Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2026

Η Μόσχα στην Αφρική: ένας ιδιότυπος εκκλησιαστικός ιμπεριαλισμός

Του Σωτήρη Μ. Τζούμα

Υπάρχει μια βαθιά προσβολή προς την ίδια την Εκκλησία όταν η δίψα για εξουσία εμφανίζεται ως ποιμαντική μέριμνα. Όταν η επέκταση βαφτίζεται ιεραποστολή, η δημιουργία τετελεσμένων παρουσιάζεται ως προστασία των πιστών και η παραβίαση της εκκλησιαστικής τάξης επιστρατεύει το όνομα της Ορθοδοξίας για να δικαιολογηθεί.

Αυτή την προσβολή διαπράττει η εκκλησιαστική ηγεσία της Μόσχας με την εγκατάσταση και την εδραίωση παράλληλης δικαιοδοσίας με το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας στην Αφρική.

Η απόφαση της 29ης Δεκεμβρίου 2021 είναι αποκαλυπτική: η ρωσική Σύνοδος συγκρότησε Εξαρχία Αφρικής, δημιούργησε δύο εκκλησιαστικές περιφέρειες και ανακοίνωσε την αποδοχή 102 κληρικών του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας από οκτώ χώρες. Στο ίδιο το ρωσικό κείμενο, η ενέργεια συνδέεται ευθέως με τη στάση του Πατριάρχη Αλεξανδρείας απέναντι στην ουκρανική αυτοκεφαλία.Δηλαδή η Εκκλησία της Μόσχας φέρεται εκδικητικά κατά τρόπο απαράδεκτο. 

Η αλληλουχία επιτρέπει μια σαφή πολιτική και εκκλησιαστική ανάγνωση: η Αλεξάνδρεια διαφώνησε με τη Μόσχα και η Μόσχα μετέφερε την αντιπαράθεση μέσα στο ποίμνιό της. Η Αφρική έγινε πεδίο αντιποίνων για μια απόφαση που αφορούσε την Ουκρανία.

Αυτή είναι η λογική  της αυτοκρατορίας: όποιος δεν ευθυγραμμίζεται, τιμωρείται.

Μόνο που στην Εκκλησία η διαφωνία δεν παρέχει δικαίωμα εισβολής. Ούτε η αριθμητική υπεροχή, ούτε η οικονομική δύναμη, ούτε η κρατική υποστήριξη απονέμουν σε ένα Πατριαρχείο εξουσία επί των άλλων.

Η Μόσχα δεν μπορεί να επικαλείται την κανονική τάξη όταν τη συμφέρει και να την παραμερίζει όταν περιορίζει τις φιλοδοξίες της. Οι κανόνες δεν αποτελούν ιδιωτικό οπλοστάσιο μιας εκκλησιαστικής ηγεσίας. Δεσμεύουν πρωτίστως εκείνον που απαιτεί από τους άλλους να τους σέβονται.

Εδώ ακριβώς αποκαλύπτεται η υποκρισία της ρωσικής στάσης. Διεκδικεί αυστηρό σεβασμό στα δικά της όρια και ταυτόχρονα εγκαθιστά διοικητικές δομές μέσα στην επικράτεια άλλου Πατριαρχείου. Καταγγέλλει παρεμβάσεις και οργανώνει τη δική της. Μιλά για ενότητα και δημιουργεί ανταγωνιστική ιεραρχία.

Τι είδους ενότητα οικοδομείται με την υπονόμευση του άλλου; Και ποια εκκλησιαστική συνείδηση επιτρέπει να αντιμετωπίζεται μια ολόκληρη ήπειρος ως διαθέσιμος χώρος επέκτασης;

Το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας έχει ιστορική παρουσία, κανονική ευθύνη και ζωντανές κοινότητες στην Αφρική. Δεν χρειάζεται πιστοποιητικό αποδοχής από τη Μόσχα για να επιτελεί την αποστολή του. Ούτε χάνει τα δικαιώματά του επειδή ο Προκαθήμενός του έλαβε μια απόφαση που  που δυσαρέστησε τη ρωσική ηγεσία αλλά είναι απόλυτα εναρμονισμένη με το ορθόδοξο πνεύμα αυτό που έδωσε και στην Εκκλησία της Ρωσίας την Αυτοκεφαλία της.

Ακόμη σοβαρότερο είναι ότι η ρωσική Εξαρχία απέκτησε εξαρχής διοικητικό σχεδιασμό που περιλαμβάνει ολόκληρη την ήπειρο. Η ίδια η επίσημη παρουσίασή της απαριθμεί τις αφρικανικές χώρες που εντάσσει στη σφαίρα ποιμαντικής της ευθύνης. Πρόκειται για οργανωμένη διεκδίκηση εκκλησιαστικού χώρου με αξίωση διάρκειας. 

Αυτός ο σχεδιασμός δικαιολογεί τον χαρακτηρισμό «εκκλησιαστικός ιμπεριαλισμός». Περιγράφει μια εξουσία που επεκτείνεται μονομερώς, αψηφά την ήδη υπάρχουσα εκκλησιαστική ευθύνη και επιχειρεί να καταστήσει την παρουσία της τετελεσμένο.

Οι σχολές, τα κοινωνικά προγράμματα και οι δομές φροντίδας οφείλουν να κρίνονται για την προσφορά τους. Δεν μπορούν όμως να λειτουργούν ως συγχωροχάρτι για μια αντικανονική εγκατάσταση. Η φιλανθρωπία δεν παρέχει δικαιοδοσία. Η ανέγερση ενός κτιρίου δεν καταργεί τα εκκλησιαστικά όρια. Και η βοήθεια προς έναν άνθρωπο δεν θεμελιώνει δικαίωμα εξουσίας επάνω στην κοινότητά του.

Ο άνθρωπος που χρειάζεται ψωμί, παιδεία και περίθαλψη δεν χρωστά ως αντάλλαγμα εκκλησιαστική υποταγή.

Αντίστοιχα, οποιαδήποτε κρατική καταχώριση μιας θρησκευτικής οργάνωσης αφορά τη νομική της παρουσία στο συγκεκριμένο κράτος. Δεν αποτελεί συνοδική απόφαση της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Καμία διοικητική σφραγίδα δεν μπορεί να λύσει ένα κανονικό ζήτημα ούτε να μετατρέψει τη μονομερή διεκδίκηση σε κοινώς αναγνωρισμένη εκκλησιαστική τάξη.

Η Αλεξάνδρεια, άλλωστε, έχει διατυπώσει συγκεκριμένες και βαρύτατες κατηγορίες. Στην απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2024 για την καθαίρεση του Κωνσταντίνου περιλαμβάνονται η εισπήδηση, η διανομή αντιμηνσίων και η καταγγελία για χρηματική εξαγορά γηγενών κληρικών. Πρόκειται για κατηγορίες της Συνόδου της Αλεξανδρείας, οι οποίες πρέπει να αποδίδονται με αυτή την ακρίβεια και να αντιμετωπίζονται με τη σοβαρότητα που επιβάλλει το περιεχόμενό τους.

Εφόσον η οικονομική ισχύς χρησιμοποιείται για την αλλαγή εκκλησιαστικής υπαγωγής, η ηθική αθλιότητα είναι προφανής: η ανάγκη μετατρέπεται σε μέσο στρατολόγησης. Το ράσο γίνεται αντικείμενο συναλλαγής και η φτώχεια ευκαιρία επέκτασης.

Αυτό προσβάλλει πρώτα τους ίδιους τους Αφρικανούς χριστιανούς. Είναι πρόσωπα με αξιοπρέπεια, ελευθερία και εκκλησιαστική συνείδηση. Κάθε σχέδιο που τους υπολογίζει ως αριθμούς σε μια αντιπαράθεση Πατριαρχείων τούς αδικεί βαθιά. Η ήπειρός τους έχει υποφέρει αρκετά από δυνάμεις που εμφανίστηκαν ως προστάτες και συμπεριφέρθηκαν ως ιδιοκτήτες.

Η Ορθοδοξία οφείλει να αντισταθεί σε αυτή τη νοοτροπία, ιδίως όταν εκδηλώνεται μέσα στους δικούς της κόλπους.Αυτό που κάνει η Μόσχα είναι ανήθικο. 

Και οι υπόλοιπες τοπικές Εκκλησίες έχουν ευθύνη. Η διατήρηση σχέσεων με τη Μόσχα δεν επιβάλλει σιωπή απέναντι στις πράξεις της. Η εκκλησιαστική διπλωματία οφείλει να υπηρετεί την αποκατάσταση της τάξης και της κοινωνίας. Όταν εξαντλείται σε προσεκτικές αποστάσεις και άτολμες διατυπώσεις, αφήνει χώρο στην αυθαιρεσία να παγιωθεί.

Το ζήτημα αφορά όλους. Εάν γίνει ανεκτό ότι κάθε ισχυρή Εκκλησία μπορεί να δημιουργεί παράλληλες δομές στην επικράτεια μιας άλλης, επικαλούμενη διαφωνούντες κληρικούς, τότε η συνοδικότητα υποχωρεί μπροστά στον συσχετισμό δυνάμεων. Κάθε διαφωνία θα μπορεί να παράγει μια νέα δικαιοδοσία και κάθε οικονομική υπεροχή μια νέα εκκλησιαστική αξίωση.

Η κριτική αυτή αφορά τις αποφάσεις και τις μεθοδεύσεις της εκκλησιαστικής ηγεσίας της Μόσχας. Ακριβώς ο σεβασμός προς τη ρωσική πνευματική παράδοση, τους αγίους και τους πιστούς της επιβάλλει να μην ταυτίζεται η μαρτυρία τους με τις εξουσιαστικές επιλογές της διοίκησής τους.

Η Μόσχα οφείλει να εγκαταλείψει την πολιτική των αντιποίνων και να εργαστεί για την άρση της παράλληλης δικαιοδοσίας που εγκατέστησε στην Αφρική. Να αποδείξει έμπρακτα ότι αναγνωρίζει όρια στη δική της ισχύ και δικαιώματα στους αδελφούς της.

Διότι το μέγεθος μιας Εκκλησίας κρίνεται και από την ικανότητά της να συγκρατεί την εξουσία της. Όταν χρησιμοποιεί το όνομα του Χριστού για να επεκτείνει την επιρροή της, η ευθύνη της γίνεται βαρύτερη: εκθέτει το ίδιο το Ευαγγέλιο που επικαλείται. Και κανένα πατριαρχικό αξίωμα δεν απαλλάσσει από αυτή την ευθύνη.

https://exapsalmos.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου