Σάββατο 29 Αυγούστου 2026

Όταν η Μόσχα γίνεται «μέτρο Ορθοδοξίας»

Η ελληνική Ορθοδοξία απέναντι στη γοητεία της Μόσχας – Από την αδελφοσύνη των λαών στη γεωπολιτική ταύτιση

 

 

Υπάρχει μια λέξη που χρησιμοποιείται πολύ εύκολα στον σύγχρονο εκκλησιαστικό λόγο: «Ορθοδοξία».

Και υπάρχει ένας ακόμη ευκολότερος τρόπος να χρησιμοποιηθεί: να τοποθετηθεί δίπλα σε μια εθνική, πολιτική ή γεωπολιτική ταυτότητα και να παρουσιαστεί ως φυσική προέκτασή της.

Έτσι δημιουργούνται σχήματα που ακούγονται ελκυστικά, αλλά είναι θεολογικά επικίνδυνα: «Ρωσία και Ορθοδοξία». «Ρωσικός λαός και Ορθόδοξη πίστη». «Μόσχα και υπεράσπιση της παραδόσεως». «Δύση και αποστασία». «Ουκρανία και δυτική επιβολή». «Κωνσταντινούπολη και αμερικανική επιρροή».

Το πρόβλημα δεν είναι ότι κάποιος αγαπά τη Ρωσία. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η αγάπη προς τη Ρωσία μετατρέπεται σε εκκλησιολογικό κριτήριο.

Και γίνεται ακόμη σοβαρότερο όταν η γεωπολιτική της Μόσχας παρουσιάζεται περίπου ως υπεράσπιση της Ορθοδοξίας, ενώ όποιος διαφωνεί με αυτήν εμφανίζεται ως άνθρωπος της «Δύσης», της «παγκοσμιοποίησης» ή κάποιας ξένης επιρροής.

Ακριβώς εδώ πρέπει να τοποθετηθεί η δημόσια συζήτηση γύρω από τον Μητροπολίτη Κερκύρας κ. Νεκτάριο. Όχι σε επίπεδο προσωπικής αντιπαράθεσης. Αλλά σε επίπεδο εκκλησιολογίας.

Διότι το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν ένας Ιεράρχης αγαπά τη Ρωσία. Το κρίσιμο ερώτημα είναι: Μπορεί η Ρωσία να γίνει το γεωπολιτικό μέτρο με το οποίο μετράμε την Ορθοδοξία;

Η απάντηση πρέπει να είναι κατηγορηματική: Όχι.


Το πρόβλημα δεν είναι η Μόσχα. Είναι η «Μόσχα ως Εκκλησία»


Ας ξεκαθαρίσουμε εξαρχής κάτι που συχνά σκοπίμως συγχέεται. Οι Έλληνες Ορθόδοξοι έχουν κάθε λόγο να αγαπούν τον ρωσικό λαό. Έχουν κάθε λόγο να σέβονται τη Ρωσική Εκκλησία. Έχουν κάθε λόγο να τιμούν τους Ρώσους Αγίους. Έχουν κάθε λόγο να θυμούνται την ιστορική συμβολή της Ρωσίας στον ορθόδοξο κόσμο. Έχουν κάθε λόγο να επιθυμούν ειρήνη και επικοινωνία με τη Ρωσία.

Αλλά κανένα από αυτά δεν σημαίνει ότι οφείλουν να αποδέχονται τη γεωπολιτική ιδεολογία του ρωσικού κράτους. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η κρίσιμη διάκριση. Άλλο Ρώσος και άλλο ρωσικό κράτος. Άλλο Ρωσική Εκκλησία και άλλο η πολιτική χρήση της Εκκλησίας από το κράτος. Άλλο η ορθόδοξη παράδοση και άλλο η ιδεολογία του «Ρωσικού Κόσμου».

Όποιος δεν κάνει αυτές τις διακρίσεις, καταλήγει αναπόφευκτα σε μια πολιτικοποιημένη θεολογία.


Τι είναι πραγματικά το «Russkiy Mir»


Εδώ βρίσκεται η καρδιά του προβλήματος. Ο όρος Russkiy Mir — «Ρωσικός Κόσμος» δεν είναι απλώς ένας ποιητικός τρόπος για να περιγράψει κανείς τη ρωσική γλώσσα και τον ρωσικό πολιτισμό.

Ο ίδιος ο Πατριάρχης Μόσχας Κύριλλος έχει χρησιμοποιήσει τον όρο για να περιγράψει έναν ευρύτερο πολιτισμικό και πνευματικό χώρο που υπερβαίνει τα σύνορα της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Σε συνέντευξή του το 2009, το Πατριαρχείο Μόσχας παρουσίαζε τον «Ρωσικό Κόσμο» ως έναν κόσμο που προέρχεται από το κοινό βάπτισμα του Κιέβου και υπάρχει στο επίπεδο της πίστης, της πνευματικότητας, της διανόησης και του πολιτισμού.

Σε άλλη επίσημη εκκλησιαστική διατύπωση, η «Holy Rus’» («Αγία Ρωσία») παρουσιάστηκε ως πνευματικός και πολιτιστικός χώρος με κέντρο και καρδιά το Κίεβο, ενώ ο Πατριάρχης Μόσχας εμφανίστηκε ως ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας που ενώνει τους λαούς αυτού του «Ρωσικού Κόσμου».

Αυτό έχει τεράστια σημασία. Διότι εάν ένας «πνευματικός κόσμος» περιλαμβάνει εδάφη άλλων κυρίαρχων κρατών, εάν συνδέεται με έναν συγκεκριμένο πολιτικό και εκκλησιαστικό χώρο και εάν η Μόσχα θεωρεί τον εαυτό της ως φυσικό κέντρο αυτού του κόσμου, τότε δεν μιλάμε πλέον απλώς για πολιτισμό. Μιλάμε για γεωπολιτική επεκτατική αντίληψη με θρησκευτικό περίβλημα. Και αυτή είναι ακριβώς η παγίδα.


Η Ορθοδοξία δεν έχει «πολιτισμικό κέντρο» τη Μόσχα


Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι πολιτισμική αυτοκρατορία. Δεν υπάρχει στην Εκκλησία η έννοια ενός κράτους που αποκτά πνευματική κυριαρχία επειδή έχει περισσότερους Ορθοδόξους.

Η Ρωσία είναι μεγάλη. Αλλά το μέγεθος δεν δημιουργεί εκκλησιαστική ηγεμονία. Η Ορθοδοξία δεν λειτουργεί με το δόγμα: «Ο μεγαλύτερος Ορθόδοξος λαός είναι και ο φυσικός προστάτης όλων των Ορθοδόξων». Αυτό δεν είναι εκκλησιολογία. Είναι γεωπολιτική.

Και όταν η γεωπολιτική αυτή επενδύεται με θεολογικό λεξιλόγιο, αποκτά ακόμη μεγαλύτερη δύναμη — αλλά και μεγαλύτερο κίνδυνο. Γιατί ο πιστός αρχίζει να πιστεύει ότι η υπεράσπιση μιας συγκεκριμένης κρατικής πολιτικής αποτελεί περίπου ομολογία πίστεως. Δεν είναι.


Από τον «Ρωσικό Κόσμο» στον εθνοφυλετισμό


Το πρόβλημα γίνεται ακόμη βαθύτερο όταν η Εκκλησία ταυτίζεται με μια συγκεκριμένη εθνική και πολιτισμική ταυτότητα. Η ιστορία της Ορθοδοξίας είναι απολύτως σαφής: η Εκκλησία δεν οργανώνεται με βάση το έθνος.

Ο εθνοφυλετισμός καταδικάστηκε από την Τοπική Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως το 1872. Και υπάρχει λόγος. Γιατί εάν το έθνος γίνει το θεμέλιο της εκκλησιαστικής ταυτότητας, τότε η Εκκλησία παύει να είναι καθολική. Γίνεται εθνική.

Και εάν κάθε έθνος δημιουργεί τη δική του «ιερή γεωγραφία», τότε πολύ σύντομα η Εκκλησία παύει να είναι το Σώμα του Χριστού και μετατρέπεται σε πνευματικό εξάρτημα του έθνους.

Ακριβώς αυτή την αντίφαση ανέδειξε το 2022 η διεθνής ορθόδοξη θεολογική διακήρυξη εναντίον της ιδεολογίας του «Ρωσικού Κόσμου», επισημαίνοντας ότι η σύνδεση Ορθοδοξίας, έθνους και πολιτισμικής αυτοκρατορίας οδηγεί σε μια μορφή εθνοφυλετισμού ασύμβατη με την καθολικότητα της Εκκλησίας.

Το θέμα λοιπόν δεν είναι αν μας αρέσει ή δεν μας αρέσει η Ρωσία. Το θέμα είναι πολύ σοβαρότερο: Θέλουμε μια Ορθοδοξία που υπερβαίνει τα έθνη ή μια Ορθοδοξία που εγκλωβίζεται μέσα σε έναν τάχα «ιερό» πολιτισμικό χώρο;


Η Ουκρανία είναι το σημείο όπου αποκαλύπτεται όλη η αντίφαση


Για δεκαετίες, η Μόσχα παρουσίαζε την Ουκρανία ως αναπόσπαστο τμήμα του ιστορικού και εκκλησιαστικού της χώρου. Ο ίδιος ο λόγος περί «Ρωσικού Κόσμου» περιλαμβάνει την Ουκρανία στον ευρύτερο πολιτισμικό και πνευματικό αυτό χώρο.

Και εδώ προκύπτει το αποφασιστικό ερώτημα: Πού τελειώνει η εκκλησιαστική κοινωνία και πού αρχίζει η γεωπολιτική διεκδίκηση;

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ότι η Ουκρανία ανήκει «φυσικά» στη Ρωσία επειδή βαπτίστηκε ο Βλαδίμηρος στο Κίεβο. Γιατί με την ίδια λογική θα μπορούσαμε να πούμε ότι όλη η Ευρώπη ανήκει σε κάποια ιστορική αυτοκρατορία επειδή κάποτε υπήρξε τμήμα της.

Η ιστορία δεν ακυρώνει την πολιτική κυριαρχία των σύγχρονων λαών. Και η κοινή βάπτιση δεν δημιουργεί δικαίωμα πολιτικής ιδιοκτησίας.

Η Εκκλησία μπορεί να μοιράζεται κοινή ιστορία. Τα κράτη όμως έχουν σύνορα. Και οι λαοί έχουν δικαίωμα στην ελευθερία τους.


Ο Τόμος της Αυτοκεφαλίας δεν είναι «αμερικανικό σχέδιο»


Εδώ πρέπει να μπει τέλος σε μία από τις πιο επίμονες μυθολογίες.

Η Αυτοκεφαλία της Εκκλησίας της Ουκρανίας δεν είναι αμερικανικό κρατικό πρόγραμμα. Δεν είναι δημιούργημα του ΝΑΤΟ. Δεν είναι δημιούργημα της CIA. Δεν είναι «δυτική εκκλησία».

Υπάρχει ένα συγκεκριμένο εκκλησιαστικό κείμενο: ο Πατριαρχικός και Συνοδικός Τόμος της 6ης Ιανουαρίου 2019Στον Τόμο, το Οικουμενικό Πατριαρχείο διακηρύσσει την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας ως αυτοκέφαλη, ανεξάρτητη και αυτοδιοίκητη, εντός των πολιτικών συνόρων του κυρίαρχου κράτους της Ουκρανίας.

Μπορεί κάποιος να διαφωνεί με την κανονική ερμηνεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Μπορεί να διαφωνεί με την ίδια την απόφαση. Μπορεί να υποστηρίζει ότι η διαδικασία έπρεπε να γίνει διαφορετικά.

Αλλά τότε οφείλει να αντιπαρατεθεί – με ισχυρά και βάσιμα εκκλησιολογικά, θεολογικά, κανονικά και ιστορικά επιχειρήματα – με τον Τόμο, με τους Ιερούς Κανόνες, με την εκκλησιαστική ιστορία και με τις σχετικές συνοδικές αποφάσεις. Όχι με την CIA.


Η Εκκλησία της Ελλάδος δεν χρειάζεται «άδεια» από τη Μόσχα


Και εδώ βρίσκεται ένα ακόμη βαθύτερο ζήτημα. Η Εκκλησία της Ελλάδος έχει τη δική της συνοδική ζωή. Η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας έλαβε θέση για την Ουκρανία. Η απόφαση αυτή μπορεί να συζητηθεί θεολογικά. Μπορεί να κριθεί. Μπορεί να αμφισβητηθεί. Αλλά δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται σαν περίπου παράνομη πράξη επειδή δεν συμφωνεί με τη Μόσχα.

Αυτό θα οδηγούσε σε μια παράλογη εκκλησιολογική αρχή: ότι κάθε τοπική Εκκλησία πρέπει να λαμβάνει τις αποφάσεις της με βάση το εάν συμφωνεί μαζί της η Ρωσική Εκκλησία. Αυτό δεν είναι συνοδικότητα. Είναι έμμεση αναγνώριση πρωτείου της Μόσχας. Και αυτό ακριβώς πρέπει να ειπωθεί καθαρά.


Το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν είναι «δυτικός πράκτορας»


Ένα από τα πιο εύκολα τεχνάσματα της φιλορωσικής ρητορικής είναι να μετατρέπεται κάθε διαφωνία με τη Μόσχα σε απόδειξη «δυτικής επιρροής». Έτσι, εάν το Οικουμενικό Πατριαρχείο λαμβάνει μια απόφαση που δεν αρέσει στη Μόσχα, η απάντηση δεν είναι να συζητηθεί η κανονικότητα της απόφασης. Η απάντηση είναι: «Το κάνει η Αμερική».

Αυτό όμως δεν είναι εκκλησιολογική επιχειρηματολογία. Είναι πολιτική υποψία. Και μάλιστα υποψία που λειτουργεί επιλεκτικά. Διότι η ίδια λογική θα μπορούσε να εφαρμοστεί σε κάθε ρωσική διπλωματική ή εκκλησιαστική παρέμβαση.

Όμως δεν την εφαρμόζουν. Γιατί; Επειδή το αποτέλεσμα έχει ήδη αποφασιστεί. Η Δύση θεωρείται εκ προοιμίου ύποπτη. Η Μόσχα εκ προοιμίου αθώα. Αυτό δεν είναι αντικειμενικότητα. Είναι ιδεολογική προδιάθεση.


Η Ρωσική Εκκλησία και η πολιτική του Πατριάρχη Κυρίλλου


Εδώ όμως υπάρχει ένα ζήτημα που δεν μπορεί να αποσιωπάται. Ο Πατριάρχης Μόσχας Κύριλλος δεν περιορίστηκε σε μια έκκληση για ειρήνη.

Η δημόσια στάση της ηγεσίας της Ρωσικής Εκκλησίας απέναντι στον πόλεμο έχει αποτελέσει αντικείμενο σοβαρής διεθνούς κριτικής, ακριβώς επειδή η εκκλησιαστική ρητορική συχνά συνέκλινε με την κρατική αφήγηση για τη σύγκρουση. Αναλύσεις της ρωσικής εκκλησιαστικής πολιτικής έχουν επισημάνει ότι ο Πατριάρχης Κύριλλος έχει συνδέσει τη Ρωσική Εκκλησία με το πολιτικό καθεστώς και με την ιδέα της διατήρησης ενός ευρύτερου ρωσικού εκκλησιαστικού χώρου.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε Ρώσος κληρικός συμφωνεί. Δεν σημαίνει ότι κάθε Ρώσος πιστός στηρίζει τον πόλεμο. Δεν σημαίνει ότι η Ρωσική Εκκλησία μπορεί να ταυτιστεί συλλήβδην με το Κρεμλίνο.

Σημαίνει όμως ότι η επίσημη εκκλησιαστική ηγεσία της Μόσχας έχει λάβει συγκεκριμένες πολιτικο-θεολογικές θέσεις, τις οποίες κανείς δεν δικαιούται να παρουσιάζει ως ουδέτερη και καθαρά πνευματική πραγματικότητα. Και εδώ ακριβώς πρέπει να υπάρχει κριτική σκέψη.


Η μεγάλη αντιστροφή – διαστροφή: «η Ρωσία αμύνεται»


Ένα από τα βασικά στοιχεία της φιλορωσικής αφήγησης είναι η αντιστροφή του σχήματος του πολέμου. Η Ρωσία παρουσιάζεται ως δύναμη που «αμύνεται» απέναντι στη Δύση. Η Ουκρανία παρουσιάζεται ως πεδίο ενός ευρύτερου πολέμου. Το ΝΑΤΟ παρουσιάζεται ως ο πραγματικός αντίπαλος. Η Ρωσία εμφανίζεται ως περικυκλωμένη. Και η εισβολή μετατρέπεται από πράξη συγκεκριμένου κράτους εναντίον άλλου κράτους σε περίπου αναπόφευκτη απάντηση μιας «πολιτισμικής Ρωσίας».

Αυτό όμως έχει ένα τεράστιο πρόβλημα: εξαφανίζει την Ουκρανία.

Ο ΟΗΕ καταδίκασε την επίθεση της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας με 141 ψήφους υπέρ, 5 κατά και 35 αποχές. Δεν χρειάζεται να συμφωνεί κανείς με όλες τις πολιτικές του ΟΗΕ. Αλλά όταν 141 κράτη ψηφίζουν υπέρ ενός ψηφίσματος που καταδικάζει την επιθετικότητα, δεν μπορεί η πραγματικότητα να περιγράφεται απλώς ως «ΝΑΤΟ εναντίον Ρωσίας».

Υπάρχει ένα κράτος που δέχθηκε επίθεση. Υπάρχει ένας λαός που υφίσταται πόλεμο. Υπάρχουν εκατομμύρια άνθρωποι που εκτοπίστηκαν. Και υπάρχουν χιλιάδες νεκροί. Η Εκκλησία οφείλει να βλέπει πρώτα τον άνθρωπο. Όχι τον χάρτη της όποιας αυτοκρατορίας.


Η «Νέα Ρωσία» δεν είναι θεολογική έννοια


Εδώ η γλώσσα γίνεται ακόμη πιο αποκαλυπτική. Όταν γίνεται λόγος για μελλοντική ρωσική επέκταση, για Οδησσό, Χάρκοβο, Ζαπορίζια ή για μια «Νέα Ρωσία», δεν μιλάμε για εκκλησιαστική γεωγραφία. Μιλάμε για γεωπολιτικό σχέδιο.

Και η Εκκλησία δεν μπορεί να προσδίδει πνευματική νομιμοποίηση σε τέτοιες αντιλήψεις. Γιατί τότε συμβαίνει κάτι εξαιρετικά επικίνδυνο: Η εδαφική επέκταση βαφτίζεται «αποκατάσταση». Η αυτοκρατορική νοσταλγία βαφτίζεται «παράδοση». Η γεωπολιτική διεκδίκηση βαφτίζεται «υπεράσπιση της Ορθοδοξίας». Και η αντίσταση σε όλα αυτά βαφτίζεται «αντιρωσισμός».

Αυτό είναι το τέλειο σχήμα μιας πολιτικοποιημένης θεολογίας. Και πρέπει να απορριφθεί.


Ο Άγιος Σπυρίδων δεν είναι «ρωσικό γεωπολιτικό σύμβολο»


Εδώ επιστρέφουμε στον Άγιο Σπυρίδωνα. Ο Άγιος Σπυρίδων είναι ένας από τους πιο αγαπητούς Αγίους της Ορθοδοξίας. Οι Ρώσοι τον αγαπούν. Οι Έλληνες τον αγαπούν. Οι Κύπριοι τον αγαπούν. Οι Σέρβοι τον αγαπούν. Οι Ρουμάνοι τον αγαπούν. Οι Ορθόδοξοι σε ολόκληρο τον κόσμο τον τιμούν.

Ακριβώς γι’ αυτό δεν μπορεί να γίνει σύμβολο μιας συγκεκριμένης γεωπολιτικής παράταξης. Ο Άγιος δεν είναι ούτε Ανατολή ούτε Δύση. Δεν είναι Ρωσία ούτε Ελλάδα. Δεν είναι ΝΑΤΟ ούτε BRICS. Είναι Άγιος της Εκκλησίας.

Και η μεταφορά του λειψάνου του στη Ρωσία δεν μπορεί να γίνεται εκκλησιαστικό άλλοθι για μια γεωπολιτική επιλογή. Το λείψανο του Αγίου δεν είναι διπλωματικό διαβατήριο. Και η αγιότητα δεν επιβεβαιώνει σύνορα ούτε παραχαράσσει την ιστορία.


Το παράδοξο της «αντιδυτικής Ορθοδοξίας»


Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αντίφαση. Οι φιλορωσικοί κύκλοι κατηγορούν τη Δύση ότι εργαλειοποιεί την Εκκλησία. Αλλά τότε ακριβώς πρέπει να εφαρμοστεί το ίδιο μέτρο και στη Μόσχα.

Εάν είναι απαράδεκτο να χρησιμοποιείται η Εκκλησία για να υπηρετήσει την αμερικανική εξωτερική πολιτική, είναι εξίσου απαράδεκτο να χρησιμοποιείται για να υπηρετήσει τη ρωσική.

Εάν είναι απαράδεκτο να μετατρέπεται η πίστη σε ιδεολογικό όπλο της Δύσης, είναι εξίσου απαράδεκτο να μετατρέπεται σε ιδεολογικό όπλο της Ρωσίας.

Εάν καταδικάζουμε τον δυτικό πολιτισμικό ιμπεριαλισμό, πρέπει να καταδικάζουμε και τον ρωσικό.

Εάν καταγγέλλουμε την αμερικανική προπαγάνδα, πρέπει να μπορούμε να καταγγείλουμε και τη ρωσική.

Αλλιώς δεν υπερασπιζόμαστε την Εκκλησία. Υπερασπιζόμαστε μια πλευρά σε έναν πόλεμο ανάμεσα σε επίγειες υπερδυνάμεις που δεν έχει καμία σχέση με την αιωνιότητα και την Βασιλεία του Θεού.


Η Ορθοδοξία δεν είναι αντιδυτικισμός


Αυτό πρέπει να ειπωθεί ιδιαίτερα καθαρά στην Ελλάδα. Η Ελλάδα ανήκει ιστορικά, πολιτικά και θεσμικά στην Ευρώπη. Αυτό δεν την κάνει λιγότερο Ορθόδοξη.

Η Κύπρος ανήκει στην Ευρωπαϊκή Ένωση και είναι βαθύτατα ορθόδοξη. Η Ρουμανία ανήκει στην Ευρωπαϊκή Ένωση και είναι ορθόδοξη. Η Βουλγαρία ανήκει στην Ευρωπαϊκή Ένωση και είναι ορθόδοξη. Η Ελλάδα είναι μέλος του ΝΑΤΟ και ταυτόχρονα η έδρα μιας από τις παλαιότερες αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες.

Άρα η αντίθεση «Ορθοδοξία ή Δύση» είναι ψευδής. Η πραγματική αντίθεση είναι: Χριστός ή ιδεολογία. Και η ιδεολογία μπορεί να φοράει εξίσου δυτικό ή ρωσικό κοστούμι.


Η πιο επικίνδυνη φράση: «Εμείς και οι Ρώσοι»


Κάπου εδώ πρέπει να σταματήσει και μια άλλη συνήθεια. Η συνεχής χρήση του «εμείς και οι Ρώσοι» σαν να αποτελεί η ορθόδοξη πίστη κοινή εθνικοπολιτική ταυτότητα.

Δεν είμαστε «Ρώσοι». Είμαστε Έλληνες Ορθόδοξοι. Και οι Ρώσοι είναι Ρώσοι Ορθόδοξοι. Και οι Ουκρανοί είναι Ουκρανοί Ορθόδοξοι. Και οι Σέρβοι είναι Σέρβοι Ορθόδοξοι. Και οι Ρουμάνοι είναι Ρουμάνοι Ορθόδοξοι. Και όλοι είμαστε μέλη της μίας Εκκλησίας.

Αυτό είναι το μεγαλείο της Ορθοδοξίας. Δεν χρειάζεται να γίνουμε «Ρωσικός Κόσμος» για να είμαστε Ορθόδοξοι.


Η Εκκλησία πρέπει να μπορεί να πει «όχι» και στη Μόσχα


Αυτή είναι ίσως η πιο δύσκολη δοκιμασία. Εάν ένας Έλληνας Ορθόδοξος μπορεί να πει: «Όχι στην αμερικανική πολιτική», αλλά δεν μπορεί να πει: «Όχι στη ρωσική πολιτική», τότε δεν έχει απαλλαγεί από την πολιτική εργαλειοποίηση. Απλώς άλλαξε στρατόπεδο.

Η ελευθερία της Εκκλησίας απαιτεί να μπορεί να πει: όχι στην Ουάσιγκτον, όχι στις Βρυξέλλες, όχι στη Μόσχα, όχι σε κάθε πολιτική δύναμη όταν αυτή επιχειρεί να χρησιμοποιήσει την πίστη.

Αυτό είναι πραγματική εκκλησιαστική ανεξαρτησία. Όχι η μετακίνηση από τη μία εξάρτηση στην άλλη.


Και εδώ βρίσκεται η ευθύνη του Ιεράρχη


Όταν οι δημόσιες τοποθετήσεις του Μητροπολίτη Κερκύρας υιοθετούνται ως «απόδειξη» ότι η Εκκλησία της Ελλάδος πρέπει να στραφεί προς τη Μόσχα, υπάρχει ευθύνη να αποσαφηνιστούν τα όρια.

Η προσωπική γεωπολιτική προτίμηση δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως «η ορθόδοξη θέση». Γιατί δεν υπάρχει μία «ορθόδοξη θέση» για το εάν ένα κράτος πρέπει να εξοπλίζει ένα άλλο, για το εάν πρέπει να υπάρχουν κυρώσεις ή για το εάν η Ευρώπη πρέπει να αυξήσει τις αμυντικές της δαπάνες.

Αυτά είναι πολιτικά ζητήματα. Η Εκκλησία έχει λόγο πάνω στις ηθικές τους διαστάσεις. Δεν έχει θεολογικό αλάθητο πάνω στη γεωπολιτική.

Υπάρχει μια πολύ απλή και απολύτως συνεπής θέση που θα μπορούσε να υιοθετήσει κάθε Ορθόδοξος Ιεράρχης: Να αγαπά τον ρωσικό λαό. Να αγαπά τον ουκρανικό λαό. Να σέβεται το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Να τιμά τη Ρωσική Εκκλησία. Να σέβεται την Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ουκρανίας. Να καταδικάζει τη ρωσική εισβολή. Να καταδικάζει τις επιθέσεις κατά αμάχων. Να καταδικάζει κάθε ρωσική αυθαιρεσία. Να προσεύχεται για την ειρήνη. Να μη μετατρέπει την Εκκλησία σε παράρτημα κανενός κράτους.

Αυτή η θέση δεν είναι ούτε φιλορωσική ούτε φιλοδυτική. Είναι εκκλησιαστική.


Το πραγματικό διακύβευμα


Γι’ αυτό η συζήτηση για τον Μητροπολίτη Κερκύρας δεν πρέπει να εγκλωβιστεί μόνο στο αν και γιατί «πήγε στη Μόσχα». Το πραγματικό διακύβευμα είναι εάν στην ελληνική Ορθοδοξία θα εγκατασταθεί μια αντίληψη σύμφωνα με την οποία η Ρωσία είναι δήθεν ο φυσικός προστάτης της Ορθοδοξίας, η Μόσχα είναι το κέντρο της «παραδοσιακής» χριστιανοσύνης, η Δύση είναι συλλήβδην εχθρική, η Ουκρανία είναι απλώς δυτικό εργαλείο, το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι ύποπτο επειδή δεν συμφωνεί με τη Μόσχα και η αντίσταση στη ρωσική γεωπολιτική ισοδυναμεί με απομάκρυνση από την Ορθοδοξία.

Εάν αυτή η αντίληψη επικρατήσει, τότε δεν θα έχουμε απλώς μια διαφορετική πολιτική άποψη. Θα έχουμε αλλοίωση της ίδιας της εκκλησιολογικής συνείδησης.


Η Ορθοδοξία δεν χρειάζεται «Τρίτη Ρώμη»


Η Εκκλησία δεν χρειάζεται αυτοκρατορικό κέντρο. Δεν χρειάζεται «Τρίτη Ρώμη». Δεν χρειάζεται πολιτικό προστάτη. Δεν χρειάζεται γεωπολιτική ομπρέλα. Δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι είναι «αντιδυτική» για να είναι παραδοσιακή. Και κυρίως: δεν χρειάζεται να μισήσει τη Δύση για να αγαπήσει την Ανατολή.

Η Ορθοδοξία δεν είναι πολιτισμικός εθνικισμός. Είναι το Σώμα του Χριστού. Και ο Χριστός δεν είπε: «Πορευθέντες μαθητεύσατε το ρωσικό έθνος». Είπε: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη». Όλα τα έθνη. Όχι ένα.


Η Ρωσία δεν είναι η Εκκλησία


Η Ελλάδα μπορεί να αγαπά τη Ρωσία. Η Εκκλησία της Ελλάδος μπορεί να διατηρεί σχέσεις με τη Ρωσική Εκκλησία. Οι Έλληνες μπορούν να προσκυνούν τα ρωσικά μοναστήρια. Οι Ρώσοι μπορούν να προσκυνούν τον Άγιο Σπυρίδωνα στην Κέρκυρα. Όλα αυτά είναι όμορφα. Όλα αυτά είναι εκκλησιαστικά.

Αλλά υπάρχει ένα όριο που δεν πρέπει να περάσουμε. Η Ρωσία δεν είναι η Εκκλησία. Η Μόσχα δεν είναι το μέτρο της Ορθοδοξίας. Ο Πατριάρχης Μόσχας δεν είναι ο πνευματικός ηγεμόνας όλων των Ορθοδόξων. Η γεωπολιτική της Ρωσικής Ομοσπονδίας δεν είναι δόγμα. Το «Russkiy Mir» δεν είναι το Ευαγγέλιο. Η Ουκρανία δεν είναι ρωσική επειδή βαπτίστηκε ο Βλαδίμηρος στο Κίεβο. Και η Δύση δεν είναι ο διάβολος επειδή έχει εγκαταλείψει σε πολλά σημεία τη χριστιανική παράδοση.

Η Εκκλησία έχει την υποχρέωση να ασκεί κριτική και στις δύο πλευρές. Να στέκεται απέναντι στην υπέρμετρη εκκοσμίκευση όταν αυτή προσβάλλει τον άνθρωπο. Να στέκεται απέναντι στον εθνικισμό όταν αυτός θεοποιεί το έθνος. Να στέκεται απέναντι στον ιμπεριαλισμό όταν αυτός μετατρέπει τους λαούς σε πιόνια. Να στέκεται απέναντι στην εργαλειοποίηση της πίστης από οποιοδήποτε κράτος.

Και κυρίως να υπερασπίζεται τον άνθρωπο. Τον Έλληνα. Τον Ρώσο. Τον Ουκρανό. Τον Σέρβο. Τον Ρουμάνο. Τον κάθε άνθρωπο που φέρει μέσα του την εικόνα του Θεού.

Αυτό είναι το μέτρο της Εκκλησίας. Όχι η Μόσχα. Όχι η Ουάσιγκτον. Όχι οι Βρυξέλλες. Όχι το Κίεβο. Ο Χριστός.

Και όταν κάποιος επιχειρεί να μετατρέψει τη γεωπολιτική μιας ιμπεριαλιστικής δύναμης σε κριτήριο Ορθοδοξίας, η Εκκλησία οφείλει να απαντήσει με την ίδια καθαρότητα που απαντούσαν οι Πατέρες σε κάθε μορφή εκκοσμίκευσης της πίστεως: η Εκκλησία δεν υπάρχει για να ευλογεί τις αυτοκρατορίες. Οι αυτοκρατορίες υπάρχουν μέσα στην ιστορία. Η Εκκλησία υπάρχει για να μαρτυρεί την Βασιλεία του Θεού.

Και η Βασιλεία αυτή δεν έχει ούτε ρωσικά ούτε αμερικανικά ούτε ευρωπαϊκά σύνορα. «Οὐκ ἔστιν ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ βρῶσις καὶ πόσις ἀλλὰ δικαιοσύνη καὶ ἄσκησις, σὺν ἁγιασμῷ» (βλ. δοξαστικό αίνων Κυριακής Ε΄ Νηστειών).


ΠΗΓΗ: omologia.gr


https://exapsalmos.gr/otan-i-moscha-ginetai-metro-orthodoxias/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου