Σάββατο, 25 Ιουνίου 2016

«Ὁμολογιακὴ» διγλωσσία, ἀσάφεια καὶ σύγχυση, Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου



«Ὁµολογιακή» διγλωσσία, ἀσάφεια καί σύγχυση
Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Τόν τελευταῖο καιρό δηµοσιεύθηκαν διάφορα κείµενα ἀπό καθηγητές, θεολόγους, Κληρικούς, οἱ ὁποῖοι ἔθεσαν σοβαρά ἐρωτήµατα γύρω ἀπό τά θέµατα µέ τά ὁποῖα θά ἀσχοληθῆ ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος.
Τά περισσότερα ἀπό αὐτά τά κείµενα ἀσχολοῦνται θεωρητικά µέ τό ζήτηµα καί ἀγνοεῖται ὅτι µέχρι τόν 19ο αἰώνα στά Συνοδικά καί Ἐκκλησιολογικά κείµενα πού ἐκδίδονταν ἐπισήµως ἀπό τήν Ἐκκλησία ὑπῆρχε κατά βάση µιά σαφής ἐκκλησιολογική συνέχεια, ὅπως φαίνεται στό κείµενο τῶν Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς τό 1848. 
Παρά ταῦτα ἀπό τόν 20όν αἰώνα ἄρχισε µία διγλωσσία καί ἀσάφεια στά ἐκκλησιολογικά ζητήµατα. Αὐτό φαίνεται ἄν διαβάση κανείς τά ἐπίσηµα κείµενα πού ἐκδίδονται καί ἐκφωνοῦνται σέ διάφορες περιπτώσεις. Αὐτή ἡ διγλωσσία καί ἡ ἀσάφεια φαίνεται στά θέµατα: τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ποιά εἶναι τά µέλη της, τί εἶναι αἵρεση, πῶς ἀποδέχεται ἡ Ἐκκλησία τούς αἱρετικούς ὅταν ἐπιστρέφουν σέ αὐτήν κ.ἀ.

Σέ ἀκροατήρια πού ἐπιµένουν στήν διδασκαλία τῶν Πατέρων ἡ γλώσσα πού χρησιµοποιεῖται εἶναι παραδοσιακή καί ὀρθόδοξη, ἐνῶ σέ ἄλλα ἀκροατήρια χρησιµοποιεῖται µιά γλώσσα πού θά µποροῦσε νά χαρακτηρισθῆ, µέ τήν ἠπιότερη µορφή, ὡς γλώσσα ἐκκλησιαστικῆς διπλωµατίας. Μπορεῖ, βέβαια, σέ µερικές περιπτώσεις νά χρειάζεται µιά εὐγενική γλώσσα, χωρίς νά προδίδεται ἡ πίστη, ἀλλά τό βασικό πρόβληµα εἶναι ὅτι αὐτή ἡ διγλωσσία ἐκφράζει τήν ἐκκλησιολογική σύγχυση πού ἐπικρατεῖ σήµερα, ὁπότε ἡ ἐκκλησιολογική ἀσάφεια εὐνοεῖ αὐτήν τήν ἐκκλησιολογική σύγχυση.
Πολλοί Κληρικοί καί θεολόγοι ἐπικαλοῦνται διαφόρους λόγους Πατέρων, κυρίως λόγους τοῦ Μεγάλου Βασιλείου.  Ἀγνοεῖται ὅµως ἐπιδεκτικά ὅτι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἰδίως ὁ Μέγας Βασίλειος, στήν κρίσιµη ἐποχή πού ἔζησαν εἶχαν ἐµπειρίες τοῦ Θεοῦ, ἦταν αὐθεντικοί καί ἐµπειρικοί θεολόγοι, ἔχοντας νοερά προσευχή καί θεωρία Θεοῦ καί ἑποµένως ἐνεργοῦσαν διακριτικά καί θεόπνευστα. Ὅποιος ἀγνοεῖ τήν ἡσυχαστική ζωή τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, δέν µπορεῖ νά τόν ἑρµηνεύση σωστά καί ἑποµένως τόν παρερµηνεύει. 
Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι οἱ ἡσυχαστικοί Σύνοδοι τοῦ 14ου αἰῶνος στίς ὁποῖες ὑπερµάχησε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαµᾶς, ὁ ὁποῖος ἔχει χαρακτηρισθῆ ἀπό τόν ἅγιο Φιλόθεο Κόκκινο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ὡς ὁ τέταρτος Ἱεράρχης καί ὁ τέταρτος Θεολόγος στήν Ἐκκλησία, παρουσίασαν τόν ἡσυχασµό, πού εἶναι ἡ προϋπόθεση τῶν δογµάτων-ὅρων, ἡ οὐσιαστική µεθοδολογία καί τό θεολογικό ὑπόβαθρο ὅλων τῶν Τοπικῶν καί Οἰκουµενικῶν Συνόδων. 
Πάντως, γιά νά φανῆ ἡ διαφορά ἀντιµετωπίσεως τῶν θεµάτων ἀπό τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καί ἀπό τούς σύγχρονους θεολόγους, θά παρουσιάσω ἕνα σύγχρονο παράδειγµα γιά νά φανῆ πῶς ἐκφράζεται στήν πράξη ἡ διγλωσσία, ἡ ἀσάφεια καί ἡ σύγχυση σέ ἐκκλησιολογικά θέµατα. Καλή εἶναι ἡ ἑρµηνεία τῶν γεγονότων τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας, ἡ ὁποία πολλές φορές εἶναι παρερµηνεία ὅταν ἀγνοεῖται ἡ πράξη καί ἡ θεωρία, ὅπως ἐννοοῦνται ὀρθοδόξως, ἀλλά θά πρέπει νά δοῦµε ποιά εἶναι ἡ σύγχρονη πρακτική. 
Πρόκειται γιά ἕνα κείµενο πού ἐξέδωσε ἡ Ἀρχιεπισκοπή Θυατείρων τό ἔτος 1975 σέ δύο γλῶσσες, ἀγγλική καί ἑλληνική. Τό βιβλίο φέρει τόν τίτλο «The Thyateira Comfession» -  «Ἡ ὁµολογία Θυατείρων» καί ὑπότιτλο «Ἡ πίστις καί ἡ προσευχή τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ», γράφηκε ἀπό τόν Σεβασµιώτατο Ἀρχιεπίσκοπο Θυατείρων καί Μ. Βρετανίας Ἀθηναγόρα Κοκκινάκη καί, ὅπως γράφεται, τό διάβασαν πολλοί πρίν ἐκδοθῆ καί ἔκαναν τίς ὑποδείξεις τους, µεταξύ τῶν ὁποίων «ὁ Πανοσιολ. Ἀρχιµ. Κάλλιστος Γουέαρ, Ἱερατικός Προϊστάµενος τῆς Ἑλληνορθοδόξου Κοινότητας τῆς Ἁγίας Τριάδος καί Εὐαγγελισµοῦ Ὀξφόρδης», καί «ἐκδίδεται εὐλογίᾳ καί ἐγκρίσει τοῦ Οἰκουµενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως». 
Θά ἐπικεντρώσω τήν προσοχή στό δεύτερο µέρος τοῦ βιβλίου, τό ὁποῖο διαιρεῖται σέ ὀκτώ κεφάλαια, ἤτοι: ἡ Μία Ἐκκλησία καί αἱ Ἐκκλησίαι, οἱ Ρωµαιοκαθολικοί Χριστιανοί, οἱ Ἀγγλικανοί Χριστιανοί, οἱ Κοπτοαρµένιοι καί Αἰθίοπες Χριστιανοί, οἱ Λουθηρανοί καί οἱ Ἄλλοι Προτεστάνται Χριστιανοί, ἡ Οἰκουµενική συνεργασία τῶν Χριστιανῶν, Ἐπίλογος.
Στό µέρος αὐτό τοῦ βιβλίου ἐπικρατεῖ τόσο ἡ ἐκκλησιαστική διγλωσσία ὅσο καί ἡ ἐκκλησιολογική ἀσάφεια ἤ καί ἡ ἐσκεµµένη σύγχυση. Αὐτή ἡ νοοτροπία εἶναι νοοτροπία πολλῶν Κληρικῶν σήµερα καί τήν συναντᾶµε καί στά κείµενα πού πρόκειται νά συζητηθοῦν καί ἐγκριθοῦν ἀπό τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Αὐτή ἡ κατάσταση δηµιουργεῖ ἰδιαίτερο προβληµατισµό.
Θά παραθέσω µερικά δείγµατα πού δείχνουν τήν ἄµβλυνση τῆς ὀρθόδοξης πίστης καί τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βιώµατος, καί ἑποµένως δικαιολογοῦνται ἀπολύτως ὅσοι διαµαρτύρονται γιά τήν σύγχρονη οἰκουµενιστική νοοτροπία, τούς ὁποίους, δυστυχῶς, ἄλλοι χαρακτηρίζουν ὡς «φονταµενταλιστές», πού ἔχουν «ἐπαρχιώτικη» νοοτροπία, καί ἄλλοι κεκρυµµένως τούς χαρακτηρίζουν ὡς «θεµελιακούς»!!

1.   «Ἡ οἰκουµενική συνεργασία τῶν Χριστιανῶν»

Στό «ὁµολογιακό» αὐτό κείµενο ἐξαίρονται τά ἀγαθά τῆς «οἰκουµενικῆς συνεργασίας», ἡ ὁποία ἀναπτύχθηκε τά τελευταῖα χρόνια. Ὁµολογεῖται:
«Ὁ Λαός γνωρίζει ὅτι ἡ Οἰκουµενική συνεργασία ἐκαλλιέργησε µίαν νέαν φιλίαν µεταξύ τῶν Χριστιανῶν. Ὁ Λαός γνωρίζει ὅτι αἱ συνοµιλίαι καί ὁ εὐρύτατα γνωστός Θεολογικός ∆ιάλογος ἐστένεψαν τό χάσµα πού χωρίζει τάς Χριστιανικάς Ἐκκλησίας.
Οἱ Χριστιανοί σήµερον ἐπισκέπτονται Ἐκκλησίας καί προσεύχονται µέ ἄλλους Χριστιανούς διαφόρων παραδόσεων µέ τούς ὁποίους εἰς τό παρελθόν ἦτο ἀπηγορευµένον νά σχετίζωνται, διότι ἐθεωροῦντο αἱρετικοί, σχισµατικοί καί ἀντίχριστοι.
Ἕνεκεν αὐτῆς τῆς νέας διαθέσεως ἡ ὁποία σήµερον ἐπικρατεῖ µεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, ἡ περί Χριστιανισµοῦ διδασκαλία δέν µπορεῖ πλέον νά εἶναι πολεµική καί ἀνταγωνιστική. ∆έν εἶναι δυνατόν πλέον νά ὑποδεικνύῃ ἀποχήν ἀπό τήν φιλίαν µέ τούς ἄλλους Χριστιανούς. Ὁ ἀποκλεισµός δέν εἶναι πλέον δυνατός, µήτε δεκτός, µήτε πνευµατικῶς εὐεργετικός» (σελ. 158-159).
Τό κείµενο αὐτό εἶναι προβληµατικό, γιατί σέ αὐτό γράφεται ὅτι µέ τόν διάλογο «στένεψε τό χάσµα πού χωρίζει τάς Χριστιανικάς Ἐκκλησίας», ὅτι τώρα δέν θεωροῦνται «αἱρετικοί, σχισµατικοί καί ἀντίχριστοι» καί ὅτι δέν ὑπάρχει ἀνταγωνισµός. 
Συνέπεια ὅλων αὐτῶν εἶναι ὅτι δηµιουργεῖται ἡ αἴσθηση µιᾶς Ἐκκλησίας ἡ ὁποία «ἔχει πόρτες, ἀλλά δέν ἔχει τοίχους». Οἱ Χριστιανοί διαφόρων Ὁµολογιῶν πρέπει νά αἰσθάνονται ὅτι δέν εἶναι κλεισµένοι καί περιορισµένοι στούς τοίχους τῶν «Ἐκκλησιῶν» τους.  
«Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, Ρωµαιοκαθολικοί, Ἀγγλικανοί, Κοπτοαρµένιοι καί Αἰθίοπες, Λουθηρανοί καί ἄλλοι Προτεστάνται εἶναι Χριστιανοί βαπτισµένοι εἰς τό ὄνοµα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος. Ὡς βαπτισµένοι αἰσθάνονται ὅτι δέν εἶναι πνευµατικῶς εὐεργετικόν νά κλείουν τούς ἑαυτούς των µέσα εἰς τούς τοίχους τοῦ περιορισµοῦ τῶν Ἐκκλησιῶν των. Οἱ τοῖχοι δέν κρατοῦν πλέον τούς Χριστιανούς χωρισµένους. Ἡ Ἐκκλησία ἔχει πόρτες, ἀλλά δέν ἔχει τοίχους. Τό Ἅγιον Πνεῦµα ἐµπνέει τούς Χριστιανούς νά ζητοῦν καί νά εὑρίσκουν τήν ἔξοδον καί ἐξερχόµενοι νά συναντοῦν ἄλλους Χριστιανούς διά νά γίνουν φίλοι, διά νά προσεύχωνται µαζύ καί νά συνεργάζωνται διά τόν µεγάλον σκοπόν τῆς Χριστιανικῆς ἑνότητος. Τό Ἅγιον Πνεῦµα ὁδηγεῖ τούς πιστούς νά προχωροῦν µαζύ πρός τό µυστήριον τοῦ Θεοῦ καί νά καταλάβουν ὅτι τό µυστήριον αὐτό δέν περιορίζεται ἀπό τοπικά, παραδοσιακά ἤ θεωρητικά ὅρια» (σελ. 159).
Οἱ ἀντιλήψεις αὐτές ὁδηγοῦν τήν σκέψη τῶν Χριστιανῶν ὅτι καίτοι ὑπάρχουν διαφορές µεταξύ Χριστιανῶν, ὅµως τά κοινά σηµεῖα εἶναι «δυνατώτερα παρά δι’ ἐκεῖνα εἰς τά ὁποῖα διαφωνοῦν».
«Τά ὅρια τοποθετοῦνται καί ὑπάρχουν εἰς τάς διαφοράς µας. Ἀλλά τό Ἅγιον Πνεῦµα πάντοτε ἐργάζεται καί ὁδηγεῖ τόν Λαόν διά νά εὑρίσκῃ λύσεις καί µίαν ἡµέραν θά εὑρεθῆ ὁ δρόµος τῆς διαλύσεως τῶν διαφορῶν. Σήµερον ἡ ἔµφασις τοποθετεῖται ὄχι εἰς ὅσα οἱ Χριστιανοί διαφωνοῦν, ἀλλά κυρίως εἰς ἐκεῖνα πού συµφωνοῦν. Τά σηµεῖα εἰς τά ὁποῖα συµφωνοῦν εἶναι δυνατώτερα παρά δι’ ἐκεῖνα εἰς τά ὁποῖα διαφωνοῦν» (σελ. 159).
Σύµφωνα µέ τό «ὁµολογιακό» αὐτό κείµενο τό ὁποῖο γράφηκε καί ἐγκρίθηκε γιά τήν Κατήχηση τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί χαίρονται πού συµµετέχει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στήν Οἰκουµενική κίνηση, διότι ἔτσι βοηθοῦνται στό νά ἑνωθοῦν οἱ Προτεστάντες Χριστιανοί, γιατί καί οἱ Προτεστάντες «εἶναι χαρισµατοῦχοι».
«Οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί γνωρίζουν καί χαίρουν διότι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία συµµετέχει εἰς τήν Οἰκουµενικήν Κίνησιν, διότι θέλει νά βοηθήσῃ τούς Χριστιανούς Προτεστάντας νά ἑνωθοῦν. ∆ιότι γνωρίζει ὅτι οἱ Προτεστάνται Χριστιανοί ἀγαποῦν καί ἔχουν ἐπιθυµίαν νά διαδίδουν τήν Ἁγίαν Γραφήν. ∆ιότι καί οἱ Προτεστάνται εἶναι χαρισµατοῦχοι. Καί δι’ αὐτῶν τό Ἅγιον Πνεῦµα ἐνεργεῖ εἰς τήν Χριστιανικήν διαφώτισιν τῶν ἀνθρώπων µέ τήν διάδοσιν καί µελέτην τῆς Ἁγίας Γραφῆς» (σελ. 216).
Κατά τήν «Ὁµολογία» τό Ἅγιον Πνεῦµα «ἐνεργεῖ µέσα στήν Ἐκκλησία καί ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία», ἀφοῦ ἡ Ἐκκλησία «εἶναι χωρισµένη», «ἀλλά καί ἡνωµένη», ὅπως συµβαίνει στίς δύο φύσεις τοῦ Χριστοῦ!!!
«Οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί γνωρίζουν καί πιστεύουν καί κάθε µέρα βλέπουν ὅτι τό Ἅγιον Πνεῦµα εἶναι ἀπεριόριστος δύναµις πού ἐνεργεῖ µέσα εἰς τήν Ἐκκλησίαν καί ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησίαν. ∆ι’ αὐτό ἡ Ἐκκλησία ἔχει ὅρια ἀλλά διηνεκῶς ἐπεκτείνονται καί δέν ἔχει τοίχους. Ἔχει χαρακτηριστικά ἔθιµα, ἀλλά ὄχι ὅµοια παντοῦ. Ἔχει ἑνότητα καί διαφορότητα. Εἶναι χωρισµένη ἡ Ἐκκλησία ἀλλά καί ἡνωµένη, ὅπως ὁ Χριστός ἔχει δύο διαφορετικές φύσεις, τήν θεότητα καί τήν ἀνθρωπότητα, ἀλλά εἶναι ἀδιαίρετος καί µένει Ἕνας καί µόνος Θεάνθρωπος. ∆ι’ αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία πού εἶναι Σῶµα τοῦ Χριστοῦ εἶναι µία ὅπως εἶναι Ἕνας ὁ Χριστός. Παρ’ ὅλας τάς διαιρέσεις ἡ Ἐκκλησία προχωρεῖ εἰς τό τέλος, ἤ τόν σκοπόν της πού εἶναι ἡ ἑνότης ὅλων εἰς τόν Χριστόν» (σελ. 216).
Ἐπίσης, γράφεται ὅτι ὑπάρχει «δυνατός σύνδεσµος» πού ἑνώνει ὅλους ὅσοι πιστεύουν στόν Χριστό, γι’ αὐτό καί γίνεται ὁ Θεολογικός ∆ιάλογος.
«Οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί σέβονται, τιµοῦν καί ἀγαποῦν ὅλους τούς Χριστιανούς. Αἰσθάνονται ὅµως ὅτι ὑπάρχει δυνατός σύνδεσµος ὁ ὁποῖος τούς ἑνώνει µέ τούς Ρωµαιοκαθολικούς, τούς Ἀγγλικανούς, τούς Κοπτοαρµενίους καί Αἰθίοπας, τούς Παλαιοκαθολικούς καί κατά τινα βαθµόν ἐπίσης µέ τούς Λουθηρανούς. ∆ι’ αὐτόν τόν λόγον διωργανώθη Θεολογικός ∆ιάλογος ὁ ὁποῖος ἐλπίζοµεν καί προσευχόµεθα νά ὁδηγήσῃ µίαν ἡµέραν εἰς ἑορτασµόν τῆς ἑνότητος µέ ὅλους τούς ἀναφερθέντας Χριστιανούς.
Μέ ὅλους αὐτούς τούς Χριστιανούς οἱ Ὀρθόδοξοι προσεύχονται καί συνεργάζονται καί µελετοῦν τήν ζωήν τῆς Ἐκκλησίας καί τήν Ἁγίαν Γραφήν. Ἀναγνωρίζουν ὅτι τά σηµεῖα πού τούς ἑνώνουν εἶναι περισσότερα καί δυνατώτερα παρά ἐκεῖνα πού τούς χωρίζουν. ∆έν εἶναι λοιπόν θεωρία, ἀλλά βάσιµη ἐλπίς ὅτι ὅλοι αὐτοί οἱ πιστοί Χριστιανοί ἔχουν θέσιν µέσα εἰς τήν ἑνοποιητικήν δύναµιν τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ ἡ ὁποία σώζει καί θεώνει» (σελ. 216).
Γίνεται λόγος γιά τήν ἀγάπη πού «σώζει καί θεώνει», χωρίς νά διευκρινίζεται ποιά εἶναι αὐτή ἡ ἀγάπη. Εἶναι µιά ἀγάπη συναισθηµατική, ἠθική, φιλοσοφική; Νοεῖται τελικά ἀγάπη χωρίς τήν ἀληθινή πίστη;
Στό κείµενο αὐτό γίνεται διάκριση µεταξύ τριῶν «Χριστιανικῶν ὁµάδων καί Ἐκκλησιῶν», αἱ ὁποῖαι «εὑρίσκονται µέσα εἰς τά ὅρια βάσιµης ἐλπίδος πρός ἕνωσιν».
Βέβαια, γίνεται ἀναφορά ὅτι «τό σχῆµα τῆς ἑνωτικῆς ἐργασίας» πού συζητήθηκε «ὑπό σοβαρῶν Οἰκουµενικῶν ἐργατῶν», δέν εἶναι νά περιορισθῆ «ἡ Οἰκουµενική κίνησις» «στά σχέδια βαθείας κοινωνιολογικῆς ἀποστολῆς», ἀλλά οἱ διαθέσεις τῆς ἐργασίας εἶναι «νά κατευθυνθοῦν εἰς τήν ἑνοποίησιν τῶν Χριστιανικῶν ὁµάδων καί Ἐκκλησιῶν» (σελ. 217). Ἡ ἑνότητα «τῶν Ἐκκλησιῶν» δέν πρέπει νά ἀναφέρεται στήν «κοινή ὀργανική» διοίκηση καί «τήν ταυτότητα ἐθίµων καί συνηθειῶν», ἀλλά νά ἀποβλέπη σέ δύο σηµεῖα, ἤτοι πρῶτον «κάθε Ἐκκλησία πρέπει νά φυλάξη τήν ἱστορικήν αὐτῆς πορείαν καί νά περιφρουρήσῃ τά χαρακτηριστικά αὐτῆς» καί δεύτερον θά πρέπει «νά ἐναρµονίσῃ τήν διδασκαλία της ὡς πρός τό Μυστήριον τῆς Ἁγίας Τριάδος, τό Μυστήριον τῆς Ἐνσαρκώσεως τοῦ Χριστοῦ καί τό Μυστήριον τῆς Ἐκκλησίας ὅπως ἐκήρυξαν οἱ Ἀπόστολοι, οἱ ∆ιάδοχοί των, οἱ Πατέρες καί οἱ Ἅγιοι τῆς Ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας καί τά Οἰκουµενικά Σύµβολα» (σελ. 218).
Πρόκειται πραγµατικά γιά µιά διγλωσσία πού ἐπικρατεῖ στήν νοοτροπία τῆς Οἰκουµενικῆς Κίνησης πρός τήν ἕνωση ὅλων «τῶν Ἐκκλησιῶν». Στήν συνέχεια ἀναγνωρίζεται ὅτι «ὅλα αὐτά εἶναι βασισµένα εἰς τήν ἀνθρώπινην κρίσιν», ἀλλά «τό Ἅγιον Πνεῦµα ὅµως γνωρίζει καλλίτερα ἀπ’ ὅλους ἡµᾶς τί πρέπει νά γίνῃ» (σελ. 218). Πάντως, αὐτό πού κατορθώθηκε «εἰς τά ὅρια τῆς Οἰκουµενικῆς Κινήσεως εἶναι πράγµατι µέγα καί ἀξιόλογον», ἀφοῦ «ἡ ἀγάπη ἐξεχύθη πάλιν ἐκ τῶν Ἄνω εἰς τάς καρδίας τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Ὁδηγούµενοι ἀπό τό χάρισµα τῆς ἀγάπης, ἀναµφιβόλως θά φθάσωµεν εἰς τήν πραγµατοποίησιν τοῦ προφητικοῦ λόγου τοῦ Χριστοῦ: "ἵνα πάντες ἕν ὦσι"»
(σελ. 218). 
Φαίνεται καθαρά ἡ πεποίθηση ὅτι ἐκτός ἀπό τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία ὑπάρχουν καί ἄλλες Ἐκκλησίες, οἱ ὁποῖες πρέπει νά περιφρουρήσουν «τά χαρακτηριστικά» τους, ἀλλά νά συντονισθοῦν στήν διδασκαλία τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων, ὥστε κάποτε νά φθάση στήν πραγµατοποίηση τῆς Ἀρχιερατικῆς Προσευχῆς «ἵνα πάντες ἕν ὦσι», ὡσάν νά µή πραγµατοποιήθηκε αὐτό τό αἴτηµα τήν ἡµέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ὅταν οἱ Ἀπόστολοι ἔφθασαν στήν θεωρία τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ, κατά τήν διδασκαλία τῶν Πατέρων.
Ἡ ἀναφορά στήν διδασκαλία περί τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, καί ταυτοχρόνως καί τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν ἐκτός αὐτῆς, ἀλλά καί στήν «Οἰκουµενικήν Κίνησιν», γιά τήν ἑνότητα τῆς «χωρισµένης», ἀλλά καί «ἡνωµένης» Ἐκκλησίας ἀποτελεῖ τόν ὕψιστον βαθµό τῆς «διγλωσσίας» πού ἐπικρατεῖ σέ «ὁµολογιακά» κείµενα.
Ὅµως, αὐτό ἔχει καί πρακτικές συνέπειες, ὅπως θά φανῆ στήν ἑπόµενη ἑνότητα.

2.    «Ἡ µία Ἐκκλησία καί αἱ Ἐκκλησίαι»

Στό «ὁµολογιακό» αὐτό κείµενο τῆς Οἰκουµενικῆς Κίνησης ἐξειδικεύεται τό τί σηµαίνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι µία, ἀλλά καί πολλές. Βέβαια, αὐτή ἡ ἔκφραση δέν ἀναφέρεται στήν Μία Ἐκκλησία, τήν Ὀρθόδοξη, πού ἔχει κατά τόπους Ἐκκλησίες, ἀλλά στήν «Μία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία» καί τίς ἄλλες αἱρετικές «Ἐκκλησίες».
Σέ ἰδιαίτερο κεφάλαιο µέ τίτλο «Ἡ µία Ἐκκλησία καί αἱ Ἐκκλησίαι» γίνεται ἀναφορά στό ποιά εἶναι τά µέλη τῆς Ἐκκλησίας, καί ἐννοεῖται σαφέστατα ὅτι ὅλοι οἱ Χριστιανοί, Ὀρθόδοξοι, «Ρωµαιοκαθολικοί», «Ἀγγλικανοί», «Κοπτοαρµένιοι καί Αἰθίοπες», «Λουθηρανοί καί οἱ ἄλλοι Προτεστάνται Χριστιανοί», παρά τίς διαφορές µεταξύ τους, ἔχουν κατά διαφόρους βαθµούς Μυστήρια καί εἶναι µέλη τῆς Ἐκκλησίας.
Κατ’ ἀρχάς, τονίζεται ὅτι ὅσοι πιστεύουν στήν Ἁγία Τριάδα, στόν Χριστό ὡς Υἱό τοῦ Θεοῦ πού ἐνηνθρώπησε, στό Ἅγιον Πνεῦµα πού «κατοικεῖ εἰς τήν Ἐκκλησίαν καί διευθύνει τόν νοῦν τῆς Ἐκκλησίας καί ἁγιάζει τήν Ἐκκλησίαν εἰς τά Μυστήρια καί τίς ἄλλες Ἱερές Ἀκολουθίες», «εἶναι ἀληθινοί Χριστιανοί καί ἀνήκουν εἰς τήν Μίαν Ἐκκλησίαν»,  «εἶναι µέλη τοῦ Σώµατος τοῦ Χριστοῦ πού εἶναι Ἕνας καί παραµένει ἀδιαίρετος ὡς Θεάνθρωπος» (σελ. 201).
Βέβαια, στό «ὁµολογιακό» αὐτό κείµενο ὑποστηρίζεται ὅτι «οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί πιστεύουν ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δύναται νά ἀξιώση σήµερον ὅτι εἶναι ἡ Μία Ἐκκλησία», τήν ὁποία ἵδρυσε στήν γῆ ὁ Χριστός, διότι «διδάσκει τήν ἀληθῆ καί ὁλοκληρωµένην πίστιν, ἐνῶ ἄλλα Χριστιανικά Σώµατα κατά διαφόρους τρόπους δέν διετήρησαν τήν ὁλοκλήρωσιν αὐτήν τῆς πίστεως ἕνεκα τῶν ἀκολούθων αἰτιῶν» καί ἀναφέρει τέσσερες ἀπό αὐτές. Πρόκειται γιά τήν ἄρνηση τῆς πηγῆς τῆς Ἀποκαλύψεως πού εἶναι ἡ Ἁγία Γραφή καί ἡ Παράδοση, τήν διακοπή τῆς Ἀποστολικῆς συνέχειας στήν λειτουργία τῶν Μυστηρίων, «ἐπί κεφαλῆς τῆς ὁποίας εἶναι ὁ Κανονικός Ἐπίσκοπος», τήν ἐπινόηση συνηθειῶν πού εἶναι ξένες στίς συνήθειες τῆς Ἐκκλησίας καί τήν ἐξήγηση τῆς Ἁγίας Γραφῆς µέ τρόπο πού προκάλεσε ἀµφιβολίες γιά τήν ἀκεραιότητα καί αὐθεντία αὐτῆς (σελ. 202).
Ὅµως, κατ’ ἐφαρµογή τῆς διγλωσσίας στά ἐκκλησιολογικά θέµατα στό «ὁµολογιακό» αὐτό κείµενο ὑποστηρίζεται ὅτι καί οἱ Χριστιανοί τῶν ἄλλων «Ἐκκλησιῶν» ἀνήκουν κατά διαφόρους βαθµούς στήν Ἐκκλησία, ὅπως ὑπάρχουν καί διάφοροι βαθµοί πού χωρίζεται κανείς ἀπό τήν Ἐκκλησία. 
«∆έν πρέπει ὅµως νά λησµονῶµεν ὅτι καίτοι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἡ Μία καί ἀδιαίρετος Ἐκκλησία, ὅµως ὑπάρχουν πολλοί καί διάφοροι τρόποι δυνάµει τῶν ὁποίων δύναται νά ἀνήκῃ κανείς εἰς τήν Ἐκκλησίαν, ὅπως ὑπάρχουν καί πολλοί καί διάφοροι τρόποι διά τῶν ὁποίων χωρίζεται κανείς ἀπό τήν Ἐκκλησίαν» (σελ. 202).
Ἕνας τρόπος µέ τόν ὁποῖο ἀνήκει κανείς στήν Ἐκκλησία εἶναι τό µυστήριο τοῦ Βαπτίσµατος, ἡ λεγοµένη βαπτισµατική θεολογία, ἡ ὁποία ἀναπτύχθηκε µέν ἀπό τούς «Ρωµαιοκαθολικούς» καί τούς Προτεστάντας, ἀλλά ἀναµφιβόλως υἱοθετήθηκε καί ἀπό τούς Ὀρθοδόξους, ὅπως φαίνεται στό «ὁµολογιακό» αὐτό κείµενο.
«Τό ἔγκυρον βάπτισµα εἶναι ἕνας ἀπό τούς τρόπους διά τοῦ ὁποίου µπορεῖ νά ἀνήκῃ κανείς εἰς τήν Ἐκκλησίαν» (σελ. 202).
«Οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί πιστεύουν ὅτι ὅσοι βαπτίζονται εἰς τό ὄνοµα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος ἀπό Ἱερέα ἤ ἀπό Λαϊκόν ἐν καιρῷ ἀνάγκης εἶναι Χριστιανοί ἀληθινοί καί ἀνήκουν εἰς τήν Ἐκκλησίαν καί εἶναι µέλη τοῦ Σώµατος τοῦ Χριστοῦ πού εἶναι Ἕνας καί παραµένει ἀδιαίρετος ὡς Θεάνθρωπος» (σελ. 201).
Φυσικά, δέν γίνεται διασάφηση γιά τό βάπτισµα ἐντός ἤ ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας, γιατί νοοῦνται καί τά δύο.
Αὐτό συµβαίνει καί µέ τό µυστήριο τῆς Ἱερωσύνης. Βέβαια, ὁµολογεῖται ὅτι «ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος, δηλαδή ὁ Παράκλητος», ζωοποιεῖ τήν Ἐκκλησία, καί «διά τῶν Κανονικῶς ἐκλεγµένων καί χειροτονηµένων Ἐπισκόπων, χειροτονεῖ τούς Ἐπισκόπους, τούς Ἱερεῖς καί τούς ∆ιακόνους» καί αὐτό λέγεται «Ἀποστολική ∆ιαδοχή», ἐν τούτοις ὅµως «ἀληθινή χειροτονία καί Ἱερωσύνη ἔχουν καί µεταδίδουν» ὅλοι οἱ «Ἐπίσκοποι» τῶν διαφόρων Ὁµολογιῶν.
«Οἱ Χριστιανοί πιστεύουν ὅτι ἀληθινή χειροτονία καί Ἱερωσύνη ἔχουν καί µεταδίδουν οἱ, Ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι, οἱ Ρωµαιοκαθολικοί Ἐπίσκοποι, οἱ Κοπτοαρµένιοι καί Αἰθίοπες Ἐπίσκοποι, οἱ Ἀγγλικανοί Ἐπίσκοποι. Τό Οἰκουµενικόν Πατριαρχεῖον καί τό Πατριαρχεῖον τῆς Ἀλεξανδρείας, καί τό Πατριαρχεῖον Ἱεροσολύµων καί Πατριαρχεῖον Βουκουρεστίου καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου ἀνεκοίνωσαν πρό πενῆντα χρόνια ὅτι αἱ χειροτονίαι τῶν Ἀγγλικανῶν ἀναγνωρίζονται κατ’ οἰκονοµίαν ὡς ἔγκυροι καί κανονικαί. ∆ι’ αὐτό καί τά Μυστήρια τῶν Ἀγγλικανῶν εἶναι Μυστήρια τῆς Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας ὡς εἶναι καί τά Μυστήρια τῶν Ρωµαιοκαθολικῶν» (σελ. 203).
Γράφεται ὅτι ὑπάρχουν στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία µερικοί «συντηρητικοί» οἱ ὁποῖοι ἔχουν «διαφορά γνώµης σχετικά µέ τάς Ἀγγλικανικάς χειροτονίας», «συνεπῶς καί (περί) τῶν Μυστηρίων πού τελοῦνται ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας». Ἀλλά καί αὐτή ἡ διαφορά γνώµης θά ἀντιµετωπισθῆ στήν Μέλλουσα νά συνέλθη «Οἰκουµενική Σύνοδο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας». Ἀπό αὐτό φαίνεται ὅτι ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος πού ἑτοιµαζόταν νά συνέλθη, χαρακτηριζόταν ὡς Οἰκουµενική.
«Ἡ διαφορά γνώµης τῶν Ὀρθοδόξων εἶναι βασισµένη εἰς τό γεγονός ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ὡς Σύνολον δέν ἐξήτασεν ἀκόµη τό ζήτηµα τοῦτο. Ἐλπίζεται ὅµως ὅτι ἡ Οἰκουµενική Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία πρόκειται σύντοµα νά συγκροτηθῇ, θά ἐρευνήσῃ ὄχι µόνον τό Μυστήριον τῆς ἑνότητος, ἀλλ' ἐπίσης καί τό Μυστήριον τοῦ διχασµοῦ καί θά ἀπαντήσῃ µεταξύ ἄλλων καί εἰς τό ζήτηµα τοῦ κύρους τῆς Ἱερωσύνης καί τῶν Μυστηρίων πού τελοῦνται ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας» (σελ. 203-204).
Ἀναγνωρίζεται ἀπό τό «ὁµολογιακό» αὐτό κείµενο ὅτι ὑπάρχουν µερικά ζητήµατα στά ὁποῖα δέν συµφωνοῦν οἱ Ὀρθόδοξοι µέ τούς ἄλλους Χριστιανούς καί αὐτό «δέν πρέπει νά τό κρύβωµεν», ἀλλά «πρέπει νά λέγωµεν τήν ἀλήθειαν πάντοτε καί πρός ὅλους», γι’ αὐτό αὐτές οἱ «διαφορές συζητοῦνται». Ὅµως, ἐν ὀνόµατι τῆς διγλωσσίας πρέπει νά λέµε καί τήν ἄλλη ἀλήθεια ὅτι ὅλοι οἱ Χριστιανοί πιστεύουν στόν Ἴδιο Θεό.
«Εἶναι ὅµως ἀλήθεια ἀτράνταχτη ὅτι οἱ Χριστιανοί παρά τίς διαφορές, πιστεύουν εἰς τόν ἴδιον Θεόν. Ὅλοι οἱ Χριστιανοί πιστεύοµεν εἰς τήν Ἁγία Τριάδα. Τόν Ἕνα Θεόν µέ τρία πρόσωπα. Ὅλοι ἀναγνωρίζοµεν καί πιστεύοµεν εἰς τόν Ἰησοῦν Χριστόν, τόν σαρκωθέντα Υἱόν τοῦ Θεοῦ, ὡς τόν Κύριόν µας καί Θεόν καί Σωτῆρά µας.
Ὅλοι οἱ Χριστιανοί µέ τό ἴδιον βάπτισµα ἐγίναµεν µέλη τοῦ Σώµατος τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Ὅλοι κατά διαφόρους τρόπους καί µορφάς ἀποβλέποµεν εἰς τήν Θείαν Εὐχαριστίαν ὡς πρός τό Μυστήριον τῆς Κοινωνίας πού µᾶς ἑνώνει µέ τόν Χριστόν.
Ὅλοι τό Ἅγιον Πνεῦµα ἔχοµεν ὡς παρηγορητήν καί προστάτην καί ἐνισχυτήν εἰς τήν Χριστιανικήν ζωήν µας, εἰς τάς δυσκολίας καί τούς πειρασµούς.
Ἡ διαφωνία µας ἄλλοτε ἦταν καί εἶχε χαρακτῆρα πολεµικόν καί ἐγέννα µῖσος. Σήµερον συζητοῦµεν τίς διαφορές µας µέ ἀγάπην καί προσπαθοῦµεν νά εὕρωµεν λύσιν» (σελ. 204).

3.    Ἐκκλησιαστικές ἐφαρµογές

Ἡ ἀντίληψη ὅτι ὑπάρχει Μία Ἐκκλησία ἀλλά καί πολλές Ἐκκλησίες, καί ὅτι παρά τίς διαφορές ὑπάρχουν πολλά κοινά σηµεῖα µεταξύ τῶν «Ἐκκλησιῶν», ὅπως τά Μυστήρια, ἔχει συνέπειες στήν οἰκουµενιστική ἐκκλησιολογία. Θά δοῦµε µερικές συνέπειες ὅπως καταγράφονται στό κείµενο αὐτό.
α) «Ρωµαιοκαθολικοί Χριστιανοί»
Στό «ὁµολογιακό» κείµενο ὁρίζεται ὡς ἡµεροµηνία πού ἐπῆλθε τό «σχῖσµα» τό 1054. Γνωρίζουµε, ὅµως, ὅτι τότε ὑπῆρξαν τά ἀναθέµατα, ἐνῶ ἡ ἀποµάκρυνση τῆς Παλαιᾶς Ρώµης ἀπό τήν Νέα Ρώµη ἔγινε τό 1009-1014 µέ τήν εἰσαγωγή τοῦ filioque στό Σύµβολο τῆς πίστεως.
Πάντως, ὅπως ὁµολογεῖται, µετά τό σχίσµα τό 1054, ὡσάν τότε νά σχίσθηκε ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, οἱ «Ρωµαιοκαθολικοί» «ἐπρόσθεσαν εἰς τήν διδασκαλίαν τῆς Ἐκκλησίας στοιχεῖα µέ τά ὁποῖα οἱ Ὀρθόδοξοι δέν συµφωνοῦν» (σελ. 204). Τέτοια «στοιχεῖα» εἶναι ὁ χωρισµός τοῦ Χρίσµατος ἀπό τό Βάπτισµα, ὁ ὅρος «µετουσίωσις» στήν «θεία Κοινωνία», τό «καθαρτήριον πῦρ», «τό ζήτηµα τῆς Παναγίας Μαρίας», «τό ζήτηµα τοῦ Πάπα», ἤτοι τό ἀλάθητο καί τό πρωτεῖον.
Παρά ταῦτα σήµερα, ὅπως σηµειώνεται, «χάρις εἰς τήν σοφίαν τοῦ Πάπα Παύλου τοῦ 6ου καί χάρις εἰς τήν κληρονοµίαν πού τοῦ ἀφῆκε ὁ Πάπας Ἰωάννης ὁ 23ος πολλά διωρθώθησαν. Σήµερον αἱ Ἐκκλησίαι τῆς ∆ύσεως καί τῆς Ἀνατολῆς ἔχουν ἀγάπην καί συνεργάζονται καί προσεύχονται µαζί διά τήν πλήρη ἕνωσίν των» (σελ. 206-208).
Ἀναφέρονται ἑπτά σηµεῖα πού δείχνουν τήν πορεία πρός τήν ἕνωση «Ρωµαιοκαθολικῶν» καί Ὀρθοδόξων, τά ὁποῖα ἐκφράζουν συγχρόνως καί τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
 Τό πρῶτον σηµεῖον «διορθώσεως» εἶναι ὅτι δέν ὑπάρχει τό σχίσµα τοῦ 1054.
«Τό σχίσµα τοῦ 1054 πού ἐχώρισε τήν Ὀρθόδοξον καί τήν Ρωµαιοκαθολικήν Ἐκκλησίαν δέν ὑπάρχει. Τό ἔσβυσεν ἡ ἀγάπη µέ τάς ὑπογραφάς τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Ἀθηναγόρου τοῦ Α΄   καί τοῦ Πατριάρχου τῆς ∆ύσεως Παύλου τοῦ 6ου τόν ∆εκέµβριον τοῦ 1967» (1965) (σελ. 208-209).
Νά θυµίσω ὅτι τήν 7η ∆εκεµβρίου τοῦ 1965, κατά τήν Ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τοῦ Οἰκουµενικοῦ Πατριαρχείου, ἔγινε ἄρση τῶν ἀναθεµάτων καί ὄχι ἄρση τοῦ σχίσµατος. Παρά ταῦτα στήν δήλωση πού ὑπέγραψαν ὁ τότε Οἰκουµενικός Πατριάρχης µέ τόν τότε Πάπα στήν γαλλική γλώσσα, καί µεταφράσθηκε στήν ἀγγλική καί τήν ἑλληνική, γίνεται λόγος γιά ἄρση ἀκοινωνησίας, ἡ ὁποία στήν πραγµατικότητα ἐπεβλήθη τό ἔτος 1009 µέ τήν εἰσαγωγή τοῦ filioque στό Σύµβολο τῆς πίστεως. Εἶναι ἕνα θέµα πού δείχνει τήν ἰσχυρότερη διγλωσσία πού ἐπικρατεῖ σήµερα. 
Τό δεύτερον σηµεῖον «διορθώσεως» εἶναι οἱ µικτοί γάµοι. Εἶναι χαρακτηριστικό τό πῶς δικαιολογοῦνται, ὄχι µέσα ἀπό τήν ἀρχή τῆς οἰκονοµίας, ἀλλά µέ οἰκουµενιστικό τρόπο. «Μέ αὐτόν τόν τρόπο δέν χάνουν τά δικαιώµατά των καί δέν ἀποκόπτονται ἀπό τήν Ἐκκλησίαν των µήτε οἱ Ὀρθόδοξοι, µήτε οἱ Ρωµαιοκαθολικοί Χριστιανοί» (σελ. 209). Παρά ταῦτα οἱ ὁδηγίες τοῦ «Παπικοῦ ἐγγράφου» τοῦ 1970 «ἀντιτίθενται εἰς διπλῆν εὐλογίαν Γάµου». Αὐτό θεωρεῖται ὡς ἕνα «ἐµπόδιον» γιά τήν ἑνότητα.
Τό τρίτον σηµεῖον «διορθώσεως» εἶναι ὅτι στούς «Ρωµαιοκαθολικούς Χριστιανούς» «τό Μυστήριον τοῦ Εὐχελαίου δέν θά γίνεται πλέον εἰς τούς ἑτοιµοθανάτους», καί στό «Μυστήριον τῆς Εὐχαριστίας οἱ Χριστιανοί πολλές φορές λαµβάνουν καί τό Σῶµα καί τό Αἷµα τοῦ Χριστοῦ» (σελ. 209).
Τό τέταρτον σηµεῖον «διορθώσεως» εἶναι ὅτι ἐπιτρέπεται ἀµφότεροι νά κοινωνοῦν στίς ἄλλες Ἐκκλησίες.
«Ἐπιτρέπεται ἐξ ἀπόψεως Ρωµαιοκαθολικῆς νά µεταλαµβάνουν ἐν καιρῷ ἀνάγκης οἱ Ρωµαιοκαθολικοί εἰς Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας καί οἱ Ὀρθόδοξοι ἐν καιρῷ ἀνάγκης νά µεταλαµβάνουν εἰς Ρωµαιοκαθολικάς Ἐκκλησίας» (σελ. 209).
Τό πέµπτον σηµεῖον «διορθώσεως» εἶναι ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ συµπροσευχή καί ἡ χρησιµοποίηση Ναῶν γιά τίς ἀνάγκες ἀµφοτέρων τῶν «Ἐκκλησιῶν».
«Ἐπιτρέπεται ἡ προσευχή µεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ρωµαιοκαθολικῶν καί ἡ χρησιµοποίησις Ναῶν Ὀρθοδόξων εἰς µερικά µέρη µόνον, διά τήν Ρωµαιοκαθολικήν Λειτουργίαν καί Ναῶν Ρωµαιοκαθολικῶν διά τήν Ὀρθόδοξον Λειτουργίαν. Ὅλα αὐτά πρό ὀλίγων ἐτῶν δέν ἐπιτρέποντο. Ὅλα αὐτά εἶναι λαµπρά σηµεῖα τῆς ἀµοιβαίας ἀγάπης καί τοῦ σεβασµοῦ» (σελ. 209).
Τό ἕκτον σηµεῖον «διορθώσεως» εἶναι ὅτι στήν Ρώµη ἐπανέρχεται τό συνοδικό σύστηµα.                             
Τό ἕβδοµον σηµεῖον «διορθώσεως» εἶναι ὅτι «καί οἱ δύο ὁµάδες» καλλιεργοῦν τήν ἀγάπη καί τήν συνεργασία καί µέ αὐτόν τόν τρόπο ἔρχεται «ἡ ὥρα ἡ εὐλογηµένη τῆς συµφωνίας καί τῆς ἑνώσεως», χωρίς ὅµως νά ζητήσουν συγχώρηση οἱ «Ρωµαιοκαθολικοί» οὔτε νά ὑποταχθοῦν οἱ Ὀρθόδοξοι «εἰς τήν δικαιοδοσίαν τοῦ Πάπα», δηλαδή θά φθάσουµε σέ µιά προοπτική Οὐνίας.
«Ἡ φιλία καί αἱ ἐπισκέψεις καί ὅλα τά ἄλλα δείγµατα τῆς ἀγάπης καί τῆς συνεργασίας δείχνουν ὅτι σιγά-σιγά ἔρχεται ἡ ὥρα ἡ εὐλογηµένη τῆς συµφωνίας καί τῆς ἑνώσεως. Εἰς τήν συµφωνίαν αὐτήν δέν θά ἔλθουν οἱ Ρωµαιοκαθολικοί εἰς τούς Ὀρθοδόξους νά ποῦν ἐκάναµε λάθη καί ζητοῦµεν συγχώρησιν. Οἱ Ὀρθόδοξοι δέν θά ποῦν ὑποτασσόµεθα εἰς τήν δικαιοδοσίαν τοῦ Πάπα. ∆έν θά δεχθοῦν τά ἔθιµα καί τά ἄλλα ὅσα θέλουν νά δέχωνται οἱ Ρωµαιοκαθολικοί. Μέ τόν σύνδεσµον καί τήν δύναµιν τῆς ἀγάπης θά προχωρήσουν καί αἱ δύο ὁµάδες εἰς τήν συνάντησιν τοῦ Χριστοῦ καί θά φυλάξουν τήν κοινήν Παράδοσιν πού ὑπῆρχεν εἰς τήν Ἀνατολήν καί εἰς τήν ∆ύσιν ἀπό τῆς ἀρχῆς µέχρι τοῦ 1054» (σελ. 210). Αὐτό δέν θυµίζει µιά ἰδιόµορφη Οὐνία;

β) «Οἱ Ἀγγλικανοί Χριστιανοί»

Κατά τό «ὁµολογιακό» αὐτό κείµενο ὁµολογεῖται ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι «εἰς µερικά ζητήµατα δέν συµφωνοῦν µέ τούς Ἀγγλικανούς». Πρόκειται γιά τήν θεία Εὐχαριστία, ἀφοῦ οἱ Ἀγγλικανοί δέν δέχονται τήν θεωρία τῆς Μετουσίωσης, ἀλλά δέν δέχονται καί τόν ὅρο «"Πραγµατική Παρουσία τοῦ Χριστοῦ" εἰς τόν ἄρτον καί τόν οἶνον». Αὐτή ἡ διδασκαλία «εἶναι µᾶλλον προσπάθεια τῶν Θεολόγων πρός ἑρµηνείαν τοῦ Μυστηρίου. ∆έν φαίνεται νά εἶναι ἡ πίστις τῶν Χριστιανῶν Ἀγγλικανῶν διότι ὅταν κοινωνοῦν πιστεύουν ὅτι παίρνουν τόν Θεάνθρωπον Χριστόν» (σελ. 211). 
Ἐπίσης, ὑπάρχουν διαφορές ὡς πρός τίς Οἰκουµενικές Συνόδους στό θέµα «τῆς αὐθεντίας εἰς τήν διδασκαλίαν τῆς Ἐκκλησίας», καί σέ θέµατα πού συµπεριλαµβάνονται στά 39 ἄρθρα πού ἀναφέρονται στήν µή ἀναγνώριση τοῦ ἀλαθήτου τῶν Οἰκουµενικῶν Συνόδων, στήν µή προσκύνηση τῶν Ἁγίων, τῶν λειψάνων καί τῶν εἰκόνων, στήν ἄποψη ὅτι τό µυστήριο τῆς θείας Κοινωνίας «µεταδίδεται "κατά οὐράνιον καί πνευµατικόν τρόπον"», γιά τόν «ἀπόλυτο προορισµό» καί τήν διδασκαλία τους ὅτι «τά Μυστήρια εἶναι µόνον δύο (Βάπτισµα καί θεία Εὐχαριστία), ἐνῶ τά ὑπόλοιπα πέντε εἶναι παραγωγή λανθασµένης διδασκαλίας καί δεῖγµα ἀποµακρύνσεως ἐκ τῆς Ἀποστολικῆς διδασκαλίας» (σελ. 212).
Παρά, ὅµως, τίς διαφορές αὐτές «οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί γνωρίζουν ὅτι οἱ Ἀγγλικανοί πιστεύουν Ὀρθοδόξως εἰς τήν Ἁγία Τριάδα καί εἰς τόν Θεάνθρωπον Χριστόν καί εἰς τόν Παράκλητον, τό Ἅγιον Πνεῦµα, καί εἰς τήν Ἐκκλησίαν µέ τά Μυστήρια καί τάς Παραδόσεις αὐτῆς» (σελ. 210).
Τό πλέον ἐκπληκτικό πού λέγεται στό «ὁµολογιακό» αὐτό κείµενο εἶναι ὅτι ὑπάρχει συµπροσευχή µεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ἀγγλικανῶν καί ὅτι µποροῦν οἱ Ὀρθόδοξοι νά κοινωνοῦν σέ Ναούς τῶν Ἀγγλικανῶν, καί οἱ Ἀγγλικανοί νά κοινωνοῦν σέ Ναούς τῶν Ὀρθοδόξων καί αὐτό θά γίνεται «καί διά λόγους ἀνάγκης καί Χριστιανικῆς Μυστηριακῆς φιλοξενίας». Ἡ θεία Εὐχαριστία θεωρεῖται σάν ἕνα κοινό δεῖπνο πού προσφέρεται στά σπίτια ὅπου ἰσχύει ἡ κοινωνική φιλοξενία.
«Ἐπεκράτησε, λόγῳ τῆς φιλίας, οἱ Ὀρθόδοξοι νά κηδεύουν τούς Ἀγγλικανούς καί νά κοινωνοῦν αὐτούς ὅπου δέν ὑπάρχουν Ἀγγλικανοί Ἱερεῖς.
Ἐπίσης ὅπου δέν ὑπάρχουν Ὀρθόδοξοι Ἱερεῖς, οἱ Ἀγγλικανοί κηδεύουν καί κοινωνοῦν τούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς. Τοῦτο γίνεται µέ τήν γνῶσιν, ἀλλά καί µέ τήν ἄγνοιαν τῆς Ἐκκλησίας εἰς µερικούς τόπους, ἀλλά καί διά λόγους ἀνάγκης καί Χριστιανικῆς Μυστηριακῆς φιλοξενίας. Ἔπειτα εἶναι βέβαιον ὅτι οἱ Χριστιανοί µόνοι των ζητοῦν τήν Κοινωνίαν. Εἶναι τοῦτο δεῖγµα τῆς διαθέσεως τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ διά τήν ἕνωσιν τῶν Χριστιανῶν πού τούς συνδέει ἡ Παράδοσις, ἡ Ἁγία Γραφή, ἡ Ἱερωσύνη καί τό Πιστεύω τῆς ΝικαίαςΚωνσταντινουπόλεως» (σελ. 210-211).

γ) «Οἱ Κοπτοαρµένιοι καί Αἰθίοπες Χριστιανοί»

Μέ τόν τίτλο «Κοπτοαρµένιοι καί Αἰθίοπες Χριστιανοί» ἐννοοῦνται οἱ ἀντιχαλκηδόνιοι, οἱ Χριστιανοί πού δέν δέχθηκαν τίς ἀποφάσεις τῆς ∆΄ Οἰκουµενικῆς Συνόδου πού συνῆλθε στήν Χαλκηδόνα, πού λέγονται καί Μονοφυσίτες Χριστιανοί ἤ Ἀνατολικοί Χριστιανοί.
Ἡ ἄποψη ὅτι ἡ ἀνθρώπινη φύση στόν Χριστό «ἐχάθη καί ἔµεινεν µόνον ἡ θεία» «εἶναι αἱρετική καί ὀνοµάζεται Μονοφυσιτισµός». Ὅµως καί ἐδῶ ὑπάρχουν ἐλπίδες ἑνώσεως.
«Σήµερα ὅµως οἱ Κόπται καί οἱ Ἀρµένιοι καί οἱ Αἰθίοπες δηλώνουν ὅτι δέν δέχονται τόν Μονοφυσιτισµόν. Ἐάν λάβωµεν ὑπ’ ὄψιν ὁµολογίες τῆς πίστεως πού ἔκαµαν σύγχρονοι Ἀρχηγοί τῶν Ἐκκλησιῶν αὐτῶν, τότε θά ἴδωµεν ὅτι ἡ πίστις των εἰς τόν Χριστόν εἶναι Ὀρθόδοξος, διότι παραδέχονται τόν Χριστόν µέ δύο φύσεις ἡνωµένας, τήν φύσιν τοῦ Θεοῦ καί τήν φύσιν τοῦ ἀνθρώπου.
∆ι’ αὐτό ἐλπίζοµεν σήµερον ὅτι δέν θά ἀργήσῃ πολύ νά ἑνωθῇ ἡ Ἐκκλησία τῶν Αἰθιόπων τῶν Κοπτῶν καί τῶν Ἀρµενίων µέ τήν Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν» (σελ. 213).

δ) «Οἱ Λουθηρανοί καί οἱ ἄλλοι Προτεστάνται Χριστιανοί»

«Οἱ Λουθηρανοί εἶναι Χριστιανοί ἀκόλουθοι τοῦ Γερµανοῦ Μαρτίνου Λουθήρου ὁ ὁποῖος ἦτο Ἱερεύς Ρωµαιοκαθολικός», πού ἀποµακρύνθηκε ἀπό τόν Πάπα, καί «ἀπό τήν κίνησιν αὐτήν προέρχονται ὅλοι οἱ σηµερινοί Προτεστάνται Χριστιανοί».
«Ἡ κίνησις αὐτή ἐνῷ ἔκαµεν καλόν εἰς τόν κόσµον µέ τήν διάδοσιν τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἔκαµεν ὅµως καί κακόν, διότι ἐκοµµατιάσθηκε ἡ Ἐκκλησία εἰς τήν ∆ύσιν διότι ἔγινεν αἰτία πολέµων καί διότι ἀπεµακρύνθησαν πολλοί ἀπό τήν Παράδοσιν τῆς Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας» (σελ. 214).
Οἱ Λουθηρανοί καί οἱ Προτεστάντες «δέχονται µόνον τήν Ἁγίαν Γραφήν καί ἀπορρίπτουν τήν Ἱεράν Παράδοσιν τοῦ Χριστιανισµοῦ», καί δέχονται «ὅτι µόνον δύο Μυστήρια ὑπάρχουν, τό Βάπτισµα καί ἡ Θεία Εὐχαριστία». ∆έν δέχονται ὅσα προέρχονται ἀπό τήν Ἱεράν Παράδοση, ὅπως τήν Ἱερωσύνη µέ τήν Ἀποστολική ∆ιαδοχή, τά ἑπτά Μυστήρια, τίς Οἰκουµενικές Συνόδους, τήν τιµή τῆς Παναγίας, τήν τιµή τῶν Ἁγίων, τῶν Λειψάνων καί τῶν Εἰκόνων, τήν τάξη τῆς Λειτουργικῆς Λατρείας, τήν νηστεία.
Οἱ Ὀρθόδοξοι διαφέρουν ἀπό τούς Λουθηρανούς καί τούς ἄλλους Προτεστάντες Χριστιανούς σέ ὅλα αὐτά.
«Εἶναι ὅµως ἀληθές ὅτι ὁ Λούθηρος καί οἱ ἀκόλουθοί του ἐσέβοντο τούς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀνατολῆς καί τῆς ∆ύσεως καί ὅτι πολλάκις παίρνουν σκέψεις ἀπό τά βιβλία των. Εἶναι ἐπίσης ἀληθές ὅτι θεωροῦν ὡς ἀπόλυτον αὐθεντίαν µόνον τήν Γραπτήν Ἀποκάλυψιν, δηλαδή τήν Ἁγίαν Βίβλον, ἐνῶ θεωροῦν τήν Ἱεράν Παράδοσιν, τήν ἄγραφον δηλαδή πηγήν τοῦ Χριστιανισµοῦ ὡς ὄχι ἀξίαν προσοχῆς» (σελ. 214).
Παρά ταῦτα καί γιά τούς Λουθηρανούς καί τούς ἄλλους Προτεστάντες Χριστιανούς ἰσχύουν κατά τό «ὁµολογιακό» αὐτό κείµενο ὅσα γράφησαν προηγουµένως γιά τήν «οἰκουµενική συνεργασία» τῶν Χριστιανῶν καί τήν «µία Ἐκκλησία καί τίς Ἐκκλησίες», ὡς πρός τό βάπτισµα, τήν συµπροσευχή καί τήν «µυστηριακή φιλοξενία» στήν θεία Κοινωνία, τήν πορεία πρός τήν ἕνωση χωρίς «πολεµική καί ἀνταγωνιστική» διάθεση, ἀλλά µέ τήν ἀγάπη, πού «σώζει καί θεώνει»!! Πλήρης, δηλαδή, οἰκουµενιστική νοοτροπία.

Συµπέρασµα

Αὐτές εἶναι οἱ βασικές θέσεις τοῦ «ὁµολογιακοῦ» κειµένου τό ὁποῖο γράφηκε καί προοριζόταν γιά τίς «πνευµατικές ἀνάγκες τοῦ λογικοῦ ποιµνίου», γιά βοήθηµα τῶν Κατηχητῶν καί γιά τούς Χριστιανούς ἑτεροδόξους πού ἐνδιαφέρονται νά πληροφορηθοῦν γιά τά ὅσα πρεσβεύει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, κατά τό ἔτος 1975.
∆έν ἔχει σηµασία ὅτι αὐτό τό «ὁµολογιακόν» κείµενο κυκλοφόρησε πρίν σαράντα (40) χρόνια, γιατί ἀπό τότε µέχρι σήµερα ἀφ’ ἑνός µέν ἐπιβεβαιώθηκαν στήν πράξη ὅλες αὐτές οἱ ἀπόψεις, ἀφ’ ἑτέρου δέ προχώρησαν τά πράγµατα σέ χειρότερο βαθµό.
Παρατηρεῖ κανείς ὅτι σήµερα διατυπώνονται λόγοι ἀνάλογα µέ τά ἀκροατήρια, ἐν τῷ µεταξύ ὅµως οἱ ἀντορθόδοξες προσπάθειες γιά «ἕνωση» παρά τίς θεολογικές διαφορές προχωροῦν ἐντατικά. Ἡ θεία Εὐχαριστία θεωρεῖται χῶρος «µυστηριακῆς φιλοξενίας» καί τῶν ἑτεροδόξων, ἡ Ἐκκλησία θεωρεῖται ὅτι «ἔχει πόρτες, ἀλλά ὄχι τοίχους», καί ἡ «ἕνωση» θά γίνη µέ τήν διατήρηση τῶν «χαρακτηριστικῶν» κάθε θεολογίας.
Αὐτή εἶναι ἡ νοοτροπία πού ἐπικρατεῖ σήµερα στόν διορθόδοξο καί διαχριστιανικό κόσµο καί θά ἦταν ὀδυνηρό ἄν µιά τέτοια νοοτροπία ὑποστηριχθῆ ἀπό τίς ἀποφάσεις τῆς Ἁγίας καί Μέγαλης Συνόδου.
Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο ὑποστηρίζω, ὅπως τό κάνουν καί ἄλλοι Ἐπίσκοποι, Κληρικοί, µοναχοί καί θεολόγοι, ὅτι τά κείµενα πού θά ὑπογραφοῦν ἀπό τήν µέλλουσα νά συγκληθῆ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο πρέπει νά εἶναι καθαρά, ἀπό θεολογικῆς πλευρᾶς, ὁµολογιακά, συντονισµένα στήν δυσχιλιετῆ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καί νά µήν ἀνατρέπουν τήν θεολογία Μεγάλων καί Οἰκουµενικῶν Συνόδων ἀλλά καί τίς ἀποφάσεις τῶν Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς. Μία διγλωσσία θά ἐξυπηρετήση τραγικά τήν «ὁµολογιακή» διγλωσσία καί σύγχυση τοῦ κειµένου πού εἴδαµε προηγουµένως. Καί αὐτό θά εἶναι ὀδυνηρό.
Ἰούνιος 2016 http://parembasis.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...