
Η σχέση του Ιωάννη Καλβίνου με τους Πατέρες της Εκκλησίας αποτελεί μέχρι σήμερα αντικείμενο έντονου επιστημονικού ενδιαφέροντος και συζήτησης.
Παρότι ο Μεταρρυθμιστής της Γενεύης συχνά παρουσιάζεται αποκλειστικά ως εκφραστής μιας ριζικής επιστροφής στην Αγία Γραφή, η μελέτη των έργων του αποκαλύπτει ότι αναγνώριζε τη σημασία της αρχαίας εκκλησιαστικής παράδοσης και της πατερικής μαρτυρίας για τη διαμόρφωση της χριστιανικής θεολογίας, ως φωνές εφαρμογής και πιστότητας στην Αγία Γραφή.
Η προσέγγιση του Καλβίνου απέναντι στην πατερική γραμματεία χαρακτηριζόταν από επιλεκτική αξιοποίηση των κειμένων των Πατέρων της Εκκλησίας.
Ιδιαίτερα έντονη υπήρξε η επιρροή που άσκησε επάνω του η θεολογική σκέψη του Αυγουστίνου, με τον οποίο παρουσίαζε σημαντική δογματική σύμπτωση.
Ωστόσο, παρά τη στενότερη θεολογική του συνάφεια με τον επίσκοπο Ιππώνος, ο Καλβίνος εξέφραζε ιδιαίτερο θαυμασμό για την ερμηνευτική δεινότητα και τη ρητορική ικανότητα του Ιωάννη Χρυσοστόμου.[I. Backus (Ed) The Reception of the Church Fathers in the West: From the Carolingians to the Maurists, vol. 2, 1997]
Ιδιαίτερα ξεχωριστή θέση μεταξύ των Πατέρων κατείχε για τον Καλβίνο ο Ιερός Χρυσόστομος.
Ο μεγάλος αυτός εκκλησιαστικός Πατέρας δεν αποτελούσε απλώς μία προσωπικότητα του παρελθόντος, αλλά έναν ζωντανό συνομιλητή και έναν πολύτιμο οδηγό στην κατανόηση της Αγίας Γραφής.
Ο Καλβίνος θεωρούσε ότι η μεγαλύτερη αρετή του Χρυσοστόμου ήταν η ικανότητά του να αποδίδει το βαθύτερο νόημα των βιβλικών κειμένων με σαφήνεια, απλότητα και ποιμαντική ευαισθησία, καθιστώντας τα θεία μυστήρια προσιτά ακόμη και στους απλούς πιστούς.
Είναι εν προκειμένω εξαιρετικά σαφής όταν αναφέρει: « Η κύρια αρετή του Χρυσοστόμου μας είναι η εξής: κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια παντού για να μην παρεκκλίνει ούτε στο ελάχιστο από την γνήσια και σαφή έννοια της Αγίας Γραφής και να μην επιδοθεί σε καμία ασυλία διαστρέβλωσης της απλής έννοιας των λέξεων».
Η εκτίμηση αυτή αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στον πρόλογο που συνέταξε το 1543 για μια γαλλική μετάφραση ορισμένων ομιλιών του Χρυσοστόμου.
Αν και το εκδοτικό αυτό εγχείρημα δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, ο πρόλογος φανερώνει τη βούληση του Καλβίνου να φέρει το έργο του μεγάλου Πατέρα κοντά στον λαό.[ Herman J. Selderhuis - Arnold Huijgen (Εd), Calvinus pastor ecclesiae: Papers of the Eleventh International Congress on Calvin Research, 2016].
Για τον Kαλβίνο, όπως οι πιστοί δεν έπρεπε να στερούνται τον λόγο του Θεού, έτσι δεν έπρεπε να στερούνται και τα κατάλληλα ερμηνευτικά εργαλεία που θα τους βοηθούσαν να τον κατανοήσουν βαθύτερα.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι ερμηνευτικές ομιλίες του Χρυσοστόμου θεωρήθηκαν από τον Καλβίνο ως ένα από πολύτιμο βοήθημα για τη μελέτη της Αγίας Γραφής.[A Ganoczy – Κ. Müller, Calvins handschriftliche Annotationen zu Chrysostomus: Ein Beitrag Hermeneutik Calvins, 1981].
Η ιδιαίτερη εκτίμησή του προς τον Χρυσόστομο γίνεται ακόμη πιο εμφανής αν συγκριθεί με την αξιολόγηση άλλων πατερικών συγγραφέων.
Ο Καλβίνος θεωρούσε ότι ελάχιστοι Πατέρες μπορούσαν να συγκριθούν με τη διεισδυτικότητα και την ερμηνευτική δύναμη του αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως.
Δήλωνε απερίφραστα: «Σε αυτόν τον τομέα, κανείς με ορθή κρίση δεν θα αρνιόταν ότι ο Χρυσόστομός μας υπερέχει όλων των αρχαίων συγγραφέων που υπάρχουν σήμερα».
Ακόμη και όταν αναφέρεται στον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας, τον παρουσιάζει ως σημαντική αλλά σαφώς υποδεέστερη μορφή σε σχέση με τον Χρυσόστομο όσον αφορά την ερμηνεία της Αγίας Γραφής και την ποιμαντική της αξιοποίηση.
Βεβαίως, ο σεβασμός αυτός δεν σήμαινε άκριτη αποδοχή κάθε θεολογικής θέσης του ιερού Πατέρα.
Ο Καλβίνος διατύπωσε επιφυλάξεις κυρίως σε ζητήματα που σχετίζονταν με τη θεία χάρη και την ελεύθερη βούληση, θεωρώντας ότι ο Χρυσόστομος δεν ανέπτυξε με την απαιτούμενη σαφήνεια τη διδασκαλία περί θείας χάριτος και προορισμού.
Στο κύριο δογματικό έργο του «Institutio Christianae Religionis», ο Καλβίνος ελέγχει τον Χρυσόστομο ότι παρασύρθηκε από τη φιλοσοφία και υπερεκτίμησε τις δυνατότητες του ανθρώπου, απομακρυνόμενος από τη γνήσια διδασκαλία της θείας Χάριτος.
Εν τούτοις αν και διατύπωνε επιφυλάξεις και επικρίσεις απέναντι στις χρυσοστομικές θέσεις περί θείας χάριτος και ανθρώπινης ελευθερίας, αποτελεί τον Πατέρα της Εκκλησίας που μνημονεύεται συχνότερα στα βιβλικά υπομνήματα και τα ερμηνευτικά έργα του Μεταρρυθμιστή της Γενεύης.
Ωστόσο, οι διαφωνίες αυτές δεν μείωσαν τον σεβασμό του προς το πρόσωπο και το έργο του.
Αντίθετα, ο Καλβίνος αντιμετώπιζε τις συγκεκριμένες αδυναμίες ως επιμέρους σημεία που μπορούσαν να διορθωθούν χωρίς να αναιρείται η συνολική αξία της δικής του προσφοράς.
Πέρα όμως από την ερμηνευτική του δεινότητα, ο Χρυσόστομος προσέφερε στον Καλβίνο και ένα πρότυπο ποιμένα και εκκλησιαστικού ηγέτη.
Η σύνδεση θεολογικής διδασκαλίας και ποιμαντικής μέριμνας, η προσήλωση στην Αγια Γραφή, η προτροπή για την μελέτη της και η έμφαση στην οικοδομή του εκκλησιαστικού σώματος αποτελούσαν χαρακτηριστικά που ο Μεταρρυθμιστής της Γενεύης αναγνώριζε και επιθυμούσε να ενσωματώσει στη δική του εκκλησιαστική αντίληψη.
Επιπλέον, για τον Καλβίνο ο Χρυσόστομος υπήρξε μια ισχυρή φωνή της αρχαίας Εκκλησίας που, με την παρρησία και την κριτική του οξύτητα, γινόταν καθρέπτης ελέγχου για τις μεταγενέστερες εκτροπές και καταχρήσεις της μεσαιωνικής ρωμαιοκαθολικής ιεραρχίας.
Το προσωπο και θέσεις του Χρυσοστόμου λειτουργούσε για τον Καλβίνο ως ιστορική επιβεβαίωση ότι η αρχαία εκκλησιαστική παράδοση δεν ταυτιζόταν με τις μεταγενέστερες δογματικές και θεσμικές στρεβλώσεις, αλλά με μια εκκλησιολογία πιο λιτή, βιβλική και ποιμαντικά προσανατολισμένη — ακριβώς το ιδεώδες που ο ίδιος επιδίωκε να αναβιώσει στη Γενεύη.
Ο Ιερός Χρυσόστομος υπήρξε, επομένως, για τον Καλβίνο πολύ περισσότερο από μια ιστορική αυθεντία της αρχαίας Εκκλησίας.
Αποτέλεσε έναν πολύτιμο αρωγό από το παρελθόν, έναν πρότυπο ερμηνευτή της Αγίας Γραφής και ένα υπόδειγμα ποιμαντικής διακονίας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου