![]() |
| Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης (1920-1991). |
Διηγείται ο Μοναχός Νικόδημος της Ιεράς Μονής Οσίου Δαυίδ του Γέροντος
[…]
Θέλω να αναφέρω ένα θαυμαστό γεγονός που επέτρεψε ο Θεός και έζησα παρόλη την αναξιότητά μου.
Ήταν καλοκαίρι του 1990 και βρισκόμουν στην αποθήκη της Μονής, όπου τακτοποιούσα ορισμένα πράγματα, όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα ο Γέροντας [ο Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης]. Ταυτόχρονα με την είσοδό του μία άρρητη ευωδία πλημμύρισε την ατμόσφαιρα.
Ο Γέροντας με χαιρέτησε, μου ‘πε δύο λογάκια και βγήκε. Εγώ έκανα τον Σταυρό μου και δεν έδωσα μεγάλη σημασία στο γεγονός.
Το ίδιο βράδυ κατά την διάρκεια της τράπεζας, στην οποία παραβρισκόταν και ο Γέροντας, ένοιωσα πάλι έντονα την ίδια άρρητη ευωδία. Αυθόρμητα λέω στους πατέρες: «Σας ευωδιάζει τίποτε;» Εκείνοι με κοίταξαν με απορία. Κατάλαβα ότι δεν είχαν καταλάβει το παραμικρό.
Είδα όμως τον Γέροντα να μου ρίχνει μία ματιά και να κατεβάζει το κεφάλι του σαν «ένοχος».
Το επόμενο βράδυ μετά το Απόδειπνο, όταν έβαλα μετάνοια στον Γέροντα και ασπάσθηκα το χέρι του, αισθάνθηκα πάλι την ίδια ευωδία. Περίμενα έξω από το κελλί και ρώτησα έναν δύο από τους πατέρες αν αισθάνθηκαν και αυτοί τίποτε.
Αλλά πάλι αρνητική ήταν η απάντησή τους.
Άρχισα τότε να ανησυχώ μήπως ήταν καμιά πλάνη του διαβόλου και σκέφθηκα να το πω στον Γέροντα, αλλά πάλι πως να του το ‘λεγα «Γέροντα ευωδιάζεις;» μου φαινόταν δύσκολο.
Παρακαλούσα τον Άγιο Δαυίδ να με φωτίσει τι να κάνω. Γιατί φοβόμουν ότι, αν το έλεγα στο Γέροντα με όχι σωστό τρόπο, θα τον σκανδάλιζα – αν και ο Γέροντας πιστεύω ήταν πάνω από τους σκανδαλισμούς. Αλλά παρόλα αυτά πάλι δίσταζα.
Το επόμενο βράδυ πήγα στο κελλί του Γέροντα και ζήτησα να του πλύνω ένα μουσαμαδάκι που είχε απλωμένο σ’ ένα σχοινί στο κελλί του. Πάνω σ’ αυτό άπλωνε τα πόδια του ο Γέροντας, για να του τα περιποιηθεί ο γιατρός.
Ο Γέροντας μου είπε: «Ασ’ το, παιδί μου, μην το πλένεις, δεν πειράζει. Άπλωσέ το εκεί έξω στο σκοινάκι».
«Γέροντα» του λέω, «ένα νεράκι να το περάσω και το φέρνω».
«Καλά, παιδί μου», μου απάντησε.
Πηγαίνοντας για την κεντρική βρύση της Μονής, την ώρα που ανέβαινα τα σκαλιά από την αυλή, σκεφτόμουν ότι πάνω σ’ αυτό το μουσαμαδάκι βάζει τα πονεμένα πόδια του ο άγιος Γέροντάς μου και του τα περιποιείται ο γιατρός.
Αμέσως ένα αεράκι, μία αύρα, ένας δυνατός άνεμος μιάς άρρητης ευωδίας με πλημμύρισε και δεν μπορούσα να αναπνεύσω. Αυθόρμητα γονάτισα στα σκαλιά και άρχισα να κλαίω ασταμάτητα…
Ο Άγιος Ιάκωβος κοιμήθηκε στις 21 Νοεμβρίου, τιμάται στις 22 Νοεμβρίου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου