Ιδιαίτερη ήταν η σχέση ορθοδοξίας και καθολικισμού στις φραγκοκρατούμενες και κατ’ εξοχήν στις ενετοκρατούμενες περιοχές. Ισχυρή υπήρξε η αντίδραση των Κρητικών στη δράση των ουνιτών και του Μιχαήλ Αποστόλη. Μάταια θα προσπαθούν οι καθολικοί, με τον ίδιο τον Βησσαρίωνα, να διευρύνουν τον κύκλο των ενωτικών. Με τον έξαρχο του Πατριαρχείου, τον μοναχό Μάρκο Ξυλοκαράβη, τον μετέπειτα Πατριάρχη, ο οποίος θα ξεσηκώσει τους «τσαγκαρομαραγγογουναροαυτοχρυσοχοοβοντικλαροχάλκας», σύμφωνα με την έκφραση του Αποστόλη, όχι μόνο θα περιοριστούν οι φιλοδοξίες των ουνιτών αλλά, με έγγραφο του δόγη της Βενετίας το 1463, θα γίνεται έκκληση στις τοπικές αρχές να προστατεύσουν τους ουνίτες ιερείς και κοσμικούς[1]!
Στην Κρήτη, η τάση ήταν μάλλον αντίστροφη· δηλαδή, οι καθολικοί, συχνότατα ενετικής καταγωγής, κάτω από την πίεση του περιβάλλοντος, γίνονται ορθόδοξοι ή στην καλύτερη περίπτωση ακολουθούν το ορθόδοξο τυπικό, ενώ κάτι ανάλογο θα συμβεί και στα Επτάνησα. Γι’ αυτό και οι Ενετοί θα απαγορεύουν τον διορισμό επισκόπου στην Κρήτη, την Κέρκυρα και τη Ζάκυνθο· επίσκοπος θα εδρεύει αποκλειστικά στην Κεφαλονιά, ενώ στα υπόλοιπα Επτάνησα και την Κρήτη θα ορίζονται μόνο πρωτοπαπάδες.
Πάντως, στην Κύπρο, την Κρήτη, τα Ιόνια, η σύγκρουση δεν περιορίζεται μόνο στις θρησκευτικές και στις, εμμέσως, εθνικές διαστάσεις της. Παράλληλα με την εθνική, εκφράζει και μια κοινωνική αντιπαλότητα, δεδομένου ότι οι «Λατίνοι» κατείχαν το μεγαλύτερο μέρος της γης. Τωόντι δε, σε πολλά νησιά του Αιγαίου, ακόμα και μετά την κατάληψή τους από τους Τούρκους, οι Φράγκοι φεουδάρχες συνέχισαν να κατέχουν το μεγαλύτερο μέρος της γης· το 1641, πραγματοποιείται εξέγερση των αγροτών της Νάξου που δεν ήθελαν να καταβάλουν τη δεκάτη στους φεουδάρχες, με υποκινητές της τον οικονόμο της εκκλησίας, Δρυμαλιά, και τον πρωτοπαπά της νήσου, Πολίτη[2].
Εξάλλου, στις φραγκοκρατούμενες περιοχές, κατά τον 16ο αι., κατ’ εξοχήν στην Κρήτη και εν συνεχεία στα Επτάνησα, θα αναδειχθούν και οι κυριότεροι αντίπαλοι του καθολικισμού. Σε αυτή την εν πολλοίς άγνωστη «τιτανομαχία», θα θεμελιωθεί και το μεγάλο αναγεννητικό και παιδευτικό έργο της Εκκλησίας, που θα επανορίσει τις διαφορές ορθοδοξίας και «παπισμού», ελληνισμού και Δύσεως, ως συστατικού της ελληνικής ιδιοπροσωπίας. Ένας μεγάλος αριθμός από τα θρησκευτικά κείμενα, τις ομιλίες και τα κηρύγματα των μεγάλων ιεροκηρύκων της περιόδου, του Ηλία Μηνιάτη και του Μελέτιου Πηγά, έχουν ως επίκεντρο και στόχο τις «παπικές κακοδοξίες». […]
Στα Επτάνησα, ήδη μετά την πρώτη φραγκική κατάκτηση των νησιών, τον 12ο αι., καταργήθηκε η ορθόδοξη Επισκοπή και επιβλήθηκε η καθολική. Οι Ανδεγαυοί θα καταργήσουν, το 1267, τη Μητρόπολη Κερκύρας, οι Ορσίνι εκείνη της Κεφαλονιάς, ο Λεονάρδος A΄ Τόκκος (1357–1376 περ.) αυτή της Λευκάδας, και μόνο απέναντι στην αυξανόμενη απειλή των Τούρκων, θα υποχρεωθούν να επανιδρύσουν τους επισκοπικούς θρόνους της Κεφαλονιάς και της Λευκάδας. Στα νησιά όπου είχε καταργηθεί η παρουσία επισκόπου, ο πρωτοπαπάς εκλεγόταν μεταξύ των ευγενών (στην Κέρκυρα, από 30 κληρικούς και 30 ευγενείς και, στη Ζάκυνθο, από 30 ευγενείς, το λεγόμενο «Ἱερὸν Τάγμα»).
Εν τέλει, επειδή μετά από αιώνες προσπαθειών, η καθολική Εκκλησία έχασε το παιγνίδι της θρησκευτικής επικράτησης, η Βενετία, παρότι καθολική, πιστή στην αρχή «prima Veneziani e poi Cristiani», προσπαθούσε να μετριάσει τη σύγκρουση και να εξευμενίσει τους ορθόδοξους υπηκόους της[5]. Χαρακτηριστική υπήρξε η αδυναμία επιβολής του γρηγοριανού ημερολογίου το 1582, μετά από τη σθεναρή αντίδραση του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως· ακόμα και ο καθολικός αρχιεπίσκοπος Κερκύρας υποχρεώθηκε, το 1588, να επιβάλει και στους Λατίνους τη χρήση του ελληνικού ημερολογίου στον εορτασμό του Πάσχα και των κινητών εορτών[6]. Ο προβλεπτής Ζακύνθου, Βενιέρ (Antonio Venier), αναρωτιέται μάλιστα για το νόημα της εισαγωγής του νέου ημερολογίου, δεδομένου «του ελάχιστου αριθμού Ιταλών, ή μάλλον εκείνων που, καίτοι Ιταλοί, θα επιθυμούσαν εν τούτοις να ακολουθήσουν αυτό τον ημερολογιακό ρυθμό», με κίνδυνο να προκαλέσουν έτσι «ατελείωτες αναστατώσεις»[7]. Σοβαρότερο ήταν το πρόβλημα των μικτών γάμων που οι Λατίνοι επίσκοποι ήθελαν να απαγορευτούν, ως μία από τις πρωταρχικές αιτίες της συρρίκνωσης του αριθμού των καθολικών· ωστόσο, η ενετική Γερουσία, το 1599, τους επέτρεψε επισήμως[8].
Σε τόσο οικτρή θέση βρισκόταν η καθολική Εκκλησία ώστε ο προβλεπτής της Ζακύνθου, Ντα Λέτσε (Donato Da Lezze), σε αναφορά του, στις 25 Μαΐου 1506, έγραφε πως «δεν υπήρχε παρά ένα παρεκκλήσι όπου τελούνταν τα ιερά μυστήρια… και επειδή δεν υπήρχε άλλη εκκλησία, όλοι οι Λατίνοι έμοιαζαν να είχαν προσχωρήσει στο ελληνικό δόγμα»[9]. Στη δε Κεφαλονιά, σημειώνει ο Τζιρόλαμο Τιέπολο (Tiepolo), στα 1584, κανείς «δεν ακολουθεί το ιταλικό τυπικό», οι «ναοί έχουν ολοσχερώς καταστραφεί, ερημωθεί και σχεδόν μετατραπεί σε στάβλους ζώων»,ενώ ανενεργά παραμένουν τα διατάγματα που απειλούν με αυστηρές ποινές όσους καθολικούς της Κεφαλονιάς ασπάζονταν την ορθόδοξη πίστη[10].
Οι Ενετοί, λοιπόν, υποχρεωμένοι να προσαρμοστούν στην επικράτηση της ορθόδοξης Εκκλησίας, επικεντρώνονται στον όσο το δυνατόν μεγαλύτερο έλεγχό της. Έτσι, αφαίρεσαν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο την αποκλειστική δικαιοδοσία διορισμού των επισκόπων· τόσο ο αρχιεπίσκοπος Φιλαδελφείας (Βενετίας) όσο και εκείνοι της Κεφαλληνίας, των Κυθήρων και της Λευκάδας εκλέγονταν από την αυτοδιοίκηση, δηλαδή τους ευγενείς, μετά από πρόταση του Πατριάρχη, ενώ απαιτούνταν επικύρωση της εκλογής από τις ενετικές αρχές. Παράλληλα, σε ολόκληρη την Κρήτη αλλά και στην Κέρκυρα και τη Ζάκυνθο, συνέχιζαν να εμμένουν στον διορισμό «πρωτοπαπάδων», το δε 1605, σε συμμαχία με το ζακυνθινό αρχοντολόι, αφαίρεσαν από τον επίσκοπο της Κεφαλονιάς το δικαίωμα να επιλέγει τον πρωτοπαπά της Ζακύνθου και το μεταβίβασαν στις αρμοδιότητες του Συμβουλίου των ευγενών[11].
Ως απάντηση των ορθόδοξων Ελλήνων ήλθε η αγιοποίηση στην Κεφαλονιά και τη Ζάκυνθο δύο εκκλησιαστικών προσωπικοτήτων που έδρασαν κατά τον 16ο αιώνα και τις αρχές του 17ου στα ίδια τα νησιά, και τιμήθηκαν ως πολιούχοι τους· μια πανηγυρική επιβεβαίωση της πλήρους επικράτησης της ορθόδοξης Εκκλησίας, στην πάλη με τον καθολικισμό, της ελληνικότητας απέναντι στους Λατίνους.
Μονή Αγίου Γερασίμου, Κεφαλονιά
Ο Άγιος Γεράσιμος
Ο πολιούχος της Κεφαλονιάς, Γεράσιμος Νοταράς (1509-1579), του οποίου ο πολυκύμαντος βίος ταιριάζει απόλυτα στην κεφαλονίτικη ιδιοπροσωπία, γεννήθηκε στα Τρίκαλα της ορεινής Κορινθίας, γόνος της αρχοντικής οικογένειας των Νοταράδων, που εγκαταστάθηκαν εκεί μετά την Άλωση της Πόλης, στις αρχές του 16ου αιώνα[12]. Νέος, ταξίδεψε στη Ζάκυνθο όπου, όπως πιστεύει ο Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, συνδέθηκε με έναν επιφανή και σφόδρα αντικαθολικό θεολόγο, τον Ζακύνθιο μοναχό, Παχώμιο Ρουσάνο (1508-1553). Ο Ρουσάνος εξάλλου περιόδευσε και σε όλες τις περιοχές όπου περιπλανήθηκε και ο Νοταράς, ίσως και μαζί του[13].
Πράγματι, μετά την ολιγόχρονη παραμονή του στη Ζάκυνθο, ο Γεώργιος, ακόμα, Νοταράς περιπλανήθηκε σε όλη την Ελλάδα, από το Μέγα Σπήλαιο και τον Όσιο Λουκά μέχρι τα Μετέωρα και την Πόλη, για να καταλήξει στο Άγιον Όρος, όπου έμεινε τρία χρόνια. Εκάρη μοναχός, παίρνοντας το όνομα Γεράσιμος και, το 1538, έφυγε για τα Ιεροσόλυμα όπου χρημάτισε καντηλανάφτης του Πανάγιου Τάφου, ως συνεργάτης του πατριάρχη Γερμανού. Κατά τη δωδεκαετή παραμονή του εκεί, επισκέφθηκε τη Συρία, την Αντιόχεια, την Αλεξάνδρεια, την έρημο της Θηβαΐδος και το Όρος Σινά. Εν συνεχεία, μετέβη στην Κύπρο και την Κρήτη, όπου ασκήτευσε σε σπηλιές και δυσπρόσιτες τοποθεσίες της περιοχής των Χανίων, η δε Εκκλησία της Κρήτης τον συναριθμεί στη χορεία των τοπικών της αγίων.
Μετά είκοσι έτη, γύρω στο 1553, επέστρεψε στη Ζάκυνθο και αποσύρθηκε σε απόκρημνη ερημική τοποθεσία, σε σπήλαιο, το οποίο μέχρι σήμερα φέρει το όνομά του. Πέντε χρόνια αργότερα, το 1558, αποβιβάστηκε για πρώτη φορά στην Κεφαλονιά, αρχικώς σε σπήλαιο, νοτιοδυτικά του Αργοστολίου, στη θέση Σπήλια, έως ότου εγκατασταθεί στην κοιλάδα των Ομαλών, στους πρόποδες του Αίνου. Εκεί, ανακαίνισε το παλαιό ορθόδοξο εκκλησάκι, υπόλειμμα παλαιότερου καθολικού ναού, της «Αγίας Ιερουσαλήμ», που είχε κτιστεί κατά τον 13ο αιώνα[14], και ίδρυσε ένα γυναικείο μοναστήρι, το οποίο ονόμασε «Νέα Ιερουσαλήμ» και ανακηρύχθηκε σταυροπηγιακό, δηλαδή άμεσα συνδεδεμένο με το Πατριαρχείο. Απεβίωσε μετά από δεκαεννιά χρόνια ασκητικής ζωής, το 1579, έχοντας αποκτήσει μεγάλη επιρροή και φήμη, θεωρούμενος άγιος και θαυματοποιός από τον πληθυσμό της Κεφαλονιάς.
Όπως γράφουν οι δεκατέσσερις μάρτυρες των θαυμάτων του –μεταξύ τους ο μητροπολίτης Κεφαλληνίας και Ζακύνθου, Παχώμιος–, σε έγγραφο που συνοδεύει το αίτημα της αγιοποίησής του, «πολλοὺς ἀσθενεῖς καὶ δαιμονώντας ἰάσατο» ενώ «πιστεύεται βεβαίως παρὰ πᾶσι τοῖς ἐνταῦθα χριστιανοῖς διαφυλαχθῆναι τὴν νῆσον ταύτην ἀναιχμαλώτιστον ἐν τῷ καιρῷ τῆς τῶν Ἀγαρηνῶν μάχης διὰ προσευχῆς τοῦ αὐτοῦ πατρός»[15]. Οι μάρτυρες και μαθητές του Αγίου αναφέρονται στις λεηλασίες και τις επιδρομές του τουρκικού στόλου πριν από τη ναυμαχία της Ναυπάκτου, στη Ζάκυνθο και την Κεφαλονιά, το 1571, όπου αιχμαλώτισε 6.000 ψυχές. Τότε ο Άγιος Γεράσιμος πρωτοστάτησε πνευματικά στον αγώνα για την απόκρουσή τους[16] – όπως εξάλλου συνέβη και στην Κέρκυρα, με τη θαυματουργή συμβολή της κάρας του Άγιου Σπυρίδωνα, το 1716.
«Ἐπειδὴ δὲ ἦν ἀδύνατον κρύπτεσθαι ἡ τοῦ Ἁγίου ἀρετὴ» γι’ αυτό και, μετά από άδεια του Ιερεμία Β΄ Τρανού και παρουσία πατριαρχικού Έξαρχου, έγινε η ανακομιδή του σκηνώματός του, στις 20 Οκτωβρίου 1581, και αυτό βρέθηκε «ακέραιο, άφθαρτο και ευωδιάζον», μαζί με τα άμφιά του. Οι Λατίνοι ιερωμένοι, που θεωρούσαν τον ιερομόναχο σοβαρότατο αντίπαλο και φοβούνταν την εδραίωση της πίστης στην αγιοσύνη του, ζήτησαν από τον πατριαρχικό Έξαρχο, Μητροπολίτη Φιλαδελφείας και λόγιο, Γαβριήλ Σεβήρο (1577-1616), την εκ νέου ταφή του σκηνώματος, ώστε να συμπληρωθούν τρία χρόνια από την πρώτη ταφή, όπως και έγινε. «Καὶ πάλιν δευτέραν ποιήσαντες ἀνακομιδὴν εὕρομεν τὸ αὐτὸ Λείψανον ἀκέραιον, πᾶσαν εὐωδίαν ἐκπέμπον καὶ ἰάματα»[17]. Έτσι, τον Ιούλιο του 1622, το Πατριαρχείο τον ανακήρυξε Άγιο, κατόπιν αιτήματος που υπέβαλε προς τον Πατριάρχη Κύριλλο Λούκαρι ο Κεφαλλήνας επίσκοπος πρώην Μαΐνης, Ιερεμίας Κατσαΐτης, ο οποίος επί μία τεσσαρακονταετία (1603-1645) διετέλεσε ηγούμενος της Μονής της Νέας Ιερουσαλήμ, το δε κείμενο της αγιοποίησης είχε συντάξει ο Θεόφιλος Κορυδαλέας, που ζούσε στη Ζάκυνθο[18].
Τέσσερα ή πέντε χρόνια μετά την αγιοποίηση του Γερασίμου, τυπώθηκε κρυφά, στη μονή της Νέας Ιερουσαλήμ, όπου εγκαταβίωνε επί είκοσι έτη ως μοναχή η αδελφή του Νικόδημου Β΄ Μεταξά, Αγάθη, στο παράνομο τυπογραφείο του τελευταίου, με την άμεση συνέργεια του Ιερεμία Κατσαΐτη, το Βιβλίον τοῦ Ὀρθοῦ Λόγου, βεβαίωσις καλούμενον, το οποίο αναφέρει παραπλανητικά ως τόπο έκδοσης το… Λονδίνο. Σε αυτό περιλαμβάνονται όλα τα σχετικά με την αγιοποίηση του αγίου Γερασίμου, μία επιστολή του Παϊσίου Μεταξά στον Θεόφιλο Κορυδαλέα, καθώςκαι η Ἔκθεσις σύντομος τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, του Λούκαρι. Δηλαδή, η αγιοποίηση του Γεράσιμου Νοταρά συνδέθηκε άμεσα με τον αντικαθολικό αγώνα του Κυρίλλου Λουκάρεως, των Μεταξάδων και του Κορυδαλέα και έμμεσα με το ίδιο το «ρεμπελιό των ποπολάρων», δεδομένου ότι οι εχθροί τους, «καλικάτζαροι», μαρτυρούν εναντίον των εκδοτικών δραστηριοτήτων του Κατσαΐτη στις ενετικές αρχές[19]. Η Ακολουθία του, που πρώτη φορά περιελήφθη στην Ἔκθεσιν, πραγματοποίησε δέκα εκδόσεις μέχρι το 1830[20], αναδεικνύοντας τον άγιο Γεράσιμο σε έναν από τους σημαντικότερους νεώτερους Αγίους.
Ακόμα και αν το σύνολο των περιπλανήσεών του δεν είναι γνωστό στις λεπτομέρειές του, ωστόσο η, ούτως ή άλλως, περιπετειώδης ζωή του ενέχει ισχυρό συμβολικό χαρακτήρα. Καταγόμενος από αρχοντική οικογένεια της Πόλης, συνδεόταν άμεσα με τη βυζαντινή παράδοση, ενώ οι μετακινήσεις του στις εσχατιές του ελληνισμού και της ανατολικής ορθοδοξίας περιέγραφαν τα όρια αυτού του ελληνισμού, διαπερνώντας τον τουρκοκρατούμενο και φραγκοκρατούμενο ελληνικό κόσμο – από το Άγιον Όρος και την Πόλη στα Ιεροσόλυμα, την Κύπρο, την Κρήτη, για να καταλήξει στα Επτάνησα. Ο άγιος Γεράσιμος δεν είναι Κεφαλλήνιος αλλά ένα σύμβολο του οικουμενικού ελληνισμού· κατέληξε στην Κεφαλονιά, διατηρώντας ισχυρές σχέσεις με τη Ζάκυνθο, μαρτυρώντας τον ενιαίο χαρακτήρα των Επτανήσων. Πρόμαχος της ορθοδοξίας έναντι των Λατίνων, γνωρίζει ταυτόχρονα, σε επιμαχία με τους Ενετούς, να υπερασπίζεται την Κεφαλονιά από τους Τούρκους. Υπ’ αυτή την έννοια, αποτελεί ένα σύμβολο της ιδιοπροσωπίας των Κεφαλλήνων και του ελληνισμού γενικότερα, ως «γέφυρας» Ανατολής-Δύσης. Και επειδή ανταποκρίνεται σε αυτά τα βαθύτερα χαρακτηριστικά, ως ένας «Οδυσσέας» της ορθοδοξίας, παραμένει τόσο αγαπητός στους Κεφαλονίτες αλλά και τους Ζακυνθινούς.
[15]Ακολουθία του οσίου και θεοφόρου Πατρός ημών Γερασίμου του νέου ασκητού του εν τη νήσω Κεφαλληνίας καί τινων Ανεκδότων εις τον βίον αυτού και μερικών θαυμάτων, επιμ. Δ. Λυκούδη, Πάτρα 1870, σ. 8.
Αλλά και ο πολιούχος της Ζακύνθου, ο άγιος Διονύσιος, αποτελεί μια ακόμα ιδεοτυπική έκφραση της επτανησιακής ταυτότητας. Ο Διονύσιος Γραδενίγος Σιγούρος (1547-1622) ήταν Ζακυνθινός, γιός του Μωκίου Σιγούρου –από οικογένεια νορμανδικής καταγωγής, που είχε προσχωρήσει στην ορθοδοξία και είχε εγγραφεί στο Libro d’ oro– και της Παυλίνας Βάλβη, από την επίσης ενετικής καταγωγής οικογένεια Βάλβη[1]. Σύμφωνα δε με τον Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, πνευματικός πατέρας του νεαρού Διονύσιου υπήρξε πιθανότατα ο Γεράσιμος Νοταράς[2]. Ως προς τις σπουδές του, σύμφωνα με συμβόλαιο της 27ης Οκτωβρίου 1557, κάποιος «Καιροφύλας» ανελάμβανε την υποχρέωση να διδάξει τον δεκάχρονο μαθητή του «τὰ γράμματα τῆς Ἐκκλησίας, ἤγουν προοιμιακόν, ὀκτώηχον, ψαλτήριον, Ἀπόστολον καὶ γράψιμον» ενώ για τη συνέχειά τους δεν γνωρίζουμε τίποτε άλλο· πάντως, γνώριζε αρχαία ελληνικά, λατινικά και ιταλικά και, όπως συνάγεται από επιστολή του, έγραφε σχόλια στα έργα του Γρηγορίου Θεολόγου. Σύντομα έγινε ηγούμενος της μονής της Παναγίας της Αναφωνήτριας, που είχε παραχωρηθεί στην οικογένεια Σιγούρου από τους Ενετούς ιδιοκτήτες της.
Το 1577, ενώ κατευθυνόταν στους Αγίους Τόπους, βρέθηκε στην Αθήνα όπου ο Νικάνωρ, με τη σύμφωνη γνώμη του Πατριάρχη Ιερεμία Β΄, τον προήγαγε σε αρχιεπίσκοπο Αιγίνης όπου και έμεινε για έναν περίπου χρόνο πριν επιστρέψει ως χωρεπίσκοπος (πρωτοπαπάς) Ζακύνθου. Αφού απέτυχε να εκλεγεί μητροπολίτης Κεφαλληνίας και Ζακύνθου, μετά από αντίδραση των Κεφαλλήνων, το 1582[3], αποσύρθηκε και πάλι στη μονή της Αναφωνήτριας μέχρι τον θάνατό του· το 1703, αγιοποιήθηκε, ενώ ήδη λατρευόταν ως άγιος από τους Ζακυνθινούς.
Ιερά Μονή Αναφωνήτριας, Ζάκυνθος
Παρότι δεν φαίνεται να έχουν διερευνηθεί αρκούντως οι σχέσεις του με τους Ενετούς και τους «καλικατζάρους» της Ζακύνθου, ο Διονύσιος αντιπροσωπεύει μια διαφορετική περίπτωση από τον Γεράσιμο, μια και κατάγεται από Ζακυνθίους ευγενείς και η οικογένειά του διαχειριζόταν τη μονή στην οποία ησύχαζε. Ωστόσο, συνιστά μια επιβεβαίωση της κατίσχυσης της ορθοδοξίας και της ελληνικότητας –ως καταγόμενος από Νορμανδούς και Ενετούς καθολικούς που είχαν γίνει ορθόδοξοι– ενώ η άνοδός του στην αρχιεπισκοπή της Αίγινας τον είχε ήδη συνδέσει με τον τουρκοκρατούμενο ελληνισμό. Πάντως, όπως και στην περίπτωση του αγίου Γερασίμου, η ανακήρυξή του σε πολιούχο σηματοδοτεί την εμμονή στη συγκαιρινή ταυτότητα των Ελλήνων και τη διασύνδεση με την τρέχουσα ιστορική συγκυρία.
Ένα από τα μαρτυρούμενα μεταθανάτια θαύματά του συνδέεται άμεσα με τα αντιαποικιακά αισθήματα των Ζακυνθινών: Λίγο πριν την Επανάσταση, στις 17 Δεκεμβρίου 1820, την εποχή που η Φιλική Εταιρεία κατεδιώκετο απηνώς από τον αρμοστή Μαίτλαντ, κατά την περιφορά του λειψάνου του στην πόλη, η λιτανεία θα έπρεπε να περάσει από την πλατεία των Αγίων Πάντων, όπου θα γινόταν προσευχή και δέηση για τα αποκαλυπτήρια του αγάλματος του… Μαίτλαντ. Σύμφωνα με την παράδοση, ο θυμός του Αγίου υπήρξε μεγάλος και τη νύχτα έγινε ισχυρός σεισμός, το δε πρωί έπεσε χαλάζι και φοβερή βροχή, που εμπόδισαν την πραγματοποίηση της τελετής, το δε ιερό λείψανο μεταφέρθηκε στην εκκλησία της Φανερωμένης, που βρίσκεται στην άκρη της πόλης[4].
Ο Νικόδημος Μεταξάς συνεχιστής του Λουκάρεως
Ο Νικόδημος Β΄ Μεταξάς (1585-1646), γόνος της γνωστής κεφαλονίτικης οικογένειας, υπήρξε μαθητής και διαπρύσιος οπαδός του Λούκαρι και χρημάτισε μητροπολίτης Κεφαλληνίας και Ζακύνθου. Ο Νικόδημος είχε σπουδάσει δύο χρόνια στην Αθήνα με τον Θεόφιλο Κορυδαλέα[5], ενώ έμεινε τέσσερα χρόνια στο Λονδίνο[6] όπου σπούδασε και πραγματοποίησε την έκδοση τριών τόμων: ενός βιβλίου του Κορυδαλέα[7], ενός δεύτερου που περιείχε τους Λόγους ἀποδεικτικοὺς δύο, του Γρηγορίου Παλαμά, το Σύνταγμα του Γεωργίου Σχολάριου και τον Διάλογο μεταξύ ενός ορθοδόξου και ενός Λατίνου, του Μάξιμου Μαργούνιου, ενώ σε έναν τρίτο τόμο[8] περιλαμβάνονταν κείμενα του Μελέτιου Πηγά, του Γεωργίου Κορεσίου, του Νείλου Καβάσιλα, του Βαρλαάμ Καλαβρού και του μητροπολίτου Φιλαδελφείας, Γαβριήλ Σεβήρου. Όλες οι εκδόσεις εντάσσονταν στη λουκάρεια στρατηγική της αντιμετώπισης του επιθετικού καθολικισμού της Ρώμης και των Ιησουϊτών.
Ο Μεταξάς, επιστρέφοντας, πέρασε για λίγους μήνες από την Κεφαλονιά όπου[9] τύπωσε κρυφά, στη μονή των Ομαλών, το Βιβλίον τοῦὈρθοῦ Λόγου βεβαίωσις καλούμενον –όπου περιλαμβάνονταιτα σχετικά με την αγιοποίηση του Αγίου Γερασίμου και η Ἔκθεσις σύντομος τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, του Κύριλλου Λούκαρι– καθώς και τις επτά Ὁμιλίας του Μάξιμου Μαργούνιου·τον Ιούνιο του 1627, μετέφερε το τυπογραφείο στην Κωνσταντινούπολη, όπου κυκλοφόρησε το πρώτο ελληνικό βιβλίο που τυπώθηκε στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, η Σύντομος Πραγματεία περί Ἰουδαίων, του Λούκαρι, μαζί με τας Ομιλίας του Μαργούνιου[10].
Οι Τούρκοι, συχνά πιεζόμενοι από τους Δυτικούς, είχαν εμποδίσει έως τότε τους Έλληνες να κατέχουν τυπογραφείο, που ήδη διέθεταν οι Σέρβοι, από τον 15ο αι., οι Αρμένιοι από τον 16ο, και οι Εβραίοι[11]. Αλλά και η απόπειρα του Μεταξά δεν μακροημέρευσε, διότι οι ιησουίτες έπεισαν τον καϊμακάμη της Κωνσταντινούπολης ότι επρόκειτο στην πραγματικότητα για χυτήριο όπλων ή κίβδηλων νομισμάτων και, στις 22 Ιουνίου 1628, οι γενίτσαροι εισέβαλαν στο τυπογραφείο και κατάσχεσαν το πιεστήριο και τα βιβλία, ενώ απαγορεύτηκε η επαναλειτουργία του.
Ο Μεταξάς διεσώθη εξ αιτίας της ενετικής υπηκοότητάς του και της παρέμβασης του Άγγλου, του Ολλανδού και του Ενετού πρέσβη, ο δε Λούκαρις, για να τον φυγαδεύσει, τον χειροτόνησε αρχιεπίσκοπο Κεφαλληνίας και Ζακύνθου και έτσι, τον Αύγουστο του 1628, έφθασε στην Κεφαλονιά. Η καθολική Εκκλησία και οι Βενετσιάνοι αξιωματούχοι τον παρουσίασαν αμέσως «ως έναν επικίνδυνο φορέα αιρετικών ιδεών», ο Λατίνος επίσκοπος Ζακύνθου ζήτησε την παρέμβαση του πάπα, για να εμποδιστεί η άνοδός του στον αρχιεπισκοπικό θρόνο, ενώ το ζακυνθινό αρχοντολόι χρησιμοποίησε «όλα τα μέσα για να εξολοθρεύσει τον επικίνδυνο αντίπαλο»[12]. Ο οπαδός των καλικάτζαρων Σουμάκης[13], ο συγγραφέας του Ρεμπελιού των Ποπολάρων, σημειώνει σε κείμενό του: «Αφ’ ότου ήρθε στην πόλη μας ο επίσκοπος Μεταξάς έσπειρε στο λαό χίλιες ιδέες σκάνδαλα και ζιζάνια».
Ο νέος αρχιεπίσκοπος, σε συνεννόηση με τους επιτρόπους του λαού, επισκέφθηκε τη Ζάκυνθο, τον Μάρτιο του 1629, όπου στράφηκε εναντίον του ευγενή πρωτοπαπά, Μάρκου Δελάζαρη[14], διόρισε ως βικάριο τον ποπολάρικης καταγωγής διδάκτορα φιλολογίας και θεολογίας ιερέα, Νικόλαο Κούρτσολα, έπαυσε κληρικούς, γόνους των ευγενών και υποστηρικτές των Ενετών και τοποθέτησε νέους ποπολάρικης καταγωγής[15]. Το δε καλοκαίρι του 1631, υποστηρίζοντας πως «εμείς οι Ρωμαίοι άλλο βασίλειο δεν έχουμε παρά τούτο το επισκοπάτο που έχω εγώ», καυχήθηκε ότι, μαζί με τον λαό, μπορεί να κάνει κομμάτια τους ευγενείς («Tagliar a pezzi tutta la cittadinanza»)[16], τασσόμενος «ανοιχτά με το μέρος του λαού»[17], ενώ, τον Φεβρουάριο του 1632, πέτυχε τον αφορισμό των ευγενών από τον Πατριάρχη.
Ο Μεταξάς στηρίχτηκε προνομιακά στους Κεφαλονίτες, που τον εξέλεξαν σχεδόν παμψηφεί. Και αυτό όχι μόνο διότι καταγόταν από επιφανή κεφαλονίτικη γενιά αλλά και διότι η Κεφαλληνία αποκλίνει έντονα από την κοινωνική δομή της Ζακύνθου: ήταν μεγαλύτερο το ποσοστό των μικροϊδιοκτητών[18] ενώ η έλλειψη μεγάλων πόλεων δεν επέτρεψε τη διαμόρφωση ενός συγκεντρωμένου αρχοντολογιού. Οι Βενετοί προβλεπτές μιλούν με περιφρόνηση για το «Μεγάλο Συμβούλιο» της Κεφαλονιάς, «γεμάτο από χωρικούς», το οποίο «όταν συνέρχεται στην πλατεία του κάστρου, εξαιτίας του πλήθους των μελών του, που ανέρχονται σε πάνω από χίλια άτομα, [ ] η διανομή των αξιωμάτων πραγματοποιείται με τέτοια ακαταστασία, και δεν υπακούουν σε άλλο γνώμονα παρά μόνο στην ίδια την αναταραχή»[19]. Αυτό το σώμα εξέλεγε και τον επίσκοπο ενώ, στη Ζάκυνθο, το «ἱερὸν τάγμα» των τριάντα ευγενών εξέλεγε έναν πρωτοπαπά σχεδόν αυτόνομο από τον μητροπολίτη.
Παράλληλα, ο Μεταξάς, χωρίς την άδεια των βενετικών αρχών, εγκατέστησε και πάλι το τυπογραφείο στη Μονή των Ομαλών. Όμως η παράνομη δραστηριότητά του γνωστοποιήθηκε στον προβλεπτή των Ενετών Πιζάνι με ανώνυμη επιστολή, ενώ ένας ιερέας κατέθεσε ότι, τη νύχτα του Μεγάλου Σαββάτου 1631, εξερχόμενος από τον Άγιο Νικόλαο με συνοδεία πλήθους ποπολάρων, ανεφώνησε:«Ιδού ο λαός μου ο αγαπημένος» (Questo è il mio popolo prediletto). Στις 16 Σεπτεμβρίου 1631, ο Πιζάνι αναφέρει ότι ο Νικόδημος, «κύριος υποκινητής και σύμβουλος των ποπολάρων», επισκέφτηκε στη γαλέρα τους συλληφθέντες ποπολάρους, Θ. Τζίμη και Α. Μονοβασιώτη[20]:
Η Βενετική Κυβέρνησις ευθύς διέταξεν ανακριτήν, τον Αντώνιον Πιζάνην να μεταβή εις την οικίαν του Επισκόπου Μεταξά, και ερευνήση τα πάντα. Ο Ανακριτής παρέλαβε 25 Σκλαβούνους και γαλεώτας, και ήλθεν εις Μεταξάτα, όπου ήτον η Επισκοπή [ ] έθραυσαν το Επισκοπικόν οίκημα, έλαβον τα εργαλεία του τυπογραφείου, βιβλία και χειρόγραφα. [ ] Την Ανακριτικήν έκθεσιν ο Πιζάνης έπεμψεν εις Βενετίαν, και καθυπέβαλεν υπό δίκην τον Επίσκοπον Μεταξάν [ ]. Προσκληθείς υπό του Συμβουλίου των Δέκα ο Αρχιεπίσκοπος να δικασθή μετέβη εις Βενετίαν[21].
Τα αρμόδια δικαστικά όργανα, στις 20 Δεκεμβρίου 1633, τον αθώωσαν – ίσως γιατί είχε ήδη εκλεγεί Μητροπολίτης Φιλαδελφείας, από το σύνολο σχεδόν των Ελλήνων της Βενετίας (362 ψήφοι από ένα σύνολο 365 ψηφοφόρων)[22].
Η συμμετοχή του Νικοδήμου στα γεγονότα υπήρξε καθοριστική, διότι συνέδεσε μια τοπική κοινωνική σύγκρουση με το ευρύτερο εθνικό πλαίσιο, τόσο διότι αντιπροσώπευε έναν θεσμό ανεξάρτητο από τους Ενετούς όσο και εξ αιτίας της εμπλοκής του στη διαμάχη με τον καθολικισμό. Σημειώνει ο Πιζάνι[23], στις 16 Σεπτεμβρίου 1631: «δεν παραχωρήθηκε ποτέ μεγάλη εξουσία και επιρροή στους Έλληνες ιερωμένους διότι η κοινή γνώμη υπολογίζει περισσότερο τον αρχιεπίσκοπο από τους βενετούς Διοικητές», γι’ αυτό και «απερρίφθη πολλές φορές το αίτημα των Ζακυνθινών για χωριστό επίσκοπο, ακριβώς για να μην υπάρχει μεγάλος αριθμός ιερωμένων που αμέσως γίνονται φιλόδοξοι και εχθρικοί». Πλήρη συνείδηση αυτού του ρόλου είχε και ο Νικόδημος, όπως καταδεικνύεται από τη φράση πως οι Ρωμαίοι δεν διαθέτουν άλλο «βασίλειο» παρά το επισκοπάτο. Εξ άλλου, οι διώξεις εναντίον του Νικόδημου πραγματοποιούνται πάντα με τη σύμφωνη γνώμη των Οθωμανών.
Η φεουδαλική κοινωνική οργάνωση και η γειτνίαση με την Ιταλία, όπου οι γόνοι των εύπορων οικογενειών παρακολουθούσαν τις εκεί ελληνικές σχολές – Φλαγγινιανό Φροντιστήριο, Κολέγιο του Αγίου Αθανασίου, στη Ρώμη– και σπούδαζαν στην Πάδοβα, καθώς και η συνειδητή πολιτική των Ενετών, και ίσως των ιδίων των Ελλήνων ευγενών, αποτέλεσαν ανασταλτικό παράγοντα στην ίδρυση σχολείων. Στα Επτάνησα, όπως και στην Κρήτη παλαιότερα, η ενετική εξουσία απαγόρευε ρητά τη δημιουργία σχολείων καθώς και τυπογραφείων. Διαβάζουμε σε έγγραφο της ενετικής Γερουσίας προς τον βάιλο της Πόλης, στις 19 Οκτωβρίου 1627:
…Η συνομιλία σας με τον προρρηθέντα Μεταξά ήταν δόκιμη και, όποτε παραστεί ανάγκη, όταν τεθεί το θέμα εισαγωγής ελληνικών κολεγίων και σεμιναρίων στην Κεφαλονιά ή σε άλλο δικό μας μέρος, θα πρέπει να τον αποτρέψετε με έντονο τρόπο, έτσι ώστε να συνειδητοποιήσει ότι ουδέποτε θα συναινούσαμε σε κάτι τέτοιο· μάλιστα η Γαληνοτάτη Δημοκρατία … αποφάσισε να ιδρύσει στην Πάδοβα ένα Ελληνικό Κολέγιο, έτσι ώστε σ’ εκείνη την πόλη, ωσάν μια νέα Αθήνα, λόγω της υπεροχής των διδασκόντων… μπορούν να είναι βέβαιοι ότι θα αποκομίσουν πολλά… Εσείς θα πρέπει να διαδώσετε αυτές τις ειδήσεις που μπορούν να συντελέσουν, όπως πιστεύουμε, στο να σταματήσει το ρεύμα εισαγωγής νέων τυπογραφείων και άλλες επιζήμιες ενέργειες, όπως υποπτεύεστε και σχολιάζετε[24]. Εντούτοις, οι Επτανήσιοι κατόρθωσαν να θέσουν σε λειτουργία κάποιες άτυπες σχολές ή και μικρά εκπαιδευτικά ιδρύματα, συχνά υψηλού πνευματικού επιπέδου –χαρακτηριστική η μακρόχρονη εκπαιδευτική/φιλοσοφική διδασκαλία του Θεόφιλου Κορυδαλέα στη Ζάκυνθο–, ενώ η σημαντικότερη σχολή παραμένει εκείνη του Βικέντιου Δαμωδού, στα Χαβριάτα της Κεφαλονιάς, την οποία πιθανώς παρακολούθησε και ο Ευγένιος Βούλγαρις.
[3]Ντίνος Κονόμος, Άγιος Διονύσιος ο πολιούχος Ζακύνθου, ό.π.
[4]Χαράλαμπος Βασιλόπουλος, Ο Άγιος Διονύσιος Αιγίνης,ό.π.
[5]Θωμάς Παπαδόπουλος, «Δράση Θεοφίλου Κορυδαλέως στη Ζάκυνθο – Σχέσεις του με Νικόδημο Μεταξά», Μνημοσύνη 14 (1948-2000), Αθήνα 2002, σσ. 33-82.
[6] Let. Augliera, Βιβλία, πολιτική…, ό.π.,σσ. 47-48.
[7] Evro Layton, «Nikodemos Metaxas, the first Greek Printer in the Eastern World», Harvard Library Bulletin, 15/2 (1967) σ. 144.
[8]Émile Legrand, Bibliographie helléniqueou Description raisonnée des ouvrages publiés par des grecs au dix-septième siècle, Παρίσι 1894, σσ. 237-243, αρ. κατ. 167 και 168.
[10]Βλ. É. Legrand. Bibliographie…, ό.π., σσ. 234-236, αρ. κατ. 166.
[11] L. Augliera , Βιβλία πολιτική…, ό.π.,σσ. 26-27.
[12] L. Augliera, Βιβλία…, ό.π., σ. 128,148·http://mykefalonia.com/index.php?option=com_k2&view=itemlist&task=user&id=58:kefalos&Itemid=370&limitstart=3018#ixzz1zkDbFeF
[13] Δ. Αρβανιτάκης, «Ο Νικόδημος Β΄ Μεταξάς..», ό.π., σ. 288.
[14]Δ. Αρβανιτάκης, «Ο Νικόδημος Β΄ Μεταξάς…», ό.π., σ. 313.
[15]Δ. Αρβανιτάκης, «Ο Νικόδημος Β΄ Μεταξάς…», ό.π., σ. 290.
[16] Δ. Αρβανιτάκης, Κοινωνικές αντιθέσεις στην πόλη της Ζακύνθου, το ρεμπελιό των ποπολάρων (1628), Εκδ. ΜΜ και ΕΛΙΑ, Αθήνα 2001, σ. 275, και Δ. Αρβανιτάκης, «Ο Νικόδημος Β΄ Μεταξάς…», ό.π., σσ. 287-326.
[17]Δ. Αρβανιτάκης, «Ο Νικόδημος Β΄ Μεταξάς…», ό.π., σ. 318.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου