
Του Σωτήρη Μ. Τζούμα
Υπάρχουν βιβλία που γράφονται για να προστεθούν σε μια βιβλιογραφία. Υπάρχουν όμως και βιβλία που γράφονται επειδή ο συγγραφέας τους αισθάνεται ότι υπάρχει ένα ζήτημα το οποίο δεν μπορεί πλέον να παραμένει εκκρεμές και χωρίς απάντηση.
Στη δεύτερη κατηγορία ανήκει το θεολογικό πόνημα του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιεροθέου, «Η οντολογία του Προσώπου».
Πρόκειται για ένα πυκνό, απαιτητικό και, σε αρκετά σημεία, τολμηρό θεολογικό έργο. Ένα βιβλίο που δεν γράφτηκε για να χαϊδέψει αυτιά, ούτε για να συμβιβαστεί με θεολογικές «μόδες» και όρους που, μέσα από την πολυχρησία τους, κινδυνεύουν κάποτε να θεωρούνται αυτονόητοι και αδιαμφισβήτητοι.
Ο Ναυπάκτου Ιερόθεος κάνει ακριβώς το αντίθετο.
Σταματά μπροστά σε αυτά που θεωρήθηκαν περίπου δεδομένα στη σύγχρονη θεολογική συζήτηση και θέτει το ερώτημα: είναι πράγματι όλα αυτά πατερική θεολογία ή μήπως, σε ορισμένες περιπτώσεις, πρόκειται για φιλοσοφικές κατασκευές οι οποίες ενδύθηκαν εκ των υστέρων με ορθόδοξη ορολογία;
Και αυτό ακριβώς καθιστά το βιβλίο σημαντικό.
Ένας Ιεράρχης που θεολογεί
Ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις στον θεολογικό κόσμο. Εδώ και δεκαετίες έχει διαμορφώσει ένα ιδιαίτερα αναγνωρίσιμο συγγραφικό και θεολογικό αποτύπωμα, με επίκεντρο την πατερική παράδοση, την ησυχαστική εμπειρία, τη θεραπευτική διάσταση της Ορθοδοξίας και τη σύνδεση δόγματος και εκκλησιαστικής ζωής. Έργα του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και έχουν ταξιδέψει πολύ πέρα από τα ελληνικά σύνορα.
Το χαρακτηριστικό όμως της θεολογικής γραφής του είναι άλλο: δεν αντιμετωπίζει τη Θεολογία ως μια αυτάρκη ακαδημαϊκή επιστήμη.
Για τον Ιερόθεο, η Θεολογία δεν είναι πρωτίστως στοχασμός περί Θεού. Είναι καρπός Αποκαλύψεως και εκκλησιαστικής εμπειρίας.
Αυτή η θέση βρίσκεται και στον πυρήνα του παρόντος βιβλίου.
Το θέμα του «προσώπου» τον έχει απασχολήσει επί μακρόν. Ήδη σε παλαιότερες παρεμβάσεις του είχε ασκήσει κριτική στη χρήση της λεγόμενης «οντολογίας του προσώπου» στη σύγχρονη θεολογία, επιμένοντας στη διάκριση ανάμεσα στη φιλοσοφική οντολογία και στην πατερική θεολογία.
Τώρα όμως η προβληματική αυτή αποκτά τη μορφή μιας ευρύτερης και συστηματικότερης σύνθεσης.
Δώδεκα κεφάλαια – ένα κεντρικό ερώτημα
Τα δώδεκα κεφάλαια του βιβλίου κινούνται γύρω από την «οντολογία του προσώπου», ενώ παράλληλα ασκείται θεολογική κριτική στη νεωτερική και μετανεωτερική περσοναλιστική θεολογία περί του λεγομένου «ανθρωπίνου προσώπου».
Όποιος όμως θεωρήσει ότι πρόκειται για μια λεπτή φιλολογική διαφωνία γύρω από λέξεις και ορισμούς θα αδικήσει το βιβλίο.
Διότι ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι πίσω από τις λέξεις κρύβεται κάτι πολύ μεγαλύτερο.
Κρύβεται ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον Θεό, τον Χριστό, την Εκκλησία, τον άνθρωπο και τελικώς την ίδια τη σωτηρία του ανθρώπου.
Γι’ αυτό και το βιβλίο αναπτύσσεται πάνω σε τέσσερις μεγάλους θεολογικούς άξονες:
Τριαδολογία – Χριστολογία – Εκκλησιολογία – Ανθρωπολογία.
Και το νήμα που τους συνδέει είναι ένα: ο Χριστός.
Η Χριστολογία στο κέντρο
Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μας, ένα από τα ισχυρότερα σημεία του βιβλίου.
Ο Ναυπάκτου αρνείται να ξεκινήσει την ανθρωπολογία από μια αφηρημένη φιλοσοφική έννοια περί «προσώπου». Ξεκινά από τον Χριστό.
Η βάση της Εκκλησίας είναι ο Χριστός. Ο Υιός και Λόγος του Θεού ενανθρωπίζεται, προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση, νικά την αμαρτία και τον θάνατο και γίνεται η Κεφαλή του Σώματος της Εκκλησίας.
Κατά συνέπεια, η Χριστολογία δεν αποτελεί ένα ακόμη κεφάλαιο της θεολογίας. Αποτελεί το ερμηνευτικό κλειδί της Εκκλησιολογίας και της Ανθρωπολογίας.
Ο άνθρωπος δεν ερμηνεύεται ανεξάρτητα από τον Χριστό.
Ούτε η σωτηρία του συνίσταται απλώς στην ανακάλυψη μιας αυτονομημένης «προσωπικότητας», μιας ελευθερίας επιλογής ή μιας αφηρημένης κοινωνίας προσώπων.
Η σωτηρία είναι ζωή εν Χριστώ.
Είναι κάθαρση, φωτισμός και θέωση. Είναι μετοχή στη Χάρη του Θεού μέσα στη μυστηριακή και ασκητική ζωή της Εκκλησίας.
Και εδώ το βιβλίο συναντά μια σταθερή γραμμή ολόκληρου του συγγραφικού έργου του Ναυπάκτου: ότι το πρόσωπο δεν μπορεί να κατανοηθεί έξω από την κατά Χριστόν άσκηση και τα Μυστήρια της Εκκλησίας.
Από τους Πατέρες στη Δύση
Ιδιαίτερη αξία έχει η ιστορική διαδρομή που επιχειρεί ο συγγραφέας.
Δεν αρκείται να δηλώσει ότι διαφωνεί με συγκεκριμένες σύγχρονες θεωρίες. Αναζητεί τις ρίζες τους.
Ξεκινά από τους Αποστόλους και τους Πατέρες, περνά στην Καππαδοκική θεολογία και στη διάκριση ουσίας, ενεργείας και υποστάσεως και εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο η Εκκλησία χρησιμοποίησε τους όρους αυτούς, όχι για να φιλοσοφήσει περί Θεού, αλλά για να διαφυλάξει την αποκαλυπτική εμπειρία της.
Η γνωστή πατερική αρχή «ἁλιευτικῶς, ἀλλ’ οὐκ Ἀριστοτελικῶς» αποκτά εδώ ιδιαίτερη σημασία.
Οι Πατέρες, κατά τον συγγραφέα, δεν ξεκίνησαν από φιλοσοφικά σχήματα για να φθάσουν στον Θεό. Ξεκίνησαν από την Αποκάλυψη και την εμπειρία της Εκκλησίας και χρησιμοποίησαν την ανθρώπινη ορολογία για να εκφράσουν αυτή την εμπειρία και να αποκρούσουν τις αιρέσεις. Την ίδια βασική θέση έχει αναπτύξει ο Ναυπάκτου και σε προηγούμενο εκτενές κείμενό του για το ζήτημα.
Από εκεί το βιβλίο περνά στη σχολαστική θεολογία, στη δυτική μεταφυσική, στον Θωμά Ακινάτη, στον Διαφωτισμό, στη Μεταρρύθμιση, στον υπαρξισμό και στον περσοναλισμό.
Και εδώ ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι έχει μπροστά του όχι απλώς μια θεολογική θέση αλλά μια γενεαλογία ιδεών.
Ο Ιερόθεος προσπαθεί να δείξει πώς συγκεκριμένες φιλοσοφικές προϋποθέσεις πέρασαν από εποχή σε εποχή, μετασχηματίστηκαν και τελικώς επηρέασαν και μέρος της σύγχρονης ορθόδοξης θεολογικής σκέψης.
Η μεγάλη ένσταση απέναντι στον περσοναλισμό
Ο συγγραφέας δεν αρνείται την αξία του ανθρώπου, ούτε ασφαλώς την ελευθερία, την αγάπη ή τη σχέση.
Αμφισβητεί όμως τη θεολογική απολυτοποίησή τους.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν έννοιες που αναπτύχθηκαν μέσα σε συγκεκριμένα φιλοσοφικά συστήματα μπορούν να μεταφερθούν αυτούσιες στην Τριαδολογία και στη συνέχεια να χρησιμοποιηθούν ως μοντέλο για την ανθρωπολογία.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η αιχμή του βιβλίου.
Κατά τον Ναυπάκτου, η μεταφορά κατηγοριών από τον τρόπο υπάρξεως των Προσώπων της Αγίας Τριάδος στον άνθρωπο μπορεί να δημιουργήσει σοβαρές συγχύσεις. Η κοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό δεν αποτελεί φιλοσοφική αναλογία της Τριαδικής ζωής.
Είναι μετοχή στη Χάρη του Θεού εν Χριστώ.
Αυτό αποτελεί θεμελιώδη διάκριση.
Και γι’ αυτό η συζήτηση παύει να είναι ακαδημαϊκή.
Όταν η θεολογική διαφορά αποκτά συνέπειες
Τα τελευταία κεφάλαια και κυρίως τα συμπεράσματα του βιβλίου είναι ίσως τα πιο αιχμηρά.
Ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου θεωρεί ότι η εισαγωγή του δυτικού περσοναλισμού στον ορθόδοξο θεολογικό χώρο δεν αποτελεί μια αθώα αλλαγή λεξιλογίου.
Κατά την επιχειρηματολογία του, μπορεί να οδηγήσει σε σύγχυση της θεολογίας με την οικονομία, του ακτίστου με το κτιστό, σε προβληματικές προσεγγίσεις της Τριαδολογίας και της Χριστολογίας και, τελικώς, σε διαφορετική κατανόηση της ίδιας της σωτηρίας.
Εδώ ο Ιερόθεος γίνεται κατηγορηματικός.
Αν η σωτηρία μετατραπεί απλώς σε μια «κοινωνία προσώπων» και αποκοπεί από την κάθαρση, τον φωτισμό, τη θέωση και την ένωση του ανθρώπου με τον Χριστό, τότε δεν αλλάζει απλώς η ορολογία.
Αλλάζει το ίδιο το περιεχόμενο της ορθόδοξης σωτηριολογίας.
Και το βιβλίο προχωρεί ακόμη περισσότερο, θέτοντας ερωτήματα για τις ανθρωπολογικές συνέπειες μιας αντίληψης σύμφωνα με την οποία το «ανθρώπινο πρόσωπο» ταυτίζεται κατ’ εξοχήν με τη συνείδηση, την ελευθερία, την επιλογή και τη δυνατότητα σχέσεως.
Τι σημαίνει αυτό για το αγέννητο παιδί; Τι σημαίνει για έναν άνθρωπο που δεν έχει δυνατότητα συνειδητής επικοινωνίας; Πού εδράζεται τελικώς η αξία της ανθρώπινης υπάρξεως;
Τα ερωτήματα αυτά δείχνουν ότι μια θεωρητική θεολογική συζήτηση μπορεί να έχει πολύ συγκεκριμένες βιοηθικές και ανθρωπολογικές προεκτάσεις.
Ένα βιβλίο που ζητά διάλογο – όχι εύκολες συμφωνίες
Αυτό είναι ίσως και το μεγαλύτερο προσόν του πονήματος.
Μπορεί κάποιος να συμφωνήσει με όλες τις θέσεις του συγγραφέα. Μπορεί να διαφωνήσει με ορισμένες. Μπορεί να θεωρήσει κάποιες κρίσεις του αυστηρές και να επιθυμήσει έναν ευρύτερο διάλογο με τις θεολογικές σχολές τις οποίες κρίνει.
Δεν μπορεί όμως εύκολα να προσπεράσει τα ερωτήματα που θέτει.
Και τα μεγάλα θεολογικά βιβλία δεν είναι κατ’ ανάγκην εκείνα που επιδιώκουν την ομοφωνία. Είναι εκείνα που αναγκάζουν τον αναγνώστη να επιστρέψει στις πηγές και να ξανασκεφθεί πράγματα που είχε συνηθίσει να θεωρεί δεδομένα.
Ο Ιερόθεος δεν ζητεί να διαβαστεί επιφανειακά.
Ζητεί να ελεγχθούν οι θέσεις του με τους Πατέρες, τις Οικουμενικές Συνόδους, τη Χριστολογία και την εμπειρία των Αγίων.
Και αυτό είναι μια τίμια θεολογική πρόκληση.
Ένα ώριμο έργο θεολογικής ευθύνης
Η «Οντολογία του Προσώπου» δεν είναι ένα εύκολο βιβλίο. Ούτε προορίζεται αποκλειστικά για ένα γρήγορο ανάγνωσμα.
Είναι ένα έργο που απαιτεί χρόνο, προσοχή και —κυρίως— διάθεση να παρακολουθήσει κανείς τη διαδρομή ενός θεολόγου ο οποίος δεν φοβάται να αντιπαρατεθεί με ισχυρά ρεύματα της σύγχρονης θεολογικής σκέψης.
Και ίσως εδώ βρίσκεται η ιδιαίτερη σημασία του.
Σε μια εποχή κατά την οποία η θεολογική γλώσσα συχνά δανείζεται όρους από τη φιλοσοφία, την ψυχολογία, την κοινωνιολογία και τον σύγχρονο πολιτισμό, ο Ναυπάκτου Ιερόθεος θέτει ένα απλό αλλά αμείλικτο ερώτημα:
Μέχρι ποιο σημείο μπορεί η Ορθόδοξη Θεολογία να δανείζεται τη γλώσσα του κόσμου χωρίς να αλλοιώνεται το περιεχόμενό της;
Το βιβλίο του αποτελεί τη δική του εκτενή απάντηση.
Και είτε κανείς αποδεχθεί όλες τις επιμέρους κρίσεις του είτε όχι, ένα πράγμα δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί: έχουμε ενώπιόν μας ένα ώριμο, θαρραλέο και βαθιά εκκλησιαστικό θεολογικό πόνημα, προϊόν μακράς έρευνας και μιας ολόκληρης πορείας μέσα στην πατερική θεολογία.
Ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου δεν γράφει εδώ για να κατασκευάσει ακόμη μία θεωρία περί προσώπου.
Γράφει, αντιθέτως, για να μας καλέσει να επιστρέψουμε από τη θεωρία στο Πρόσωπο του Χριστού.
Και ίσως αυτή να είναι η φράση που συμπυκνώνει ολόκληρο το βιβλίο:
Ο άνθρωπος δεν σώζεται επειδή κατορθώνει να γίνει μια φιλοσοφικά ολοκληρωμένη «προσωπικότητα». Σώζεται επειδή ενώνεται με τον Χριστό μέσα στην Εκκλησία.
Εκεί ακριβώς, κατά τον Ναυπάκτου Ιερόθεο, παύει η φιλοσοφία περί του προσώπου και αρχίζει η ορθόδοξη θεολογία του ανθρώπου.
Και γι’ αυτό το βιβλίο αυτό αξίζει όχι απλώς να παρουσιαστεί.
Αξίζει να διαβαστεί, να μελετηθεί, να συζητηθεί — και, όπου χρειάζεται, να προκαλέσει έναν σοβαρό θεολογικό διάλογο.Θερμά συγχαρητήρια στον λαμπρό Θεολόγο Μητροπολίτη Ναυπάκτου κ. Ιερόθεο Βλάχο, τον μεγαλύτερο Θεολόγο της εποχής μας!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου