Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

Η Τεχνητή Νοημοσύνη και το ακατάλυτο της Εκκλησίας. (Σχόλιο στις δηλώσεις του υπερφίαλου καθηγητή Yuval Noah Harari)


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

Εν Πειραιεί τη 9η Φεβρουαρίου 2026

Η ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΤΟ ΑΚΑΤΑΛΥΤΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

(Σχόλιο στις δηλώσεις του υπερφίαλου καθηγητή Yuval Noah Harari)

        Έχουμε επισημάνει και αποδείξει επανειλημμένως, μέσα από τις ανακοινώσεις μας, το αναντίρρητο γεγονός ότι ο σύγχρονος κόσμος βιώνει τη χειρότερη και πολυπλευρότερη παρακμή σε ολόκληρη την ιστορική του πορεία. Διατελεί σε μια πρωτοφανή πνευματική και ηθική κατάπτωση, η οποία χαρακτηρίζεται από σύγχρονους Γέροντες και πνευματικούς ανθρώπους ως η «αποστασία των εσχάτων», όπως αυτή έχει προφητευθεί στη βιβλική και πατερική παράδοση της Εκκλησίας μας.

      Όπως είναι γνωστό, η ανθρωπότητα τις τελευταίες δεκαετίες κυριαρχείται πνευματικά και θρησκευτικά από το λεγόμενο «πνεύμα», τις αρχές και τα διδάγματα της αποκαλούμενης «Νέας Εποχής του Υδροχόου», η οποία φέρει βαθύτατα αντιχριστιανικό χαρακτήρα και αποσκοπεί στην περιθωριοποίηση του Χριστιανισμού, προβάλλοντας πίστεις διαμετρικά αντίθετες προς τη χριστιανική διδασκαλία.

     Μία από τις βασικές δοξασίες που προωθεί το εν λόγω αντιχριστιανικό κίνημα είναι η αντίληψη ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του θεός και, ως εκ τούτου, δεν έχει ανάγκη τον Θεό ούτε κάποιον σωτήρα εκτός του εαυτού του, αφού δήθεν διαθέτει από μόνος του τις δυνάμεις για να φθάσει στη «θεότητά» του. Αυτή η δαιμονική πίστη δεν αποτελεί τίποτε άλλο παρά το λεγόμενο «ευαγγέλιο του όφεως», το αρχέγονο ψεύδος του Σατανά προς τους Πρωτοπλάστους, ότι μπορούν να γίνουν θεοί αφ’ εαυτών: «ἔσεσθε ὡς θεοί»(Γεν. 3,4), χωρίς τον Θεό.

     Ο σύγχρονος αποστατημένος άνθρωπος, οιστρηλατημένος από την ψευδαίσθηση της δήθεν «θεότητάς» του, αναζήτησε και βρήκε τον τρόπο της «θέωσής» του μέσω της τεχνολογίας, στην οποία απέδωσε «θεϊκές ιδιότητες». Αρκεί να παρατηρήσει κανείς τους γελοίους κομπασμούς των αθέων εδώ και δυόμισι αιώνες, οι οποίοι έχουν «αποθεώσει» την επιστήμη, υποστηρίζοντας ότι πλέον ο Θεός είναι περιττός και πως όλα τα ανθρώπινα προβλήματα θα επιλυθούν από την τεχνολογία.

      Στις ημέρες μας αναδύθηκε από τα σκοτεινά εργαστήρια των σύγχρονων θεομάχων το φαινόμενο του «Μετανθρωπισμού». Πρόκειται για τη μετάβαση του ανθρώπου από την κατάσταση του homo sapiensστην κατάσταση του homo technologicus. «Ως διεθνής πολιτιστική και πνευματική κίνηση, επιδιώκει ριζικές αλλαγές της ανθρώπινης κατάστασης, αναπτύσσοντας και αξιοποιώντας τεχνολογίες που υπόσχονται υπέρμετρη ενίσχυση των πνευματικών, σωματικών και ψυχολογικών ικανοτήτων του ανθρώπου»[1]. Μια επιδίωξη για την οντολογική μετάλλαξη του ανθρώπου δια της τεχνολογίας. 

        Στην ουσία, ο Μετανθρωπισμός αμφισβητεί τις φυσικές δυνατότητες του ανθρώπου και επιχειρεί να τις καταστήσει «παντοδύναμες» μέσω της τεχνολογίας. Δεν περιορίζεται στη βελτίωση της ποιότητας ζωής, αλλά αμφισβητεί ευθέως την «καλή λίαν» (Γεν. 1,29) θεοδημιούργητη ανθρώπινη φύση και, με τη νέα «θεότητα», την τεχνολογία, επιδιώκει να την αλλοιώσει. Για τους μετανθρωπιστές, ο άνθρωπος, όπως τον δημιούργησε ο Θεός, θεωρείται «ατελής» και χρήζει «διόρθωσης» από την τεχνολογία, η οποία ανάγεται έτσι σε υπέρτερη του Θεού δύναμη. Πρόκειται αναμφίβολα για ύβρη κολοσσιαίων διαστάσεων κατά του Θεού.

       Η ραγδαία πρόοδος της τεχνολογίας τα τελευταία χρόνια, ιδίως στον τομέα της ηλεκτρονικής, είναι αναμφισβήτητη. Αποκορύφωμά της αποτελεί η Τεχνητή Νοημοσύνη, η οποία έχει λάβει τεράστιες διαστάσεις και καθορίζει πλέον την ατομική και συλλογική ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων παγκοσμίως. Τείνει μάλιστα να θεωρείται ότι υπέρκειται του ανθρώπινου νου, λόγω των εντυπωσιακών δυνατοτήτων της.

      Η Τεχνητή Νοημοσύνη αποτελεί το κατεξοχήν «χρήσιμο εργαλείο» του Μετανθρωπισμού για την επίτευξη του στόχου της «θεοποίησης» του ανθρώπου, η οποία προβάλλεται ως πανάκεια για το μέλλον της ανθρωπότητας.

      Ανεξάρτητα από τις όποιες χρησιμότητές της —οι οποίες δεν αμφισβητούνται— η Τεχνητή Νοημοσύνη, σύμφωνα με εκτιμήσεις ειδικών, εγκυμονεί και σοβαρότατους κινδύνους. «Οι χειριστές της δημιουργούν έναν βρόχο αυτοτροφοδότησης, όπου η Τεχνητή Νοημοσύνη μαθαίνει από τεχνητές αναπαραστάσεις και όχι από τον πραγματικό κόσμο. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι η κατάρρευση των μοντέλων της, η παραμόρφωση της συμπεριφοράς τους και η δραματική μείωση της αξιοπιστίας τουςΚατ’ αυτόν τον τρόπο, ελλοχεύει ο κίνδυνος εγκλωβισμού της ανθρωπότητας σε μια εικονική πραγματικότητα, ενώ στην ουσία η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν αποτελεί τίποτε υπερφυσικό ή μεταφυσικό, αλλά απλώς μια «επέκταση» του ανθρώπινου νου»[2].

      Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η αξιοποίηση των δυνατοτήτων της Τεχνητής Νοημοσύνης από πρόσωπα ή φορείς με μειωμένες ηθικές αναστολές δύναται να αποβεί καταστροφική. Ενδέχεται μάλιστα να οδηγήσει σε ανατροπή θεμελιωδών πανανθρώπινων αξιών, όπως οι πνευματικές, ηθικές και θρησκευτικές αξίες.

      Αφορμή για την παρούσα ανακοίνωση αποτέλεσε πρόσφατη ομιλία ενός εκ των κορυφαίων θεωρητικών του φαινομένου του Μετανθρωπισμού, του Γιουβάλ Νόα Χαράρι, ιστορικού και καθηγητή στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ. Η ομιλία πραγματοποιήθηκε στο Νταβός της Ελβετίας, στο πλαίσιο της ετήσιας συνάντησης του Παγκοσμίου Οικονομικού Φόρουμ (WEF).

      Αναπτύσσοντας τις απόψεις του, «προέβη σε προβλέψεις που παραπέμπουν περισσότερο σε σενάρια επιστημονικής φαντασίας, υποστηρίζοντας ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη ετοιμάζεται να αναλάβει ρόλο στον χώρο της θρησκείας. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι η AI θα μπορούσε να δημιουργήσει ακόμη και νέες θρησκείες, με δικές τους γραφές, προσαρμοσμένες στις ψυχολογικές ανάγκες του σύγχρονου ανθρώπου»[3].

      Κατ’ αρχάς, οφείλουμε να επισημάνουμε ότι ούτε ο τόπος ούτε ο χρόνος διατύπωσης αυτών των απόψεων είναι τυχαίοι. Το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ δεν αποτελεί ένα απλό συνέδριο ιδεών, αλλά έναν χώρο όπου, όπως είναι γνωστό, χαράσσεται η μελλοντική πορεία της ανθρωπότητας, σύμφωνα με τις αντιλήψεις και τις επιδιώξεις μιας κλειστής ελίτ πολιτικής και οικονομικής εξουσίας, η οποία αποφασίζει για τις τύχες των λαών χωρίς τη συμμετοχή τους.

      Με την παρέμβαση του Γιουβάλ Νόα Χαράρι και τις «τολμηρές προβλέψεις» του περί του μέλλοντος των θρησκειών, επιχειρείται ουσιαστικά η χάραξη και της πνευματικής–θρησκευτικής πορείας της ανθρωπότητας. «Στο παγωμένο Νταβός, όπου οι παγκόσμιες ελίτ λαμβάνουν σιωπηλά αποφάσεις για τις ζωές δισεκατομμυρίων ανθρώπων, ειπώθηκαν λόγια που δεν ήταν απλώς προκλητικά, αλλά βαθύτατα αποκαλυπτικά. Ο Χαράρι δεν μίλησε ως απλός διανοούμενος, αλλά ως αγγελιοφόρος μιας νέας εποχής, όπου η εξουσία στερείται προσώπου, ψυχής και συνείδησης»[4].

      Αξίζει να σημειωθεί ότι και στο παρελθόν ο εν λόγω καθηγητής έχει εκφράσει παρόμοιες απόψεις για τη θρησκεία και την πίστη στον Θεό. Κατά τον ίδιο, ο Θεός δεν έχει θέση στον άνθρωπο του Μετανθρωπισμού και της Τεχνητής Νοημοσύνης, διότι ο «τεχνολογικός υπεράνθρωπος» δεν Τον χρειάζεται. Στο πλαίσιο αυτό, έχει διακηρύξει ότι «ο Θεός θα αντικατασταθεί από την Τεχνητή Νοημοσύνη»[5].

     Παρόμοιες βλάσφημες τοποθετήσεις έχει εκφράσει και για το πρόσωπο του Χριστού, απαξιώνοντας τη διδασκαλία Του περί αναστάσεως του ανθρώπινου σώματος, το οποίο χαρακτηρίζει «ατελές». Κατά τον Χαράρι, «η ανάσταση που εννοούσε ο Χριστός ταυτίζεται με την εικονική πραγματικότητα στην οποία, υποτίθεται, θα ζει ο άνθρωπος του μέλλοντος»[6]. Έτσι, η «πραγματική ανάσταση» μετατρέπεται σε μια μορφή «αιώνιας επιβίωσης» μέσω ψηφιακών μέσων και, σε ακραίες εκδοχές, μέσω της «μεταφόρτωσης» της ανθρώπινης συνείδησης σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές!

       Στην ίδια ομιλία του στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ, επιτέθηκε ευθέως στις Άγιες Γραφές και γενικότερα στα θρησκευτικά κείμενα, από τα οποία οι θρησκείες αντλούν την αυθεντία τους. Δήλωσε χαρακτηριστικά ότι «οτιδήποτε είναι φτιαγμένο από λέξεις θα καταληφθεί από την Τεχνητή Νοημοσύνη»[7]. Σύμφωνα με τον ίδιο, «αν αποδομηθεί η θρησκεία, στον πυρήνα της θα βρεθεί η γλώσσα· και εφόσον τα βιβλία είναι συνδυασμοί λέξεων, η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να αναλάβει τόσο τα βιβλία όσο και τη θρησκεία που στηρίζεται σε αυτά»[8].

      Προφανώς, στόχος αυτών των τοποθετήσεων είναι οι θρησκείες που θεμελιώνονται σε ιερές γραφές, και ειδικότερα ο Ιουδαϊσμός, ο Χριστιανισμός και το Ισλάμ. Με τη σχετικοποίηση και την αποδόμηση των ιερών τους κειμένων, οι θρησκείες αυτές καθίστανται ευάλωτες στην «επέλαση των αλγορίθμων», απογυμνώνονται από την αυθεντία τους και οδηγούνται στην απαξίωση και αποκαθήλωσή τους. Όταν τίθεται το ερώτημα τι συμβαίνει σε μια «θρησκεία του βιβλίου» όταν ο μεγαλύτερος ειδικός του ιερού βιβλίου είναι μια Τεχνητή Νοημοσύνη, ουσιαστικά αποδίδεται στην Τεχνητή Νοημοσύνη ένας ψευδομεταφυσικός και «θεϊκός» χαρακτήρας.

      Είναι φανερό ότι απώτερος στόχος των παραπάνω τοποθετήσεων είναι η αποδόμηση του υφιστάμενου παγκόσμιου θρησκευτικού οικοδομήματος και η αντικατάστασή του από ένα νέο, κατασκευασμένο αυτή τη φορά μέσω της «αλάθητης» Τεχνητής Νοημοσύνης. Με άλλα λόγια, επιδιώκεται η υλοποίηση του σχεδίου της λεγόμενης «Νέας Τάξεως Πραγμάτων» για τη δημιουργία μιας Πανθρησκείας, η οποία θα προκύψει από τη συγχώνευση όλων των θρησκευτικών παραδόσεων, αφού προηγουμένως αυτές «καθαριστούν» από τις δογματικές και θεολογικές τους ιδιαιτερότητες και προσαρμοστούν στις απαιτήσεις της παγκοσμιοποιητικής ιδεολογίας.

      Το απαραίτητο «εργαλείο» για την υλοποίηση αυτού του σχεδίου φαίνεται πως έχει πλέον βρεθεί: η Τεχνητή Νοημοσύνη, η οποία προβάλλεται ως «αλάθητη αυθεντία». Αυτή θα αναλάβει να «διορθώσει» τις δήθεν εσφαλμένες ιερές γραφές, να συγγράψει νέες «αλάνθαστες» και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, να δημιουργήσει μια υποτιθέμενα τέλεια και καθολική θρησκεία.

     Σύμφωνα με παλαιότερα δημοσιεύματα, «Το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ έχει ζητήσει να “ξαναγραφεί” η Βίβλος με τη χρήση Τεχνητής Νοημοσύνης, με το επιχείρημα ότι η υπάρχουσα περιέχει “λάθη”. Ανώτατος αξιωματούχος του Φόρουμ φέρεται να ζήτησε τη δημιουργία μιας νέας παγκοσμιοποιημένης “Βίβλου”, η οποία θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες της νέας εποχής. Στο ίδιο μήκος κύματος, ο ίδιος ο Γιουβάλ Νόα Χαράρι, βασικός σύμβουλος του Κλάους Σβαμπ και εκ των κύριων θεωρητικών της “Μεγάλης Επανεκκίνησης”, έχει υποστηρίξει ότι η χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης για την αντικατάσταση των γραφών θα οδηγήσει στη δημιουργία ενοποιημένων θρησκειών, οι οποίες θα είναι, κατά την έκφρασή του, “πραγματικά σωστές”»[9].

      Δεν απαιτούνται, επομένως, περαιτέρω αποδείξεις για να καταστεί σαφής η επιδίωξη της θρησκευτικής ενοποίησης της ανθρωπότητας από τους πρωτεργάτες της παγκοσμιοποίησης. Ούτε χρειάζεται εκτενής ανάλυση για τον χαρακτήρα της Πανθρησκείας, η οποία θα αποτελεί αναμφίβολα ανθρώπινο κατασκεύασμα, δεδομένου ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν είναι παρά ανθρώπινη επινόηση και προέκταση του ανθρώπινου νου. Υπό αυτή την έννοια, δεν είναι υπερβολή να χαρακτηριστεί ως μια δαιμονική σύλληψη.

      Ας εξετάσουμε, ωστόσο, σε ποιες «ιερές» γραφές —εντός και εκτός εισαγωγικών— στοχεύουν οι παραπάνω θεωρήσεις, χωρίς να γίνεται καμία διάκριση. Όλες οι γραφές των υπαρχουσών θρησκειών, ιδίως των λεγόμενων «αποκαλυμμένων», θεωρούνται εσφαλμένες και, ως εκ τούτου, χρήζουν αναθεώρησης από την «αλάθητη» Τεχνητή Νοημοσύνη. Με την αναθεώρησή τους και τη συγγραφή μιας νέας παγκοσμιοποιημένης «Βίβλου», οι θρησκείες που αντλούν από αυτές την αυθεντία τους θα αποδομηθούν και τελικά θα εξαφανιστούν.

      Ο Ιουδαϊσμός, στην «ορθόδοξη» μορφή του, στηρίχθηκε στις ιερές Γραφές του Μωυσέως, των Προφητών και των λοιπών συγγραφέων, δηλαδή στην Παλαιά Διαθήκη, η οποία έχει θεόπνευστο χαρακτήρα, καθώς αποσκοπούσε στην προετοιμασία της ανθρωπότητας για την εν Χριστώ απολύτρωση. Ωστόσο, στην πορεία αυτή η παράδοση υποκαταστάθηκε σε μεγάλο βαθμό από την Καμπαλά, τη λεγόμενη «μυστική» και «απόκρυφη» μωσαϊκή παράδοση, η οποία συνιστά πλήρη αντιστροφή του πνεύματος της Βίβλου. Παράλληλα, το Ταλμούδ κατέχει κεντρική θέση στον σύγχρονο Ιουδαϊσμό και θεωρείται «ύψιστης ιερότητας», σε τέτοιο βαθμό ώστε, σύμφωνα με όσα αναφέρονται σε αυτό, «ακόμη και ο ίδιος ο Γιαχβέ το διαβάζει όρθιος από σεβασμό»! Πρόκειται για συλλογή ραβινικών διατάξεων με έντονα ρατσιστικό και ελιτιστικό περιεχόμενο, οι οποίες καθορίζουν τη θρησκευτική και κοινωνική ζωή και δέχτηκε κατά καιρούς σκληρή κριτική. 

      Το Ισλάμ, από την άλλη πλευρά, αντλεί την αυθεντία του αποκλειστικά από το Κοράνιο, το οποίο θεωρείται «άχρονο και αδημιούργητο», όπως και ο ίδιος ο Αλλάχ. Το Κοράνιο καθορίζει κάθε πτυχή της ισλαμικής ζωής και δεν επιτρέπει καμία ουσιαστική απόκλιση από τις διατάξεις του. Χωρίς αυτό, το Ισλάμ δεν θα μπορούσε να υπάρξει. Ωστόσο, όπως και το Ταλμούδ, έτσι και το Κοράνιο περιέχει πλήθος διατάξεων που δεν αντέχουν ούτε στην απλούστερη κριτική, προωθώντας τη βία, τον θρησκευτικό φανατισμό, τον πόλεμο κατά των «απίστων» και την πλήρη υποτίμηση της γυναίκας.

      Εάν, λοιπόν, η Τεχνητή Νοημοσύνη προβεί σε «αναθεώρηση» των ιερών γραφών του Ιουδαϊσμού και του Ισλάμ, ελάχιστα στοιχεία τους θα απομείνουν. Οι θρησκείες αυτές δεν θα μπορέσουν να σταθούν, καθώς θα στερηθούν τη μοναδική πηγή της αυθεντικότητάς τους. Υπό αυτή την έννοια, μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να θεωρηθεί ακόμη και ως θετική χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης, εφόσον θα απάλλασσε την ανθρωπότητα από την ασφυκτική μέγγενη των ψευδών θρησκειών.

     Ο Χριστιανισμός διαθέτει τις δικές του Ιερές Γραφές, οι οποίες περιλαμβάνουν το σύνολο των βιβλίων της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Ο Απόστολος Παύλος ορίζει με σαφήνεια τόσο τη φύση όσο και τη χρησιμότητά τους για την Εκκλησία, όταν γράφει: «Πᾶσα γραφὴ θεόπνευστος καὶ ὠφέλιμος πρὸς διδασκαλίαν, πρὸς ἔλεγχον, πρὸς ἐπανόρθωσιν, πρὸς παιδείαν τὴν ἐν δικαιοσύνῃ, ἵνα ἄρτιος ᾖ ὁ τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπος, πρὸς πᾶν ἔργον ἀγαθὸν ἐξηρτισμένος» (Β΄ Τιμ. 3,16–17). Σύμφωνα με αυτόν τον ορισμό του μεγάλου Αποστόλου, η Εκκλησία δεν αντλεί την ύπαρξή της ούτε την αυθεντία της από την Αγία Γραφή. Οι Γραφές έχουν για την Εκκλησία πρωτίστως χρηστικό και παιδαγωγικό χαρακτήρα. Την ύπαρξή της και την αυθεντία της η Εκκλησία τις αντλεί από την Κεφαλή της, τον Χριστό (Κολ.1,18), και από την αδιάλειπτη παρουσία του Αγίου Πνεύματος, το οποίο την οδηγεί «εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν» (Ιωάν. 16,13).

      Δεν προϋπήρξαν οι Άγιες Γραφές της Εκκλησίας· προϋπήρξε η ίδια η Εκκλησία, η οποία, διά των ιερών συγγραφέων και υπό τη φώτιση του Αγίου Πνεύματος, κατέγραψε μέρος της ζώσας εμπειρίας της. Είναι ιστορικά βεβαιωμένο ότι τα είκοσι επτά βιβλία της Καινής Διαθήκης συγγράφηκαν πολλές δεκαετίες μετά την επί γης ίδρυση της Εκκλησίας. Μέχρι τότε, η Εκκλησία δεν διέθετε δικά της γραπτά κείμενα, αλλά χρησιμοποιούσε την Παλαιά Διαθήκη και, κυρίως, μαρτυρούσε την εμπειρία της από τον ζωντανό Χριστό. Άλλωστε, ο ίδιος ο Χριστός δεν παρέδωσε στους Αγίους Αποστόλους κάποιο γραπτό κείμενο, ούτε τους ανέθεσε να διαδώσουν ένα βιβλίο. Τους έδωσε εντολή να γίνουν μάρτυρες της εμπειρίας τους από Αυτόν: «ἔσεσθέ μοι μάρτυρες ἐν τε Ἰερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς» (Πραξ.1,8).

      Ο Χριστός δεν έγραψε κάποιο προσωπικό κείμενο στο οποίο να θεμελιώνεται η αυθεντία Του. Αντιθέτως, διακήρυξε ότι ο Ίδιος είναι η Αλήθεια: «Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή» (Ιωάν.14,6). Είναι η αλήθεια ένσαρκη. 

     Η Εκκλησία αντλεί, επομένως, την ύπαρξή της και την αυθεντία της από τον ζωντανό και αεί παρόντα σε Αυτή Χριστό, σύμφωνα με τη ρητή διαβεβαίωσή Του: «Ἐγώ μεθ’ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. 28,20), και όχι από ενδοκοσμικά στοιχεία, όπως τα άψυχα βιβλία, τα οποία, όσο σεβαστά κι αν είναι, παραμένουν έργα ανθρώπινων χεριών.

      Μπορεί, άραγε, η ενδεχόμενη «αναθεώρηση» των Ιερών Γραφών να στερήσει από τον Χριστιανισμό την αυθεντία του και να τον αποδομήσει; Η απάντηση είναι σαφής: όχι. Οι Άγιες Γραφές είναι αναμφίβολα θεόπνευστες, δεν παύουν όμως να φέρουν και ανθρώπινο χαρακτήρα, καθώς καταγράφηκαν από ανθρώπους, οι οποίοι λειτούργησαν ως όργανα του Αγίου Πνεύματος. Υπό αυτή την έννοια, εμπεριέχουν το στοιχείο της σχετικότητας ως προς το γράμμα, όχι όμως ως προς το πνεύμα.

      Η θεοπνευστία των Αγίων Γραφών δεν έγκειται στο γράμμα τους, αλλά στο πνεύμα τους, το οποίο νοείται και ερμηνεύεται ορθά μόνο εντός της αλάθητης Εκκλησίας. Η Εκκλησία δεν εξαρτά την αυθεντία της αποκλειστικά από τις Γραφές, αλλά από τη διαρκή παρουσία του Αγίου Πνεύματος, το οποίο αποτελεί τη ζώσα αυθεντία της.

      Οι Άγιοι Απόστολοι δεν διέδωσαν ένα προϋπάρχον ιερό βιβλίο, αλλά τη ζώσα εμπειρία τους από τον Χριστό: «Ὃ ἀκηκόαμεν, ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὃ ἐθεασάμεθα καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν… καὶ μαρτυροῦμεν καὶ ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν» (Α΄ Ιωάν.1,1–2). Δεν υπήρχε άλλωστε κάποιο ιερό βιβλίο – εκτός της Παλαιάς Διαθήκης- στην πρώτη Εκκλησία, εκτός από διάσπαρτα κείνα τα λεγόμενα «Λόγια». Τα οποία αποτέλεσαν κατόπιν το σύνολο των βιβλίων της Καινής Διαθήκης. Κάποια από αυτά τα κείμενα γράφηκαν πολύ αργότερα και μάλιστα κάποια -τα κείμενα του Ευαγγελιστού Ιωάννου- στα τέλη του 1ου αιώνα, δηλαδή, μετά το θάνατο των Αποστόλων! 

        Αυτή η εμπειρία έγινε Παράδοση και, αργότερα, μέρος αυτής καταγράφηκε. Γι’ αυτό και στην Εκκλησία η Παράδοση —προφορική και γραπτή— αποτελεί το θεμέλιο της σώζουσας διδασκαλίας της, και όχι αποκλειστικά η μία ή η άλλη μορφή της. Επίσης είναι αναγκαίο να αναφέρουμε πως η Εκκλησία αποφάνθηκε για την γνησιότητα των Ιερών Γραφών -όταν κυκλοφορούσε πλήθος νόθων- και καθόρισε τον «Κανόνα» της Αγίας Γραφής τον 4ο μ. Χ. αιώνα. Η Εκκλησία δεν εξαρτά την αυθεντικότητά της από τα Ιερά Της Κείμενα, αλλά εκείνα εξαρτούν την δική τους αυθεντικότητα και γνησιότητα από Εκείνη!  

       Κρίνουμε, ωστόσο, αναγκαίο να διευκρινίσουμε ότι όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω ισχύουν αποκλειστικά για τον ανόθευτο Χριστιανισμό, δηλαδή για τη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού, την Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία διατηρεί απαραχάρακτη τη βιβλική, συνοδική και αγιοπατερική αυθεντικότητα της χριστιανικής διδασκαλίας. Αντιθέτως, σε άλλες ομολογίες και θρησκευτικά μορφώματα, η σημασία των Αγίων Γραφών έχει αλλοιωθεί μέσω αυθαίρετων και υποκειμενικών ερμηνειών. Δεν είναι τυχαίο ότι όλες οι κακοδοξίες και οι αιρέσεις στηρίχθηκαν σε παρερμηνείες των Αγίων Γραφών. Η αποκοπή από το εκκλησιαστικό σώμα και τη ζώσα Παράδοση οδήγησε αναπόφευκτα στη διαστρέβλωση του βιβλικού λόγου.

     Ο Παπισμός, αφότου αποσχίσθηκε από τον αδιαίρετο κορμό της Εκκλησίας, χρησιμοποίησε τις Άγιες Γραφές ως μέσο θεμελίωσης των δογματικών του πλανών, παραχαράσσοντας το περιεχόμενό τους. Έτσι, δια της αυθαίρετης ερμηνείας τους, θεσμοθέτησε διδασκαλίες όπως το παπικό πρωτείο και το αλάθητο, το filioque, το καθαρτήριο πυρ και άλλα παρόμοια δόγματα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η αυθεντία της Αγίας Γραφής επιστρατεύθηκε για να στηρίξει την παπική αυθεντία.

      Ο δε Προτεσταντισμός, ο οποίος γεννήθηκε από τα σπλάχνα του Παπισμού, ανήγαγε την Αγία Γραφή σε αποκλειστική και ύψιστη ορατή αυθεντία, απορρίπτοντας τη ζώσα Παράδοση της Εκκλησίας. Το σύνθημα SolaScriptura («Μόνο η Γραφή») οδήγησε στον πλήρη κατακερματισμό του Χριστιανισμού και στη γένεση αμέτρητων δογμάτων και αιρέσεων, καθεμία από τις οποίες επικαλείται τη Γραφή για να δικαιολογήσει τις αντιφατικές της διδασκαλίες.

     Υπό το πρίσμα αυτό, καθίσταται σαφές ότι εάν οι Άγιες Γραφές τεθούν υπό την «αναθεώρηση» της Τεχνητής Νοημοσύνης, οι αιρέσεις που έχουν αναγάγει το γράμμα της Γραφής σε απόλυτη αυθεντία θα βρεθούν αντιμέτωπες με ανυπέρβλητα προβλήματα. Η ύπαρξή τους, στηριγμένη αποκλειστικά στην αυθεντία του κειμένου, θα κλονιστεί εκ βάθρων.

      Αντιθέτως, η Εκκλησία δεν έχει λόγο να ανησυχεί. Παρότι οι Άγιες Γραφές κατέχουν ύψιστη θέση στη ζωή και την ποιμαντική της διακονία και φέρουν θεόπνευστο χαρακτήρα, η Εκκλησία δεν εξαρτά την ύπαρξή της ούτε την αυθεντία της από αυτές. Η Εκκλησία αντλεί την ύπαρξή της από τον ίδιο τον Χριστό, ο οποίος είναι η ζωντανή Κεφαλή της και παραμένει αιωνίως παρών σε αυτήν, ο Οποίος είναι «ὁ αὐτὸς χθὲς καὶ σήμερον καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας» (Εβρ.13,8), και η Εκκλησία είναι το Σώμα Του, «αὐτὸς ἐστιν ἡ κεφαλὴ τοῦ σώματος, τῆς ἐκκλησίας» (Κολ.1,18). Ως εκ τούτου καμία ανθρώπινη επινόηση και καμία τεχνολογική κατασκευή δεν δύναται να διασαλεύσει αυτή την πραγματικότητα. Η Εκκλησία του Χριστού δεν μπορεί να καταλυθεί από καμία δύναμη, ανθρώπινη ή δαιμονική, σύμφωνα με τη ρητή διαβεβαίωση του Κυρίου: «πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» (Ματθ. 16,18).

      Κατόπιν αυτού, οι φλύαρες και αλαζονικές διακηρύξεις του Γιουβάλ Νόα Χαράρι θα έχουν την ίδια κατάληξη με τις «προφητείες» αναρίθμητων χριστιανομάχων στο πέρασμα των αιώνων, ότι θα σβήσει η Εκκλησία. Εκείνοι βυθίστηκαν και χάθηκαν στη λήθη της ιστορίας, ενώ η Εκκλησία συνεχίζει αδιάλειπτα την πορεία της μέσα στους αιώνες, θριαμβεύουσα, παρά τους κλυδωνισμούς και τους διωγμούς. Όπως χαρακτηριστικά διακηρύσσει ο ιερός Χρυσόστομος: «Ἐκκλησίας οὐδὲν ἴσον· μὴ μοι λέγε τείχη καὶ ὅπλα· τείχη μὲν γὰρ τῷ χρόνῳ παλαιοῦνται, ἡ δὲ Ἐκκλησία οὐδέποτε γηρᾷ… πολεμουμένη νικᾷ, ἐπιβουλευομένη περιγίνεται, κλυδωνίζεται ἀλλ’ οὐ καταποντίζεται…»[10].

      Κλείνουμε με την εύστοχη απάντηση του ε. τ. Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου κ. Γ. Αποστολάκη προς τον Γιουβάλ Νόα Χαράρι: «Η Τεχνητή Νοημοσύνη που λατρεύετε μπορεί να γράψει λόγια για τον Θεό, δεν μπορεί όμως να φέρει τον άνθρωπο σε κοινωνία με τον Θεό. Μπορεί να μιμηθεί το κήρυγμα, αλλά δεν μπορεί να σηκώσει τον σταυρό του καθαγιασμού. Μπορεί να παράγει θρησκευτικό λόγο, να γράφει κηρύγματα, να ιδρύει λατρείες και σέκτες· δεν μπορεί όμως να γίνει Εκκλησία. Όποιος συγχέει τη γλώσσα με τη Χάρη, τον λόγο με την Αλήθεια και την πληροφορία με τη σωτηρία, δεν προφητεύει το μέλλον· ακυρώνει το πρόσωπο. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται η ορθόδοξη αντίρρησή μας»[11].

      Κατά συνέπεια, απαντούμε προς κάθε κατεύθυνση ότι οι θιασώτες της Πανθρησκείας και της θεοποίησης της Τεχνητής Νοημοσύνης ματαιοπονούν. Καμία Τεχνητή Νοημοσύνη και καμία κατασκευασμένη «παγκόσμια θρησκεία» δεν δύναται να καταλύσει την Εκκλησία του Χριστού.

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και Παραθρησκειών



[8]   Όπου ανωτέρω 

[10] Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Ότε της Εκκλησίας έξω ευρεθείς ο Ευτρόπιος 1, PG 52, 398. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου