Ιστορική πραγματικότητα: Βάση της πολιτικής αναγνώρισης και δημιουργίας του ελληνικού κράτους (1823-33) υπήρξε η Συνθήκη της Ιεράς Συμμαχίας.

Η Συνθήκη υπογράφηκε μεταξύ Ρωσίας-Αυστρίας-Πρωσίας στο Παρίσι, το 1815, ανήμερα της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού, σύμφωνα με το ορθόδοξο ημερολόγιο. Ήταν μια πρόταση του τσάρου Αλέξανδρου Α΄, που υποβλήθηκε ένα χρόνο πριν, στη Βιέννη. Σύμφωνα μ’ αυτήν, οι ηγεμόνες έμμεσα ομολογούσαν ότι το παρισινό 1792 και κάθε μελλοντικός Βοναπάρτης θεωρείτο μια απονομιμοποιημένη πολιτική κατάσταση. Η πρόταση ουδόλως άρεσε στην Αυστρία και ακόμα περισσότερο στην Μ. Βρετανία. Σύμφωνα με τις πηγές, η δεύτερη σύστησε στην πρώτη να κάνει το χατίρι του τσάρου και να την υπογράψει.

Οι τρεις που αρχικά συνυπέγραψαν την Συνθήκη (Παρίσι, 14/26.9.1815). Όλοι οι προσχωρήσαντες ευρωπαίοι ηγέτες (πλην Μ. Βρετανίας) δέχονταν ότι η εξουσία τους ασκείται σύμφωνα με το πνεύμα του Ιησού Χριστού και ποτέ ενάντια. Το δέχονταν, είτε το πίστευαν, είτε όχι. Η Μ. Βρετανία ίδρυσε την Τετραπλή Συμμαχία ως αντίβαρο, αλλά μετείχε στις συνεδριάσεις της Ιεράς ως παρατηρητής.

Ενσαρκώνοντας τον Μ. Κωνσταντίνο και με τη σημαία των αγίων Κων/νου & Ελένης ο Υψηλάντης διακηρύσσει την Ελευθερία των Ελλήνων. Πέρα από τον τσάρο Αλέξανδρο που είχε ειδικούς λόγους να μην ομολογεί δημόσια αυτό που όλοι γνώριζαν, η Μ. Βρετανία προσποιήθηκε ότι δεν κατάλαβε το βασικό σημείο της κεντρικής προκήρυξης του Αλ. Υψηλάντη, δίνοντας βάρος στις πρώτες και τελευταίες γραμμές, όπου ο Υψηλάντης τηρούσε τις απαραίτητες ισορροπίες ως προς την κοραϊκή πλευρά της Επανάστασης. Μέχρι και σήμερα, η ιστορία τείνει να ξεχνά ότι ο μονόχειρ Υψηλάντης έχασε το χέρι του πολεμώντας τον Ναπολέοντα και υπερασπιζόμενος την Ιερά Συμμαχία, πριν αυτή υπογραφεί. Όσο για τη συνεργασία του με τον Καποδίστρια, αυτή είναι βέβαιη.
Συμπέρασμα: Το ελληνικό κράτος ιδρύθηκε, όταν μέλη της Ευρώπης αναγκάστηκαν να παραδεχθούν τον χριστιανικό χαρακτήρα της Επανάστασης και να την συνδράμουν ως μέλη μιας χριστιανικής συμμαχίας.*
Η δημιουργία του ελληνικού κράτους, του δεύτερου μετά την «εξαφανισθείσα» Επτάνησο Πολιτεία του 1800, ήταν ένα επίτευγμα του Ιωάννη Α. Καποδίστρια, ο οποίος από το 1811 συντόνισε προϋπάρχουσες και νέες ελληνικές δομές (κρυφές και φανερές), ανέθεσε την αρχηγία της Επανάστασης στον Αλέξανδρο Υψηλάντη και ηγήθηκε από το παρασκήνιο μέχρι την 2/4/1827.
Από το ~1750, το ελληνικό ζήτημα ήταν ένα διεθνές γεγονός εν εξελίξει. Ακόμα και μετά το 1800, όταν το ελληνικό ζήτημα μετατρεπόταν σε ζήτημα ελληνοφωνίας, ήταν διάχυτη η πεποίθηση ότι μια Ελληνική Επανάσταση είχε μόνον πολιτικό πρόβλημα, όχι στρατιωτικό. Το τεράστιο εμπόδιο που έπρεπε να ξεπεράσει, ήταν η ευρωπαϊκή αποδοχή (κρυφή και φανερή). Και η αποδοχή αυτή σκόνταφτε στην ταυτότητα των Ελλήνων, καθώς η ίδια η Ευρώπη πάλευε ήδη για τη δική της ταυτότητα. Η υπερπήδηση του εμποδίου θεμελιώθηκε με απίστευτους ελιγμούς, όταν το κλίμα στην Ευρώπη ήταν το πλέον κατάλληλο. Η ήττα του Ναπολέοντα (1813), έδινε τη δυνατότητα στον καποδιστριακό κύκλο να ξεπαγώσει το κεφάλαιο «Ρήγας» και να το εντάξει σε μια αγγλο-ρωσική συνεννόηση. Το 1814 η Επτάνησος ήταν πλέον μια χαμένη υπόθεση. Η Βρετανία δεν θα άφηνε για δεύτερη φορά να αποτελέσουν τα Επτάνησα το εφαλτήριο δημιουργίας ελληνικού κράτους, καθώς οι Επτανήσιοι αριστοκράτες το 1798 δήλωσαν ξεκάθαρα την προτίμησή τους μεταξύ παράδοσης και φιλελευθερισμού, απορρίπτοντας τον δεύτερο. Με τα Επτάνησα ενταφιασμένα, η ανάγκη μιας νέας εστίας έφερε στο προσκήνιο μια πόλη που δύσκολα θα απέρριπταν οι δυτικοί ως κέντρο ενός ελληνικού κράτους: την Αθήνα.

Το 1819 ο Καποδίστριας επαναλαμβάνει εμφατικά ό,τι είπαν και οι Επτανήσιοι το 1798: πυλώνας του κράτους μας θα γίνει η χριστιανική μας πίστη, όχι ο φιλελευθερισμός. Και φροντίζει, το κείμενο να έχει ημερομηνία 6 Απριλίου (Ανάσταση του 1819).
Ουσιαστικά, η Επανάσταση τερματίστηκε το 1823. Όλο το διπλωματικό μπλέξιμο που προκάλεσε ποταμούς αίματος σε μια υπόθεση που έπρεπε να λήξει το 1823, έγινε, επειδή τότε η Βρετανία, υποκριτικά και εξαναγκασμένα, βγήκε από την «ουδετερότητα» του Laybach και αναγνώρισε την ελληνική υπόθεση, την οποία είχε συνυπογράψει από το 1814 στο πλαίσιο «Φιλόμουσος Εταιρεία». Η Εταιρεία ήταν ένα ακόμα επίτευγμα του Καποδίστρια που κινήθηκε υπογείως στην Αθήνα και φανερά στη Βιέννη. Ο τσάρος Αλέξανδρος ήταν ο έτερος κρίκος του πολιτικού προβλήματος που άφησε τελείως ανεκμετάλλευτο το διάστημα 1823-25. Έτσι η Μ. Βρετανία «βοήθησε» τόσο, ώστε να απαιτηθεί αργότερα η δική της αποκλειστική βοήθεια, προκειμένου να καρπωθεί εκείνη ολόκληρο το αποτέλεσμα. Η δεκαετής διάρκεια της πρώτης πολιτικής λύσης (1823-33) δείχνει την οξύτατη διαμάχη του παρασκηνίου που φανερά εκφραζόταν από την βρετανική πολιτική υποκρισία και την ρωσική αδράνεια ως τα τέλη του 1825.
Το πώς ακριβώς πείστηκε ο τσάρος Αλέξανδρος Α΄ να προτείνει την Ιερά Συμμαχία το 1814 είναι συγκεχυμένο. Βέβαιο είναι ότι επηρεάστηκε και πείστηκε, προσερχόμενος στο Συνέδριο της Βιέννης ως ο βασικός απελευθερωτής της Ευρώπης από το «τέρας» του ναπολεόντειου κοσμικού κράτους. Στο περιβάλλον που επηρέασε τον τσάρο βρίσκονταν πρόσωπα που σχετίζονταν άμεσα με τον Καποδίστρια και τον Υψηλάντη. Καποδίστριας & Υψηλάντες έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να θεμελιώσουν την Ελλάδα πάνω στην ημέρα της 14ης Σεπτεμβρίου. Οι λόγοι για τους οποίους όλα αυτά παρέμειναν άγνωστα ή αντιστράφηκαν, είναι η καποδιστριακή σιωπή, το υψηλαντικό πρόβλημα, η ρωσική σιωπή, η συμφωνία απόδοσης της Επανάστασης στην ανωνυμία της Οδησσού και ένα τεράστιο μπερδεμένο κουβάρι στον κύκλο του διαφωτισμού που ξεκίνησε από την συμφωνία Καποδίστρια-Κοραή. Πάνω σ’ αυτή τη συμφωνία θεμελιώθηκε στη Βιέννη η Φιλόμουσος-Ιανός, δηλ. η Φιλόμουσος Guilford-Καποδίστρια, που εκφράστηκε φανερά στον Λόγιο Ερμή του Γαζή, ως επέκταση του προϋπάρχοντος συστήματος Σχολείων με βασικότερο πυλώνα τον μ. Ιγνάτιο. Με την αποχώρηση του Γαζή από τον Ερμή, τα πράγματα άλλαξαν. Άλλαξαν δηλ. με το καλημέρα. Η Φιλόμουσος του Κοραή έκανε μεταξύ 1816-18 ό,τι έκανε και η βρετανική πολιτική στο διάστημα 1823-25. Απαίτησε το σύνολο της εξουσίας και την πλήρη υποταγή όλων στο νεωτερικό της πρωτόκολλο. Αυτό οδήγησε στην πλήρη ρήξη 1816-19 και στον αφορισμό του κοραϊσμού από το βαδίζον προς Επανάσταση ελληνικό έθνος. Τον άτυπο αφορισμό έκανε φανερά ο Γρηγόριος Ε΄, συνεπικουρούμενος από τον πρώην Πατριάρχη Κύριλλο Στ΄ στα έτη 1819 και 1820. Η Πατριαρχική επιδοκιμασία του Κοδρικά, η αποδοκιμασία του κοραϊσμού και η έμμεση προτροπή συσπείρωσης γύρω από τον Υψηλάντη ήταν η φανερή ταυτοποίηση του έθνους που όδευε προς την Επανάσταση. Γι’ αυτά όμως, πρέπει να μιλήσουμε ξεχωριστά.

Από τον Gordon δεν θα μάθουμε, βέβαια, τις συνθήκες άφιξης του Λουριώτη στο Λονδίνο. Όμως, αντίθετα με τους μετέπειτα Άγγλους ιστορικούς όπως ο Finlay, ο Gordon ομολογεί μερικές αλήθειες ως προς την «αλλαγή» της βρετανικής πολιτικής από την περίοδο αυτοκτονίας του λόρδου Castlereagh.
Επί του παρόντος, το θέμα είναι ότι μετά την επίσημη ουδετερότητα της Ιεράς Συμμαχίας στο Laybach, για την οποία εργάστηκε ο Καποδίστριας, η Μ. Βρετανία παρενέβη πρώτη υπέρ του ελληνικού ζητήματος στη βάση «υποστήριξη χριστιανών έναντι μουσουλμάνων». Το ίδιο και η Γαλλία λίγο αργότερα. Όσο για την Ρωσία, υπάρχουν κείμενα εκατέρωθεν (ανήκοντα και στον κοραϊκό και στον καποδιστριακό κύκλο) που έμμεσα ομολογούν ότι η Ιερά Συμμαχία (την οποία τελικά συνυπέγραψε όλη η Ευρώπη πλην Μ. Βρετανίας) είχε εξαρχής και διαπαντός ένα μόνον μέλος: τη Ρωσία. Αν, λοιπόν, η αμφισβητούμενη ταυτότητα του Αλ. Υψηλάντη «ξεκαθάρισε» στο διάστημα 1823-27, τότε, έχουμε μια διαρκή και ισχυρή ένδειξη για το τι χώριζε την Ευρώπη, εμποδίζοντας τη δημιουργία ελληνικού κράτους: η σχέση χριστιανικής πίστης – πολιτικής συγκρότησης.
Αυτό ενυπάρχει διπλά στην υπόθεση «1821». Όλη η Ευρώπη πολέμησε από κοινού το Ναπολέοντα. Όχι όμως για τον ίδιο λόγο. Στο Συνέδριο του 1814, άμεσα διαπιστώθηκε ότι η Ευρώπη ήταν διχασμένη: από τη μια πλευρά η Ρωσία, από την άλλη η Δύση, με προεξάρχουσα την Μ. Βρετανία. Αυτή η Ευρώπη, θα εγγυηθεί (άτυπα) τα σύνορα του Οθωμανικού κράτους, ενώ ταυτόχρονα το σύστημα των Ελληνικών Σχολείων θα επεκτείνει τη δράση του υπό την έμμεση πολιτική κάλυψη της Ρωσίας και της Μ. Βρετανίας. Παρά τα κολοσσιαία εμπόδια, η Ευρώπη ανέχθηκε τελικά κράτος εθνικό μεν, χριστιανικό δε, παρά την βασική κινητήρια δύναμη της Επανάστασης που ήθελε χριστιανικό μεν, εθνικό δε (προσωρινά).
Στέργιος Ζυγούρας
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου