο άνθρωπος να έρθει. Εκείνος να φύγει. Αυτή η πόρτα να ανοίξει. Αυτή η δυσκολία να εξαφανιστεί. Αυτό το σχέδιο να επιτύχει. Όλα γύρω μου να αλλάξουν. Εγώ όμως να αλλάξω; Όχι. Εγώ να παραμείνω όπως είμαι και ο Θεός να αναδιατάξει ολόκληρο τον κόσμο για να αναπαυθεί το θέλημά μου. Και όταν δεν γίνει, λέμε «δεν με άκουσε η Παναγία». Πού ξέρεις ότι δεν σε άκουσε; Μήπως ακριβώς επειδή σε άκουσε δεν σου έδωσε εκείνο που ζητούσες; Μήπως η προστασία της ήταν ακριβώς η κλειστή πόρτα για την οποία εσύ παραπονείσαι;
Και πόσο επιτήδειοι γινόμαστε όταν πρόκειται να δικαιολογήσουμε τα πάθη μας. Ο δικός μας θυμός γίνεται «ιερή αγανάκτηση». Η δική μας φιλοδοξία γίνεται «ζήλος». Η δική μας σκληρότητα γίνεται «παρρησία». Η δική μας κατάκριση γίνεται «διάκριση». Η δική μας περιέργεια γίνεται «ενδιαφέρον». Βρίσκουμε μια ωραία πνευματική λέξη, τη βάζουμε επάνω στο πάθος και ησυχάζουμε. Αντί να μετανοήσουμε για το πάθος, το βαφτίζουμε. Οι Άγιοι όμως δεν άλλαζαν τα ονόματα των παθών τους. Άλλαζαν τον εαυτό τους. Εμείς θέλουμε να αλλάξουμε την ονομασία και να κρατήσουμε την αρρώστια. Γι’ αυτό πληθύναμε στα λόγια και φτωχύναμε στο βίωμα. Κοινοποιούμε λόγια για την ταπείνωση και θυμώνουμε αν δεν μας χαιρετήσουν. Μιλάμε για τη σιωπή και σχολιάζουμε τους πάντες. Θαυμάζουμε την ακτημοσύνη των Αγίων και μετράμε τι έχει ο διπλανός. Μιλάμε για τους Μάρτυρες και δεν αντέχουμε μία προσβολή. Διαβάζουμε για τους ασκητές και δεν αντέχουμε να μας χαλάσει κάποιος το πρόγραμμα. Προσκυνούμε τον Σταυρό και ζητάμε από τον Χριστό μια ζωή στην οποία να μη σταυρωθεί τίποτε δικό μας. Θέλουμε τον Εσταυρωμένο, αλλά χωρίς σταύρωση. Θέλουμε την Ανάσταση, αλλά χωρίς Γολγοθά. Θέλουμε την αγιότητα, αλλά χωρίς άσκηση. Θέλουμε τον Παράδεισο, αλλά χωρίς μετάνοια. Ε, πώς θα γίνουν όλα αυτά;
Και ακόμη και τον χρόνο μας τον δίνουμε στον Θεό με το σταγονόμετρο. Ώρες στο κινητό δεν μας κουράζουν. Ώρες σε ένα τραπέζι περνούν γρήγορα. Ώρες στις συζητήσεις, στις μετακινήσεις, στις διασκεδάσεις δεν μας φαίνονται πολλές. Μπαίνουμε όμως στη Θεία Λειτουργία και σε λίγο κοιτάμε το ρολόι. Τηλεφωνούν άνθρωποι στις εκκλησίες και στα μοναστήρια και ρωτούν «τι ώρα βγαίνει η Θεία Κοινωνία;». Τι ερώτηση είναι αυτή; Τι σημαίνει «τι ώρα βγαίνει η Θεία Κοινωνία»; Σαν να πρόκειται για κάτι που παραδίδεται σε συγκεκριμένη ώρα και θέλουμε να περάσουμε να το παραλάβουμε. Η Θεία Ευχαριστία δεν είναι το τελευταίο πεντάλεπτο μιας ακολουθίας. Η Θεία Λειτουργία αρχίζει με το «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία» και ολόκληρη η σύναξη πορεύεται προς το Ποτήριο. Αν σε καλούσε ένας μεγάλος άνθρωπος του κόσμου σε επίσημο δείπνο, θα τηλεφωνούσες να ρωτήσεις «τι ώρα να έρθω μόνο για να φάω και να φύγω;». Θα ντρεπόσουν. Στον Χριστό όμως δεν ντρεπόμαστε. Θέλουμε να πάρουμε και να φύγουμε. Να κοινωνήσουμε χωρίς να έχουμε κοινωνήσει με την προσευχή της Εκκλησίας. Να λάβουμε το Δώρο χωρίς να προσφέρουμε ούτε τον χρόνο μας. Και ύστερα απορούμε γιατί δεν μεταμορφώνεται η ζωή μας. Μα θέλουμε τον Χριστό ως κάτι που λαμβάνουμε ή ως Εκείνον στον οποίο παραδίδουμε τη ζωή μας;
Τι ζητά λοιπόν ο Χριστός από εμάς; Τα χρήματά μας; Δικά Του είναι όλα. Τα κεριά μας; Εκείνος είναι το Φως. Τα τάματά μας; Τι ανάγκη έχει ο Θεός από χρυσάφια; Τους μεγάλους ναούς μας; Ο ουρανός και η γη δεν Τον χωρούν και θα Τον εντυπωσιάσουν τα οικοδομήματά μας; Ένα πράγμα ζητά ο Χριστός και αυτό ακριβώς δυσκολευόμαστε περισσότερο να Του δώσουμε. «Υἱέ, δός μοι σήν καρδίαν». Εσένα ζητά. Γιατί όλα τα άλλα μπορείς να τα προσφέρεις και να παραμείνεις ακριβώς όπως ήσουν. Μπορείς να δώσεις χρήματα και να παραμείνεις φιλάργυρος. Μπορείς να ανάψεις εκατό κεριά και να παραμείνεις σκοτεινός. Μπορείς να κάνεις αμέτρητα προσκυνήματα και να μη μετακινηθείς ούτε ένα βήμα από τον εγωισμό σου. Μπορείς να χτίσεις ναό και να αφήσεις την ψυχή σου ερείπιο. Μπορείς να γεμίσεις το σπίτι σου εικόνες και να μη βρεις χώρο για τον Χριστό μέσα στην καρδιά σου. Μπορείς ακόμη να φορέσεις το ράσο και να μην έχεις παραδώσει ούτε μία σπιθαμή από το θέλημά σου. Όταν όμως δώσεις την καρδιά, τότε πρέπει να πέσουν οι άλλοι θρόνοι που έχουμε στήσει μέσα της. Το δίκιο μου. Το θέλημά μου. Η φιλοδοξία μου. Η κακία μου. Η εκδικητικότητα. Η φιλαυτία. Εκεί αρχίζει η πραγματική προσφορά.
Γι’ αυτό η αγάπη προς τον Χριστό δεν αποδεικνύεται όταν λέμε «Χριστέ μου, Σ’ αγαπώ». Αυτό είναι εύκολο. Αποδεικνύεται όταν έρθει η ώρα να επιλέξουμε ανάμεσα στον Χριστό και σε κάτι που έχουμε αγαπήσει περισσότερο από Εκείνον. Από τη μια το συμφέρον και από την άλλη η εντολή Του. Τι θα διαλέξω; Από τη μια η εκδίκηση και από την άλλη η συγχώρηση. Τι θα διαλέξω; Από τη μια η φιλοδοξία και από την άλλη η ταπείνωση. Από τη μια το δίκιο μου και από την άλλη η ειρήνη. Από τη μια το θέλημά μου και από την άλλη το «γενηθήτω τὸ θέλημά Σου». Εκεί τελειώνουν τα μεγάλα λόγια. Εκεί φαίνεται η πίστη. Γιατί εύκολα προσφέρουμε στον Θεό εκείνο που δεν μας κοστίζει. Το δύσκολο είναι να Του προσφέρουμε αυτό ακριβώς που έχουμε μεταβάλει σε είδωλο.
Μήπως λοιπόν η μεγαλύτερη προσευχή δεν είναι «Χριστέ μου, άλλαξε όσα συμβαίνουν γύρω μου», αλλά «Χριστέ μου, άλλαξε εμένα»;
Όχι μόνο «Παναγία μου, φύλαξε το παιδί μου», αλλά «Παναγία μου, μάθε με να το αγαπώ χωρίς να το κάνω κτήμα του θελήματός μου».
Όχι μόνο «Άγιέ μου, βοήθησέ με να πετύχω», αλλά «βοήθησέ με να μη χάσω την ψυχή μου για να πετύχω».
Όχι μόνο «Κύριε, πάρε από πάνω μου αυτόν τον σταυρό», αλλά «αν αυτός ο σταυρός γίνεται δρόμος προς Εσένα, δώσε μου να μη φύγω εγώ από κάτω του».
Αυτές είναι δύσκολες προσευχές. Γιατί μπορεί πράγματι να εισακουστούν. Και τότε ο Θεός δεν θα αλλάξει απλώς τις περιστάσεις γύρω μας. Θα αρχίσει να αλλάζει εμάς.
Οι Άγιοι έδωσαν τα πάντα και ζήτησαν έναν Χριστό. Εμείς πολλές φορές ζητάμε τα πάντα από τον Χριστό και δυσκολευόμαστε να Του δώσουμε ένα πάθος. Μία κακία. Μία παλιά έχθρα. Ένα πείσμα. Μία αδικία. Μία φιλοδοξία. Μία κρυφή αμαρτία. Αυτό είναι το τάμα που δυσκολευόμαστε περισσότερο να κάνουμε. Όχι «Παναγία μου, αν γίνει αυτό, θα σου φέρω μια λαμπάδα», αλλά «Χριστέ μου, αυτό το πράγμα με χωρίζει από Σένα. Πάρ’ το. Και επειδή βλέπεις ότι ακόμη και τώρα δυσκολεύομαι να Σου το δώσω, κάνε με τουλάχιστον να θέλω να Σου το δώσω». Εκεί αρχίζει η μετάνοια. Όχι όταν ζητάμε από τον Θεό να γίνει συνεργός στα σχέδιά μας, αλλά όταν Του επιτρέπουμε να γκρεμίσει μέσα μας ό,τι δεν οδηγεί σε Εκείνον.
Γι’ αυτό, πριν ζητήσουμε πάλι κάτι από τον Χριστό, πριν παρακαλέσουμε πάλι την Παναγία, πριν τρέξουμε πάλι σε έναν Άγιο, ας κάνουμε μια στιγμή την αντίστροφη ερώτηση. Όχι «τι θέλω εγώ από τον Θεό;», αλλά «τι θέλει ο Θεός από εμένα;». Και αυτή η μία ερώτηση μπορεί να αξίζει περισσότερο από εκατό αιτήματα. Γιατί τότε θα καταλάβουμε ότι ο Χριστός δεν περίμενε ποτέ τις λαμπάδες μας, τα τάματά μας, τις υποσχέσεις μας, τα μεγάλα λόγια μας, ούτε τις επιδείξεις της ευσεβείας μας. Εμάς περίμενε. Από τον μοναχό περιμένει τον μοναχό και όχι το ράσο του. Από τον αρχιερέα τον άνθρωπο και όχι τον θρόνο του. Από τον ιερέα την καρδιά και όχι μόνο την ιερατική του διακονία. Από τον πιστό τον ίδιο και όχι μόνο το κερί του. Και θα είναι φοβερό να φθάσουμε κάποτε ενώπιόν Του έχοντας κρατήσει κομποσχοίνια, έχοντας ανάψει χιλιάδες κεριά, έχοντας κάνει προσκυνήματα, ακολουθίες, τάματα και προσευχές, έχοντας μιλήσει αμέτρητες φορές για Εκείνον, και τότε να αντιληφθούμε ότι σε ολόκληρη τη ζωή μας Του προσφέραμε σχεδόν τα πάντα, εκτός από το μόνο πράγμα που πραγματικά μας ζήτησε.
Τον εαυτό μας.»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου