«Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία· τὸ δόγμα αὐτὸ εἶναι ἡ αἵρεση τῶν αἱρέσων, μία ἄνευ προηγουμένου ἀνταρσία κατὰ τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ. Τὸ δόγμα αὐτὸ εἶναι, φεῦ, ἡ πλέον φρικτή ἐξορία τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὴν γῆ» (Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς)

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr
Eργασίες της συγκρητιστικής Επιτροπής Διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και των αιρετικών Λατίνων στην παπική Μονή του Pannonhalma
Ολοκληρώθηκαν οι εργασίες της συγκρητιστικής Συντονιστικής Επιτροπής Διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και των αιρετικών Λατίνων, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στην παπική Μονή του Pannonhalma στην Ουγγαρία [1].
Από τις 15 έως τις 19 Ιουνίου 2026, η επιτροπή συνεδρίασε υπό την συμπροεδρία του καρδιναλίου Kurt Koch, προέδρου του Δικαστηρίου για την προώθηση της Χριστιανικής Ενότητας, και του Μητροπολίτη Πισιδίας Ιώβ, εκπροσώπου του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Τα μέλη της οικουμενιστικής Επιτροπής θεώρησαν ιδιαίτερο «προνόμιο» το ότι μπόρεσαν να διεξαγάγουν τις εργασίες τους στο εμπνευσμένο περιβάλλον της παπικής Μονής, η οποία ιδρύθηκε το 996, «μέσα σε ατμόσφαιρα προσευχής».
Αναβολή έκδοσης αναθεωρημένου κειμένου περί της βλάσφημης και φρικτής αίρεσης του «αλαθήτου»
Οι «εργασίες» της συντονιστικής επιτροπής επικεντρώθηκαν σε αναθεωρημένο σχέδιο κειμένου που πραγματεύεται το «ζήτημα» (σ.σ. τη φρικτή και βλάσφημη αίρεση των Λατίνων) του «αλαθήτου» (του Πάπα), εξεταζόμενο «τόσο από θεολογική όσο και από ιστορική σκοπιά».
Αποφασίστηκε ότι αρκετά σημεία του απαιτούν περαιτέρω αναθεώρηση και διευκρινίσεις προτού μπορέσει να υποβληθεί προς εξέταση σε Ολομέλεια της συγκρητιστικής Επιτροπής.
Για τον λόγο αυτό προβλέπεται νέα συνεδρίαση της επιτροπής, η οποία προγραμματίζεται να πραγματοποιηθεί τον Ιούνιο του 2027.
Ιστορική διαδρομή – Η βλάσφημη αίρεση των Λατίνων περί του αλαθήτου του Πάπα
Σχετικά με την επιβολή της φρικτής αίρεσης των Λατίνων περί του «αλαθήτου» του Πάπα ως απαράβατου δόγματος πίστεως της Παπικής «Εκκλησίας» διαβάζουμε στο άρθρο «Ο Παπισμός χθες και σήμερα» (Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής) [2]:
«ΠΟΡΕΙΑ ΚΑΙ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΠΑΠΙΣΜΟΥ
[…]
Ζ’. Τους δύο τελευταίους αιώνες η Ρώμη, αντί να διδαχθεί από τα λάθη του παρελθόντος, σκληραίνει περισσότερο τη στάση της.
Η Α’ Βατικανή Σύνοδος (1870) επιβάλλει ως απαράβατο δόγμα πίστεως το πρωτείο εξουσίας και το αλάθητο του πάπα. Πρόκειται για την τελειωτική πτώση της Δυτικής «Εκκλησίας». Ο Χριστός, η μόνη αλάθητη Κεφαλή της Εκκλησίας, εξορίζεται από τη γη, και τη θέση Του καταλαμβάνει ο ειδωλοποιημένος ποντίφηκας της Ρώμης! Στη διαμαρτυρία καρδιναλίου για την αντιπαραδοσιακότητα του νέου δόγματος, ο πάπας Πίος Θ’ αντιτάσσει τον παροιμιώδη του λόγο: «Η παράδοση είμαι εγώ»! Από τους Λατίνους που διαφωνούν με τη δογματοποίηση του παπικού απολυταρχισμού, μια σημαντική μερίδα αποσχίζεται και δημιουργεί την «Παλαιοκαθολική Εκκλησία».
Η Β’ Βατικανή Σύνοδος (1962-1965), παρόλο που επαγγέλλεται την ανακαίνιση, διατηρεί το αλάθητο του πάπα και το επεκτείνει σε όλες τις αποφάσεις του. Ταυτόχρονα, η ίδια Σύνοδος καλεί τους Χριστιανούς όλων των δογμάτων σε παγχριστιανική ενότητα με κέντρο, όμως, τη Ρώμη και αρχηγό τον πάπα (ρωμαιοκεντρικός/παποκεντρικός οικουμενισμός)».
Παπικές κακοδοξίες
[…]
3. Το παπικό πρωτείο εξουσίας και το αλάθητο. Εφόσον, με τις κακοδοξίες του Filioque και της κτιστής χάριτος, το Άγιο Πνεύμα υποβαθμίστηκε και ολόκληρη η Τριαδική θεότητα απωθήθηκε στον χώρο του εμπειρικά απρόσιτου, το κενό που δημιουργήθηκε έρχεται να το καλύψει ένας άνθρωπος, ο ποντίφηκας της Ρώμης. Αυτός ανακηρύσσεται αλάθητος και απόλυτος κύριος της παγκόσμιας Εκκλησίας.
Για να μη νομιστεί ότι το παπικό πρωτείο εξουσίας και το αλάθητο ανήκουν πια στο παρελθόν της Δυτικής «Εκκλησίας», αναφέρουμε κάποιες πτυχές της σύγχρονης πρακτικής του πάπα και παραθέτουμε αποσπάσματα από το «Δογματικό Σύνταγμα περί Εκκλησίας»6 της Β’ Βατικανής Συνόδου (1965), που περιλαμβάνονται και στη σύγχρονη «Κατήχηση της Καθολικής Εκκλησίας»7:
«Ο επίσκοπος Ρώμης, με το αξίωμά του ως αντιπρόσωπος του Χριστού και ως ποιμένας όλης της Εκκλησίας, έχει πλήρη, υπέρτατη και παγκόσμια εξουσία μέσα στην Εκκλησία, την οποία μπορεί πάντοτε ελεύθερα να ασκεί».
«Δεν μπορεί να υπάρξει Οικουμενική Σύνοδος, αν δεν επικυρωθεί, ή τουλάχιστον αν δεν γίνει δεκτή, από τον διάδοχο του Πέτρου».
«Το αλάθητο, με το οποίο ο θείος Λυτρωτής θέλησε εφοδιασμένη την Εκκλησία του, το έχει ο επίσκοπος Ρώμης… Γι’ αυτό και οι αποφάσεις του, πολύ ορθά, θεωρούνται αμετάκλητες από τον δικό τους χαρακτήρα και όχι από τη συναίνεση της Εκκλησίας… Γι’ αυτό δεν έχουν ανάγκη από την επικύρωση των άλλων, ούτε επιδέχονται έκκλητο σε άλλο όργανο κρίσης».
Με τον αέρα της αλάθητης εξουσίας, ο πάπας Παύλος ΣΤ’ ανακήρυξε, το 1963, τη Β’ Βατικανή Σύνοδο ως Οικουμενική με τα εξής λόγια: «Εγώ, λοιπόν, ο Πάπας, που συγκεντρώνω στο πρόσωπό μου και στο άγιο αξίωμά μου όλη την Εκκλησία, ανακηρύσσω τη Σύνοδο αυτή ως Οικουμενική». Και υπέγραψε τις αποφάσεις της Συνόδου με τη φράση «Εγώ ΠΑΥΛΟΣ, Επίσκοπος της Καθολικής Εκκλησίας». Αλλά και ο εκάστοτε πάπας, θεωρώντας τον εαυτό του υπερεπίσκοπο, δεν υπογράφει ως «Επίσκοπος Ρώμης» αλλά ως «Επίσκοπος της Καθολικής Εκκλησίας» (μόνος αυτός!) ή απλώς με το όνομά του, π.χ. «Βενέδικτος ΙΣΤ’»».
Η Ορθόδοξη Εκκλησία απέρριψε τη φρικτή αίρεση των Λατίνων για το αλάθητο του Πάπα
Η Ορθόδοξη Εκκλησία απέρριψε το παπικό δόγμα της Α´ Βατικάνειας Συνόδου (1870) που εδογμάτισε ότι ο Πάπας είναι η αλάθητη κεφαλή της Εκκλησίας, τη μεγάλη αίρεση για το αλάθητο του Πάπα.
Διαβάζουμε σχετικά στο εξαιρετικό άρθρο του ομότιμου καθηγητή Πατρολογίας της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., πρωτοπρ. Θεοδώρου Ζήση, με τίτλο «Διαστρέφουν την Διδασκαλία της Εκκλησίας ο Μητροπολίτης της Φλώρινας και άλλοι» (Δεκέμβριος 2024) [3]:
«Οὔτε οἱ ἐπίσκοποι οὔτε οἱ σύνοδοι εἶναι ἀλάθητοι. Ἡ Ἐκκλησία ὡς σύνολο κλήρου καί λαοῦ εἶναι ἀλάθητη, γιατί ἀλάθητη εἶναι ἡ κεφαλή της, ὁ Χριστός, πού εἶναι ἡ αὐτοαλήθεια, καί ἀλάθητο εἶναι τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἡ ψυχή τῆς Ἐκκλησίας, πού τήν καθοδηγεῖ «εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν», «τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας». Ἡ Ἐκκλησία εἶναι «στῦλος καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας»17. Ἑπομένως ἀλάθητη εἶναι ἡ κοινή συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή πάντες οἱ κληρικοί καί οἱ λαϊκοί ὅλων τῶν αἰώνων, τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, τό ὁποῖο μόνον λογίζεται στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς ἀλάθητο. Αὐτό ἔγραψαν τό 1848 οἱ Ὀρθόδοξοι Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς ἀπαντώντας στόν πάπα Πίο Θ´: «Παρ᾽ ἡμῖν οὔτε Πατριάρχαι, οὔτε Σύνοδοι ἠδυνήθησαν ποτε εἰσαγαγεῖν νέα, διότι ὁ ὑπερασπιστής τῆς θρησκείας ἐστίν αὐτό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι αὐτός ὁ λαός, ὅστις ἐθέλει τό θρήσκευμα αὐτοῦ αἰωνίως ἀμετάβλητον καί ὁμοειδές τῷ τῶν πατέρων αὐτοῦ»18. Γι᾽ αὐτό καί ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀπέρριψε τό παπικό δόγμα τῆς Α´ Βατικάνειας Συνόδου (1870), πού ἐδογμάτισε ὅτι ὁ πάπας εἶναι ἡ ἀλάθητη κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, τήν μεγάλη αἵρεση γιά τό ἀλάθητο τοῦ πάπα, καί θά ἀπορρίπτει ὅποιον πατριάρχη, ἐπίσκοπο, σύνοδο ἐμφανίζεται ὡς ἀλάθητος. Ὕψιστη αὐθεντία εἶναι ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία· οὔτε οἱ ἐπίσκοποι μόνοι, μολονότι κατέχουν διακεκριμένη θέση στήν Ἐκκλησία, οὔτε ὁ κλῆρος γενικῶς, ἄν καί εἶναι ἐκλεκτό μέρος τῆς Ἐκκλησίας, οὔτε οἱ λαϊκοί μόνοι· ὅλοι οἱ ἀνωτέρω εἶναι τμήματα μόνον τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας καί ὄχι ὁλόκληρο τό σῶμα. Γι᾽ αὐτό καί τό καθένα ἀπό τά τμήματα αὐτά μόνο του δέν θεωρεῖται ὅτι εἶναι ἐγγύηση γιά τήν ἀλήθεια19. Τήν ἀλήθεια τήν ἐγγυῶνται ἡ κεφαλή της, ὁ Χριστός, καί ἡ ψυχή της, τό Ἅγιο Πνεῦμα, πού ἐνεργοῦν ὄχι μόνον διά τῶν ἐπισκόπων, ἀλλά καί δι᾽ ἄλλων μελῶν τοῦ σώματος, πού ἐκφράζουν καί ὅταν ἐκφράζουν τήν διαχρονική ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας».
[…]
«Ὁ Χριστός καί ἡ Ἐκκλησία του ὑπάρχουν ἐκεῖ πού ὑπάρχει ἡ ἀλήθεια καί ὄχι ἐκεῖ πού ὑπάρχει ἡ αἵρεση καί ἡ πλάνη. Ὅσοι εἶναι μέ τήν ἀλήθεια εἶναι μέσα στήν Ἐκκλησία, ὅσοι εἶναι μέ τήν αἵρεση εἶναι ἐκτός Ἐκκλησίας. Τό ἐκφράζει αὐτό ἄριστα ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς ἀκολουθώντας τήν προηγούμενη Πατερική Παράδοση, ἰδιαίτερα τόν Ἅγιο Μάξιμο, τόν ἐπαξίως καί ἁρμοζόντως ὀνομασθέντα Ὁμολογητή. Ἀμφότεροι εἶχαν ἀποτειχισθῆ, εἶχαν διακόψει τήν κοινωνία μέ τούς αἱρετικούς ἐπισκόπους τῆς ἐποχῆς τους, ὁ Ἅγιος Μάξιμος μέ τούς Μονοθελῆτες καί ὁ Ἅγιος Γρηγόριος μέ τούς Βαρλααμίτες».
Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς περί του αλαθήτου του Πάπα: «Tὸ δόγμα αὐτὸ εἶναι ἡ αἵρεση τῶν αἱρέσων, μία ἄνευ προηγουμένου ἀνταρσία κατὰ τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ»
Ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, αρχιμανδρίτης και καθηγητής της Δογματικής στη Θεολογική Σχολή του Βελιγραδίου, ακολουθώντας τους μεγάλους αντιπαπικούς Αγίους της Ορθοδόξου Εκκλησίας, εξέφρασε με ακαταμάχητα επιχειρήματα την παντελή αλλοτρίωση του Παπισμού από τις ευαγγελικές αλήθειες, ουσιαστικώς την διαστροφή του Ευαγγελίου.
Καταδικάζοντας μία μόνο από τις αμέτρητες κακοδοξίες των Λατίνων, το «αλάθητο» του πάπα, το χαρακτήριζε όχι μόνο ως αίρεση, αλλά ως μια αίρεση των αιρέσεων, μία άνευ προηγουμένου ανταρσία κατά του Θεανθρώπου Χριστοῦ.
Διότι καμμία αίρεση δεν εξεγέρθηκε τόσο ριζοσπαστικά καί τόσο ολοκληρωτικά κατά του Θεανθρώπου Χριστού και της Εκκλησίας Του, όπως έπραξε ο παπισμός διά του δόγματος περί του αλαθήτου του πάπα-ἀνθρώπου:
Διαβάζουμε στο βιβλίο του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς «Άνθρωπος και Θεάνθρωπος» (κεφ. «Σκέψεις περί του «αλαθήτου» του Ευρωπαίου ανθρώπου», σελ. 145) [4]:
«9. Τὸ ἀλάθητο εἶναι φυσικό θεανθρώπινο ἰδίωμα καὶ φυσικὴ θεανθρώπινη λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας ὡς Θεανθρωπίνου Σώματος τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου αἰώνια Κεφαλὴ εἶναι ἡ ἡ Ἀλήθεια, ἡ Παναλήθεια, ἡ Δευτέρα Ὑπόσταση τῆς Ὑπεραγίας Τριάδος, ὁ Θεάνθρωπος Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. Διὰ τοῦ δόγματος περὶ τοῦ ἀλαθήτου τοῦ πάπα, στὴν πραγματικότητα ὁ πάπας ἀνακηρύχθηκε σὲ Ἐκκλησία καὶ ὁ πάπας-ἄνθρωπος κατέλαβε τὴν θέση τοῦ Θεανθρώπου. Αὐτὸς εἶναι ὁ τελικός θρίαμβος τοῦ ουμανισμοῦ, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ «ὁ δεύτερος θάνατος» τοῦ παπισμοῦ, μέσῳ δὲ αὐτοῦ καὶ μετ᾿ αὐτοῦ καὶ τοῦ κάθε οὑμανισμοῦ. Ὅμως, κατὰ τὴν Ἀληθινὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία ἀπὸ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ ὑπάρχει στὸν ἐπίγειο κόσμο μας ὡς θεανθρώπινο σώμα, τὸ δόγμα περὶ τοῦ ἀλαθήτου τοῦ πάπα εἶναι ὄχι μόνο αἵρεση, ἀλλὰ παναίρεση. Διότι καμμία αἵρεση δὲν ἐξεγέρθηκε τόσο ριζοσπαστικὰ καὶ τόσο ὁλοκληρωτικὰ κατὰ τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας Του, ὅπως ἔπραξε τοῦτο ὁ παπισμὸς διὰ τοῦ δόγματος περὶ τοῦ ἀλαθήτου τοῦ πάπα-ἀνθρώπου. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία· τὸ δόγμα αὐτὸ εἶναι ἡ αἵρεση τῶν αἱρέσων, μία ἄνευ προηγουμένου ἀνταρσία κατὰ τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ. Τὸ δόγμα αὐτὸ εἶναι, φεῦ, ἡ πλέον φρικτή ἐξορία τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὴν γῆ· νέα προδοσία τοῦ Χριστοῦ· νέα σταύρωση τοῦ Κυρίου, ὄχι μόνο πάνω στὸν ξύλινο ἀλλὰ καὶ στὸν χρυσό σταυρὸ τοῦ παπικοῦ οὑμανισμοῦ. Καὶ ταῦτα πάντα εἶναι κόλαση, κόλαση γιὰ τὸ ἄθλιο γήινο ὄν, ποὺ λέγεται ἄνθρωπος».
Το μονοπάτι της απώλειας χαράσσεται από εκκλησιαστικούς άρχοντες μεταπατερικών συγκρητιστικών κέντρων μέσω των διαλόγων της «αγάπης», από τους οποίους απουσιάζει η Αλήθεια της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.
Η θέση Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς περί του αλαθήτου του Πάπα είναι ξεκάθαρη, ακόλουθη της διδασκαλίας των Αγίων Πατέρων της Ορθόδοξης Εκκλησίας: «Τὸ δόγμα περὶ τοῦ ἀλαθήτου τοῦ πάπα εἶναι ὄχι μόνο αἵρεση, ἀλλὰ παναίρεση».
- [1] https://www.orthodoxtimes.gr
- [2] https://www.impantokratoros.gr
- [3] https://katanixi.gr
- [4] Αγίου Ιουστίνου του Τσέλιε [Πόποβιτς], Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, Γ’ Έκδοση, σ. 145
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου