Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, Προτρεπτική προς τη νηστεία

Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Τοιχογραφία στο καθολικό της Ιεράς Μονής Μεγίστη Λαύρας Αγίου Όρους (1534/35). Ζωγράφος Θεοφάνης ο Κρης (Στρελίτζας-Μπαθάς). Από: «Άγιοι του Άθω» https://saints-of-mount-athos.blogspot.com/

Αν ο άνθρωπος κρατούσε και διατηρούσε την νηστεία που του ετέθη στον παράδεισο θα παρέμενε διαπαντός αθάνατος και ακούραστος και άλυπος!
(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Αγίου Γρηγορίου Παλαμά
Ομιλία 6
Προτρεπτική προς τη νηστεία
Όπου γίνεται σύντομος λόγος και περί της γενέσεως του κόσμου

1 Πολυμήχανος και πολυτροπώτατος για την κακία, μάλλον δε παμμήχανος είναι ο νοητός όφις, ο πρωταίτιος του κακού. Έχει τα μέσα να εμποδίση την αγαθή πρόθεσί μας και πράξι, μόλις αρχίζει. Κι’ αν δεν μπορέση να την εμποδίση στην αρχή, γνωρίζει άλλες μηχανές, με τις οποίες την αχρηστεύει όταν ευρίσκεται σ’ ενέργεια· κι’ αν δεν μπορέση να την αχρηστεύση, όταν τελήται κάπου στη μέση, πάλι γνωρίζει άλλα σοφίσματα και άλλους τρόπους για να την αφανίση όταν τελειωθή και να την καταστήση ανωφελή, μάλλον δε και επιζημία για όσους δεν προσέχουν πολύ.

Και πρώτα μεν υποδεικνύει το επίπονο και δυσκατόρθωτο της αρετής, ώστε με αυτό να μας εμβάλη ραθυμία και ανελπισία, με την σκέψι ότι επιχειρούμε δύσκολα και αδύνατα, κι’ έτσι ότι δεν θα μπορέσωμε να φέρωμε σε έργο την πρόθεσι· προσέτι δε γεννά στους αγωνιζομένους και απιστία στα υπεσχημένα από τον Θεό βραβεία.

Αλλά εμείς, αδελφοί, πρέπει να υπερπηδήσωμε αυτήν την παγίδα με την ψυχική ανδρεία, την προθυμία και την πίστι, λαμβάνοντας υπ’ όψι ότι ούτε γη αποδίδει χρησίμους καρπούς χωρίς κόπους ούτε η ψυχή θ’ αποκτήση τίποτε θεοφιλές και σωτήριο χωρίς πνευματικούς αγώνες.

Και γη μεν ακατάλληλη για καλλιέργεια μπορείς να εύρης, ενώ κάθε λογική ψυχή είναι επιδεκτική αρετής. Επειδή δε εξ αιτίας της προγονικής ενοχής κατακριθήκαμε να ζούμε με κόπο και μόχθο, και δεν είναι δυνατό να το αποφύγωμε αυτό, ας κάμωμε την ανάγκη φιλοτιμία· το ακουσίως προσόν’ ας το προσφέρωμε στον Θεό ως εκούσιο, ως δώσωμε αντί των μονίμων τα πρόσκαιρα και ας λάβωμε αντί των δεινών τα χρηστά, καθιστώντας τον πρόσκαιρο κόπο μέσο πορισμού αιωνίας ανέσεως.

Διότι κοπιάζοντας εδώ για την αρετή ασφαλώς θα επιτύχωμε την αναψυχή που μας έχει επαγγελθή για τον μέλλοντα αιώνα. Είναι βεβαίως αξιόπιστος αυτός που επαγγέλθηκε, που είναι επίσης βοηθός έτοιμος σε όσους εξεκίνησαν έτοιμοι τον αγώνα της αρετής. Όταν δε βοηθή αυτός, που μπορεί τα πάντα, ποιο πράγμα θα είναι ακατόρθωτο;

Αλλά όταν, ενθυμούμενοι αυτά, αναλάβωμε προθύμως τα έργα της αρετής, γνωρίζοντας εκείνος ο πονηρός ότι το καλό δεν είναι καλό, αν δεν γίνη καλώς, προσπαθεί να μας πείση να μη εκτελούμε κατά θεάρεστο τρόπο την εργασία του καλού ούτε προς τον έπαινο εκ μέρους του Θεού, αλλά προς τον εκ μέρους των ανθρώπων, για να μας αποστερήση κι’ έτσι την μισθαποδοσία από τον Θεό και τα πνευματικά και ουράνια.

Εμείς δε ας αποδείξωμε κι’ αυτήν την προσπάθειά του άπρακτη υπολογίζοντας αφ’ ενός μεν το μέγεθος των αμοιβών που περιμένουν τους θεαρέστους ζώντας, αφ’ ετέρου δε την μηδαμινότητα της ανθρωπαρεσκείας, η οποία δεν είναι αξιόλογη όχι μόνο σε σύγκρισι προς εκείνο το μελλοντικό μέγεθος της θείας δόξας, αλλ’ ούτε για την κάκωσι και την τήξι της σαρκός.

Αλλά και μετά την εναντίον του αυτή νίκη ο αρχέκακος εκείνος όφις μας προκαλεί υπούλως την υπερηφάνεια, σαν τελευταίο και πονηρότατο βάραθρο, υποβάλλοντάς μας λογισμούς υπεροψίας και πείθοντάς μας να καυχώμαστε ότι τάχα κατακτήσαμε την αρετή με την δική μας δύναμι και σύνεσι.

Αλλά εμείς ας ενθυμηθούμε την αυτοαλήθεια που λέγει ότι «χωρίς εμένα δεν μπορείτε να κάμετε τίποτε»· και έτσι ας αποκρούωμε τις πολυειδείς μηχανές του πονηρού, εκτελώντας και μάλιστα εκτελώντας καλώς το καλό και με την αρμόζουσα ταπείνωσι γνωρίζοντας ότι, όπως, όταν κάποιος έχη σε αγγείο πολύτιμο μύρο, είτε σε κόπρο το χύση είτε την κόπρο βάλη στο αγγείο, ομοίως αχρειώνει και καταστρέφει το μύρο, έτσι και την αρετή, είτε την απωθήση κανείς και την απορρίψη από τον εαυτό του με την απραξία είτε αναμίξη με την εκτέλεσί της την πονηρία, και με τους δύο τρόπους την αχρειώνει και την καταστρέφει ομοίως.

Κι αυτά τα λέγω προς την αγάπη σας με την ευκαιρία της νηστείας, για να την φυλάξωμε αμιγή από κάθε κακία για χάρι μας. Πραγματικά τον Φαρισαίο εκείνον του ευαγγελίου, άν και ενήστευε πάντοτε δύο ημέρες την εβδομάδα, δεν τον ωφέλησε καθόλου η νηστεία, διότι είχε αναμιγμένη με αυτήν την υπερηφάνεια και την κατάκρισι προς τον πλησίον. Αλλ’ αυτό δεν σημαίνει ότι η νηστεία δεν είναι ωφέλιμη· διότι πόσο είναι το όφελος σ’ αυτούς που την τελούν θεαρέστως κι’ όπως αρμόζει, το έδειξαν ο Μωυσής, ο Ηλίας, ο ίδιος ο Κύριος.

Πραγματικά ο Μωυσής, κρατώντας πολυήμερη νηστεία (αλλά, παρακαλώ, εντείνατε τη διάνοιά σας και ανυψώσατέ την τώρα, που είναι η ευκαιρία, μαζί με τις αναβάσεις του Μωυσέως επάνω στο όρος πρός τον Θεό, ώστε διά μέσου αυτών, ξαναρχίζοντας πάλι την ανάβασι στο δρόμο, να συνανυψωθήτε με τον Χριστό, που ανεβαίνει όχι στο όρος πλέον αλλά στον ουρανό και μας παίρνει μαζί τους.

Ο Μωυσής λοιπόν, κρατώντας τεσσαρακονταήμερη νηστεία επάνω στο όρος, βλέπει τον Θεό, σύμφωνα με την Γραφή κατά πρόσωπο και όχι αινιγματικώς και ομιλεί προς αυτόν, όπως ομιλεί κανείς προς τον φίλο του, μαθαίνει από τον Θεό και διδάσκει γι’ αυτόν όλους, ότι αυτός είναι ο παντοτινά ων, που δεν μεταβαίνει στο μη ον, αλλά και καλεί τα μη όντα ως όντα και παρήγαγε τα πάντα εκ μη όντων και δεν αφήνει να εκπέσουν προς το μη ον.

Αυτός πρώτα μόνο με το νεύμα και το θέλημα παρήγαγε όλη την αισθητή κτίσι με μιας εκ μη όντων, διότι «στην αρχή», λέγει, «κατεσκεύασε ο Θεός τον ουρανό και τη γην όχι πάντως αδειανά ούτε χωρίς όλα τα ενδιάμεσα μεταξύ τους· η γη ήταν ανάμικτη με το ύδωρ, το κάθε μέρος ήταν γεμάτο με αέρα και ζώα και φυτά όλων των ειδών, ο δε ουρανός ήταν γεμάτος διάφορα φώτα και λάμψεις, από τα οποία συνίσταται το σύμπαν.

Έτσι λοιπόν εδημιούργησε ο Θεός στην αρχή τον ουρανό και τη γη, σαν ύλη που δέχεται τα πάντα και δυνάμει φέρει τα πάντα, καλώς ραπίζοντας από μακριά εκείνους που κακώς νομίζουν ότι η ύλη προϋπήρχε αυτοτελώς.
Έπειτα καλλιεργώντας και στολίζοντας τον κόσμο κατένειμε σε έξι ημέρες την κατάλληλη και αρμοδία στο καθένα τάξι από τα προσόντα του που συμπληρώνουν τον κόσμο του· εξεχώριζε το καθένα με το πρόσταγμα μόνο και σαν να εξήγε από κρυφό θησαυροφυλάκιο κατά είδος τα φυλαγμένα, διέθετε και συνέθετε με άκρα αρμονία και προσαρμογή το ένα προς το άλλο, το καθένα πρός το σύνολο και τα πάντα προς το καθένα.
Έτσι λοιπόν παρήχθηκε ένα πρώτο από τα όντα στην κτίσι και μετά το πρώτο άλλο και μετά από αυτό άλλο και έτσι στη συνέχεια, έπειτα δε από όλα ο άνθρωπος, ο οποίος αξιώθηκε μεγαλυτέρας τιμής από τον Θεό και προνοίας, και πριν πλασθή και μετά την πλάσι, ώστε και ο αισθητός τούτος κόσμος όλος να γίνη γι’ αυτόν πριν απ’ αυτόν και η βασιλεία των ουρανών να ετοιμασθή γι’ αυτόν πριν από αυτόν, από την θεμελίωσι του κόσμου, ώστε να προηγηθή γι’ αυτόν βουλή, να πλασθή με το χέρι του Θεού και κατ’ εικόνα Θεού και να μη πάρη το σύνολό του από την ύλη αυτή και από τον κόσμο κατ’ αίσθησι, όπως στα άλλα ζώα, αλλά μόνο το σώμα, ενώ την ψυχή έλαβε από τα υπερκόσμια, μάλλον δε από τον ίδιο τον Θεό με απόρρητο εμφύσημα, σαν κάτι μεγάλο και θαυμαστό, που υπερέχει όλων των άλλων και εποπτεύει στο σύνολο κι’ επιστατεί σε όλα, σαν κάτι που είναι γνωστικό και συγχρόνως δεκτικό και αποδεικτικό του Θεού.
Εξοχώτερο από κάθε άλλο αποτέλεσμα της υπερβατικής μεγαλειότητος του τεχνίτη. Γι’ αυτό ως κατοικία έλαβε τον παράδεισο, φυτευμένον κι’ αυτόν κατά εξαίρετο τρόπο από τον Θεό, για να έχη εκεί θεία θέα και ομιλία αυτοπροσώπως και λάβη σ’ αυτόν συμβουλή και εντολή από τον Θεό, που ώρισε την αρμόζουσα εκεί νηστεία, με την έννοια ότι, αν την εκρατούσε και την διατηρούσε, θα παρέμενε διαπαντός αθάνατος και ακούραστος και άλυπος.
11 Αυτός όμως, προτιμήσας από αυτήν την εντολή και συμβουλή την επιβουλή, αλλοίμονο, του αρχεκάκου όφεως εκουσίως, κατέλυσε την εντεταλμένη νηστεία· έτσι αντί της αειζωίας λαμβάνει τον θάνατο και αντί του τόπου της άφθαρτης τρυφής τον πολυπαθή και γεμάτο συμφορές τούτον τόπο της αμαρτίας, μάλλον δε τον Άδη, καταδικαζόμενος στο εκεί σκότος.

Και θα διέμενε η φύσις μας στα καταχθόνια κάτω από τα κρησφύγετα του όφεως εκείνου που τον εξαπάτησε στην αρχή, αν δεν ερχόταν ο Χριστός, που αρχίζοντας από νηστεία κατήργησε στο τέλος την τυραννίδα του, εμάς δε ελευθέρωσε και αναζωοποίησε, πράγμα που προείπε και ο Μωυσής.
Διότι αυτός, νηστεύοντας επάνω εκεί στο όρος, δέχεται τις θεότευκτες πλάκες και τον νόμο πάλι γραμμένο με το δάκτυλο του Θεού σε δεύτερες πλάκες, σύμφωνα με τον οποίο εκπαιδεύοντας τότε τον ιερό λαό προετύπωσε και προϋπέδειξε εμπράκτως όλα τα του Χριστού, αναδειχθείς ελευθερωτής και σωτήρ του Αβραμιαίου γένους, όπως ο Χριστός ύστερα του ανθρωπίνου γένους.

Συνεχίζεται

Από το βιβλίο, Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, «Έργα 9», των Εκδόσεων Πατερικών Μελετών «Γρηγόριος ο Παλαμάς». Εισαγωγή, κείμενο, μετάφραση, σχόλια Παναγιώτης Χρήστου.



Ο Θεός από την αρχήν έκαμε τον άνθρωπο βασιλέα όλων όσων υπάρχουν επάνω στην γην, αλλά και αυτών που ευρίσκονται κάτω από τoν θόλον του ουρανού. Διότι βέβαια ο ήλιος και η σελήνη και τα άστρα, για τoν άνθρωπον εδημιουργήθησαν. Τι λοιπόν; Άραγε επειδή ήταν βασιλεύς όλων αυτών των ορατών, εβλάπτετο από αυτά στην απόκτηση της αρετής; Όχι, καθόλου, αλλά εάν εζούσε ευχαριστώντας τον Θεόν, ο οποίος τα εδημιούργησε και του τα έδωσε όλα, ακόμη περισσότερο θα ευδοκιμούσε. Διότι εάν δεν παρέβαινε την εντολήν του Δεσπότου, δεν θα έχανε αυτήν την Βασιλεία, δεν θα στερούσε τoν εαυτόν του από την δόξαν του Θεού. Επειδή όμως το έκαμε αυτό, δικαίως εξεδιώχθη, εξωρίσθη, έζησε και απέθανε. 

. Είπεν ο Θεός στον Αδάμ. «Ην ώραν φάγεσθε από του ξύλου, ου ενετειλάμην υμίν τούτου μόνον μη φαγείν, θανάτω αποθανείσθε», δηλαδή τον ψυχικόν θάνατο, πράγμα που και έγινε την ιδίαν ώρα, γι’ αυτό και εγυμνώθη από την αθάνατον στολήν του. Τίποτε περισσότερον δεν είπεν ο Θεός και τίποτε περισσότερον δεν έγινε. Διότι προγνωρίζοντας ο Θεός ότι ο Αδάμ πρόκειται να αμαρτήση, και θέλοντας να τον συγχωρήση, όταν αυτός μετανοούσε, με τίποτε περισσότερον, όπως είπαμε, δεν τον απείλησε. Επειδή όμως ηρνήθη την αμαρτίαν του, και δεν μετενόησε ούτε όταν ηλέγχθη από τον Θεόν (διότι είπε: «Η γυνή, ην δέδωκάς μοι, αύτη με ηπάτησεν», σαν δηλαδή να λέγη στον Θεόν. «Σύ έπταισες. Η γυναίκα, την οποία συ μου έδωσες, αύτη με εξηπάτησε»), γι’ αυτό και ο Θεός του λέγει: «Εν κόπω και ιδρώτι φαγή τον άρτον σου, και ακάνθας και τριβόλους ανατελεί σοι η γη» και τελευταία ότι «γη ει και εις γην απελεύση». Ήθελα να μετανοήσης, λέγει, και να επανέλθης στην προηγουμένην σου διαγωγή. Επειδή όμως είσαι τόσο σκληρός, φύγε λοιπόν από κοντά μου, και η απομακρυνσή σου θα σου είναι αρκετή για παιδαγωγία, επειδή είσαι χώμα, και στο χώμα θα επιστρέψης.

Γνωρίζεις λοιπόν τώρα ότι, επειδή μετά την παράβαση δεν μετενόησε να ειπή «Ήμαρτον», εξορίζεται και προστάσσεται να ζη με κόπο και ιδρώτα. Γι’ αυτό και κατεδικάσθη να επιστρέψη στην γην από την οποίαν ελήφθη. 

Όταν εξεδιώχθησαν και έπεσαν ήδη από την αρχή μέσα στους ιδρώτες και τους σωματικούς κόπους, ήρχισαν δε να πεινούν και να διψούν, και συγχρόνως να ριγούν και να τρέμουν και να πάσχουν αυτά τα οποία και εμείς πάσχουμε σήμερα, αισθάνθησαν περισσότερο την δυστυχία και το κατάντημά τους, αλλά και την ιδίαν την κακοφροσύνη τους, και την ανέκφραστον φιλανθρωπία του Θεού. Περιπατώντας λοιπόν και καθήμενοι έξω από τον Παράδεισο, μετανοούσαν, έκλαιαν, εθρηνούσαν, εκτυπούσαν το πρόσωπο, εξερρίζωναν τα μαλλιά τους, καταδικάζοντας με οδυρμούς την σκληροκαρδία τους, και αυτό όχι μόνον μίαν ημέραν ούτε δύο ή δέκα, αλλά, πιστέψετέ το, σε όλην τους την ζωή.

Το ίδιο έπαθαν και οι πρωτόπλαστοι, οι οποίοι όσον ήσαν στον Παράδεισον, απελάμβαναν όλα εκείνα τα αγαθά, έπειτα όμως εξέπεσαν από αυτά και εξωρίσθησαν. Όταν αισθάνθησαν από πού έπεσαν, πάντοτε θρηνούσαν, πάντοτε έκλαιαν, επικαλούμενοι την ευσπλαγχνίαν του Κυρίου τους. Αλλά Αυτός τι κάνει, ο πλούσιος σε έλεος και βραδύς σε τιμωρίες; Επειδή είδε ότι εταπεινώθησαν, την μεν απόφαση που είχε λάβει δεν την ματαιώνει εντελώς —αυτό το έκαμε προς σωφρονισμόν ιδικόν μας, και για να μην υπερηφανεύεται κανείς κατά του ποιητού των όλων— προγνωρίζοντας δε ως Θεός και την πτώση τους και την μετάνοιαν, είχε ορίσει από την αρχήν, οπωσδήποτε πριν να δημιουργήση τα πάντα, και τον καιρόν και τον χρόνον και πώς και πότε θα τους ανακαλέση από την εξορία, με τρόπο μυστικόν και από κάθε κτίσμα ανεξιχνίαστο. 

Αυτός ο ίδιος, ο μόνος Μονογενής Υιός και Λόγος, από μόνον τον προάναρχον Πατέρα, κατήλθεν, όπως όλοι γνωρίζετε, και όχι μόνον έγινε άνθρωπος όμοιος με εκείνους, αλλά και να αποθάνη όπως αυτοί κατεδέχθη, προτιμώντας βίαιον και επονείδιστον θάνατο. Κατήλθε δε και στον Άδη, και από εκεί τους ανέστησε. Αυτός λοιπόν ο οποίος τόσα έπαθε γι’ αυτούς, για να τους ανακαλέση από την μακράν εκείνην εξορίαν, εάν μετανοούσαν στον Παράδεισο, δεν θα τους συμπαθούσε; Και πώς όχι, αφού είναι από την φύση του φιλάνθρωπος, και τους εδημιούργησε ακριβώς γι’ αυτό, για να απολαμβάνουν δηλ. τα αγαθά του μέσα στoν Παράδεισο και να δοξάζουν τoν ευεργέτην τους

Επειδή δε για την αμετανοησία τους εξεβλήθησαν, μετά ταύτα ζώντας μέσα στις θλίψεις, μετενόησαν και έκλαυσαν πολύ. Αυτά, όπως είπα, δεν θα τα επάθαιναν, εάν είχαν μετανοήσει μέσα στoν Παράδεισον. Για τους πόνους λοιπόν αυτούς και τους ιδρώτες και τους κόπους, και για την καλήν τους μετάνοια, θέλοντας ο Δεσπότης Θεός να τους τιμήση και να τους δοξάση, αλλά και να τους κάνη να λησμονήσουν όλα εκείνα τα δεινά, τι κάνει; Πρόσεξε, παρακαλώ, το μέγεθος της φιλανθρωπίας! Όταν κατήλθε στον Άδη και τους ανέστησε, δεν τους αποκατέστησε πάλι στον Παράδεισον από όπου εξέπεσαν, αλλά τους ανέβασε σ’ αυτόν τον ίδιον τον ουρανόν του ουρανού. Και αφού ο Κύριος εκάθισε εκ δεξιών του προανάρχου Πατρός του και Θεού, τι λέγεις ότι τον έκαμε αυτόν, ο οποίος ήταν κατά φύσιν δούλος του; Τον έκαμε κατά χάριν πατέρα του! (αφού ο ίδιος αυτοαποκαλείται Υιός του ανθρώπου). Είδες σε ποίον ύψος τον ανέβασε ο Δεσπότης, για την μετάνοια και την ταπείνωση και τους θρήνους και τα δάκρυά του;

Ω δύναμις της μετανοίας και των δακρύων! Ω πέλαγος ανεκφράστου φιλανθρωπίας και ανεξιχνιάστου ελέους, αδελφοί!

ΓΙΑ ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΝΟΥΜΕ ΜΕ ΤΙΣ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΕΣ ΚΕΝΟΛΟΓΙΕΣ ΠΕΡΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΣ, ΑΝΑΛΟΓΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΩΝ, ΠΡΟΣΩΠΑ ΚΑΙ ΕΝΥΠΟΣΤΑΤΕΣ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ. Ο ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ, ΜΕ ΤΟ ΔΕΞΙ ΤΟΥ ΧΕΡΙ ΤΟΝ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΡΙΣΤΕΡΟ ΤΟΥ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΑΡΑ, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΛΕΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΑΙ ΙΣΩΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΟΛΟΙ ΤΟΥΣ. ΣΗΜΕΡΑ ΜΑΣ ΚΑΛΟΥΝ ΣΤΗΝ ΠΛΑΝΗ ΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΝΑΟΥΣ ΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥΣ.

Χρ. Γιανναράς: Πτώση-Κρίση-Κόλαση

Για το βιβλίο «Πτώση-Κρίση-Κόλαση ή η δικανική υπονόμευση της οντολογίας» μίλησε ο καθηγητής κ. Χρήστος Γιανναράς στο βιβλιοπωλείο Άπειρος Χώρα. Το έμβρυο δεν «ξέρει» τίποτα για τον τρόπο της ύπαρξής του μετά τη γέννηση - για τη μετά τον θάνατό του ζωή. Κανένα έμβρυο δεν «γύρισε πίσω» ποτέ, να ξαναγίνει έμβρυο μετά τη γέννησή του, ποτέ δεν επέστρεψε ως βρέφος στα έμβρυα, να τα «πληροφορήσει» ποια θα είναι η υπαρκτική τους πραγματικότητα μετά τη γέννησή τους! Ο άνθρωπος έρχεται στη ζωή με πλήρη άγνοια και απόλυτη μοναξιά, όπως και φεύγει από τα εγκόσμια με πλήρη άγνοια για την πραγματικότητα τη μετά τον θάνατό του. Πραγματικότητα, ίσως, ανάλογη με τη διαφορά ανάμεσα στο έμβρυο και το λογικό υποκείμενο.

https://www.youtube.com/watch?v=x1_GNU-aIAU 

Η ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΟΥ "ΛΟΓΙΚΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ" ΑΠΟΜΥΘΟΠΟΙΕΙ  ΤΟΝ ΣΑΤΑΝΑ ΣΑΝ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΠΤΩΣΗΣ ΣΤΟΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΟ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΝΟΜΟ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ. 

Ο ΓΑΜΟΣ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΗΣ. 

ΕΓΚΡΑΤΕΙΑ ΠΟΙΟΣ ΣΕ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕ;

https://amethystosbooks.blogspot.com/2026/02/blog-post_198.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου